Jump to content
elgalla

Ο Κήπος στο Κέντρο του Ονειρέματος

Recommended Posts

elgalla

Όνομα Συγγραφέα: Αταλάντη Ευριπίδου
Είδος: Παραμυθοφαντασία
Βία; Άντε καλέ
Σεξ; Σας έχω κακομάθει, άρα όχι
Αριθμός Λέξεων: 3.995
Αυτοτελής; Μάλιστα
Σχόλια: Για το write-off #92 με εισαγωγή της Ιρμάντα.
 

 

 

Spoiler

 

«Είχε ήδη νυχτώσει όταν μπήκα στον Κήπο, αλλά πάλι χρειάστηκε να περιμένω. Το φεγγάρι ανέβαινε αργά, θυμάμαι, κάθισα με την πλάτη στη βελανιδιά και κοιτούσα. Ο Κήπος ήταν γεμάτος με όλων των ειδών τις μυρωδιές. Ένα σύμπλεγμα από δρομάκια στρωμένα με άσπρο χαλίκι οδηγούσε στο κέντρο του με τα σιντριβάνια. Την ημέρα η πριγκίπισσα έπινε τσάι δίπλα στα σιντριβάνια, μαζί με τις δούλες της. Τη νύχτα καθόταν στο παράθυρό της, ελπίζοντας να περάσει από κάτω της το Περιπλανώμενο Λουλούδι. Μα δεν θα το έβλεπε. Δεν πήγαινε ο νους της τι ήταν, εγώ όμως ήξερα. Δεν έψαξα στον Κήπο, απλώς καθόμουν και το περίμενα. Το Λουλούδι δεν το βρίσκεις, σε βρίσκει, μου είχαν πει. Κάποτε, όταν το φεγγάρι είχε σηκωθεί ψηλά στο στερέωμα, άκουσα ένα απαλό χαρχάλεμα στο μονοπάτι με τα χαλίκια. Ένα σύρσιμο σαν να βάδιζαν πάνω εκεί μικροσκοπικά, νεραϊδίσια πόδια. Με κατέκλυσε μια μυρωδιά, τέτοια που δεν είχα ξανανιώσει. Και που, συνάμα, έκλεινε μέσα της όλα τα ομορφότερα και πιο γνώριμα πράγματα της ζωής μου. Έκλεισα λίγο τα μάτια μου κι όταν τα ξανάνοιξα, το είδα: τη γέρικη χελώνα με τα σοφά, θαμπά της μάτια, με το μεγάλο σαν βράχο καύκαλό της όπου απάνω του φύτρωνε το Λουλούδι. Το Περιπλανώμενο Λουλούδι, που ήταν σπάνιο όχι γιατί, όπως νόμιζε ο κόσμος, μπορούσε να μετακινείται. Αλλά γιατί φύτρωνε μονάχα πάνω στο καύκαλο εκατόχρονης χελώνας. Και η χελώνα το έπαιρνε μαζί της, όπου πήγαινε.»

«Και μετά;» ρώτησε ο τυφλός μετά από μια στιγμή.

«Τι και μετά; Δεν θυμάμαι άλλα.»

«Αυτό έχεις μονάχα δηλαδή; Για αυτό με ξεσήκωσες;» Ο νεαρός ένιωσε να τον κατακλύζει μαύρος τρόμος. Αλίμονο, τι τον περίμενε τώρα; Ξεροκατάπιε, νιώθοντας το στόμα του φαρμάκι από την αγωνία. Στο μεταξύ, ο τυφλός άντρας σήκωσε το χέρι του με την άδεια κούπα και μια σκλάβα έσπευσε να του τη γεμίσει ξανά. Ήπιε λίγο, βολεύτηκε καλύτερα στα μαξιλάρια του. Φαινόταν να σκέφτεται πώς θα έπρεπε να του μιλήσει. «Ξέρεις, αγόρι μου, ποιο είναι το θέμα» είπε κάποτε, τραβώντας το ένα του πόδι από την άλλη σκλάβα που του έκοβε τα ποδόνυχα, και απλώνοντας στα μαλακά της χέρια το άλλο. «Τα όνειρα που μου πουλάς μου αρέσουν όλο και λιγότερο. Στερεύεις μου φαίνεται. Δεν ξέρω αν πρέπει να συνεχίσω να σε συντηρώ, τη στιγμή που εκεί έξω έχει παλικάρια με όνειρα δέκα φορές πιο λαμπρά».

Ο νεαρός αρπάχτηκε απ’ το πρώτο πράγμα που του ’ρθε στο νου, το πρώτο πράγμα που είχε σκεφτεί με το που ξύπνησε, σαστισμένος και μισοζαλισμένος ακόμα απ’ την επίδραση του νεργκίς.

«Πολυχρονεμένε μου» είπε διστακτικά, «στα όνειρα δεν υπάρχουν μυρωδιές».

Δεν τόλμησε να πει περισσότερα. Ο τυφλός μάζεψε το πόδι του απ’ την αγκαλιά της σκλάβας και της έκανε νόημα να φύγει. Η κοπέλα έπιασε τις άκρες της ποδιάς της και τις ανασήκωσε, δημιουργώντας ένα αυτοσχέδιο σακούλι που δεν θα επέτρεπε στα νύχια να πέσουν κάτω. Σύμφωνα με τον νόμο, έπρεπε να τα ρίξει στον ποταμό των θεών, μα ο Σβαπνίλ ήξερε πως θα τα κράταγε με την ελπίδα να τα πουλήσει κάποια στιγμή στους θεραπευτές της Γκαχινέ, της πόλης που απλωνόταν στη σκιά του ιπτάμενου παλατιού. Η δούλα απομακρύνθηκε γοργά. Ο νεαρός έμεινε για λίγο να κοιτάει τα ιδρωμένα αποτυπώματα που είχαν αφήσει τα γυμνά της πέλματα στο ροδόχρωμο μάρμαρο.

Ο βασιλιάς ήπιε μια γουλιά κρασί κι έγειρε μπροστά. Τα γένια του ήταν λαδωμένα και μύριζαν γιασεμί.

«Τι σημαίνει αυτό;» τον ρώτησε.

Δεν υπήρχε ίχνος αναγνωρίσιμου συναισθήματος στη φωνή του. Ο Σβαπνίλ έτριψε δυνατά τα μπράτσα του με τα χέρια, μήπως και καταφέρει να τα ζεστάνει. Δεν ήταν σίγουρος αν έφταιγε το νεργκίς ή ο τόνος του τυφλού, μα ένιωθε ξαφνικά παγωμένος ως το μεδούλι.

«Ο φρουρός ήταν στο δωμάτιο μαζί μου» βιάστηκε να προλάβει τις υποψίες. «Με είδε να μασάω τ’ ονειροβότανο. Δεν λέω ψέματα. Ό,τι αφηγήθηκα απόψε, τα είδα όλα: τον Κήπο, την πριγκίπισσα, το Περιπλανώμενο Λουλούδι. Υο όνειρο αυτό είναι σημαντικό – όχι, όχι σημαντικό απλώς. Είναι το σημαντικότερο απ’ όλα».

