Jump to content

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης
Είδος: ρομαντική φαντασία
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 4,125
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Γράφτηκε ως τίμημα σε χαμένο στοίχημα του 50ου Διαγωνισμού Διηγήματος

 

Τι είναι ο ρομαντισμός; Μην είναι τα παραμύθια που φτιάχνουμε;

 

1.

 

Ήταν ένα σκεπαστό κάρο δύο αλόγων. Ζωγραφισμένη στα πλευρά της τέντας του ήταν η ξεθωριασμένη απεικόνιση ενός αρματωμένου ιππότη που πολεμούσε έναν τεράστιο, φλογοβόλο δράκο. Ήλιος, βροχή και αμμοθύελλες χρόνων είχαν στερήσει από την παράσταση κάθε πρότερη ζωτικότητα. Μπήκε στην μικρή πόλη από τα ανατολικά τείχη και κατέληξε στη μικρή πλατεία μιας φτωχικής συνοικίας. Παιδιά που έπαιζαν στις λάσπες και γυναίκες που καθόντουσαν στις πόρτες τους σήκωσαν το βλέμμα να κοιτάξουν τους νεοφερμένους. Ένα λιπόσαρκο γερόντιο μπροστά στο κάρο κρατούσε τα γκέμια, με την εξίσου ηλικιωμένη συμβία του δίπλα να παρακολουθεί βαριεστημένα τα σοκάκια. Μεγάλη ήταν ετούτη η πλάση και στα τόσα χρόνια που ταξίδευαν και ερμήνευαν το έργο τους, στην ίδια πόλη δεν είχαν βρεθεί δεύτερη φορά. Αν και τελευταία δεν θα μπορούσαν να πάρουν όρκο, καθώς πλέον όλες οι πόλεις έμοιαζαν μεταξύ τους. Η Σελπολίνα, έτσι έλεγαν την γριά, έβλεπε τις ίδιες φάτσες, τις ίδιες προσόψεις, όπου και να έφταναν. Οι καιροί των πολέμων ήταν αρχαία ιστορία και οι φυλές είχαν πλέον ξεχειλίσει η μία στην άλλη, ανακατεύοντας και αφομοιώνοντας τα χρώματα που κάποτε τις κρατούσαν ξέχωρες, κράχτες της ταυτότητας τους.

 

Ο γέρος τράβηξε το φρένο της μπροστινής ρόδας και κατέβηκε αγκομαχώντας από το κάρο. Η επαφή με τη γη έστειλε επώδυνα τσουξίματα στις αρθρώσεις των ποδιών του. Έκανε μια γκριμάτσα και δάγκωσε το μουστάκι του. Γύρισε να κοιτάξει την συμβία του αλλά εκείνη ήδη είχε εξαφανιστεί μέσα στην τέντα. Από το πίσω μέρος του κάρου, με έναν γδούπο πήδηξε ο Μούμφιε, ο βοηθός, ένα μαυριδερό βουβαλόπαιδο με τεράστια μπράτσα. Ακολουθώντας την γνωστή ρουτίνα, ξεκίνησε να ξεδιπλώνει το κάρο στη σκηνή της απογευματινής παράστασης. Ο Φερφολάνος, έτσι έλεγαν τον γέρο, είδε ένα αγόρι να τους παρατηρεί με περιέργεια από την άλλη άκρη της πλατείας. Πρέπει να υπήρχε ένα παρόμοιο αγόρι σε κάθε παρόμοια πλατεία σε όλες τις πόλεις της οικουμένης, ένα αγόρι που ήξερε τον πιο κοντινό στάβλο για να ξεκουραστούν και να ποτιστούν τα άλογα τους. Έβγαλε ένα μικρό χάλκινο νόμισμα από την τσέπη του και σηκώνοντας το στον ήλιο έστειλε την λάμψη του στο πρόσωπο του αγοριού.

 

2.

 

Στάθηκε στο κέντρο της σκηνής, σε πλήρη αρματωσιά, κρατώντας ξίφος και ασπίδα. Δεν υπήρξαν χειροκροτήματα, ούτε επευφημίες. Το τρίξιμο της ράμπας κάτω από το λιπόσαρκο βάρος του κυριάρχησε στη σιγαλιά της απογευματινής πλατείας. Είχαν συγκεντρωθεί καμιά πενηνταριά θεατές, οι περισσότεροι είχαν φέρει τις δικές τους καρέκλες για να καθίσουν, σκαμνιά, κάσες και βαρέλια. Άλλοι προτίμησαν να παραμείνουν όρθιοι, μην έχοντας αποφασίσει αν θα έμεναν μέχρι το τέλος. Ο Φερφολάνος περίμενε ότι θα μαζευτούν άλλοι τόσοι πριν πέσει η αυλαία. Δεν βάσιζε την προσμονή του στην αξία της παράστασης, ήταν γιατί ήξερε ότι ο κόσμος δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Ήταν πικροί οι καιροί και αμφέβαλε αν ένας στο κοινό είχε ακούσει ποτέ ένα ηρωικό τραγούδι από βάρδο. Η αρματωσιά του ήταν από τσίγκο, άχαρα θαμπή, που όμως οι λάμπες της ράμπας τη ζωήρευαν σε μια παλαιότερη, απατηλή λάμψη. Μαζί με την περικεφαλαία με το πλουμιστό λοφίο, δύσκολα κάλυπτε την ηλικία του ιππότη που την κουβαλούσε.

«Σας χαιρετώ, αγαπητοί μου ευγενείς και δεσποσύνες, είμαι ο ιππότης Φερφολάνος, στη διάθεση σας» αναφώνησε, ξεκινώντας τα λόγια του βραχνά, ελαφρά υποκλινόμενος μην στραβώσει ο θώρακας του. «Από οίκο ξακουστό και τιμημένο στις μέρες του, σε χώρα ιστορικά φορτωμένη και δοξασμένη πέρα από τη Μεγάλη Θάλασσα της Δύσης, υπήρξα πολεμιστής και υπερασπιστής των αδυνάτων σε όλα μου τα νιάτα. Νόμιζα στην αφελή μου νιότη ότι είχα κάνει όλα όσα θα μου έδιναν περίοπτη θέση στα λάβαρα της αίθουσας των προγόνων μου. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια για μένα. Μαύρο χτικιό έπεσε στη χώρα, ένας τρομερός δράκος, ο Μαρκαβόρας, ο τελευταίος των μελανόλεπιων. Το τέρας ισοπέδωσε το ένα τρανό βασίλειο μετά το άλλο, στέλνοντας στον τάφο ηρωικούς βασιλείς, λόρδους και ιππότες.»

