Jump to content
DinoHajiyorgi

Νυχτερινή Υπενθύμιση

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης
Είδος: Γοτθική φαντασία
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 1.460
Αυτοτελής; Ανήκει στον κόσμο του βιβλίου “Στάχτη στα Μάρμαρα”

Σχόλια: Ο βρικόλακας Ζήνωνας επιστρέφει σε ένα απόσπασμα που δεν περιλαμβάνεται στο “Στάχτη στα Μάρμαρα.”

 

 

Το ουρλιαχτό του λύκου διέκοψε τη σιγαλιά της χειμωνιάτικης νύχτας και πάγωσε τις γενναίες καρδιές στις οχυρώσεις της πλαγιάς. Ο Φώτης τέντωσε τον λαιμό του έξω από την προβιά του και κοίταξε πάνω από τις πέτρες προς τον κάμπο, προς τις φωτιές των Τούρκων. Έσφιξε το τουφέκι με το καλό χέρι και σταυροκοπήθηκε με το τραυματισμένο. Δεν τον έσκιαζαν οι λύκοι. Τους κυνηγούσε από παιδί σε πιο σκοτεινές νύχτες από αυτήν, με τον αδελφό του τον Τάσο, πίσω στο Κούγκι. Ούτε οι Λειβαδίτες και οι λοιποί συμπολεμιστές του πίστευε ότι τους φοβόντουσαν. Όχι μετά από τόσο θανατικό που είχαν ζήσει, μήνα τώρα, στην υπεράσπιση του Διστόμου. Είχαν έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με σκουρόχρωμες αφηνιασμένες γκριμάτσες που άφριζαν στα στόματα, λεπίδες στο χέρι που θέλαν τον χαμό τους. Λύκος δεν ήταν που είχε φάει τον Τάσο στο τέλος, αλλά Τούρκοι, στο Μεσολόγγι, στην έξοδο. Ο βαρύς αέρας έσπρωχνε σύννεφα γύρω από την πανσέληνο που άστραφτε περιοδικά πάνω στο ασημί χιόνι. Ποτισμένο από τη λύσσα της ημέρας, μύριζε μπαρούτι, και οι σκόρπιοι λάκκοι στο χώμα έζεχναν από την μυρωδιά του αίματος. Σκιαγμένα ήταν τα θηρία του κάμπου από την ανθρώπινη μανία, ακόμα και οι λύκοι είχαν σκορπίσει μακριά παρά την πείνα τους. Όλοι εκτός από έναν. Οι φωτιές στα χαρακώματα των Τούρκων έκαιγαν δυνατές, πρόδιδαν τις θέσεις τους, αλλά μάλλον δεν τους ένοιαζε. Είχαν σοβαρότερα ντέρτια. Μια βδομάδα αφότου άρχισε η πολιορκία ξεκίνησε άλλο θανατικό. Άκουγαν οι υπερασπιστές από τα ταμπούρια τους τις κραυγές των Τούρκων απέναντι, κάθε νύχτα μέσα στο πηχτό σκοτάδι. «Δεν τους το κάνει κάποιος δικός μας» είχε πει ο καπετάνιος. Κάποιες μέρες μετά παρατήρησαν τους Τούρκους να σέρνουν έναν παπά στις γραμμές τους. Μετά από μια νυχτερινή αψιμαχία, έφεραν τον Βλάση τον Κουτσονίκα τραυματισμένο, είχε φάει βόλι στο κεφάλι και είχε χάσει το ένα του μάτι. Ψέλλισε ότι είδε βουρβούλακα να χιμάει μέσα στη μάχη και να ρουφάει το αίμα ενός Τούρκου. Πολλοί δεν έδωσαν βάση στα λόγια του. Ο Φώτης όμως πρόσεξε το βλέμμα που αντάλλαξαν πάνω στο παραλήρημα του ο Νότης ο Μπότσαρης με τον Καραϊσκάκη.