Ο άντρας γέλασε, μα ο Σβαπνίλ του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, το ’νιωθε. Πήρε μια ανάσα βαθιά και τρεμάμενη, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με ανακούφιση και με την οικεία οσμή του γιασεμόλαδου.

«Όμορφα, όμορφα. Αν υποθέσουμε, λοιπόν, πως δεν με περιπαίζεις, τι κάνει τόσο σημαντικό αυτό το όνειρο;»

Ο Σβαπνίλ ανασήκωσε τους ώμους, συνειδητοποιώντας καθυστερημένα πως ο συνομιλητής του δεν μπορούσε να τον δει. Κοίταξε τη σκλάβα που κρατούσε την κανάτα, ψάχνοντας μια άγκυρα, ένα άλλο ανθρώπινο βλέμμα να πιαστεί. Το κορίτσι απέφυγε τη ματιά του, όπως έκαναν οι πάντες απ’ τη μέρα που είχε γεννηθεί. Όσο πιο σκούρα χαρακτηριστικά είχε κάποιος, τόσο πιο χαμηλή ήταν η καταγωγή του – όλοι το γνώριζαν. Ο βασιλιάς ήταν χλωμός κι απέφευγε τον ήλιο. Τα μάτια του ήταν κι αυτά ανοιχτά, μελένια με πράσινες πιτσιλιές. Μα οι Ονειρευτές ήταν γαλανομάτηδες κι οι άνθρωποι, σ’ όποια κάστα κι αν ανήκαν, δεν τολμούσαν να τους κοιτάξουν, μην τυχόν και χαθούν μες στο γαλάζιο. Ο τυφλός δεν θα φοβόταν να τον αντικρίσει κατάματα, ήταν βέβαιος. Είχε αγνοήσει τις προσταγές των θεών κι είχε χτίσει ένα παλάτι ανάμεσα στα σύννεφα. Σίγουρα, μερικές δεισιδαιμονίες δεν θα τον τρόμαζαν.

«Δεν νομίζω πως ήταν όνειρο, Πολυχρονεμένε Ατζίτ. Δεν ξέρω αν έφταιγε η τύχη, η ικανότητα ή το νεργκίς – αυτή η παρτίδα ήταν πολύ δυνατή –, αλλά νομίζω πως κατάφερα να αγγίξω κάτι πραγματικό. Μου φαίνεται… μου φαίνεται πως βρήκα την καρδιά του Ονειρέματος».

«Πήγαινε» πέταξε απότομα ο βασιλιάς πάνω απ’ τον ώμο του. Η κοπέλα έκανε μια κοφτή υπόκλιση προς το μέρος του Σβαπνίλ κι εξαφανίστηκε. Τα χρυσά βραχιόλια στους αστραγάλους της καμπάνιζαν για ώρα. «Και τώρα πες μου για την πριγκίπισσά σου» πρόσταξε ο τυφλός, στρέφοντας και πάλι όλη του την προσοχή προς τον νεαρό.

Ο Σβαπνίλ τα έχασε, δεν περίμενε να τον ρωτήσει κάτι τέτοιο. Υπάκουσε, όμως, γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Έκλεισε τα μάτια κι ανακάλεσε στη μνήμη του την εικόνα της βασιλοπούλας, όπως την είχε δει σ’ εκείνο το όνειρο που ίσως και να μην ήταν όνειρο, τελικά.

«Είναι δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών, σε ηλικία γάμου, μα λιγνή και με στενούς γοφούς, ακατάλληλη για μάνα. Το δέρμα της είναι λείο και καστανό, έχει το χρώμα της καραμελωμένης ζάχαρης. Τα μαλλιά της είναι πολύ μακριά και μαύρα, λαδωμένα και μυρωδάτα, της τα κρατάνε οι δούλες της για να μη σέρνονται στο χώμα. Έχει πλεξίδες και πλεξιδάκια τυλιγμένα περίτεχνα γύρω απ’ το κεφάλι της και πιασμένα με χρυσές κορδέλες. Φοράει χρυσά βραχιόλια που φτάνουν ψηλά, ως του αγκώνες, και δαχτυλίδια στα πόδια και στα χέρια. Μια χρυσή αλυσίδα ενώνει έναν κρίκο στη μύτη της μ’ ένα απ’ τα σκουλαρίκια της. Μοιάζει με νύφη έτσι όπως είναι ντυμένη και…»

«Τα μάτια της, μικρέ» τον διέκοψε ο τυφλός. «Τι χρώμα έχουν τα μάτια της;»

Και, αυτή τη φορά, τα λόγια του ξεχείλιζαν από συναίσθημα. Όμως δεν ήταν κανένα απ’ τα συναισθήματα που θα περίμενε κανείς. Ο Σβαπνίλ το αναγνώρισε, μα το έσπρωξε στο πίσω μέρος του μυαλού του για να το σκεφτεί καλύτερα αργότερα. Ήταν πείνα.

«Γαλάζιο» απάντησε, συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά τι σήμαινε αυτό. Στο όνειρο δεν το είχε προσέξει και δεν είχε τολμήσει να πλησιάσει την κοπέλα και να της μιλήσει.

Ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ έγειρε πίσω, εμφανώς ικανοποιημένος. Ψαχούλεψε τα μαξιλάρια και ξετρύπωσε ένα μικρό, χρυσό καμπανάκι. Ίσα που πρόλαβε να το χτυπήσει κι ο κλειδοκράτορας του παλατιού εμφανίστηκε μπροστά τους, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση. Ο Σβαπνίλ αναρωτιόταν καμιά φορά μήπως όλοι οι σκλάβοι κι οι υπηρέτες εκεί μέσα ήταν ντέβα και ρακσάσα, πνεύματα που ο βασιλιάς καλούσε απ’ το αχανές επέκεινα και τους έδινε υλική υπόσταση. Πώς αλλιώς έρχονταν κι έφευγαν τόσο γρήγορα; Πώς αλλιώς δεν γερνούσαν και δεν αρρώσταιναν ποτέ;

«Άρχοντά μου» μουρμούρισε ο κλειδοκράτορας.

«Πες να μου φέρουν τον σκύλο, τον Ζαχίρ. Δεν έχει πεθάνει ακόμα, σωστά;»

Κρύος ιδρώτας έλουσε τον νεαρό. Το όνομα Ζαχίρ δεν του ήταν άγνωστο. Όλοι στην Γκαχινέ είχαν ακούσει την ιστορία του Ονειρευτή που γύρισε όλο το Ονείρεμα κυνηγώντας παραμύθια για τον βασιλιά, μέχρι που ξέχασε να ονειρεύεται κι ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ τον πέταξε σ’ ένα μπουντρούμι στα βάθη του ιπτάμενου παλατιού του.

«Όπως επιθυμείτε, άρχοντά μου» είπε ο κλειδοκράτορας.

