Jump to content
John Ernst

Το μαντείο του κάτω κόσμου

Recommended Posts

John Ernst

Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος
Είδος: dark fantacy
Βία; Ναι
Σεξ; Μπλιαχ!
Αριθμός Λέξεων: 3843
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για τον 51ο διαγωνισμό διηγήματος, θέμα: κάθοδος
Αρχείο:

 

Το μαντείο του κάτω κόσμου.pdf

 

Spoiler

 

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ

 

Κατηφόρισα στο λιθόστρωτο, το στενό μονοπάτι που εκτεινόταν ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία. Γύρω μου απλώνονταν οι πλαγιές ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου που ο χρόνος ήταν ανύπαρχτος. Το φως από τα πανάρχαια, αραχνιασμένα φανάρια που έγερναν πάνω από το λιθόστρωτο δεν έφτανε να φωτίσει το διάβα μου, ο αέρας πνιγερός, αδυνατούσε να χορτάσει την ανάγκη μου για αναπνοή. Η κάθοδος θα μπορούσε να είναι μια σκηνή από το χειρότερο εφιάλτη μου, αλλά, αντίθετα, εγώ ήμουν γεμάτος ελπίδα. Ήξερα ότι στο τέλος του μονοπατιού θα συναντούσα εκείνη. «Μην πας, λίγοι γύρισαν από εκεί, κι αυτοί μισότρελοι» ήταν η προειδοποίηση μιας όμορφης κόρης που με κέρασε νερό από το λαγήνι της. Μα έπρεπε να συναντήσω τη γριά μάντισσα, μαζί και τη μοίρα μου.

Στάθηκα στην άκρη του μονοπατιού, ακούμπησα στην κουπαστή από ένα σαπισμένο, ξύλινο κάγκελο με την άκρη του μετέωρη πάνω από το βαθύ γκρεμό. Στον πυθμένα του βρισκόταν ολόκληρη πολιτεία, ένα τρελό συνονθύλευμα από διαφορετικά πράγματα. Δίπλα στα χλωμά λαδοφάναρα του δρόμου έβλεπες λάμπες από νέον που αναβόσβηναν. Σπίτια φτιαγμένα από άχυρο και άλλα με καμπυλωτές σκεπές που έσκυβαν πάνω από αυτόματες πόρτες. Κάρα φορτωμένα με άχυρο και drones με κάμερες που σκόπευαν δεξιά κι αριστερά. Το μόνο δεν άλλαζε μέσα στους αιώνες ήταν οι ψυχές εκείνων, σκυφτές σκιές που σέρνονταν πάνω στη λασπωμένη γη.

Αυτή ήταν και η πρώτη μου εντύπωση από τον άλλον κόσμο, τον τόπο που θα συναντούσα στο τέλος του ταξιδιού μου. Έμεινα πολλά λεπτά σε εκείνη την πρώτη θέση, δεκάδες μέτρα πάνω από την πολιτεία, σαν να ήθελα να απορροφήσω κάθε εικόνα, ήχο ή μυρωδιά αναδυόταν πάνω από τα σπίτια των χαμένων ψυχών. Κι όμως, ο δάσκαλος μου είχε πει να τα προσπεράσω τούτα, δε χρειάζεται τα μάτια των ζωντανών να συνηθίζουν τούτο το άθλιο θέαμα.

Α! ξέχασα να σας συστηθώ. Είμαι ο Ερμόλαος, ο τελευταίος γιος του Ανδρικυδίδη, άνδρα βαρύ και σωματώδη. Πρώτος στο σπαθί ήταν ο πατέρας μου, ο πιο πιστός πολεμιστής του βασιλιά του Άργους. Πρώτος ακόμα και στη μάχη που έκοψε το νήμα της ζωής του. Εγώ δεν ήμουν ποτέ σαν εκείνον. Κακή κράση είχα από γεννησιμιού μου, ένα αδύνατο σώμα που με δυσκολία στήριζε το μεγάλο μου κεφάλι. Η παραμάνα μου έλεγε ότι ποτέ δε θα γινόμουν καλός πολεμιστής κι ότι έπρεπε να ασχοληθώ με γράμματα ή κάποια τέχνη. Μόνο γλυκές αναμνήσεις μου έρχονται από τούτη τη γυναίκα! Δε μου στοίχισε όταν την έχασα, αλλά τη στιγμή που μάντεψα το θάνατό της. Τέλος πάντων, έτσι αποφάσισε η μάνα μου να στείλει το τελευταίο από τα ορφανά παιδιά της στο μαντείο. Κι εκεί, παρά τα δύσκολα χρόνια που πέρασα, κυρίως τα πρώτα, δεν άργησα να μάθω την τέχνη της μαντικής, το δώρο του Απόλλωνα στους ανθρώπους.

Στο μαντείο έμαθα πολλά, μα όχι κι όλα. Οι τεχνικές που μου δίδαξε ο πρώτος μου εκείνος δάσκαλος δύσκολο να διαλύσουν την αχλή του χρόνου. Σε εκείνη την παγερή μου κάθοδο στα έγκατα του άλλου κόσμου μού έρχονταν στο μυαλό οι εφιάλτες που ακολούθησαν την πρώτη εκπαίδευση και μου ξέσκιζαν τα βράδια, ένα ιδρωμένο σώμα που περιφερόταν άσκοπα στη σιωπηλή νύχτα. Όλα τότε ήταν στενά και λίγα στη ζωή μου, η μπουκιά που έτρωγα με δυσκολία κατέβαινε από το λαιμό, το κρασί που έπινα δεν είχε γεύση.

Δεκάδες σκαλοπάτια πιο κάτω από την είσοδο του κάτω κόσμου και ήδη βρισκόμουν μόνος ζωντανός ανάμεσα στους νεκρούς. Κοιτούσα τα χλωμά τους πρόσωπα που ήταν στραμμένα στο δάπεδο, παρατηρούσα τα χείλη που σάλευαν στη δίνη ενός σκοπού, κάθε στόμα κι ένας σκοπός και όλοι οι σκοποί μαζί ένα απόκοσμο τραγούδι, το τραγούδι του κόσμου που για τους περισσότερους δεν έχει γυρισμό. Όρισα τα βήματά μου ανάμεσα στα σπίτια της πολιτείας, κοίταξα τις δεκάδες λάμπες που έκαιγαν πάνω από το κεφάλι μου. «Είμαι ο μάντης Ερμόλαος, δεν ξέρω αν έχετε ποτέ ξανά ακούσει το όνομά μου, και περπατώ ανάμεσά σας, ανάμεσα στα σκουπίδια που πέταξε ο χρόνος στην υγρή γωνιά της ανυπαρξίας». Τούτα τα λόγια τα φώναξα περισσότερες από μία φορές, μήπως και κάποιος από τους νεκρούς σηκώσει το κεφάλι και με κοιτάξει. Μα εκείνοι συνέχιζαν απτόητοι να μουρμουρίζουν το ίδιο πάντα σκοπό.