Πετάχτηκε ο Μούμφιε στη σκηνή, πίσω από τον Φερφολάνο, με μια χάρτινη δρακοκεφαλή και μια ρόμπα με μπαλωμένα λέπια που την ανέμιζε με τα μπράτσα του, μουγκρίζοντας και χοροπηδώντας. Η δραματική ερμηνεία μετέτρεψε την ράμπα σε τραμπολίνο τσιρκολάνου, δίνοντας στον Φερφολάνο όλη την απαιτούμενη μαεστρία να κρατήσει την ισορροπία του καθώς συνέχιζε τον μονόλογο του.

«Οι θρήνοι της χώρας έφτασαν και στην δική μου πόρτα. Δεν μπορούσα να αγνοήσω το κάλεσμα της μοίρας, καλοί μου άνθρωποι. Ειδικά όταν έμαθα ότι το φρικτό τέρας πολιορκούσε το κάστρο της πανέμορφης πριγκίπισσας Σελπολίνας!»

 

Από τον ψάθινο πύργο που δέσποζε στα αριστερά της σκηνής, ξεπρόβαλε στην κορυφή του η Σελπολίνα, με μια ξανθιά περούκα και ένα κωνικό καπελίνο από πάνω.

«Αλί! Αλί! Τι κακό με βρήκε! Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα καμιά για μένα;» κλαψούρισε φέρνοντας τη ράχη του χεριού της στο μέτωπο.

Ο Μούμφιε συνέχισε να γρυλίζει και να χτυπάει περιστασιακά τον πύργο.

«Καβαλώντας το καλύτερο μου άτι έφτασα στον πύργο της πριγκίπισσας και την θώρησα όπως έκλαιγε απελπισμένη στις επάλξεις» φώναξε ο Φερφολάνος για να ακουστεί. «Μια νέα ταραχή βρήκε την καρδιά μου, φίλοι μου, όταν είδα την όμορφη κοπέλα. Τι μάτια, τι χείλη, τι στόμα! Τι αιθέρια ύπαρξη κοσμούσε τη γη και εγώ μέχρι τότε αγνοούσα! Νέος σκοπός, νέα πνοή διέτρεξε το κορμί μου, διέλυσε κάθε αμφιβολία για τον σκοπό μου! Θα σκότωνα το κτήνος, θα ελευθέρωνα τη γυναίκα της ζωής μου και θα εξομολογούσα τον έρωτα μου για εκείνη.»

 

Ο Φερφολάνος σήκωσε ασπίδα και ξίφος και στράφηκε προς τον δράκο Μαρκαβόρα.

«Τι βλέπω στον ορίζοντα, γενναίος ιππότης έρχεται να τα βάλει με το τέρας» φώναξε η Σελπολίνα. «Νομίζω ότι είναι ο γενναίος ιππότης Φερφολάνος από το γειτονικό βασίλειο!»

Δεν ήταν ασυνήθιστο για το εκπαιδευμένο μάτι του γέρου ηθοποιού να ελέγχει την κίνηση των θεατών. Είχε πλέον συνηθίσει να βλέπει τα γελάκια, τα χασμουρητά, τη βαρεμάρα, αλλά υπήρχαν και στιγμές, όπως τώρα, στρουμπουλής νεανίσκης που καθόταν μπροστά, με πλούσιο μπούστο και στόμα που έχασκε εντυπωσιασμένο, που έκαναν τη διαφορά. Υπέθεσε ότι η κοπέλα δεν είχε δει πολλά στη ζωή, ούτε είχε διαβάσει αρκετά βιβλία, εκτιμούσε όμως την προσοχή της, όσο και το γενναιόδωρο βαθύ κόψιμο της μπλούζας της.

«Κάποια στιγμή σήμερα, ω γενναίε ιππότη» έκρωξε η Σελπολίνα από τον πύργο της.

Ταρακουνημένος, ο γέρος επέστρεψε στην αύρα του έργου, κάνοντας επίθεση στον δράκο. Η σκηνή του κάρου ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει την επική σύγκρουση των δύο αντιπάλων. Οι δύο ερμηνευτές έκαναν με προσοχή μικρούς κύκλους, προσέχοντας να μην φέρουν κάτω όλο το κάρο. Ο Φερφολάνος κάλυπτε τα κενά με την στεντόρεια αφήγηση του.

«Ο καταραμένος δράκος δεν σταματούσε να ξερνάει την κολασμένη του φλόγα πάνω μου, αλλά είχα λάβει τα μέτρα μου. Μάγος τρομερός με είχε περιβάλλει με δυνατό ξόρκι που με προστάτευε από την φωτιά. Είχα όμως να αντιμετωπίσω τα τεράστια του νύχια, τα θηριώδη του σαγόνια και την ύπουλη του ουρά. Με τίναξε πέρα δώθε αρκετές φορές και λίγο έλειψε να καταλήξω μεζές στο στομάχι του, όταν με μία τελική επίθεση τα έπαιξα όλα για όλα και με το ξίφος μου βρήκα το αδύνατο σημείο του Μαρκαβόρα, στη βάση του λαιμού του.»

Χτυπημένος κάπου στο στήθος ο Μούμφιε έπεσε νεκρός και η Σελπολίνα βγήκε τρεχάτη έξω από τον πύργο της.

«Σώθηκα! Με έσωσες ιππότη Φερφολάνε, σου οφείλω τη ζωή μου.»

«Μόνο μία αμοιβή ζητώ από σένα, να γίνεις γυναίκα μου!»

«Πως μπορώ να επιβραβεύσω την γενναία σου αυτή πράξη;»

Επικράτησε μια άβολη σιωπή μεταξύ γέρου και γριάς, μέχρι να κατανοήσουν ποιανού σειρά ήταν να συνεχίσει.

«Βιάστηκες πάλι ηλίθιε» ψιθύρισε μέσα από τα σφιγμένα της δόντια.