 

Στις μέρες που ακολούθησαν οι Τούρκοι αραίωσαν τις επιθέσεις, μέχρι που σταμάτησαν τελείως και μια βδομάδα τώρα η πολιορκία ήταν μια αναμονή νεύρων. Οι οπλαρχηγοί συζητούσαν να κάνουν γιουρούσι και ο καπεταν Νότης έστειλε ένα βράδυ τον Γιώργο τον Παπαγιάννη να ανιχνεύσει πληροφορίες από απέναντι. Ήθελαν να δουν σε τι κατάσταση ήταν οι Τούρκοι και τι ετοίμαζαν. Την αυγή ο Γιώργος επέστρεψε σκιαγμένος, πανιασμένος σαν όρθιο αερικό ήταν, και χώθηκε αμέσως με τους καπετανέους στη σκηνή να δώσει αναφορά. Όσα είπε δεν άργησαν να διαδοθούν στους υπόλοιπους. Ένας βουρβούλακας είχε χτικιάσει τους Τούρκους. Τους βρίσκανε δυό δυό και τρεις, κατάλευκους και πεθαμένους κάθε πρωί, με τον λαιμό κομμάτια. Το ασκέρι του Ομέρ Πασά είχε τρομοκρατηθεί και είχε αρχίσει να χάνει το ηθικό του. Όπου σκοπιά και έκαιγαν μεγάλες φωτιές. Είχαν φέρει και έναν παπά να ευλογεί το σκοτάδι. Ο Καραϊσκάκης συμπέρανε ότι οι Τούρκοι θα επιτεθούν όπου να ‘ναι, αρχές Φλεβάρη, δεν είχαν άλλη διέξοδο. Σκιάχτηκαν και οι έλληνες πολεμιστές. Αραίωσαν στα οχυρώματα και μαζεύονταν σε κοινές σκοπιές, να προσέχουν για το χτικιό, από τους Τούρκους φόβο δεν είχαν μέχρι την αυγή. Ο Φώτης νόμισε ότι θα είχε παρέα και τον Βλάση τον Χατζηπαναγή παρέα στο πόστο του, αλλά τελικά βρέθηκε μόνος στη γωνία αυτή του μαντρότοιχου, που όριζε τον αυλόγυρο του Προφήτη Ηλία.

 

Αφουγκράστηκε τη νύχτα και περίμενε να ξανακούσει τον λύκο. Μόλις ένα σύννεφο κάλυπτε το φεγγάρι, μαύρη πίσσα εξαφάνιζε τον κάμπο και στις ανταύγειες του τούρκικου στρατοπέδου, οι Έλληνες κρατούσαν την αναπνοή τους και έκαναν τον σταυρό τους. Μέχρι και ο γκιώνης βουβαινόταν στην κουφάλα του. Ο Φώτης είχε ακούσει ιστορίες από τη γιαγιά του και ενώ ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τον φόβο του οχτρού, αυτός ήταν ένας φόβος που τον ξεπερνούσε. Ο καθένας τους είχε ιστορίες για βουρβούλακες από τον τόπο του. Δεν είχε διαφύγει την προσοχή τους ότι το τέρας κυνηγούσε μόνο τον Τούρκο, μέχρι τώρα, αυτό όμως δεν μείωνε την επιφυλακή τους. Κοίταξε πίσω του, στον ραγισμένο σταυρό στα κεραμίδια του Προφήτη Ηλία και άντλησε λίγο σιγουριά. Σα να έπαιζε με τα εσώψυχα του, ο σταυρός και η εκκλησία χάθηκαν στις σκιές, με την πανσέληνο κουκουλωμένη σε μαύρο σύννεφο. Μια ηχώ, σαν αναστεναγμός που άφησε η γη, αναδύθηκε στον κάμπο.

 