«Όσο κάτω κι αν φτάσεις, εκείνο που ψάχνεις θα το βρεις ακόμα πιο χαμηλά». Τούτη ήταν του δασκάλου μου η ορμήνια, η οδηγία που ακολουθούσα για να τη βρω.

Ο δάσκαλός μου! Ήταν μεγάλο γεγονός στον τόπο μου η κηδεία του. Παρθένες που ξερίζωναν τα μαλλιά τους οδηγούσαν την πομπή, κόσμος πολύς έστηνε ξωπίσω μοιρολόι. Όλοι τον σέβονταν και τον αγαπούσαν όσο ζούσε, ανάλογα τίμησαν και το θάνατό του. Και δίπλα στο φορείο του πεθαμένου ήμουν εγώ, αμούστακο παιδί ακόμα, να θρηνώ την δεύτερη μεγάλη απώλεια στη ζωή μου μετά από τον πατέρα μου. Το δάσκαλο συλλογιζόμουν όταν πια είχα φτάσει στην άκρη της πολιτείας των νεκρών. Ένας υγρός αέρας που είχε τη μυρωδιά από τα λουλούδια που στόλιζαν το προσκέφαλο του νεκρού δασκάλου μου ερχόταν ορμητικά από τα βάθη της γης. Σε εκείνο το μέρος ήταν συγκεντρωμένες και οι περισσότερες σκιές των νεκρών. Σκυφτές μπροστά από το άγαλμα ενός θεού καμωμένου από νέον έμοιαζαν να προσεύχονται σε αυτόν. Οι ψαλμωδίες που ξεστόμιζαν τα μελανά τους χείλη σχημάτιζαν εκεί άλλον ύμνο, πιο μελωδικό. Τον ύμνο συνόδευε η βραχνή φωνή του γραμμοφώνου, τη μανιβέλα του γύριζε θαρρούσες ένα αόρατο χέρι. Πιο πέρα η οθόνη ενός υπολογιστή που τρεμόπαιζε την εικόνα ενός συνθήματος σε τοίχο γραμμένου σε μια γλώσσα που δεν ήταν ανθρώπου.

Προσπέρασα το πλήθος και βρέθηκα στην κορυφή μιας δεύτερης σκάλας. Τούτη εδώ οδηγούσε σε ένα νέο επίπεδο, πολύ χαμηλότερα από το πρώτο. Μια φιδίσια πορεία του μονοπατιού με περίμενε, που διέσχιζε τους βράχους, σε ορισμένες μεριές η πέτρα ήταν λαξευμένη. Σε τούτο το σημείο ο αγέρας ήταν άγριος και το φως ερχόταν από χιλιάδες άσβεστα κεριά καρφωμένα σε κάθε σχισμή της σπηλιάς, σε κάθε κομμάτι ξύλου, που σαν ξένο πρόβαλε μέσα από τα ανοίγματα του βράχου. Μύριζε έντονα λιβάνι, ανακατεμένο με μια απροσδιόριστη μυρωδιά σάπιου. Σήκωσα την άκρη του ρούχου μου για να καλύψω τα αυτιά μου από το κρύο και το ενοχλητικό σφύριγμα του αέρα, τη μύτη από την έντονη μυρωδιά.

Πρέπει να περπάτησα ώρες πολλές μέχρι να βρεθώ στον επόμενο υπόγειο θάλαμο. Στο νέο αυτό μέρος βρισκόταν μια πόλη πανομοιότυπη με την πρώτη, οι ψυχές πάντα ίδιες. Μόνο που εδώ, στο κέντρο του πυθμένα της τεράστιας σπηλιάς, σχηματιζόταν μια πλατεία. Πάνω στην πλατεία τα χείλη εφτά πηγαδιών. Δεν άργησα να φτάσω ως εκεί. Ραγισμένες πέτρες μετά βίας κάλυπταν τα χείλη αυτά, τα μαγκάνια σκουριασμένα γύριζαν από μόνα τους τρίζοντας στον ίδιο ρυθμό με το τραγούδι των πεθαμένων. Κοντοστάθηκα ασθμαίνοντας μπροστά από τα πηγάδια, το είχα σίγουρο ότι ένα από αυτά θα με οδηγούσε στο σκοπό μου. Κοιτούσα προς τον πάτο τους, όλα σκοτεινά.

«Όταν δεις εφτά πηγάδια, να ακολουθήσεις εκείνο που ηχεί κούφιο». Τούτα ήταν τα λόγια του δασκάλου. Θυμήθηκα τα παιδιά στο Άργος που έπαιζαν με αυτά, ρίχνοντας πέτρες στον πυθμένα τους. Έτσι έκανα κι εγώ. Το πηγάδι που άκουσα τον κρότο της πέτρας να χάνεται στα βάθη ήταν κι εκείνο που έπρεπε να ακολουθήσω. Μα από που να πιαστώ;

Στα χείλη του πηγαδιού, κει που στάθηκα να σκεφτώ τον τρόπο να συνεχίσω, η θύμηση μου παρέσυρε το μυαλό σε τόπους που έφτασα, ψάχνοντας νέες τεχνικές της μαντικής. Μακρινά ταξίδια σε μέρη που λίγων ανθρώπων πάτησε το πόδι, από την Αίγυπτο μέχρι την άγρια Σκυθία. Έβρισκα όλο και περισσότερους μάντεις ή ιερείς και οι περισσότεροι είχαν πολλά να μου δείξουν. Έμαθα να διαβάζω τα άστρα, τις γραμμές των χεριών, τις κινήσεις των πουλιών. Αλλά όσα κι αν γνώριζα, ποτέ μου δεν ικανοποιούμουν. Πάντα ήξερα ότι υπήρχαν κι άλλα να μάθω. Μέχρι που κάποιος μου μίλησε για ένα θρύλο, για μια μάντισσα που υπάρχει στον κάτω κόσμο, μια γυναίκα που ήξερε τα πάντα γύρω από τη μαντική τέχνη.