Ο Σβαπνίλ σκούπισε τις μουλιασμένες απ’ τον ιδρώτα παλάμες του στο μεταξωτό χαλί. Αφέθηκε για λίγο να απολαύσει την αίσθηση του μαλακού υφαντού κάτω απ’ τα δάχτυλά του. Έξω απ’ τα μεγάλα, τρυπητά παράθυρα του παλατιού, ο ήλιος μεσουρανούσε, κεντώντας τα μάρμαρα με φως και σκιά. Ο νους του ταξίδεψε στην Γκαχινέ. Το παλάτι στα σύννεφα θα μπορούσε να στεγάσει και να θρέψει ολόκληρη την πόλη. Μα ο βασιλιάς δεν ήταν βασιλιάς επειδή νοιαζόταν για τους ανθρώπους που κυβερνούσε. Ήταν βασιλιάς γιατί είχε τολμήσει να χτίσει στον ουρανό και τα είχε καταφέρει.

«Ο Ζαχίρ ταξίδεψε σ’ ολάκερο το Ονείρεμα» είπε ο τυφλός. «Θα ξέρει αν λες ψέματα».

Ο Σβαπνίλ έγνεψε, περισσότερο για να δώσει θάρρος στον εαυτό του. Ούτως ή άλλως, ήταν μόνος με τη μεγαλειότητά του. Άραγε, αν τον έσπρωχνε τώρα απ’ τα τρυπητά παράθυρα, ποιος θα τον τιμωρούσε; Πώς θα αντιδρούσαν οι άνθρωποι της Γκαχινέ, αν έβλεπαν τον τύραννό τους να γκρεμίζεται; Μα δεν θα πρόφταινε, το ήξερε πως δεν θα πρόφταινε. Το στρεβλό του πόδι δεν θα του επέτρεπε να κινηθεί αρκετά γρήγορα. Ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ θα φώναζε και το δωμάτιο θα γέμιζε φρουρούς στη στιγμή. Και τότε, ο Σβαπνίλ, θα βρισκόταν να σαπίζει στα μπουντρούμια δίπλα στον Ζαχίρ. Δεν το ήθελε αυτό, είχε κοπιάσει πολύ για να βρεθεί στο παλάτι στον ουρανό, πρώτος και καλύτερος ανάμεσα στους βασιλικούς Ονειρευτές. Είχε κάνει πράγματα για τα οποία δεν ήταν περήφανος, μα πάντα παρηγοριόταν με τη σκέψη πως άξιζε τον κόπο, πως δεν τα είχε καταφέρει άσχημα για ένα ανάπηρο ορφανό, μεγαλωμένο στους δρόμους της Γκαχινέ.

«Αν δεν λες…» συνέχισε ο βασιλιάς. «Αν δεν λες ψέματα, θα σου δώσω περισσότερο χρυσάφι απ’ όσο μπορούν να κρατήσουν τα δυο σου χέρια. Κι αν καταφέρεις να επιστρέψεις στον Κήπο…» έκανε μια δραματική παύση και χαμογέλασε. Δεν ήταν ευχάριστο χαμόγελο ούτε φιλικό. «Τότε εσύ και τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου θα έχετε πάντα μια θέση στο παλάτι μου.

Ο Σβαπνίλ γούρλωσε τα μάτια, αδυνατώντας να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει. Μα αμέσως μετά την υπόσχεση, ήρθε η αμφιβολία. Θα κατάφερνε να ξαναβρεί τον Κήπο; Κι αν τον έβρισκε, τι μ’ αυτό; Τι μπορεί να ήθελε ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ απ’ την Ονειρεύτρα που έπινε το τσάι της δίπλα στα σιντριβάνια; Ό,τι κι αν ήταν, θα μπορούσε ο Σβαπνίλ να τον βοηθήσει να το αποκτήσει;  

Δύο φρουροί έσυραν μπροστά τους έναν άντρα που με δυσκολία στεκόταν στα πόδια του. Ήταν λεπτός σαν κλαράκι, τα κόκκαλά του διακρίνονταν ολοκάθαρα κάτω απ’ το βρόμικο δέρμα. Ήταν γεμάτος τρίχες, μακριές και άγριες. Φορούσε κουρέλια και μύριζε τόσο άσχημα, που ο Σβαπνίλ αναγκάστηκε να καλύψει τη μύτη και το στόμα του. Η ηλικία του ήταν ακαθόριστη· δεν μπορούσε να διακρίνει ρυτίδες γύρω απ’ τα γαλανά του μάτια, και τα μαλλιά και τα γένια του δεν είχαν γκριζάρει ακόμα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του νεαρού, ο Ονειρευτής Ζαχίρ θα έπρεπε να είχε πατήσει τα σαράντα. Κανείς δεν γερνούσε σ’ αυτό το παλάτι; Οι φρουροί έσπρωξαν τον φυλακισμένο στα γόνατα κι απομακρύνθηκαν από κοντά του. Ο τυφλός έμοιαζε να είναι ο μόνος που δεν ενοχλούταν απ’ τη μπόχα.

«Πολυχρονεμένε Ατζίτ» είπε ο άντρας κι ο Σβαπνίλ κοίταξε γύρω του αλαφιασμένος, να δει μήπως είχε μιλήσει κάποιος άλλος. Ποτέ δεν θα φανταζόταν ότι μια τέτοια φωνή – βαθιά, γλυκιά και μελένια – θα μπορούσε να βγει από ένα τόσο εύθραυστο στήθος. «Πάει καιρός. Σε τι οφείλω τέτοια τιμή;»

Ο νεαρός κοίταξε τους φρουρούς. Κανείς τους δεν κινήθηκε, κανείς τους δεν τράβηξε σπαθί. Άλλος θα ήταν νεκρός έτσι κι είχε τολμήσει να απευθυνθεί με τέτοιον τρόπο στον βασιλιά. Δεν ήταν τόσο οι λέξεις καθαυτές, όσο το ύφος με το οποίο είχαν ειπωθεί.

«Ο νεαρός Σβαπνίλ από ’δω» απάντησε ο τυφλός κουνώντας ένα χέρι προς τη μεριά όπου πίστευε ότι βρισκόταν ο Ονειρευτής του, «λέει παραμύθια για έναν Κήπο στο κέντρο του Ονειρέματος. Για μια πριγκίπισσα γαλανομάτα που περιμένει ένα Περιπλανώμενο Λουλούδι».

Η συγκίνηση ήταν εμφανής στο βλέμμα του φυλακισμένου. Για τον Κήπο; Για την πριγκίπισσα; Ο Σβαπνίλ δεν ήξερε να πει.

«Υπάρχει πράγματι ένας Κήπος στην καρδιά των ονείρων» είπε προσεκτικά. Η φωνή του δεν πρόδιδε την ένταση που παραμόνευε πίσω απ’ τα μάτια του. «Μα δεν είδα ποτέ καμιά πριγκίπισσα εκεί ούτε και λουλούδια να περιπλανιούνται».

Έλεγε ψέματα. Για ποιο απ’ όλα, όμως;

Ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ έγνεψε. Ο φυλακισμένος κουνήθηκε ελαφρά, μη μπορώντας να στηριχτεί στα γόνατά του για πολλή ώρα. Ο Σβαπνίλ τέντωσε κι αυτός το στρεβλό του πόδι που είχε αρχίσει να μουδιάζει.