«Τώρα το είπα» της απάντησε και αρπάζοντας τη στην αγκαλιά του την τσάκισε στη μέση καθώς της φύτεψε ένα φιλί στα χείλη. Μετά ανασηκώθηκε και κοίταξε πάλι το κοινό θριαμβευτικά. «Έτσι κέρδισα το χέρι της πριγκίπισσας Σελπολίνας, την οποία παντρεύτηκα και ζήσαμε ευτυχισμένοι στα ενωμένα μας κάστρα.»

Η Σελπολίνα ταλαντεύτηκε δίπλα του, ισιώνοντας περούκα και καπέλο.

«Αφού πρώτα είπα το ‘ναι’ στην πρόταση του» ψέλλισε.

 

Ο γέρος έκανε ένα βήμα μπροστά, αφήνοντας τη γριά πίσω του με τον Μούμφιε, που ανασηκωνόταν.

«Αυτή ήταν η παράσταση μας, καλοί μου άνθρωποι. Πρέπει όμως να σας αποκαλύψουμε την αλήθεια. Δεν είμαστε επαγγελματίες ηθοποιοί. Είμαι ο ιππότης και πρίγκιπας Φερφολάνος. Η κυρία μου είναι η πριγκίπισσα Σελπολίνα. Ζήσαμε ευτυχισμένοι στο κάστρο μας πριν αποφασίσουμε να ταξιδέψουμε τον κόσμο για να αφηγηθούμε την ιστορία μας. Θα ρωτήσετε, και ο δράκος Μαρκαβόρας; Υπήρξε αυτό το τέρας; Ε λοιπόν, ναι! Υπήρξε! Οι ιστορίες που σας λένε οι παππούδες σας είναι αληθινές. Κάποτε υπήρχαν αυτά τα ερπετά. Ο Μαρκαβόρας ήταν από τα τελευταία και εγώ το νίκησα. Και ιδού ότι απέμεινε από αυτόν.»

Έβγαλε από το μανίκι έναν κοφτερό κυνόδοντα, μεγαλύτερο και από την παλάμη του. Δεν ακούστηκε κάποια εύηχη αντίδραση. Έπεσαν μερικά χλιαρά χειροκροτήματα και ο κόσμος άρχισε να σκορπάει βιαστικά. Ο Μούμφιε ήταν ήδη ανάμεσα στο κοινό με έναν ανοικτό τορβά.

«Ό,τι έχετε ευχαρίστηση» φώναζε ο γέρος από τη σκηνή.

 

3.

 

Κάθισαν αμίλητοι οι τρεις τους να φάνε ένα πενιχρό γεύμα, δίπλα στο κάρο. Με τις νυχτωμένες σκεπές της πόλης γύρω-γύρω, είχαν ένα όμορφο κάδρο του έναστρου θόλου πάνω από τα κεφάλια τους. Ένα σχεδόν γεμάτο φεγγάρι στοίχειωνε τις σκιές με γαλάζιες ανταύγειες. Η φωτιά που έκαιγε ανάμεσα τους αδυνατούσε να ζεστάνει τα άχρωμα τους χαρακτηριστικά. Ο Μούμφιε μασούσε γρηγορότερα από τους γέρους και κάθε τόσο γέμιζε το πιάτο του από το τσουκάλι που είχαν αναρτήσει πάνω από τις φλόγες. Το μυαλό του Φερφολάνου πάσχιζε να διαπεράσει την ομίχλη του παρελθόντος, να θυμηθεί την ιστορία τους. Τόσα πολλά χρόνια περιπλανήσεων και παραστάσεων, με το κείμενο να αλλάζει, να προσαρμόζεται και να αναβαθμίζεται, πόση απ’ όλη την ιστορία ήταν αληθινή; Ίσως δεν είχε σημασία, αλλά με την υγεία του να ολισθαίνει και τον αριθμό των μελλούμενων παραστάσεων μάλλον μετρημένες, ποιο ήταν τελικά το νόημα της ζωής του. Πήρε άλλη μια μπουκιά ανόρεχτα.

«Πάλι κάνεις αυτόν τον ήχο όταν μασάς. Σταμάτα» μουρμούρισε εκνευρισμένη η Σελπολίνα.

«Ξέχασες πάλι να βάλεις αλάτι» της απάντησε.

«Δεν έχουμε αλάτι.»

«Ας ζητούσες από τους θεατές.»

«Να ζητούσες εσύ.»

 

Συνέχισαν να μασούν αμίλητοι στο κέντρο της κοιμισμένης πόλης. Μόνο μια άσπρη κεραμιδόγατα με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια καθόταν κάπου ψιλά και παρατηρούσε τον περίεργο θίασο.

 

4.

 

Μιας μέρας δρόμο από την τελευταία πόλη, σκληρό ξύπνημα περίμενε το ηλικιωμένο ζευγάρι στο ξέφωτο ενός δάσους. Στη διάρκεια της νύχτας ο Μούμφιε έφυγε κρυφά παίρνοντας μαζί του το ένα άλογο, το πενιχρό ταμείο τους και όλο το πανέρι με τα παστά τους αποθέματα.

«Ως εδώ ήταν, ξοφλήσαμε» φώναζε αγανακτισμένη η Σελπολίνα. «Τι θα κάνουμε τώρα, μου λες;!»

Ο Φερφολάνος καθόταν δυστυχής σε μια πέτρα, καμπουριασμένος, αφημένος στη μοίρα του. Η στάση του εξόργιζε ακόμα περισσότερο την γριά.

«Δική σου επιλογή ήταν. Εσύ τον διάλεξες! Σου είχα πει ότι δεν μου γεμίζει το μάτι αυτός αλλά τελικά θα γινόταν όπως πάντα το δικό σου. Και τώρα κάθεσαι εκεί άπραγος!»

«Σαν τι μπορώ να κάνω;» ρώτησε ξεψυχισμένα, «Να καβαλήσω το άλλο άτι και να τον κυνηγήσω;»

«Γιατί όχι; Θα έδειχνες ότι νοιάζεσαι!»

«Δεν έχω το χάλι γυναίκα…»

Η Σελπολίνα έκανε μια γκριμάτσα και του γύρισε την πλάτη. Δεν τον άντεχε πια. Ο γέρος ψαχούλεψε τη τσέπη του και έβγαλε το δόντι του δράκου.