Πάνω στην ώρα ένιωσα μέσα από το πηγάδι να βγαίνει ζεστός αέρας με ορμή, τέτοιος που με έσπρωξε και με πέταξε παράμερα από τα χείλη του. Και τότε, δεν άργησα να αρπάξω την ευκαιρία. Βούτηξα μέσα στο πηγάδι, ο αντίθετος αέρας σχεδόν νικούσε την πτώση μου και δεν άργησα να πετάξω σαν πουλί μέχρι τον πυθμένα του. Δεν ξέρω αν ήταν φαινόμενο φυσικό του κόσμου εκείνου ή κάποιος θεός με ευνοούσε, αλλά έτσι βρέθηκα στον τρίτο υπόγειο θάλαμο. Εδώ το σκηνικό ήταν διαφορετικό από τα πριν. Μια περιοχή με δέντρα, όλα τους γυμνά από φύλλα και στη θέση αυτών χιλιάδες πουλιά μαύρα που φτερούγιζαν κι έκρωζαν, σηκώνοντας δυνατό αέρα. Τα τοιχώματα της σπηλιάς είχαν περαστεί με βερνίκι γραφενίου και οι εικόνες από τρεχούμενα νερά που σχημάτιζε εκείνη τη στιγμή φώτιζαν τα πάντα. Στο μέρος τούτο οι ψυχές ήταν λιγοστές και διαφορετικές από τις προηγούμενες, καθώς όλοι τους στέκονταν όρθιοι χωρίς να μιλούν. Κανένας τους δε μου έδωσε σημασία. Μόνο σε ένα σκύλο-ρομπότ κίνησα το ενδιαφέρον, που με πλησίασε κουνώντας με χαρά τη μηχανική ουρά του, την ίδια στιγμή τα μισά του λαμπιόνια αναβόσβηναν, τα περισσότερα φαίνονταν καμένα. Παρά τον αέρα, ένα drone ισορροπούσε χωρίς δυσκολία και έκανε μια πτήση χαμηλή, σφυρίζοντας στο αυτί μου. Προσπέρασα τούτα τα περίεργα κατασκευάσματα ακροπατώντας, δεν ήμουν εξοικειωμένος με τέτοιου είδους μηχανήματα, και προχώρησα στο πλατύ μονοπάτι που ήταν στρωμένο με πλάκες από φίλντισι. Στις άκρες του τα γιασεμιά, που παρόλο που τα πέταλά τους είχαν μαραθεί, συνέχιζαν να αναδύουν μυρωδιά σαν φρέσκα.

«Στο τέλος του πλατιού μονοπατιού είναι εκείνη».

Τούτα ήταν και τα τελευταία λόγια του δασκάλου, όταν κατάφερα κάποια στιγμή να επικοινωνήσω μαζί του, όχι πολλούς μήνες νωρίτερα. Με την τεχνική που με δίδαξαν οι ιερείς του θεού Όσιρις, κατάφερα να φέρω το πνεύμα του στον πάνω κόσμο, πάνω από ένα λαγήνι που είχα νωρίτερα στάξει εκχύλισμα κορμού αιωνόβιας ελιάς. Ως εδώ καλά με είχε οδηγήσει, οπότε δεν περίμενα παρά να περιμένω να επιβεβαιωθεί και τούτη η ορμήνια. Ο δρόμος μου διέσχιζε ένα χώρο με ναούς, ανάμεσα στους κίονες διέκρινα τα υγρά μάτια των πεθαμένων που με κάρφωναν. Δεν ήθελα περισσότερο να τους κοιτάξω, ένιωθα να διεισδύουν ως την ψυχή μου. Έδεσα κόμπο το ρούχο μου να μην το παρασέρνει ο αέρας που σήκωναν τα πουλιά και προχώρησα θαρρετά στο δρόμο. Μετά από αρκετή ώρα τη διέκρινα. Καθισμένη ανακούρκουδα στην άκρη του πλακόστρωτου, μαλλιά λευκά και ξέμπλεκα ανέμιζαν στον αέρα. Όταν την πλησίασα κατάλαβα πως δεν είχε μάτια να κοιτάξει, παρά ανάμεσα στα βλέφαρά της μόνο το λευκό του ματιού φαινόταν. Το πρόσωπό της σκαμμένο από βαθιές ρυτίδες, στη θέση της μύτης της κενό, σαν εκείνο που έχουν οι νεκροί. Αδύνατα μέλη, στενόμακρα δάχτυλα με νύχια κιτρινισμένα και γαμψά. Φορούσε πορφυρό χιτώνα που σερνόταν στη γη και στα χέρια κρατούσε ένα σκήπτρο φτιαγμένο από κόκαλα. «Ποιος είναι;» ρώτησε με μια βαριά, συρτή φωνή, με το κεφάλι στραμμένο αόριστα μπροστά της.

«Είμαι ο Ερμόλαος, γιος του Ανδρικυδίδη. Κατέχω την τέχνη της μαντικής...»

«Σε γνωρίζω. Στον κάτω κόσμο γνωρίζουμε όλους τους μάντεις. Είμαι η Ηδύκλεια, κόρη του Πολυτέχνη. Τι με θες;»

«Μου είπαν πως είσαι η καλύτερη μάντισσα στα τρία βασίλεια του κόσμου» έκανα, εννοώντας γη, θάλασσα και Άδη. «Γνωρίζεις άριστα την πανάρχαια και ξεχασμένη τέχνη της οστεομαντείας. Επίσης, γνωρίζεις πως να νικήσεις τη βούληση των Μοιρών».

«Ναι, έχω αυτές τις δυνάμεις. Ήρθες να στις διδάξω ή να τις χρησιμοποιήσω για δικό σου λογαριασμό;»

«Σωστά το υποπτεύθηκες. Ξέρεις, μάντεψα το θάνατό μου και δεν αργεί!»