«Ούτε κι άκουσες στα τόσα σου ταξίδια μες στο Ονείρεμα να λένε για δαύτην ή για το Περιπλανώμενο Λουλούδι;»

«Ούτε» απάντησε ο φυλακισμένος. Σταθερά. Αποφασιστικά. Ψέματα.

«Πάρτε τον από μπροστά μου» διέταξε ο τυφλός κι οι φρουροί αμέσως τσακίστηκαν να κάνουν το θέλημά του. «Και πείτε του κλειδοκράτορα να φέρει το καλύτερο νεργκίς για τον Ονειρευτή μου».

Οι φρουροί ένευσαν κι έφυγαν αμέσως, κουβαλώντας ανάμεσά τους τον Ζαχίρ που δυσκολευόταν να σταθεί στα λιγνά του πόδια. Ο Σβαπνίλ δεν ένιωθε έτοιμος να ονειρευτεί ξανά τόσο σύντομα, αλλά κανείς δεν έλεγε όχι στον Πολυχρονεμένο Ατζίτ. Ακόμη κι αν το νεργκίς ήταν επικίνδυνο, ακόμη κι αν τον έκανε να ζητάει ολοένα και περισσότερο. Τ’ ονειροβότανο, έλεγαν, ήταν που είχε κάψει όλα τα όνειρα του Ζαχίρ. Μα ο βασιλιάς διαρκώς ζητούσε νέες ιστορίες, νέες περιπέτειες απ’ τους Ονειρευτές του. Κανείς δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί χωρίς νεργκίς.

Μια σκλάβα μπήκε βιαστικά, κουβαλώντας μια χρυσή γαβάθα με νερό, μέσα στο οποίο έπλεε το νεργκίς, φρέσκο κι ευωδιαστό. Τα φύλλα του, παχιά και απλωμένα, είχαν ένα έντονο, βαθυπράσινο χρώμα και γυάλιζαν στο φως του μεσημεριού. Το ίδιο το λουλούδι ήταν μωβ και φουντωτό, πρέπει να είχε πάνω από εκατό μικροσκοπικά πέταλα. Ποτέ του δεν είχε μασήσει φρέσκο νεργκίς, ποτέ. Τα όνειρα που θα ’βλεπε!

Ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ έγειρε μπροστά. Τα μάτια του δεν εστίαζαν πουθενά.

«Τι λες, αγόρι μου; Είναι ακόμη λαμπρά τα όνειρά σου; Εξακολουθείς να είσαι ο πρώτος ανάμεσα στους Ονειρευτές μου;»

Κι ο Σβαπνίλ ήξερε πως, ό,τι κι αν απαντούσε, η ζωή του θα άλλαζε για πάντα.

«Όχι» είπε – πιο θαρραλέα απ’ όσο ένιωθε – και τα παχιά φρύδια του βασιλιά ανασηκώθηκαν. «Είμαι ο μοναδικός Ονειρευτής που χρειάζεται η Μεγαλειότητά σας».

Ο τυφλός γέλασε και χτύπησε τα χέρια του. Η κίνηση ήταν παιδιάστικη και δεν ταίριαζε διόλου στον τρομακτικό άντρα που είχε κυβερνήσει χίλια χρόνια απ’ το παλάτι του στα σύννεφα. Οι ιστορίες που λέγονταν γι’ αυτόν και για τα πράγματα που είχε κάνει δεν είχαν τελειωμό κι οι περισσότερες δεν ήταν ευχάριστες. Ο Σβαπνίλ είχε ακούσει κάμποσες στα καπηλειά όπου ξάφριζε τους μεθυσμένους όταν ήταν ακόμη παιδάκι, πριν ακόμη αρχίσει να ταξιδεύει στο Ονείρεμα.

«Ονειρέψου, λοιπόν» τον προέτρεψε ο βασιλιάς.

Κι αυτό ακριβώς έκανε. Έπιασε με τα δάχτυλά του κάμποσα απ’ τα πέταλα του νεργκίς και τα έκοψε με βία. Σε αντίθεση με τη μυρωδιά του, η γεύση του φυτού ήταν απαίσια. Ειδικά έτσι φρέσκο, ο Σβαπνίλ δυσκολεύτηκε να το καταπιεί. Ήταν πικρό και στυφό, η επίδρασή του όμως ήταν άμεση. Ίσα που είχε προλάβει να καταπιεί όταν αισθάνθηκε τα μάτια του να κλείνουν και το κορμί του να πέφτει. Το κεφάλι του χτύπησε κάπου, αλλά δεν πρόλαβε να ανησυχήσει ούτε να νιώσει πόνο, γιατί την επόμενη κιόλας στιγμή βρισκόταν στον Κήπο.

Η πριγκίπισσα ήταν εκεί. Αυτή τη φορά, ωστόσο, δεν είχε για συντροφιά τις δούλες της, μα έναν άντρα ψηλό και όμορφο, ευθυτενή, με κανελί δέρμα και καταγάλανα μάτια. Ο απρόσμενος επισκέπτης δεν ήταν άλλος από τον Ζαχίρ, συνειδητοποίησε ο νεαρός με έκπληξη. Ο άλλος Ονειρευτής του έκανε νόημα να πλησιάσει προς το υπόστεγο όπου κάθονταν, πλάι στα σιντριβάνια. Περικοκλάδες σκαρφάλωναν στις λεπτές, ξύλινες κολόνες και πορτοκαλιά λουλούδια με γλώσσες από φωτιά ξεπετάγονταν εδώ κι εκεί. Ένα παγόνι κοιμόταν στην αγκαλιά της πριγκίπισσας, με το κεφάλι χωμένο κάτω απ’ τη γυαλιστερή, μπλε φτερούγα του και τη μακριά ουρά του να κρέμεται και να μπλέκεται με τα φουστάνια της κοπέλας. Ήταν τόσο ομορφότερη από κοντά.

«Το περίμενα πως θα σ’ έστελνε, γι’ αυτό βιάστηκα να έρθω. Είχα την ελπίδα πως θα κατάφερνες να ξαναβρείς τον Κήπο» είπε ο άντρας και ο Σβαπνίλ βεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία πως ήταν το ίδιο άτομο του οποίου τα απομεινάρια είχε αντικρίσει λίγη ώρα νωρίτερα. «Γρήγορα έφτασες. Τι σου έδωσε; Φρέσκο ναργκίς;» τον ρώτησε. Ο Σβαπνίλ ένευσε. «Λογικό. Δεν έχουμε πολύ χρόνο, λοιπόν. Κάτσε και άκου προσεκτικά όσα θα σου πω, γιατί είναι σημαντικό να τα θυμάσαι όταν θα ξυπνήσεις. Πίνεις τσάι;»

Δεν περίμενε απάντηση. Πήρε ένα κύπελο από τον δίσκο ανάμεσά τους, πήρε και τη χρυσή κανάτα, έβαλε ένα μικρό, τρυπητό κάλυμμα πάνω απ’ το κύπελο κι έχυσε το τσάι που άχνιζε. Μύριζε κανέλα, τριαντάφυλλο και μήλο κι είχε ένα βαθυκόκκινο χρώμα, σαν νερωμένο αίμα. Ο Σβαπνίλ ακόμη δυσκολευόταν να πιστέψει ότι ήταν στ’ αλήθεια εκεί, στην καρδιά του Ονειρέματος. Η πρώτη γουλιά τσαγιού τον ζεμάτισε, αλλά δεν κατάφερε να καψαλίσει το χαμόγελό του. Όπως το υποπτευόταν, δεν υπήρχε μόνο οσμή εκεί, αλλά και γεύση – πλουσιότερη και ομορφότερη απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού.