«Μας άφησε το δόντι τουλάχιστο…»

 

«Είναι αληθινό αυτό;»

Η φωνή ξάφνιασε και τους δύο. Κοίταξαν προς το σημείο από όπου ακούστηκε, κι εκεί, μέσα από το ψηλό χορτάρι που έστρωνε το ξέφωτο, εμφανίστηκε η άσπρη κεραμιδόγατα με τους μαύρους κύκλους στα μάτια. Στάθηκε μπροστά στα πόδια του γέρου και κοιτώντας το δόντι επανέλαβε την ερώτηση.

«Ανήκει όντως στον τελευταίο των μελανόλεπιων;»

«Μια μάγισσα!» αναφώνησε η Σελπολίνα δείχνοντας τη γάτα.

«Πολύ σωστά. Με λένε Σεραφίνα. Απόλαυσα χθες το έργο σας τόσο πολύ που ήθελα να το ξαναδώ.»

«Δεν νομίζω ότι είμαστε σε θέση να δώσουμε πλέον μια αξιοπρεπή παράσταση» είπε ο Φερφολάνος.

«Δεν έχετε λόγο να ανησυχείτε. Η επόμενη πόλη είναι μισής μέρας δρόμο. Νομίζω το άλογο σας δεν θα είχε πρόβλημα σε μια τόσο σύντομη διαδρομή. Ακολουθήστε το πρόγραμμα σας και σας υπόσχομαι με τις μαγικές μου δυνάμεις θα σας δώσω όλα όσα χρειάζεστε. Πρέπει όμως να γίνει απόψε, που θα έχει Πανσέληνο.»

Χωρίς άλλη κουβέντα η γάτα επέστρεψε στο ψηλό χορτάρι και χάθηκε μέσα σε αυτό.

«Ποτέ μου δεν χώνεψα μάγους και μάγισσες» είπε εκνευρισμένη η Σελπολίνα.

«Τι άλλο θα προτιμούσες να κάνουμε;» είπε ο Φερφολάνος.

Σηκώθηκε με κόπο και πήγε να ζέψει το άλογο που τους είχε μείνει.

 

5.

 

Όπως είχε πει η γάτα, λίγο πριν σκοτεινιάσει έφτασαν σε μιαν άγνωστη πόλη, κάπως μικρότερη από εκείνες που είχαν συνηθίσει. Την κύκλωναν κοκκινωπά λασποχώραφα στα οποία είδαν άντρες και γυναίκες να μαζεύουν λάσπη σε μεγάλα καλάθια. Η πόλη δεν είχε τείχη να την περιβάλλουν, άχρηστα πλέον από την εποχή των κανονιών, την εποχή που σκότωσε τους ιππότες, όπως έλεγε ο Φερφολάνος. Σε ένα μικρό ύψωμα στο κέντρο υπήρχε μια πλατεία και εκεί σταμάτησαν το κάρο τους. Οι κάτοικοι τους παρατηρούσαν όλο περιέργεια από την στιγμή που πέρασαν τη γέφυρα της παλιάς τάφρου. Τα σπίτια τους ήταν επίσης φτιαγμένα από λάσπη και έδειχναν όλοι τους ρακένδυτοι.

«Αυτούς δεν τους περισσεύει ούτε ένα ξεροκόμματο» είπε η Σελπολίνα.

«Θα εκτιμούσαν όμως μια καλή ιστορία» σχολίασε ο άντρας της.

Τους πήρε λίγο παραπάνω να ανοίξουν τη σκηνή του κάρου, καθώς τα τελευταία είκοσι χρόνια αυτή ήταν η δουλειά του εκάστοτε βοηθού του θιάσου. Ο Μούμφιε ήταν βοηθός για δέκα περίπου μήνες. Όση ώρα έστηναν, ο πληθυσμός της πόλης άρχισε να συρρέει στις παρυφές του υψώματος, περιμένοντας να δουν το έργο. Από τον αριθμό τους ο Φερφολάνος συμπέρανε ότι πρέπει να είχαν έρθει όλοι τους. Σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό που ολοένα σκούραινε και αντίκρισε το ολόγιομο φεγγάρι που περίμενε με τη σειρά του την παράσταση.

 

Έφεραν κορμούς, κουτιά, πέτρες και σαμάρια, τα έβαλαν κάτω και κάθισαν να περιμένουν. Ο Φερφολάνος έδεσε τον τσίγκινο θώρακα στο στέρνο του και αφού χτένισε τα αραιά του μαλλιά με τα δάχτυλα, φόρεσε την περικεφαλαία του. Είχε χρειαστεί και παλαιότερα να δώσουν παράσταση χωρίς δράκο, όταν είχαν ξεμείνει ξανά από βοηθό. Δεν κρατούσαν πολύ με τον θίασο τους. Όταν βγήκε στη σκηνή, η Σελπολίνα άναβε την τελευταία λάμπα της ράμπας. Χάθηκε μετά μέσα στον πύργο για να περιμένει τη σειρά της. Η ανταύγεια της σελήνης ήταν δυνατή, πότιζε τα πάντα πέρα από τα όρια της σκηνής. Έβλεπε τα ανυπόμονα βλέμματα που ήταν στραμμένα πάνω του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε την προσοχή μιας ολόκληρης πόλης; Ίσως μια εποχή που η θωριά του δεν προκαλούσε την θυμηδία του κοινού. Ξεθηκάρωσε το ξίφος του και κρατώντας την ασπίδα με το άλλο χέρι, έκανε ένα βήμα εμπρός.