Εμείς οι μάντεις αποφεύγουμε να μιλάμε μεταξύ μας. Κι αυτό επειδή οι κουβέντες μας γίνονται μόνο και μόνο για να εκπληρωθεί η προφητεία. Όταν λέμε κάτι, περιμένουμε πάντα την απάντηση του άλλου. Μοιάζει με ένα έπος που το έχεις διαβάσει τόσες φορές, που γνωρίζεις πια απ' έξω τους στίχους. Έτσι, ο διάλογός μας ήταν αφύσικος, τον κάναμε χωρίς καμία συγκίνηση, χωρίς το παραμικρό νεύμα ή έστω μια υποψία ζάρας στο πρόσωπο. Και τότε, έγινε το αναπάντεχο. Η μάντισσα σηκώθηκε από τη θέση της και με αγκάλιασε. Το σώμα της μύριζε μοσχολούλουδα, έμεινα ξαφνιασμένος να ακουμπώ τα μαραμένα της στήθη. Την αρχική έκπληξη διαδέχτηκε ο τρόμος. Είναι που είχε συμβεί κάτι που δεν είχα προφητεύσει κι αυτό για τους μάντεις είναι για τους υπόλοιπους θνητούς σαν να χάνουν ξαφνικά το φως τους.

«Από ότι βλέπεις, έχω την ικανότητα να νικάω τη Μοίρα» μου είπε ψιθυριστά στο αυτί μου. «Είσαι νέος κι όμορφος, κρίμα να πεθάνεις!».

Έπειτα, μέσα σε ένα βλεφάρισμα των ματιών, την είδα να κάθεται πάλι στην αρχική της θέση, σαν να μην είχε σταθεί ποτέ μπροστά μου. Και τότε τα πράγματα πήραν το δρόμο που ήξερα εξαρχής. Πήρε το σκήπτρο της και πρόφερε ένα ξόρκι που ποτέ μου δεν είχα ακούσει. Αμέσως το σκήπτρο διαλύθηκε σε κομμάτια, κόκαλα έπεσαν στο χώμα μπροστά από τα πόδια της. Μιλώντας ακατάληπτα μετακινούσε για ώρα τα οστά, μέχρι που σχημάτισαν μια περιστρεφόμενη σκάλα.

«Η κάθοδός σου δεν τελειώνει εδώ» μου είπε. «Τούτη τη σκάλα πρέπει να ακολουθήσεις και θα μπορέσεις να αλλάξεις το πεπρωμένο σου».

Ναι, το να κατέβω τη σκάλα ήταν κομμάτι της αρχικής προφητείας, όπως και το τι θα έβρισκα στη βάση αυτής. Ήξερα από την αρχή πως μόνο ο θάνατος με περίμενε εκεί. Τώρα εσείς θα μου πείτε, γιατί δεν καθόμουν πίσω στον πάνω κόσμο αλλά γύρευα από μόνος του το θάνατο. Κι όμως, τούτος ήταν ο μόνος τρόπος να σωθώ, εμείς οι προφήτες έχουμε άλλη γνώμη για τη Μοίρα. Δεν άργησα να φτάσω στη σκάλα. Βαριά και περιστρεφόμενη, χανόταν στα βάθη της γης. Μόνο που εγώ τη θυμόμουν πέτρινη κι αυτή ήταν καμωμένη από κόκαλα, ίδια με το ομοίωμα που είχε σχηματίσει η γριά μάντισσα. Δεν άργησα να βρεθώ μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, βάδιζα με μόνο μου φως την προφητεία. Είχαν αρχίσει ήδη να μου έρχονται στα αυτιά τα αλυχτίσματα των σκυλιών του Άδη, να νιώθω στη σάρκα μου να μπήγονται τα σουβλερά τους νύχια και δόντια.

Η σκάλα τέλειωνε σε έναν καινούριο θάλαμο, που, αντίθετα με εκείνο που περίμενα, ήταν ολοφώτιστος. Τα βήματά μου έγιναν διστακτικά, γύρισα και κοίταξα και πάλι προς τα πάνω σχεδόν αντανακλαστικά, καθώς δείλιασα να προχωρήσω. Έπειτα, μάζεψα το θάρρος μου κι άρχισα να κατηφορίζω. Όταν έφτασα στη βάση της σκάλας, βρέθηκα σε μέρος ίδιο με το χώρο που βρισκόταν η γριά μάντισσα. Κοίταξα για μια στιγμή την εικόνα των τρεχούμενων νερών πάνω από τις αρχαίες στέγες και τα πουλιά που φτερούγιζαν στα γυμνά κλαδιά των δέντρων. Για άλλη μια φορά ο σκύλος-ρομπότ έτρεξε να με προϋπαντήσει, τα ίδια λαμπιόνια καμένα... παρόλο που είχα κατεβεί τόσα σκαλοπάτια, ήμουν στο ίδιο μέρος που είχα ξεκινήσει.

Σε ελάχιστο χρόνο η υποψία μετατράπηκε σε βεβαιότητα, καθώς είδα απέναντί μου την Ηδύκλεια. Ένας μοβ χιτώνας χυνόταν από τα ανοιχτά της μπράτσα. Άρχισε να προφέρει ένα ξόρκι σε γλώσσα που κανείς άλλος μάντης γνώριζε κι αμέσως η εικόνα στα τοιχώματα του σπηλαίου άλλαξε, απεικόνισε αναμμένη φωτιά, έτσι που όλο το μέρος πήρε ερυθρή απόχρωση. Με ένα δεύτερο ξόρκι τα πουλιά άφησαν τα κλαδιά τους και σηκώθηκαν στον αέρα, δημιουργώντας μια δίνη αέρα ανάμεσά μας που παρέσερνε ξερά κλαδιά.

«Τι θέλεις από 'μένα;» φώναξα με όλη τη δύναμη της φωνής μου για να ακουστώ μέσα σε εκείνο το σαματά.

«Καημένε Ερμόλαε! Ποτέ μην αντιμετωπίζεις πλάσμα πιο δυνατό από εσένα!» είπε και με ένα τίναγμα των χεριών της προκάλεσε τα πουλιά να μου επιτεθούν. Αμέσως έβαλα τα χέρια μου μπροστά για να καλυφτώ, έτσι που τα περισσότερα τσιμπήματα τα ένιωσα στα αντιβράχια. Ταυτόχρονα, ανάμεσα σε φτερουγίσματα και κρωξίματα ξεχώρισα το υποχθόνιο γέλιο της Ηδύκλειας.

«Μάγισσα! Το 'ξερες ότι θα 'ρθω να σε βρω!»

«Δεν είναι που το 'ξερα, αλλά που το προκάλεσα κιόλας!»