«Λοιπόν;» ρώτησε τον Ζαχίρ. «Τι κάνεις εδώ; Και, κυρίως, πώς ήρθες; Λένε πως δεν ονειρεύεσαι πια».

Εκείνος του έριξε ένα βλέμμα, σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν έπρεπε να τον εμπιστευτεί ή όχι. Ούτε ο ίδιος ο Σβαπνίλ δεν το ’ξερε αυτό εκείνη τη στιγμή. Μα η πριγκίπισσα με τα γαλάζια μάτια και τα μαλλιά που ήταν απλωμένα γύρω της, άγγιξε το χέρι του παλιού Ονειρευτή και του έγνεψε καταφατικά. Τα δάχτυλά ήταν μακριά και κομψά, φορτωμένα μαλαματένια δαχτυλίδια.

«Ποτέ δεν έπαψα να ονειρεύομαι. Απλώς δεν το κάνω πια για τον Πολυχρονεμένο Ατζίτ. Ξέρεις γιατί τον αποκαλούν έτσι;» υπήρχε πικρία στη φωνή του κι ένα διόλου καλά κρυμμένο μίσος.

«Έχει ζήσει χίλια χρόνια» απάντησε ο Σβαπνίλ και ρούφηξε άλλη μια γουλιά απ’ το τσάι του.

Ο Ζαχίρ χαμογέλασε αχνά.

«Και όνειρα; Γιατί αγοράζει όνειρα;» Ο νεαρός κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και σταύρωσε τα πόδια. Με κάποια έκπληξη, ανακάλυψε ότι μπορούσε. Εκεί, στον Κήπο στο κέντρο του Ονειρέματος, ακόμη και το στρεβλό του άκρο κινούταν κανονικά και δίχως δυσκολία. «Ωραία. Άκου, τότε. Όταν ο Ατζίτ αποφάσισε να χτίσει το παλάτι του στα σύννεφα, ήξερε πως δεν μπορούσε να το κάνει δίχως βοήθεια. Έδεσε ντέβα και ρακσάσα στην υπηρεσία του, αδειάζοντας τους ουρανούς και προκαλώντας την οργή των θεών, που τον καταράστηκαν. Πρώτα του στέρησαν τη γνώση του κόσμου, παίρνοντας την όρασή του. Έπειτα του στέρησαν τη δυνατότητα της εσώτερης αναζήτησης, παίρνοντας τα όνειρά του. Και, τέλος, του στέρησαν τη δυνατότητα να ενωθεί ποτέ με το Όλον, παίρνοντάς του τον χρόνο και τον θάνατο».

«Καταράστηκαν το Άτμαν του» μουρμούρισε ο Σβαπνίλ, «την ψυχή του». Πρώτη φορά άκουγε για κατάρα τόσο βαριά. Από την άλλη, αν ήταν αλήθεια όσα έλεγε ο παλιός Ονειρευτής, βαρύ ήταν και το κρίμα του Ατζίτ. Ο Ζαχίρ ένευσε καταφατικά.

«Κι όχι μόνο. Ο χρόνος δεν περνάει σ’ αυτό το παλάτι για κανέναν, σίγουρα θα το έχεις καταλάβει μέχρι τώρα».

Αυτό εξηγούσε πολλά.

«Ωραίες οι ιστορίες σου, Ονειρευτή, μα δεν εξηγούν τι ζητάς από μένα» είπε ο νεαρός. «Για να διακινδυνεύσεις να μου αποκαλύψεις ότι ακόμη ονειρεύεσαι κι ότι είπες ψέματα μπροστά στον βασιλιά, κάτι σημαντικό θα πρέπει να είναι».

Ο Ζαχίρ κι η πριγκίπισσα αντάλλαξαν ένα βλέμμα.

«Βρήκες το Περιπλανώμενο Λουλούδι. Ξέρεις πόσα χρόνια το περιμένουμε να εμφανιστεί; Πόσον καιρό έχουμε περάσει σ’ αυτόν τον Κήπο ελπίζοντας πως μια μέρα θα το μυρίσουμε από μακριά και θα το δούμε να πλησιάζει;»

Το Περιπλανώμενο Λουλούδι. Ήταν λες κι η ομίχλη που κάλυπτε τη θύμηση του Σβαπνίλ όσο ήταν ξύπνιος, τώρα που κοιμόταν να ’χε χαθεί. Μπορούσε ξαφνικά να ανακαλέσει όλα εκείνα που είχε ακούσει για δαύτο. Κοίταξε την πριγκίπισσα. Το Λουλούδι ήταν, στην πραγματικότητα, πύλη ανάμεσα στο Ονείρεμα και στον αληθινό κόσμο, γι’ αυτό μύριζε έτσι, σαν κάθε τι οικείο κι αγαπημένο. Κι αν το χρειάζονταν οι δυο τους, σίγουρα δεν ήταν για τον Ζαχίρ. Ο νεαρός τον είχε δει να στέκεται μπροστά του στο παλάτι του Πολυχρονεμένου Ατζίτ και τον έβλεπε τώρα στον Κήπο, άρα δεν είχε πρόβλημα να ταξιδέψει ανάμεσα στους κόσμους. Επομένως, προοριζόταν για κείνη. Ακόμη τη σκεφτόταν ως πριγκίπισσα κι όχι ως Ονειρεύτρα, συνειδητοποίησε ο Σβαπνίλ.

«Είσαι παγιδευμένη εδώ» της είπε. Η κοπέλα δεν μίλησε, μόνο έσκυψε το κεφάλι. «Πόσον καιρό;»

«Είκοσι χρόνια» απάντησε ο Ζαχίρ για λογαριασμό της. «Η αδερφή μου πήγε ν’ αναζητήσει την τύχη της ως Ονειρεύτρα του βασιλιά, μα εκείνος την πόθησε και θέλησε να την κάνει δική του με τη βία. Αποσύρθηκε στο Ονείρεμα και κρύφτηκε βαθιά, στην καρδιά του μέρους. Δεν ξύπνησε ξανά. Ήρθε εδώ, στη σιωπή. Έπλασε με το νου της συντρόφισσες, μα καμιά τους δεν μιλάει. Με τον καιρό, ξέχασε κι αυτή. Όταν πέρασαν μήνες χωρίς να έχω νέα της, ανέβηκα κι εγώ στο παλάτι στα σύννεφα, να την ψάξω. Κι αυτά που έμαθα με έσπρωξαν να την αναζητήσω εδώ. Μου πήρε καιρό να τη βρω – δεν ήμουν τόσο ισχυρός Ονειρευτής όσο εσείς οι δυο. Τη βρήκα, όμως. Δεν κατάφερα να τη φέρω πίσω, ούτε μόνη της κατάφερε να έρθει. Προσπάθησε. Το Περιπλανώμενο Λουλούδι είναι η μόνη μας ελπίδα. Καταλαβαίνεις; Πρέπει να καταλάβεις, μοιράζεσαι το αίμα της, άλλωστε».