«Σας χαιρετώ, αγαπητοί μου ευγενείς και δεσποσύνες, είμαι ο ιππότης Φερφολάνος, στη διάθεση σας» φώναξε και η φωνή του αντήχησε καθαρά και δυνατά στη σιγαλιά της αφύσικης νύχτας. «Από οίκο ξακουστό και τιμημένο στις μέρες του, σε χώρα ιστορικά φορτωμένη και δοξασμένη πέρα από τη Μεγάλη Θάλασσα της Δύσης, υπήρξα πολεμιστής και υπερασπιστής των αδυνάτων σε όλα μου τα νιάτα. Νόμιζα στην αφελή μου νιότη ότι…»

Χωρίς φανερή αιτία το ξίφος άρχισε ξαφνικά να βαραίνει. Καθώς πάσχισε να το ανασηκώσει πρόσεξε το χέρι του. Είχαν εξαφανιστεί οι πανάδες, οι φλέβες, ένα ξανθό χνούδι κάλυπτε τώρα τον καρπό του. Σκυμμένη μέσα στον πύργο της, η Σελπολίνα άκουσε ξεκάθαρα την φωνή του άντρα της να αλλάζει. Η αλλαγή ήταν τόσο τρανταχτή που σήκωσε το κεφάλι της έξω και κοίταξε κάτω στη σκηνή. Είδε τον ιππότη Φερφολάνο όπως τον είχε δει εκείνη την μοιραία μέρα, χρόνια πριν, εγκλωβισμένη και πολιορκημένη στον πύργο της από τον τρομερό δράκο. Ψηλός, ξανθός, ζωσμένος σε απαστράπτουσα πανοπλία, το ξίφος του να αστράφτει σηκωμένο και ο ερυθρός θυρεός του οίκου του να λάμπει πάνω στην εντυπωσιακή του ασπίδα. Αλλά αυτό που την έκανε να αναστενάξει ήταν το πρόσωπο. Καθάριο, ηρωικό, αλαζονικό, γενναίο, όμορφο, με ένα απίστευτο χαμόγελο να δεσπόζει πάνω από ένα γρανιτένιο πηγούνι. Μπορούσε από την θέση της να διακρίνει στο φεγγαρόφως το γαλάζιο των ματιών του.

 

«Μαύρο χτικιό έπεσε στη χώρα, ο δράκος Μαρκαβόρας, ο τελευταίος των μελανόλεπιων, ισοπέδωσε το ένα τρανό βασίλειο μετά το άλλο, στέλνοντας στον τάφο ηρωικούς βασιλείς, λόρδους και ιππότες. Οι θρήνοι της χώρας έφτασαν και στην δική μου πόρτα. Δεν μπορούσα να αγνοήσω το κάλεσμα της μοίρας, καλοί μου άνθρωποι. Ειδικά όταν έμαθα ότι το φρικτό τέρας πολιορκούσε το κάστρο της πανέμορφης πριγκίπισσας Σελπολίνας! Καβαλώντας το καλύτερο μου άτι έφτασα στον πύργο της πριγκίπισσας.»

Ακούστηκε ένα δυνατό χλιμίντρισμα και το γέρικο άλογο που μισοκοιμόταν στις σκιές πίσω από το κάρο, κάλπασε ετοιμοπόλεμο μπροστά στη σκηνή. Δεν θύμιζε σε τίποτα το ζωντανό που είχαν δει όλοι να σέρνει τον θίασο μόλις εκείνο το απόγευμα. Όλο νεύρο και ζωή, με δέρμα να γυαλίζει και πλούσια χαίτη να ανεμίζει, σηκώθηκε στα πίσω του πόδια και έπεσε πάλι κάτω, προσφέροντας την πλάτη στον κύρη του. Μια καινούργια δερμάτινη σέλα ήταν δεμένη εκεί. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Φερφολάνος καβάλησε το άλογο με ένα άλμα. Αμέσως ήχησαν επευφημίες και χειροκροτήματα. Εκείνη την στιγμή η Σελπολίνα τινάχτηκε όρθια στην κορυφή του πύργου της.

«Αλί! Αλί! Τι κακό με βρήκε! Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα καμιά για μένα;»

Ούτε ο Φερφολάνος άκουσε τη φωνή της γριάς συμβίας του. Πάνω στον πύργο στεκόταν η πριγκίπισσα Σελπολίνα, νέα, αγγελική, πρασινομάτα, ένα πρόσωπο στεφανωμένο από μακριά, ξανθιά κόμη, δέρμα αλαβάστρινο και έναν λαιμό που τον έκανε να βογκήξει και να θυμηθεί.

«Τι βλέπω στον ορίζοντα, γενναίος ιππότης έρχεται να τα βάλει με το τέρας» είπε και ήταν σα να του τραγουδούσε.

«Σελπολίνα» ψιθύρισε και ήταν σα να συναντούσε την γυναίκα που είχε χάσει.

«Νομίζω ότι είναι ο γενναίος ιππότης Φερφολάνος από το γειτονικό βασίλειο» συμπλήρωσε και τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά.

«Μια νέα ταραχή βρήκε την καρδιά μου, φίλοι μου, όταν είδα…» ψέλλισε και ξέχασε τα λόγια του. Κατέβηκε από το άτι και ανέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια της σκηνής. Ήρθε και στάθηκε μπροστά στον πύργο. Κοιτάχτηκαν για λίγο αμίλητοι.

«Σελπολίνα. Αιθέρια μου ύπαρξη, πως κοσμούσες τη γη ετούτη ενώ σε αγνοούσα; Τι νόημα είχε η ζωή μου μέχρι τώρα;»

Για λίγα δευτερόλεπτα, η μαγεία που τους είχε κατακλύσει ήταν μεθυστική. Ξαφνικά νόμισαν ότι θυμούνταν όλα όσα είχαν ξεχάσει. Δεν κράτησε για πολύ.

 

Ακούστηκε ένα γέλιο. Ένιωσαν τον αέρα γύρω τους να ξινίζει. Ακούστηκε κάτι να αναπηδάει στις τάβλες, ανάμεσα στα πόδια τους. Κοίταξαν και είδαν το δόντι του Μαρκαβόρα. Είχε πέσει από τον Φερφολάνο. Έβγαζε καπνούς και διογκωνόταν αφύσικα, ξερνώντας ένα τρομερό στοιχειό, χρόνια παγιδευμένο στο οστό του. Ορθώθηκε τεράστιο και τρομερό, με το κάρο να τσακίζεται κάτω από το βάρος του, ρίχνοντας κάτω ιππότη και δεσποσύνη. Ένα επιφώνημα ξέφυγε από το ακροατήριο όπως ο τελευταίος των μελανόλεπιων έδινε πάλι το μυθικό παρόν του, βρυχώμενος προς τα άστρα, τα σαγόνια του έτοιμα να καταπιούν και το ίδιο το φεγγάρι. Τα δερμάτινα φτερά του άνοιξαν και κάλυψαν το μικρό ύψωμα, ενώ η ουρά του μαστίγωσε το ζεστό χώμα ανασηκώνοντας γαλάζιο κουρνιαχτό. Ο Φερφολάνος πρόσεξε τους ανθρώπους που παρακολουθούσαν το έργο. Κανείς δεν έδειχνε τρομαγμένος, το βλέμμα τους περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Έτρεξε δίπλα στη Σελπολίνα και τη βοήθησε να σηκωθεί. Ο λαιμός του δράκου χαμήλωσε για να δει καλύτερα τον εχθρό του.