Και τότε κατάλαβα. Το πνεύμα που είχα καλέσει και με οδήγησε σε εκείνη είχε τη μορφή του δασκάλου, αλλά δεν ήταν εκείνος. Τα πουλιά συνέχιζαν να με κυκλώνουν, σχεδόν είχαν καλύψει το φως που ερχόταν πιο κόκκινο από ποτέ από τα τοιχώματα της σπηλιάς. Ένιωθα το αίμα να τρέχει από τις πληγές στα χέρια μου. Τίναξα το χέρι να τα τρομάξω κι αμέσως ένιωσα να με τσιμπούν στα χείλη. Δε θα αργούσαν να επιτεθούν στα μάτια μου. Κυκλωμένος από εκατοντάδες μαύρες φτερούγες έτρεξα προς την κοκάλινη σκάλα. Τα πουλιά με ακολούθησαν. Ξεκόλλησα με κόπο από την κουπαστή δυο οστά κι άρχισα να τα χτυπάω μεταξύ τους. Ο χτύπος τα τρόμαξε, όπως κι όλα τα ζώα. Συνέχισαν να πετούν πάνω από το κεφάλι μου, αλλά οι επιθέσεις τους αραίωσαν σημαντικά.

«Αυτό είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω!» φώναξε η μάντισσα και στη συνέχεια ξεστόμισε ένα καινούριο ξόρκι. Με το που το τέλειωσε, τα πουλιά πέθαναν στον αέρα. Τα σώματά τους άρχισαν να πέφτουν σα βροχή πάνω μου, έτσι που αναγκάστηκα να κάνω το σώμα μου κουβάρι. Όταν σταμάτησαν να με χτυπούν τα άψυχα σώματά τους, γύρισα να κοιτάξω την Ηδύκλεια. Στεκόταν στα μισά της αρχικής απόστασης, αγέρωχη. Αντίθετα, εγώ είχα τα χάλια μου. Το ρούχο μου ξεσκισμένο, ίσα που κάλυπτε το σώμα μου, παντού ανοιχτές πληγές. Παρόλο που πονούσα σχεδόν παντού, στάθηκα μπροστά της ορθώνοντας όσο μπορούσα το ανάστημά μου.

«Αν ήθελα να σε σκοτώσω, θα το είχα ήδη κάνει» ούρλιαξε η μάντισσα.

«Και γιατί δεν το κάνεις; Τούτη είναι, εξάλλου, η μοίρα μου!»

«Έχω άλλα σχέδια για 'σένα» απάντησε εκείνη αινιγματικά. Με το νέο της ξόρκι η γη κάτω από τα πόδια μου άρχισε να σείεται και οι πέτρες που πατούσα σκαρφάλωσαν πάνω στα μέλη μου. Τις τίναζα, αλλά εκείνες δεν ξεκολλούσαν από πάνω μου, μέχρι που με σκέπασαν μέχρι το λαιμό. Όσο πάλευα μ' αυτές δεν κατάλαβα ότι η Ηδύκλεια με είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής. Προσπάθησα να πισωπατήσω, αλλά οι πέτρες με κρατούσαν δεμένο στη γη. Εκείνη πήρε ένα λευκό μαντήλι στα χέρια, έσταξε από ένα γυάλινο δοχείο ένα υγρό και μ' αυτό, παρόλο που ήταν τυφλή, που σκούπισε επιμελώς τις πληγές, την ίδια στιγμή που οι πέτρες, σαν να την υπάκουαν, παραμέριζαν. Τότε ένιωσα όσο άβολα δεν είχα νιώσει ποτέ στη ζωή μου, καθώς όπου περνούσε το μαντίλι με το μυστηριώδες υγρό, οι πληγές μου επουλώνονταν άμεσα.

«Σε θέλω ολόκληρο!» μου είπε. «Δεν ανήκω στον κόσμο των νεκρών» συμπλήρωσε σε ύφος εκμυστήρευσης, «είμαι κι εγώ σαν εσένα, ζωντανή».

Ο ισχυρισμός της με έκανε να ανατριχιάσω. Παρά το αποκρουστικό παρουσιαστικό της, η γυναίκα που είχε απέναντί μου ήταν ζωντανή. Μα πώς βρέθηκε εδώ;

«Ζω σε τούτο το μαντείο χιλιάδες χρόνια» είπε σαν να διάβαζε τη σκέψη μου. «Διατηρούμαι ρουφώντας την ενέργεια νέων ανθρώπων!»

Περίεργος τρόπος για να κερδίσει κάποιος την αθανασία και συνάμα καταχθόνιος. Η μάντισσα έκανε τα πάντα για να αποφύγει το θάνατο... μάλλον σε αυτό δεν απείχαμε και πολύ.

«Έζησα στον πάνω κόσμο πριν χρόνια χιλιάδες» συνέχισε ενώ σκούπιζε τις πληγές στις κνήμες μου, «είδα με τα μάτια μου τη γέννησή του. Είδα πόλεις θαυμάσιες να χτίζονται και μετά να καταποντίζονται ή να καταστρέφονται από ανθρώπων χέρια. Έμαθα την τέχνη της μαντικής κατευθείαν από τους θεούς. Έτσι γνωρίζω πράγματα πανάρχαια, που με τον καιρό ξεχάστηκαν...»

Όσο πρόφερε αυτά τα λόγια, εγώ κοιτούσα το σκύλο-ρομπότ που είχε σταθεί απέναντί μου και μου κουνούσε χαρούμενο την ουρά. Τούτα τα μηχανήματα στην εποχή μου ούτε στη φαντασία των ανθρώπων δεν υπήρχαν, αλλά σε κάποιον που γνωρίζει το μέλλον δεν κάνουν καμία εντύπωση. Ίσα-ίσα τα γνωρίζουμε και με το όνομα που μέλλουν οι θνητοί να διαλέξουν για αυτά. Ξαφνικά, εκεί που έμοιαζε με χαρούμενο σκυλί, μου έκλεισε το μοναδικό του φωτεινό μάτι, πράγμα που σήμαινε ότι διέθετε ανθρώπινη λογική. Του απάντησα με ένα ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων. Αυτό έφτανε για να συνεννοηθούμε. Με το που πισωπάτησε η μάντισσα, όταν είχε φροντίσει πλέον τις πληγές μου, εκείνο στάθηκε ανάμεσα στα πόδια της, ρίχνοντάς την στο έδαφος. Ένα υποχθόνιο γέλιο βγήκε θαρρούσες μέσα από τα ίδια της τα σπλάχνα κι έπιασε το σκύλο στα χέρια.