Ο Σβαπνίλ ένιωσε να του χύνουν πάγο στις φλέβες, τα σωθικά του να γεμίζουν και να βαραίνουν απ’ το ψύχος.

«Τ…τι;» ήταν το μόνο που κατάφερε να αρθρώσει.

Ένα δάκρυ κύλησε απ’ το μάγουλο της πριγκίπισσας στη φτερούγα του παγονιού που αναπουπούλιασε, ενοχλημένο μες στον ύπνο του.

«Ένα απ’ τα πολλά που έμαθα στο παλάτι ήταν ότι το σχέδιο διαφυγής της αδερφής μου δεν έπιασε, ούτε σταμάτησε τον βασιλιά απ’ το να την επισκέπτεται τα βράδια. Η Λαβάνυα έμεινε έγκυος και γέννησε ένα παιδί. Ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ διέταξε να το πετάξουν απ’ το μπαλκόνι του παλατιού. Ο κλειδοκράτορας, όμως, που είναι ντέβα και δεν έχει το κακό στη φύση του, σε προστάτεψε και σε γλίτωσε απ’ τον θάνατο, παρότι δεν κατάφερε να γλιτώσει το πόδι σου».

Ο Σβαπνίλ σηκώθηκε κι άφησε το κύπελλο με το ζεστό ακόμη τσάι κάτω. Δεν ήθελε πια να είναι εκεί. Το κορμί του είχε μουδιάσει, τα μέσα του είχαν μουδιάσει. Δεν μπορούσε να σκεφτεί. Έπρεπε να φύγει από εκείνο το μέρος που έμοιαζε τόσο ειδυλλιακό κι ας είχε φτιαχτεί εξ ολοκλήρου από τα θραύσματα ενός τρομαγμένου μυαλού.

«Αν δεν σας πειράζει, θα ήθελα να κάνω μια βόλτα» δικαιολογήθηκε. Το πρόσωπο του Ζαχίρ συσπάστηκε. «Δεν θα σας προδώσω» τον διαβεβαίωσε ο νεαρός.

Έφυγε από κοντά τους κι άρχισε να περιπλανιέται στον Κήπο. Τώρα μπορούσε να καταλάβει γιατί του έμοιαζε γνώριμος την πρώτη φορά που τον είδε. Οι καλοκουρεμένοι θάμνοι και τα δέντρα, τα μονοπάτια και τα σιντριβάνια, όλα αντιστοιχούσαν σε δωμάτια του παλατιού στα σύννεφα. Τα λουτρά και τα υπνοδωμάτια, οι αίθουσες υποδοχής και τα σαλόνια, κάθε τι είχε το αντίκρισμά του στον Κήπο, φτιαγμένο από φύλλα, κορμούς, λουλούδια και νερό. Και το υπόστεγο δίπλα στα σιντριβάνια δεν ήταν άλλο απ’ το κρυσταλλένιο δώμα στην κορφή του παλατιού, όπου ο Πολυχρονεμένος Ατζίτ πήγαινε για να προσευχηθεί. Αν όσα του ’χε πει ο Ζαχίρ ήταν αλήθεια, εκεί πρέπει να κρατούσε ο βασιλιάς τη μητέρα του. Τη μητέρα του. Ο Σβαπνίλ δεν μπορούσε να συνηθίσει την ιδέα. Η κοπέλα που είχε δει ήταν νεότερη απ’ τον ίδιο. Γιατί αποτραβήχτηκε στο Ονείρεμα αντί να κάνει κάτι; σκέφτηκε με τα μάτια υγρά και την καρδιά γεμάτη οργή. Γιατί δεν τον σκότωσε, τον σκύλο; Η απάντηση ήταν προφανής κι ας μην ήθελε να την αποδεχτεί. Ποιος θα τολμούσε να τα βάλει με τον άντρα που είχε ζήσει χίλια χρόνια κι είχε κλέψει τους υπηρέτες των θεών;

Καθώς περιπλανιόταν στα λευκά, χαλικόστρωτα δρομάκια του Κήπου, κάτι τον έκανε να σταματήσει. Ένα αχνό χαρχάλεμα και μια ευωδιά ξένη και συνάμα οικεία. Μύριζε ιδρώτα, κλεμμένα νομίσματα και καραμελωμένα μήλα που μοίραζε καμιά φορά η γριά Σαρίπ στα χαμίνια της Γκαχινέ. Μύριζε δάκρυα και έρωτα, αμύγδαλο και σανταλόξυλο, μύριζε μουσκεμένο χώμα στις όχθες του ποταμού των θεών και ξύλο και μύριζε όπως τα μαλλιά της πρώτης του αγάπης. Ο Σβαπνίλ ήξερε πως το Λουλούδι ερχόταν και, μαζί του, ερχόταν κι η ώρα να πάρει την απόφασή του. Το Λουλούδι δεν το βρίσκεις, σε βρίσκει, του ’χαν πει. Και το Λουλούδι είχε βρει εκείνον, όχι τη Λαβάνυα ή τον Ζαχίρ που τόσο το ’χαν ανάγκη. Χαμογέλασε στη γέρικη χελώνα που πλησίαζε και γονάτισε μπροστά της, περιμένοντάς τη. Το λουλούδι είχε πέντε μεγάλα πέταλα κι ήταν μπλε, έντονο μπλε, με μαύρα φύλλα. Σε μένα, θαύμασε ο Σβαπνίλ. Ήρθε σε μένα γιατί μόνο εγώ καταλαβαίνω τι πρέπει να γίνει. Άπλωσε τα χέρια του και, απαλά, με προσοχή, ξερίζωσε το Περιπλανώμενο Λουλούδι από το καύκαλο της εκατόχρονης χελώνας. Ήταν πιο εύκολο απ’ όσο φανταζόταν. Έτρεξε πίσω, στο υπόστεγο.

Στον πραγματικό κόσμο, στη μεγάλη σάλα με τα μαξιλάρια και τα χαλιά, στο παλάτι του Πολυχρονεμένου Ατζίτ που κρεμόταν ανάμεσα στα σύννεφα, ένα μπλε λουλούδι με τέσσερα πέταλα και μαύρα φύλλα άρχισε να υλοποιείται επάνω στο στήθος του κοιμισμένου Ονειρευτή. Ο τυφλός δεν μπορούσε, φυσικά, να το δει, μα ο κλειδοκράτορας δίπλα του τού περιέγραφε κάθε τι που συνέβαινε. Κι ο βασιλιάς έγειρε μπροστά με ανυπομονησία, περιμένοντας να ξυπνήσει ο νεαρός.