«Ξανασυναντιόμαστε παλιέ μου αντίπαλε» είπε ο δράκος καγχάζοντας, «αν μπορώ να σε αποκαλέσω τέτοιον.»

Ο Φερφολάνος κρατούσε ακόμα το ξίφος του και σημάδεψε το ερπετό με τη γυμνή του λεπίδα.

«Πίσω τέρας. Σε κατατρόπωσα μια φορά, μπορώ να το επαναλάβω.»

«Με τη βοήθεια ποιου μάγου αυτή τη φορά;» γρύλισε ο Μαρκαβόρας γελώντας. «Μήπως θα με νανουρίσεις;»

Μια σκιά πέρασε από το βλέμμα του ιππότη.

«Δεν ξέρω τι εννοείς.»

«Χρόνια σε ακούω από την τσέπη να ξεστομίζεις τα ψέματα σου, εδώ όμως τώρα δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από την απάτη σου. Θυμάσαι το ξόρκι που σου πούλησε εκείνος ο μάγος; Το καπνογόνο που με κοίμισε για να μου κόψεις τον λαιμό ανενόχλητος; Να με σφάξεις στον ύπνο μου; Το θυμάσαι “γενναίε ήρωα”;»

Ο Φερφολάνος έμεινε αποσβολωμένος. Απανωτές αυλαίες χρόνων τραβήχτηκαν στην άκρη, σκόρπισαν με μια πνοή την μία προσαρμογή του έργου μετά την άλλη, σαν να θυμόταν για πρώτη φορά την αλήθεια. Επέστρεψε στη μνήμη του και η πρώτη παράσταση που έκαναν το λάθος να πουν την ιστορία όπως πραγματικά έγινε. Τι καταστροφή ήταν εκείνη. Αυγά, ντομάτες και βρασμένα λάχανα έβρεξαν πάνω στη σκηνή.

«Έπρεπε να κάνω ό,τι χρειαζόταν για να σε νικήσω. Δεν είχε κέρδος για το βασίλειο η τιμημένη μου θυσία. Δεν θα άφηνα στις αρπακτικές σου ορέξεις την πριγκίπισσα Σελπολίνα.»

«Δεν ήταν η πριγκίπισσα Σελπολίνα που ορεγόμουν, δόλιε ξιφομάχε. Αλλά ούτε κι εσύ αν θυμάμαι καλά. Στο όνομα άλλης δεν κάρφωσες το σπαθί σου στο λαιμό μου;»

«Ορίστε;» ψέλλισε η Σελπολίνα, βλέποντας ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά του όμορφου της ιππότη να κοκκινίζουν από ντροπή.

Ο δράκος φύσηξε καυτό χνώτο πάνω από τα κεφάλια τους και δημιούργησε μια αχνή οπτασία στην κορυφή του θεατρικού πύργου. Ήταν η φυσιογνωμία μιας γυναίκας εντυπωσιακής ομορφιάς που έλαμπε σαν θεά.

«Δεν ήταν ο πύργος της πριγκίπισσας Σελπολίνας αλλά της πριγκίπισσας Μαρσελιάνας. Η Σελπολίνα ήταν μια μακρινή ξαδέλφη που απλά φιλοξενούνταν στο κάστρο εκείνο τον καιρό.»

Ο Φερφολάνος κοίταξε το φάντασμα στην κορυφή του πύργου και αναστέναξε.

«Η Μαρσελιάνα… Πόσοι ιππότες δεν έπεσαν καρβουνιασμένοι στα πόδια σου τέρας για χατίρι της;» είπε μελαγχολικά ο ιππότης, αδύνατος να σταματήσει την εξομολόγηση του. «Δεν ήθελα να πεθάνω για εκείνη αλλά να ζήσω για εκείνη. Και θα έκανα τα πάντα, και την πιο ποταπή ατιμία για να σε νικήσω.»

«Τώρα θυμάμαι» είπε η Σελπολίνα και έκρυψε το πρόσωπο της στις χούφτες της.

«Εκείνη όμως δεν με ήθελε» συμπλήρωσε πικρά ο Φερφολάνος. «Η δική της καρδιά καιγόταν για τον ιππότη Μορτόφ, έναν δειλό που είχε αμπαρωθεί στο κάστρο του και έτρεμε να ξεμυτίσει αν δεν έφευγες πρώτα δράκε. Παρά την ατιμία του, εκείνον παντρεύτηκε τελικά. Έπρεπε πάση θυσία να διασώσω την τιμή του οίκου μου. Χάρισα κι εγώ την νίκη μου στην Σελπολίνα.»

 

Η πριγκίπισσα εγκατέλειψε τις πλάτες του Φερφολάνου και ήρθε να σταθεί μπροστά στον Μαρκαβόρα. Με μια περίεργη προσκόλληση στην παράσταση, γύρισε και απήγγειλε τα λόγια της προς το κοινό. Οι θεατές παρακολουθούσαν βουβά, τα μάτια τους έντονα εστιασμένα στις εξελίξεις.

«Ήμουν νέα, άμυαλη και ερωτευμένη. Κατάπια την υπερηφάνεια μου και τον δέχτηκα γιατί τον ήθελα. Κουράστηκα πια. Δεν την μπορώ άλλο την ντροπή. Έλα δράκε και δώσε τέλος σε αυτό το ανούσιο μαρτύριο που λέγεται ζωή.»

«Θα σε πάρω πριγκίπισσα» μούγκρισε ο δράκος στάζοντας φωτιά. «Τίποτα δεν με σταματάει πλέον…»

«Κάνεις λάθος» ούρλιαξε ο Φερφολάνος και πήδηξε ανάμεσα στον δράκο και την πριγκίπισσα. Σημάδεψε ξανά το τέρας με την λεπίδα του. «Δεν σου το επιτρέπω!»