«Με τούτο το παιχνίδι προσπαθείς να με νικήσεις;» με ειρωνεύτηκε, το πέταξε λίγα μέτρα παραπίσω της και σηκώθηκε όρθια. Το ρομπότ γρύλισε λίγο σαν σκύλος κι ύστερα έβγαλε από τη μουσούδα του ένα μυστηριώδες φως, που όταν συναντούσε το έδαφος μετασχηματιζόταν σε εικόνα. Τις λέξεις που εμφανίστηκαν δεν μπορούσα να κατανοήσω, αλλά δεν άργησα να μπω στο νόημα. Το «παιχνίδι» όλα εκείνα τα χρόνια είχε καταφέρει να απομνημονεύσει τα λόγια της Ηδύκλειας και τώρα μου πρόσφερε απλόχερα τα όπλα της. Άρχισα να διαβάζω τα ακατάληπτα εκείνα λόγια. Στο πρόσωπο της γριάς, που δεν είχε καταλάβει ότι μου τα υπαγόρευε ο σκύλος, διαγράφηκε η απορία, καθώς πρόφερα τα δικά της ξόρκια. Μα πιο μυστήριο από όλα ήταν πως, από ότι φαινόταν, αυτά δεν τα είχε προβλέψει, μάλλον με το που πρόφερα την πρώτη λέξη άλλαξα τη Μοίρα. Με το που τέλειωσα το πρώτο ξόρκι αμέσως ελευθερώθηκα από τις πέτρες που με δέσμευαν. Η μάντισσα, αφού ξεπέρασε την πρώτη έκπληξη, άρχισε να προφέρει καινούριο ξόρκι με τα χέρια ανοιχτά. Εγώ δεν άργησα να απαντήσω, απλά διαβάζοντας το νέο μήνυμα που σχηματίστηκε στο χώμα. Και τότε, από τα χέρια μου βγήκε μια ακτίνα φωτός, που με ξάφνιασε κι εμένα τον ίδιο, έτσι που αντί να πέσει πάνω σε εκείνη, βρήκε στα κλαδιά των δέντρων κι άναψε κατευθείαν φωτιά. Μια πραγματική φωτιά προστέθηκε στην εικονική των τοιχωμάτων του σπηλαίου που συνέχιζε να προβάλλεται. Η Ηδύκλεια γέλασε, καθώς κατάλαβε ότι δυσκολευόμουν να χρησιμοποιήσω τόσο ισχυρές δυνάμεις. Με ένα νέο ξόρκι νεκρανάστησε τα πουλιά που μέχρι τότε κείτονταν στο χώμα, μόνο που δεν κινούνταν σαν πουλιά, αλλά προχωρούσαν στο έδαφος με τεντωμένες φτερούγες, σαν να τους είχε κόψει κάποιος το κεφάλι και ήταν τα σώματά τους ακόμα ζωντανά. Με το νέο μου ξόρκι έπιασαν οι φτερούγες τους φωτιά, πράγμα που απλώς δυσκόλεψε τη θέση μου, καθώς πλέον μου επιτίθονταν φλογισμένα σώματα.

«Πού τα έμαθες όλα αυτά;» έκανε η γριά με φωνή τρεμάμενη, δείχνοντας ότι είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της.

Αμέσως μετά με το νέο της ξόρκι έδωσε στα πουλιά την ικανότητα να πετούν μικρές μπάλες από φωτιά προς το μέρος μου. Αμύνθηκα με λόγια που έκαναν το έδαφος κάτω από τα πόδια μου να σειστεί κι έτσι σχηματίστηκε ένα ρεύμα αέρα που απομακρύνθηκε από εμένα κυκλοτερώς, διώχνοντας τα πουλιά που με είχαν περικυκλώσει. Εκείνη ξεκίνησε την απάντηση, αλλά από την έκφρασή της κατάλαβα ότι μπέρδευε πλέον τα λόγια της. Την ίδια στιγμή στο έδαφος σχηματίστηκαν καινούρια λόγια, που δεν τα έβλεπα πρώτη φορά. Άρχισα να προφέρω το ξόρκι, ενώ ταυτόχρονα ετοιμαζόμουν. Τέντωσα το χέρι, το κράτησα με όλη μου τη δύναμη ακίνητο, έγειρα λίγο μπροστά και πάτησα όσο μπορούσα πιο γερά στο έδαφος. Μια νέα ακτίνα φωτός βγήκε από τα χέρια μου, αυτή τη φορά βρήκε στόχο. Η μάντισσα, τυλιγμένη στις φλόγες, στην αρχή προσπάθησε να προφέρει νέο ξόρκι, αλλά σύντομα την κυρίευσε πανικός και δεν κατάφερε να το τελειώσει. Έπειτα, σκούζοντας και κουνώντας ζωηρά τα χέρια άρχισε να τρέχει εδώ κι εκεί για ώρα. Στο τέλος δεν έμεινε από αυτή παρά ένα κομμάτι σάρκα ριγμένο στο έδαφος που καιγόταν.

Πλησίασα το σκύλο-ρομπότ. Με κοιτούσε με το μοναδικό του μάτι και μου κουνούσε χαρούμενα την ουρά. Χαμογέλασα με πικρία. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει το πόσα λίγα είχα γνωρίσει στη ζωή μου για τη μαντεία. Το μόνο που υπήρχε γύρω μου να θυμίζει ότι κάποτε υπήρχαν γύρω μου μάγια ήταν το «παιχνίδι» όπως το είχε αποκαλέσει η γριά μάντισσα... και τότε μου πέρασε μια τρελή ιδέα από το μυαλό. Αν κρατούσα το ρομπότ, τότε θα είχα τα ξόρκια της δικά μου. Αλλά πώς να έβγαζα τούτο το πράγμα στον επάνω κόσμο; Πέρα από το ότι οι άνθρωποι θα τρόμαζαν και θα το διέλυαν, θα έμπαινε στη διαδικασία της φυσικής φθοράς... Κοίταξα μια το ρομπότ, μια το βάθος του μαντείου. Το ρομπότ έπρεπε να μείνει εδώ κι εγώ θα έμενα μαζί του!