«Στο έφερα, Πολυχρονεμένε μου» ψιθύρισε ο Σβαπνίλ, με τη στυφή γεύση του ονειροβότανου ακόμη στα χείλη. Από το αρωματισμένο τσάι της πριγκίπισσας δεν είχε απομείνει τίποτα. «Το λουλούδι που περιπλανιέται, το έκοψα με τα ίδια μου τα χέρια απ’ το καύκαλο της χελώνας και στο έφερα». Μισοσηκώθηκε στα μαξιλάρια. Το κεφάλι του πονούσε φρικτά, πρώτη φορά μάσαγε τόσο πολύ νεργκίς μέσα σε τόσο λίγες ώρες. Δεν θυμόταν τι είχε φάει, αλλά ήθελε απεγνωσμένα να το ξεράσει. Κατάπιε με δυσκολία τη χολή που ανέβηκε στα χείλη του. «Είναι πύλη, ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί. Ανάμεσα στο εδώ και στο κέντρο του Ονειρέματος, όπου ζει η Λαβάνυα, η Ονειρεύτρα».

Αυτό μονάχα πρόλαβε να πει προτού λιποθυμήσει. Ελπίζω να πάνε όλα καλά, ήταν το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκε. Δεν είδε τον κλειδοκράτορα να μαζεύει ευλαβικά το Περιπλανώμενο Λουλούδι και να το προσφέρει στον Πολυχρονεμένο Ατζίτ. Δεν άκουσε τα ψελλίσματα ανυπομονησίας του βασιλιά καθώς μασούλαγε τα πέταλα ένα-ένα. Ούτε στα όνειρά του τον συνάντησε. Ο τυφλός άντρας που είχε ζήσει χίλια χρόνια ίσα που πρόφτασε να φάει το λουλούδι πριν πέσει νεκρός, καταπλακωμένος απ’ το βάρος όλων των ονείρων που είχε στερηθεί τόσους αιώνες. Αόρατοι χαλκάδες άνοιξαν κι έπεσαν από τα μέλη των σκλαβωμένων ντέβα και ρακσάσα. Οι υπηρέτες των θεών επέστρεψαν κοντά τους. Στην κορυφή του παλατιού, μια νεαρή γυναίκα, ανέγγιχτη απ’ τον χρόνο, άνοιξε τα μάτια της για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια. Και, στο βαθύτερο μπουντρούμι, ένας Ονειρευτής έκλαψε από ανακούφιση, αδυνατώντας ακόμη να πιστέψει πως, τελικά, ένα και μόνο πέταλο πράγματι ήταν αρκετό.

 

 

Edited by elgalla
  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Πολύ καλή κοσμοπλασία κ αναπάντεχο τέλος. Ωραίες εικόνες. 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

elgalla, να σου πω τι κατάλαβα από το διήγημα-που-θέλει (και θέλω)-να γίνει νουβέλα; :) Να σου πω:

(Να με συγχωρείς, αλλά δεν θα τους αναφέρω με τα ονόματά τους.:wind2:  Ας τους πούμε: Βασιλιάς, Παλιός Ονειρευτής, Νέος Ονειρευτής, κλπ. )
 

Spoiler

 

Λοιπόν, ο τυφλός βασιλιάς κάποτε αιχμαλώτισε πνεύματα για να του χτίσουν ένα παλάτι στον ουρανό (ουάου) και οι θεοί τον τιμώρησαν για την τρομερή του ύβρη. Τους στέρησαν, όχι μόνο την όρασή του, αλλά και την ίδια του την ψυχή: δεν μπορεί να ονειρευτεί, κι ούτε γερνάει (και κανείς άλλος στο παλάτι). Από τότε, σκλαβώνει άλλους για να βλέπουν όνειρα γι' αυτόν και τους δίνει ένα ναρκωτικό για να το καταφέρουν. Έτσι ερωτεύτηκε μία πολύ ισχυρή ονειρεύτρα, η οποία ήθελε να του ξεφύγει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταφέρει την ψυχή της στον κόσμο των ονείρων. Ο βασιλιάς τη βίαζε κάθε βράδυ, αλλά τουλάχιστον αυτή δεν υπέφερε, γιατί ήταν απούσα. Από τους βιασμούς του άδειου της σώματος, γεννήθηκε ένα παιδί: ο Νέος Ονειρευτής. 

Λοιπόν, :sweatdrop: ο Νέος Ονειρευτής δεν ξέρει τίποτα απ' όλα αυτά. Ούτε ο βασιλιάς (νομίζει ότι τον είχε σκοτώσει μόλις γεννήθηκε). Χμ. Ο Νέος γνωρίζει τον Παλιό Ονειρευτή, που δίνει το ΟΚ στον βασιλιά να τον ξαναστείλει στον ίδιο Κήπο για τον οποίο μόλις τού έλεγε ο Νέος ότι ονειρεύτηκε. Ο βασιλιάς τού δίνει φρέσκο ονειροβότανο, που είναι πολύ πιο ισχυρό από το αποξηραμένο, και ο Νέος ξαναβρίσκεται μεμιάς στον Κήπο. Εκεί, όμως, εκτός από την "πριγκίπισσα", τον περιμένει ο Παλιός και του λέει την ιστορία, και ότι είναι θείος του, αδελφός της ονειρεύτρας, η οποία είναι παγιδευμένη εκεί. Ο Νέος είχε βρει, στο προηγούμενο όνειρό του, το Περιπλανώμενο Λουλούδι, το οποίο είναι θανάσιμο δηλητήριο, όπως καταλαβαίνουμε στο τέλος, και ο μόνος τρόπος να τελειώσουν όλα: το παλάτι, η αιχμαλωσία των πνευμάτων, η αιχμαλωσία των ονειρευτών... ΟΛΑ.

Ο Νέος κόβει το Λουλούδι απ' το καβούκι της χελώνας, ξυπνάει, το δίνει στον βασιλιά, το παλάτι γκρεμίζεται, η κοπέλα ξυπνάει... όλα καλά. Ο κήπος, ξέχασα να πω, είναι μεταφορά του παλατιού (πολύ ωραίο αυτό).

Ε... αυτά. Δεν ξέρω αν ξέχασα τίποτα.

 

Να πώς έχει: είναι θαυμάσιο. Χρησιμοποίησες την εισαγωγή της Ιρμάντας με μεγάλη φαντασία. Είναι πολύπλοκο. Είναι τόσο πολύπλοκο, που θέλει άπλωμα, πολύ άπλωμα. Είναι σαφέστατο, δεν μπορώ να πω ότι έχω απορίες, αλλά, ένα άγχος το ένιωσα ρε παιδί μου: πολλή κοσμοπλασία, για τόσο λίγο χώρο, μεγάλη πλοκή, πολλά ονόματα, πράγματα, πρόσωπα... Χαμός.

Αλλά είναι και η πιο ολοκληρωμένη ιστορία του παιχνιδιού. Αν το μεγαλώσεις, δώσ' το μου να το διαβάσω, τρελαίνομαι!

 

Κάτι ψιλά:

Quote

Υο όνειρο αυτό είναι σημαντικό

Υό! Ταφφφ... :flowers:

Τα μαλλιά της πριγκίπισσας μοσχοβολούν, λέει. Δεν θα 'πρεπε να του χτυπήσει κάνα καμπανάκι, κάπου εκεί, αφού πριν μας είπε ότι στα όνειρα δεν υπάρχουν μυρωδιές;
 

Quote


Ο Σβαπνίλ δεν ήξερε να πει.