«Πιστεύεις ότι μπορείς να με σταματήσεις;» γρύλισε ο δράκος.

Ξαφνικά ο Φερφολάνος είδε τα χέρια του να ροζιάζουν ξανά, πόνεσαν οι αρθρώσεις του και το ξίφος επέστρεψε στην τσίγκινη του κατασκευή. Τον κατέκλισε η απελπισία. Σωριάστηκε στα γόνατα του και άφησε το ξίφος να πέσει από τα χέρια του.

«Με μένα είναι η διαφορά σου» έκρωξε τώρα με την γεροντίστικη του φωνή. «Διεκδίκησε την εκδίκηση σου, πάρε εμένα αλλά άσε τη Σελπολίνα.»

«Είσαι σίγουρος;» είπε ο δράκος μειδιώντας.

Η Σελπολίνα έσβησε ένα επιφώνημα καλύπτοντας το στόμα της.

«Μίλησες για ψέματα, δράκε» συνέχισε ο γέρος. «Ως νέος πήρα επιπόλαιες αποφάσεις, γνώστεψα όμως με τα χρόνια και ξανάγραψα το έργο όπως θα έπρεπε να είχαν γίνει τα πράγματα. Ελαφρόμυαλη ήταν η Μαρσελιάνα, σώθηκα από εκείνη την επιλογή, εκτίμησα με τον καιρό την Σελπολίνα και αυτήν αγάπησα. Έχει τιμή η προσφορά μου Μαρκαβόρα και είναι υπέρ σου να τη δεχτείς.»

«Είσαι σωστός και το αποδέχομαι, ιππότη. Ήταν πια καιρός.»

Ο δράκος ανασηκώθηκε, γέμισε τα στήθη του και ετοιμάστηκε να φτύσει τη φωτιά του. Η Σελπολίνα άφησε μια σπαρακτική κραυγή και έπεσε να αγκαλιάσει τον ιππότη της. Φύσηξε ο Μαρκαβόρας και εξαϋλώθηκε ο ίδιος σε χνώτο. Η αύρα του διαπέρασε τις δύο φιγούρες και απλώθηκε κυκλικά, σκόρπισε σε άμμο τα λασπόσπιτα, σα θημωνιές τους κατοίκους. Ο γέρος και οι γριά έμειναν αγκαλιασμένοι στα ερείπια του κάρου τους, στο κέντρο μιας πόλης που δεν είχε υπάρξει ποτέ.

 

6.

 

«Δεν άξιζα ποτέ ως ιππότης» ψέλλισε ο Φερφολάνος.

«Άξιζες για μένα» είπε η Σελπολίνα, «το είχα όμως ξεχάσει.»

«Είχα καιρό να απολαύσω τόσο ωραίο έργο. Σας ευχαριστώ και τους δύο» είπε η Σεραφίνα που αναδύθηκε από τις σκιές και πλησίασε τις πεσμένες λάμπες της ράμπας που έκαιγαν ακόμα.

«Χαίρομαι που σου άρεσε» είπε ο γέρος πικρά, «νομίζω ότι ήταν η τελευταία μας παράσταση.»

«Και τι θα κάνετε τώρα;» ρώτησε η γάτα.

«Δεν ξέρουμε. Μετά από τόσα χρόνια δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσαμε.»

«Νομίζω ότι έχετε πολλές επιλογές. Μού’ρχονται πρόχειρες δύο» νιαούρισε η Σεραφίνα.

«Ποιες» ρώτησε απελπισμένη η γριά.

«Μιας μέρας δρόμο από δω είναι ένα λιμάνι» είπε η γάτα. «Το γέρικο άλογο σας μπορεί μια χαρά να σας πάει εκεί. Το μέρος είναι πλούσιο, έχει ζεστό κλίμα όλο το χρόνο και μπορεί να σας φιλοξενήσει άνετα για το υπόλοιπο της ζωής σας. Ή μπορείτε να πάρετε όποιο καράβι θέλετε για όποια ακτή γουστάρετε. Ο κόσμος είναι δικός σας. Εδώ σας χαιρετώ, δεν θα ανταμωθούμε ξανά.»

Και μετά την τελευταία της έξοδο η γάτα Σεραφίνα επέστρεψε στις σκιές της ερήμου.

 

Για πρώτη φορά μετά από αμέτρητα χρόνια, με το παρελθόν ξορκισμένο, ο Φερφολίνος και η Σελπολίνα σηκώθηκαν ανάλαφροι σαν πούπουλα. Και έτσι ανάλαφρους τους πήρε στην πλάτη του το γέρικο άλογο με κατεύθυνση προς μια νέα ζωή.

 

Τέλος

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Είναι καταπληκτικό. Και απίστευτα ρομαντικό. Έχω συγκινηθεί. 😥 Κ με υπέροχο τέλος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Τι λέτε βρε παιδιά. Θα δακρύσω; Κάτσε να το διαβάσω. 😂

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Πλοκή

Η ιστορία μου άρεσε, και μου άρεσε πολύ. Δίνει την εντύπωση ωστόσο ότι είναι γραμμένη με έναν κάπως αποσπασματικό, κάπως βιαστικό τρόπο. Σαν να είχες εικόνες στο νου σου και τις έκανες συρραφή, χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον για τα ενδιάμεσα. 

Χαρακτήρες

Μου άρεσαν όλοι. Ο κλεφταράκος, η μάγισσα (γιατί Σεραφίνα; Μου ήρθε στο νου η Σεραφίνα Πεκάλα από την τριλογία His Dark Materials. Μπορεί να σου βγήκε τυχαία ωστόσο), τα ξεπεσμένα γερόντια. Οι χαρακτήρες, όπως και η πλοκή, μπορεί να ήθελαν περισσότερο χώρο για να ωριμάσουν, αλλά κατάφεραν να με συγκινήσουν παρ' όλα αυτά.