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
hidedora

Ωραία ιστορία. Μου άρεσε το pacing, η ατμόσφαιρα που δημιούργησες και οι περιγραφές. 

Το μόνο που ίσως θα αφαιρούσα ήταν κάποιες αναδρομές, που κατά τη δική μου άποψη δεν συνέβαλαν στην πλοκή και ίσως να την καθυστερούσαν.

Πολύ καλό διήγημα όμως, εξαιρετικό, το διάβασα με μεγάλη χαρά!

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Starbuck

Καλησπέρα John Ernst, 

Spoiler

Διάβασα με προσοχή το διήγημά σου και εντόπισα σε αυτό τόσο πολύ θετικά στοιχεία όσο και στοιχεία σχεδόν αυτοσαμποτάζ! 

Ξεκινάω, λοιπόν, από τα αυτά τα τελευταία. Το κομμάτι της καθόδου περιέχει πολύ δυνατές και ευφάνταστες εικόνες και τόπους, δυστυχώς όμως δεν έχει καθόλου δράση. Ένας τόπος εντυπώνεται στην μνήμη εφόσον ζήσω κάτι εκεί, εφόσον υπάρξω με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Θα ήθελα στ' αλήθεια ο Ερμόλαος να ζει κάτι σε κάθε τόπο απ' όπου περνάει αντί απλώς...να περνάει. Να συνομιλεί, να προσπαθεί να βρει τον δρόμο του, να δυσκολεύεται. Σαν πολύ εύκολα του έρχονται όλα θαρρώ! Ιδανικά θα ήθελα το σκυλορομπότ να τον ακολουθεί ή να έχει συμβεί κάτι μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της καθόδου. Αυτή η καταλυτική παρουσία, θα μπορούσε να είναι εκεί από την αρχή. Ίσως ο Ερμόλαος το βοήθησε κάπως και γι' αυτό στο τέλος το σκυλορομπότ ανταποδίδει τη βοήθεια. 
Συμφωνώ κι εγώ ότι οι αναμνήσεις του δεν βοηθούν ιδιαίτερα στην πλοκή ούτε και στον χαρακτήρα, αλλά δεν θα μ' ενοχλούσαν αν μαζί τους υπήρχε και λίγη δράση και αν αυτή σχετιζόταν ή ανέσυρε με κάποιο τρόπο τις μνήμες. 

Φτάνοντας στην «κακιά μάγισσα» στο τέλος της διαδρομής, εκεί έχω ξαφνικά πολλή δράση μαζεμένη. Φωτιές, πουλιά, ανέμους, σεισμούς, καταποντισμούς...(βάζω και λίγη σάλτσα ντομάτα). Αυτή η έντονη αντίθεση ανάμεσα στο πρώτο κομμάτι και στο δεύτερο με κάνει να αισθάνομαι ότι το διήγημα είναι κάπως...ανισόρροπο. Δεν εννοώ φυσικά να μην υπάρχει κορύφωση. Αλλά όταν για κάποια ώρα δεν συμβαίνει τίποτα και μετά ξαφνικά συμβαίνουν όλα μαζί ( απ' τη ζωή βγαλμένο) ε! έναν ψιλοπανικό τον ζεις!  
Αυτά με τα αρνητικά. Πιστεύω ότι το κυριότερο πρόβλημα είναι δομικό. Υπάρχουν αρκετά λάθη σε ορθογραφία και συντακτικό αλλά εντάξει, δεν θα φέρω λαιμητόμο γι' αυτό! Και τέλος, επαναλαμβάνω, νομίζω ότι δεν δυσκολεύτηκε και πολύ ο κύριος Ερμόλαος. Παίδεψέ τον εκεί λίγο να συμπάσχουμε μαζί του, να συμπορευτούμε! 

Τώρα που έβγαλα το άχτι μου, ας πάμε και στα θετικά! Μέσα σ' αυτό το διήγημα υπάρχουν καταπληκτικές εικόνες και τοπία. Ο συνδυασμός μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής με νέον φώτα και σκυλορομπότ στους δρόμους -επειδή ο χρόνος είναι ανύπαρκτος- είναι εξαιρετικός. Οι προβολές στα τοιχώματα του σπηλαίου αλλά και η μάχη μεταξύ των δύο προσώπων, ειδικά τα στιγμιότυπα με τις πέτρες και τα πουλιά, είναι επίσης πολύ δυνατά. Η βοήθεια από το σκυλορομπότ (εφόσον δεν ερχόταν σαν από μηχανής θεός και είχε κάποιο πιο σοβαρό λόγο να βρει θέση στο διήγημα) είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Μου αρέσει και το κλείσιμο που ο Ερμόλαος ακολουθεί την σκοτεινιά που μόλις έκαψε ζωντανή. 
Σε γενικές γραμμές νομίζω πως είχες μια ωραία ιδέα, με πολύ ωραία σκηνικά, πραγματικά πολύ ωραία και ενδιαφέροντα, με χαρακτήρες όμως τους οποίους δυστυχώς δεν ανακάτεψες πολύ ούτε με τον τόπο που διαδραματίζονται τα γεγονότα αλλά ούτε και μεταξύ τους. Είναι κρίμα να κάνεις τέτοιες ωραίες περιγραφές κι ο Ερμόλαος να είναι κυριολεκτικά στην κοσμάρα του! Θα πρέπει αυτές, ως το δυνατό σου στοιχείο σε αυτό το διήγημα, να προκαλούν κάτι σημαντικό στον ήρωα, και κατ' επέκταση σε μένα, ως αναγνώστρια! Η ατμόσφαιρα ενός χώρου είναι περιττή αν δεν προκαλεί, αν δεν την θυμόμαστε επειδή σχετίζεται με κάτι που συνέβη!

Συγχαρητήρια και καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Αγαπητέ Νίκο 

Spoiler

Θα συμφωνήσω με προηγούμενους κ πιο συγκεκριμένα 

Τίτλος : πολύ καλός, μυστηριώδης

Πλοκή : αγωνιώδης με δράση. Όντως όμως μπουκωνει λίγο προς το τέλος. 

Χαρακτήρας : ήρωας ζωντανός, αληθοφανής, ταυτίστηκα μαζί του.

Γλώσσα : πολύ καλή αλλά 1-2 αναγνώσεις επιμέλειας ακόμη ίσως τις χρειάζεται.