Ο Φώτης ένιωσε το ανατριχιαστικό χάδι μιας παγωμένης αύρας στο πρόσωπο του. Η σελήνη κοίταξε τον κάμπο πίσω από μια χαραμάδα και φανέρωσε το πυκνό πέπλο ομίχλης που άρχισε να απλώνεται απειλητικά στην πλαγιά. Κατάπιε δέντρα και χαρακώματα και σκαρφάλωσε στον λόφο του Προφήτη Ηλία. Οι φωτιές των Τούρκων θάμπωσαν στο βάθος σαν ψευδαίσθηση. Γύρισε το βλέμμα του αριστερά, προς τα ερείπια του νερόμυλου, εκεί που είχε κουρνιάσει ο Βλάσης με τους Λειβαδίτες. Ο μύλος και το υπόλοιπο Δίστομο είχαν εξαφανιστεί πίσω από μια φεγγαρόλουστη αχλή. Πήγε να βγάλει μια φωνή αλλά είχε μπουκώσει ξαφνικά το λαρύγγι του. Έκανε να σηκωθεί όταν άκουσε ένα δυνατό πλατάγιασμα και η προβιά του τραβήχτηκε βίαια προς τα πάνω, παίρνοντας κι εκείνον μαζί της. Του έφυγε το τουφέκι από το χέρι και χτυπώντας επώδυνα τον δεξί του ώμο στον τοίχο του αυλόγυρου, ένιωσε να πέφτει στην έξω πλευρά. Το χιόνι προστάτεψε το πέσιμο του, αλλά το έδαφος ήταν κατηφορικό και κύλησε μέχρι την όχθη της ρεματιάς στο τέρμα του λόφου. Εδώ το χιόνι είχε λιώσει και βρέθηκε με την πλάτη πάνω σε ένα στρώμα βότσαλα. Η πανσέληνος ξεμύτισε άλλη μια φορά από τα σύννεφα και ο Φώτης είδε εκείνον τον τρόμο να πέφτει σαν εφιάλτης πάνω του. Ήταν ένα γυμνό, λασπωμένο τέρας, με τα δόντια του να αστράφτουν λαίμαργα κάτω από δύο μάτια που έκαιγαν.

 

Ο βουρβούλακας προσγειώθηκε με τα πόδια του να φυλακίζουν τον Φώτη ανάμεσα τους και γονάτισε πάνω στο στήθος του νεαρού άντρα. Με το ένα του χέρι άρπαξε το θύμα από τα μαλλιά και του έστριψε το κεφάλι για να γυμνώσει τον λαιμό. Ο Φώτης ούρλιαξε και σήκωσε τα χέρια του να αμυνθεί. Το αριστερό χέρι του παλικαριού ήταν δεμένο με επίδεσμο και μύριζε αίμα. Αυτό αύξησε τη μανία του τέρατος που παραμέρισε τα χέρια του νέου και βούτηξε για την φουσκωμένη φλέβα.

«Είμαι Έλληνας!» ξεφώνισε ο Φώτης.

Του βγήκε αυθόρμητα, χωρίς να σκεφτεί, δεν είχε τίποτα άλλο. Τον σταμάτησε όμως. Ο βρικόλακας ανασηκώθηκε και άφησε ένα αγανακτισμένο ουρλιαχτό, λες και κάποιο ξόρκι του στερούσε την τροφή του. Έσκυψε κοντά στο πρόσωπο του κατατρομαγμένου νεαρού και τον κοίταξε καλά. Τα μάτια του κτήνους ήταν κόκκινα αλλά τώρα ο Φώτης είδε κάτι άλλο. Υπήρχε θλίψη σε αυτά, ήταν σαν κλαμένα.

«Τι είπες μιαρό πλάσμα; Για επανέλαβε το» γρύλισε το τέρας.

«Είμαι Έλληνας» ψέλλισε ο Φώτης.

«Και νομίζεις ότι με νοιάζει;»

«Ναι» απάντησε. Δεν είχε πλέον τίποτα να χάσει.

«Και ποιος στο είπε εσένα;»

«Όλοι το ξέρουμε. Όλοι μας.»

Το τέρας ανασήκωσε το κεφάλι του και άφησε ένα αγανακτισμένο ουρλιαχτό που κάλυψε τον κάμπο και πάγωσε καρδιές. Ξανακοίταξε το θύμα του.

«Καταραμένη φάρα» είπε, «Δεν θα τη γλυτώσεις έτσι εύκολα. Πες μου λοιπόν, εδώ δεν είναι η Αμβρυσσός;»

«Η ποια; Εδώ είναι το Δίστομο…»

Το τέρας γρύλισε και έσφιξε τον λαιμό του Φώτη.