 

Αγγλισμός, όχι τύπου "δεν βγάζει νόημα", αλλά αισθητικού ζητήματος.

 

Quote

Μπορούσε ξαφνικά να ανακαλέσει όλα εκείνα που είχε ακούσει για δαύτο.

Το χρησιμοποίησες και πιο πριν. Θα μπορούσες, για ποικιλία, πιο πριν να είχες πει: "άρχισε να ανασύρει από τη μνήμη του..." Αμάν δηλαδή μ' αυτό το recall. :lolipop:

 

Quote

Ένα δάκρυ κύλησε απ’ το μάγουλο της πριγκίπισσας στη φτερούγα του παγονιού που αναπουπούλιασε, ενοχλημένο μες στον ύπνο του.

"Αναπουπούλιασε"! :worshippy:
 

Spoiler

 

«Και, στο βαθύτερο μπουντρούμι, ένας Ονειρευτής έκλαψε από ανακούφιση, αδυνατώντας ακόμη να πιστέψει πως, τελικά, ένα και μόνο πέταλο πράγματι ήταν αρκετό»

Αυτό, μωρέ Αταλάντη, δεν το έπιασα. :bag: Δηλαδή, ο Παλιός στο μπουντρούμι, ναι, αλλά... τι; Πιο "ένα πέταλο"; Ναι, ντρέπομαι, αλλά θα μου πεις;

 

 

Σούμα: Μία υπέροχη ιστορία fantasy, που θέλει πολύ περισσότερο χώρο απ' όσο είχε στα πλαίσια του παιχνιδιού.

Ευχαριστούμε για το παιχνίδι, για τη συμμετοχή, για την υπέροχη ιστορία.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
zefuros

Το λουλούδι είχε 5 πεταλα, εδωσε στον Κακο ΒΑσιλιά να φαει τα 4, εμεινε 1.

 

Αλλά τι εκανε ααυτο το 1 δεν ξερω ;-)

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

καλή επιτυχία Αταλάντη

Πλοκή: χωρίς να έχει κάτι ιδιαίτερο ή πρωτότυπο. Κάποιος ανακαλύπτει ότι κάποιος χαρακτήρας είναι συγγενής του. διεκπεραιωτικό κατά τη γνώμη μου. 

Κοσμοπλασία: Απλά υπέροχο. Για μια στιγμή νόμιζα ότι μόλις είχες έρθει από εκείνα τα μέρη, τόσο πειστική ήσουν!

Χαρακτήρες: τους έκανα εικόνα. Δεν είχες το χώρο για να τους αναπτύξεις, αλλά αυτό που μας έδωσες ήταν αρκετό για να τους μάθουμε, (το άγχος μου πάντα είναι μήπως κάποιος χαρακτήρας δεν κάνει εντύπωση και ψάχνεται ο αναγνώστης για ποιον μιλάω)

Γλώσσα: δε χρειάζεται να σου πω για τη γλώσσα που χρησιμοποιείς τίποτα. σε όλα τα κείμενά σου όχι απλά είναι καλή, αλλά τραβάει την προσοχή

Λεπτομέρειες: απλά σε ζήλεψα. θεωρώ ότι οι λεπτομέρειες σε ένα κείμενο το μεστώνουν, είναι ο κορμός της ποιότητάς του. εδώ για κάποιον σαν εμένα που εμμένει στη λεπτομέρεια το κείμενό σου ήταν ένα φροντιστήριο. το πώς δείχνεις έντονα την ψυχική κατάσταση των ηρώων, τα διάφορα αντικείμενα ή ζώα που χρησιμοποιείς (πχ το παγόνι, ενώ στην αρχή φαίνεται να το χρησιμοποιείς ως φόντο στην περιγραφή σου, ξαφνικά κυλάει ένα δάκρυ και το ξεσηκώνει). Μπράβο σου! 

Διεκπεραίωση: ένα κείμενο που με γέμισε με εικόνες, που μου άφησε μια γλυκιά αίσθηση και που μου χαράχτηκε στο μυαλό. νομίζω ότι ξεπέρασες το ζητούμενο της άσκησης 

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Αταλάντη. Η γνωστή άγνωστη. Που πάντα δυσκολεύεται και γκρινιάζει που δεν προλαβαίνει και στο τέλος μας κάνει να μένουμε μαλάκες γιατί της βγήκε τόσο φυσικά.

Έχω σχολιάσει κι αναλύσει τόσες ιστορίες σου που σε κάποια πράγματα νομίζω επαναλαμβάνομαι. Κοσμοπλασία, γραφή, περιγραφές, δεν έχω να πω κάτι περισσότερο από τους άλλους. Είναι όλα ιδανικά. Λεπτομέρειες που είδε η Άννα ίσως σε βοηθήσουν περισσότερο.

Η πλοκή είναι απλή χωρίς να είναι απλοϊκή. Όλα γίνονται μέσα λίγες στιγμές, εκεί που ονειρεύεται ο Σβαπνίλ (τι φοβερά ονόματα, όλοι τους) και μετά που ξυπνάει. Δεν με χάλασε αυτό, πετάς πολλές πινελιές κοσμοπλασίας που δεν χρειαζόμουν να δω κάτι περισσότερο. Επίσης, προφανώς, ΚΑΙ ΑΥΤΟ αξίζει να γίνει νουβέλα (πλέον δεν στο λέω μόνο εγώ, είδες; )

 

Μου άρεσε πολύ, μου άρεσε η ανατροπή με τη μητέρα του Σβαπνίλ, μου άρεσε το τέλος αν και νομίζω χάνεται η οπτική γωνία χάριν της αφήγησης. Ίσως θα μπορούσες να την κρατήσεις αν τον είχες να είναι σε φάση μισοπεθαμένος και τα έβλεπε/άκουγε όλα αυτά.

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Ψήφισα την ιστορία γιατί την απόλαυσα πολύ, αυτό που έγραψες είναι πολύ κοντά στα πράγματα που μου αρέσει να διαβάζω. Με κέρδισε η κοσμοπλασία, όπως ίσως θα μάντεψες τη βρήκα τρομερά του γούστου μου. Δηλαδή το ιπτάμενο παλάτι και η τιμωρία του κακού. Εξαιρετικές ιδέες όλα. Και οι εικόνες. Και η ονειρική αίσθηση. Και το παιδί που πετάχτηκε. Αν έχω κάποια ένσταση -βασικά έχω, γιατί καμιά φορά όσο πιο πολύ σου αρέσει κάτι, τόσο πιο πολύ θέλεις να σου αρέσει σε κάθε του πτυχή- είναι το τέλος. Μου φάνηκε ότι το έδωσες πολύ τσακ μπαμ. Μετά από ΤΌΣΗ κοσμοπλασία, ΤΌΣΗ ομορφιά, ΤΟΣΕΣ καλές στιγμές, απλώς του φυτρώνει στο στήθος. Μου φάνηκε φοβερά απλή λύση. Θα μου πεις, τι θέλεις πουλάκι μου με περιορισμό λέξεων. Ε δεν ξέρω. Άρχισε πολύ φαντασμαγορικά. Μάλλον ήθελα ανάλογα εντυπωσιακό φινάλε. 

 

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..