Γλώσσα

Εδώ κάπως με μπέρδεψες. Υπάρχουν φράσεις που ή κάπως βιαστικά τις έγραψες ή δεν τις πρόσεξες αρκετά. Παράδειγμα:  προσέχοντας να μην φέρουν κάτω όλο το κάρο. Τι είναι αυτό, bring down; Αγγλισμός. Να μην γκρεμίσουν, να μην αναποδογυρίσουν, έχουμε τόσες λέξεις. Άλλο παράδειγμα: Δεν έχω το χάλι γυναίκα… εδώ απλά δεν κατάλαβα τι εννοείς. Δεν έχω τη δύναμη, την αντοχή, τα κότσια; Το χάλι είναι αντίθετης (σχεδόν) σημασίας λέξη. Ξεδιπλώνει το κάρο στη σκηνή της απογευματινής παράστασης. Εννοείς τα πάνινα σκηνικά; Ένα κάρο δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να ξεδιπλωθεί. Άλλο παράδειγμα. Αλλά υπήρχαν και στιγμές, όπως τώρα, στρουμπουλής νεανίσκης.. καταλαβαίνω τι λες, αλλά δεν λέγεται έτσι. Υπήρχαν στιγμές όπου απολάμβανε την προσοχή του κοινού, όπως αυτής εδώ της στρουμπουλής νεανίσκης...και τα λοιπά. Αλλά με την υγεία του να ολισθαίνει και τον αριθμό των μελλούμενων παραστάσεων μάλλον μετρημένες...πάλι καταλαβαίνω τι λες αλλά δεν το λες σωστά. Η μετοχή πρέπει να συμφωνεί με το αρχικό ουσιαστικό, να είναι δηλαδή με τον αριθμό μετρημένο. Ή ακόμη καλύτερα, περιορισμένο. Κάπου λες ψιλά και εννοείς ψηλά, αλλά εντάξει, αυτό ξέφυγε.

Αναφέρω όλα αυτά τα παραδείγματα γιατί νομίζω ότι αυτό το στυλ χαρακτηρίζει γενικά τα γραπτά σου. Ήταν κάτι που με είχε ενοχλήσει και στους γίγαντες και δεν μπορούσα ακριβώς να το προσδιορίσω. Εδώ φαίνεται πολύ πιο καθαρά. Είναι αγγλισμός; Είναι και αγγλισμός, είναι βιασύνη; Κάτι πρέπει να προσέξεις εδώ. Συμβουλή: Διάβαζε δυνατά τις ιστορίες που γράφεις. Αν το είχες κάνει, πιθανώς όλα τα παραπάνω σημεία να σου κλωτσούσαν και να τα διόρθωνες. 

Διάλογοι

Σωστοί και στο πνεύμα της ιστορίας και των χαρακτήρων. Ξεφεύγουν όπου σου ξεφεύγει γενικότερα το κομμάτι της γλώσσας. Πολλά από τα παραπάνω παραδείγματα είναι από κομμάτια διαλογικά. 

Διεκπεραίωση

Ήθελες να γράψεις μία ρομαντική και συγκινητική ιστορία και το πέτυχες. Αν ήθελες να την ξαναδουλέψεις θα έβγαζες κάτι πραγματικά πολύ καλό. Και αυτό σου συνιστώ να κάνεις. 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Encore είναι η επανάληψη μίας παράστασης(ή σωστότερα τραγουδιού), αλλά θεωρητικά είναι μετά το χειροκρότημα, όχι σε άλλο μέρος και άλλη στιγμή. Λαϊκιστί το μπιζάρισμα. Δεν με νοιάζει τόσο ο τίτλος, τα υπόλοιπα είναι πιο σημαντικά. 

Edited by Ιρμάντα

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
1 hour ago, Ιρμάντα said:

(γιατί Σεραφίνα; Μου ήρθε στο νου η Σεραφίνα Πεκάλα από την τριλογία His Dark Materials. Μπορεί να σου βγήκε τυχαία ωστόσο),

Άλλο παράδειγμα: Δεν έχω το χάλι γυναίκα… εδώ απλά δεν κατάλαβα τι εννοείς. Δεν έχω τη δύναμη, την αντοχή, τα κότσια;

Ξεδιπλώνει το κάρο στη σκηνή της απογευματινής παράστασης. Εννοείς τα πάνινα σκηνικά; Ένα κάρο δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να ξεδιπλωθεί.

Σε ευχαριστώ Ειρήνη για τον πολύτιμο σχολιασμό σου.

Ομολογώ ότι από τη στιγμή που το έγραψα αναρωτιόμουν για το "δεν έχω χάλι", αν θα ήταν κατανοητό δηλαδή. Σημαίνει ακριβώς αυτό που κατάλαβες και είναι μια φράση με την οποία μεγάλωσα, ανήκει δηλαδή στην Κωνσταντινοπολίτικη διάλεκτο. Καταλαβαίνω ότι δεν συνηθίζεται στα ελληνικά.

Το κάρο ήταν πτυσσόμενο και κατεβάζοντας το πλάι και τραβώντας το έξω, άνοιγαν και ποδάρια στις γωνίες, μετατρεπόταν σε σκηνή.

Η Σεραφίνα έχει ιστορία. Τρία διηγήματα που θα βρεις στο sff:

Εν Αρχήν η Σεραφίνα

Σεραφίνα φον Στάιν

Σεραφίνα 2000

Και δύο Σεραφίνες από Mesmer:

Η Σεραφίνα του Σρέντιγκερ

Χρονο-Σεραφίνα

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Φέρνω κάτω το κάρο ανήκει στην ίδια διάλεκτο; Το λέει η γιαγιά μου που είναι από το Μαρμαρά. Για αυτό δε μου χτύπησε άσχημα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
39 minutes ago, Roubiliana said:

Φέρνω κάτω το κάρο ανήκει στην ίδια διάλεκτο; Το λέει η γιαγιά μου που είναι από το Μαρμαρά. Για αυτό δε μου χτύπησε άσχημα.

Δεν ξέρω γι αυτό. Ίσως είναι αγγλισμός. Ίσως ήταν μια τάση να παίξω με τις λέξεις.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana
12 minutes ago, DinoHajiyorgi said:

Δεν ξέρω γι αυτό. Ίσως είναι αγγλισμός. Ίσως ήταν μια τάση να παίξω με τις λέξεις.

Πρόσεχε. Θα φέρεις κάτω την τηλεόραση, λέει η γιαγιά η Μικρασιάτισσα που δε ξέρει αγγλικά.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..