«Τα ξέρω αυτά τα μέρη. Εδώ γεννήθηκα. Αμβρυσσό τη λέγαν τότε. Κι εκεί στο λόφο ήταν ο ναός της Αρτέμιδος Δικτυνναίας. Εκεί που τολμήσατε να βάλετε ναό με τον καταραμένο σταυρό σας… Εδώ έζησαν αληθινοί Έλληνες. Νομίζεις ότι σου αξίζουν αυτά τα χώματα;»

Το τέρας κοίταξε γύρω σα να μπορούσε το βλέμμα του να δει το παρελθόν πάνω στο πέπλο της ομίχλης. Εγκλωβισμένος κάτω από το βάρος του βρικόλακα, ο Φώτης άρχισε να χάνει τις ελπίδες του.

«Ναι μας αξίζουν» είπε και ελευθέρωσε τα δάκρυα του. «Γιατί τα αγαπάμε και ματώνουμε γι αυτά.»

Το τέρας επέστρεψε την προσοχή του πάνω του. Χαλάρωσε το κράτημα του.

«Μιλάς σαν εκείνον. Ξέρεις ποιος ήταν ο Λόρδος Βύρωνας;» ρώτησε αναπάντεχα.

Ο Φώτης τα έχασε.

«Ο Λόρδος; Ναι ξέρω… Τον γνώριζε ο αδελφός μου…» Κάτι άλλαξε στο βλέμμα του κτήνους. «Ήταν μαζί στο Μεσολόγγι. Ο Τάσος σκοτώθηκε στην Έξοδο. Μου είχε γράψει… ήταν εκεί όταν πέθανε ο Λόρδος.»

«Ο Λόρδος Βύρων ζει» μουρμούρισε τώρα το τέρας, «Δεν θα πεθάνει ποτέ».

Το τέρας άφησε τον Φώτη, σηκώθηκε και υποχώρησε προς την ομίχλη.

«Σας αγαπούσε πολύ ο Βύρωνας. Ονειρεύτηκε την ελευθερία σας πριν την σκεφτείτε οι ίδιοι. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία για εκείνον. Νικήστε τον Τούρκο, δικαιώστε την εμπιστοσύνη που σας είχε.»

Στην  τελευταία λέξη το τέρας χάθηκε στην ομίχλη. Μέχρι να σηκωθεί όρθιος, ο κρύος αέρας είχε σκορπίσει σύννεφα και ομίχλη. Ο κάμπος εξακολουθούσε να κρατάει την αναπνοή του. Ο Φώτης σκαρφάλωσε προς τον Προφήτη Ηλία έχοντας γλυτώσει από τα σαγόνια του κάτω κόσμου αλλά είχε ακόμα να αντιμετωπίσει πολύ θανατικό από τους ζωντανούς. Επέστρεψε στο πόστο του και δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Σκέφτηκε τους νεκρούς στο Μεσολόγγι και έμεινε να καρτερά την αυγή. Την επομένη το πρωί η Τούρκοι επεχείρησαν μαζικό γιουρούσι και γνώρισαν συντριπτική ήττα.

 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
hidedora

@DinoHajiyorgi οπότε να περιμενουμε sequel? 🤩

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Sequel προφανώς δεν μπορεί να γίνει, με τον τρόπο που τέλειωσε το μυθιστόρημα ο Ντίνος. Αυτή όμως είναι μια πολύ ωραία ιστοριούλα-απόσπασμα, όπου ο ήρωας-βρικόλακας είναι άγριος και ταυτόχρονα συγκινητικός με πολύ ωραίο τρόπο. 

Πολύ ζωντανές και πειστικές οι αντιδράσεις των ηρώων! Μ' άρεσε πολύ που, τώρα, ασχολήθηκες και με τους απλούς ανθρώπους: μας έδειξες τον τρόμο τους, την πίστη τους στο σκοπό για τον οποίο πολεμούν κι όλα αυτά. Συγχαρητήρια που δοκίμασες να χρησιμοποιήσεις μια λαική, παραδοσιακή λέξη για τον βρικόλακα! Έδωσε, νομίζω, καλώς εννοούμενη οικειότητα και σπιρτάδα στο ήδη σπιρτόζικο κείμενο.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
gokuthelegend

Δεν διάβασα ακόμη την ιστορία αλλά μπήκα επειδή είμαι από το Δίστομο, και θα την διαβάσω μόνο και μόνο διότι το αναφέρεις.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..