Κοσμοπλασία : πολύ έξυπνη κ αναπάντεχη. Προβληματιστηκα το πως κάποιος από την αρχαία εποχή αναγνωρίζει ρομπότ, το εξηγησες αλλά δε με έπεισες, ο ήρωας φαίνεται πολύ μπλαζε απέναντι σε κάτι τόσο θαυμαστό από το μέλλον όσες φορές κ να το έχει δει σε οράματα.

Διεκπεραίωση : ξεκάθαρα εντός θέματος, μια ιστορία που απόλαυσα.

 

Καλή επιτυχία!

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Unicron

Καλησπέρα,

Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε η ιστορία. Σίγουρα είναι έξω από τα δικά μου γούστα. Αρχαία ονόματα, μάγισσες, μαντεία κτλ είναι υλικά που ποτέ δεν μαγειρεύω στο μαγαζί μου!

Πέρα όμως από το προσωπικό γούστο, νομίζω πως υπάρχουν και αντικειμενικά προβλήματα με το κείμενο. Ας γίνω πιο σαφής: 

-          Το κείμενο ρέει πολύ αργά και δύσκολα. Μεγάλες κατεβατές παράγραφοι και ελάχιστοι διάλογοι, δημιουργούν κάτι σαν συγγραφικό μονο-μπλοκ που δύσκολα χωνεύεται από τον αναγνώστη.

-          Το κείμενο έχει πολλές περιγραφές που αποσπούν τον αναγνώστη και του κόβουν τον ειρμό.

-          Η δράση είναι πολύ ισχνή. Κάτι συμβαίνει στο τέλος αλλά σίγουρα θα μπορούσες να δώσεις κάτι πολύ μεγαλύτερο και ενδιαφέρον.

       -          Σπατάλη λέξεων. Σε ένα κείμενο 5.5 σχεδόν σελίδων στις δύο πρώτες (με άλλα λόγια σχεδόν στο πρώτο μισό) δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα παρά μόνο μια ακατάπαυστη ροή περιγραφών και σκέψεων που κατ’ εμένα είναι εντελώς περιττές. 

Το βασικό θέμα που εντοπίζω είναι πως ενώ δείχνεις να κατέχεις την τέχνη της συγγραφής, και μάλιστα καλά, θα πρέπει να βελτιώσεις και το λεγόμενο story telling, το να μπορείς, ακόμα και μέσα σε όριο λέξεων, να αποδώσεις μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος που να είναι συνάμα ενδιαφέρουσα. Το έχεις την ικανότητα να δίνεις καλές περιγραφές (σε σκηνικά, χαρακτήρες κτλ) είναι σίγουρα θετικό. Από μόνο του όμως δεν φτάνει. Ιστορία δίχως βασική πλοκή και δράση είναι σαν μπιφτέκια δίχως κιμά!

 

Καλή επιτυχία!

Edited by Unicron
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Καλησπέρα, Νίκο.

 

Spoiler

 

Θα συμφωνήσω σε αρκετά πράγματα με τους προηγούμενους, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με την πλοκή, την δράση και το γενικό μοίρασμα του κειμένου.

Έχεις μερικά πολύ καλά στοιχεία αλλά και μερικά που σε ρίχνουν πολύ. Κι εξηγούμαι:

Πολύ καλή είναι η κοσμοπλασία, με εξαίρεση κάποιες υπερβολές, κι οι ιδέες που έχεις για έναν Κάτω Κόσμο όπου δεν υπάρχει ο χρόνος κι όλα συνυπάρχουν ταυτόχρονα. Έξυπνη η ιδέα με τον μάντη που κατεβαίνει για να μάθει πότε θα πεθάνει, η κάθοδος δίνεται πετυχημένα και περιγράφεις όλο το ταξίδι του οπότε είσαι καθαρά εντός θέματος.

Κάποιες εικόνες είναι ανατριχιαστικές, έξυπνη η μεταφορά του ήρωα στην αρχαία Ελλάδα αλλά, την ίδια στιγμή, μου το ανατρέπεις με διαλόγους κι εικόνες που δεν του ταιριάζουν καθόλου.

Το βασικό πρόβλημα είναι στην ροή του κειμένου. Ξοδεύεις πολύ χώρο για να περιγράψεις μέρη και τοπία όπου ο Ερμόλαος δεν αλληλεπιδρά μαζί τους. Απλά περνάει. Το να δώσεις την αίσθηση του Κάτω Κόσμου καταλαβαίνω ότι είναι ζόρικο και χαοτικό, αλλά με λίγα στοιχεία θα μας είχες ικανοποιήσει. Η πλοκή αχνοφαίνεται ελάχιστα μέσα στον ορυμαγδό των εικόνων κι η δράση στο τέλος έρχεται πόλύ απότομα και πολύ βιαστικά.
Συμφωνώ για το θέμα των drones/σκυλορομπότ, ακόμα κι αν τα είχε "προβλέψει" αποκλείεται να έμενε τόσο αμέτοχος και χαλαρός. Μιλάμε για κάτι τελείως ασύλληπτο στο μυαλό των αρχαίων. Τολμηρή προσέγγιση, ήθελε περισσότερη δουλειά.

Νομίζω ότι έχεις κάτι καλό στα χέρια σου αλλά πρέπει να το απλώσεις στο τέλος και να το συμπιέσεις στην αρχή.

 



Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Να ξεκινήσω λέγοντας ότι ο κάτω κόσμος που έφτιαξες είναι πολύ ιδιαίτερος και ξεχωριστός. Όμορφες εικόνες και πλούσιες περιγραφές σε όλο το διήγημα, δείχνουν ότι πραγματικά την απόλαυσες την κοσμοπλασία. Μου άρεσε αυτή η μίξη παρόντος και μέλλοντος, έδιναν μια νότα παράξενου και παράδοξου στο διήγημα.

Όπως είπαν και οι προηγούμενοι, όμως, αυτές οι πολλές περιγραφές κλέβουν το χώρο από το ζουμί της ιστορίας, η οποία θα μπορούσε να πιο... ζουμερή. Κάτι που θα ήθελα να δω περισσότερο είναι μεγαλύτερη συμμετοχή του περιβάλλοντος στην αναζήτηση. Ίσως με τα ρομπότ ή με οτιδήποτε άλλο έβαζε ο νους σου, απλά αυτό το πολύ όμορφο τοπίο να γινόταν μέρος του διηγήματος.

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..