Jump to content
Cassandra Gotha

Τέρας, Ξανά

Recommended Posts

Cassandra Gotha

Όνομα Συγγραφέα: Cassandra Άννα Gotha Μακρή (διχασμένη προσωπικότητα; :crazy: )

Τίτλος: "Τέρας, Ξανά"
Είδος: Τρομακτική ( ; ) Φαντασία κι ίσως κάτι από παραμύθι
Βία; Ναι, αμέ. Κιλ, κιλ, κιιιλλλ!!! :hunter:
Σεξ; Με κουρτίνα.
Αριθμός Λέξεων: 3.470; Κάπου.
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για το παιχνίδι που παίζουμε εδώ.
Αρχείο: Τέρας, Ξανά.doc

 

 

Τέρας Ξανά

 

 

Δεν θυμόταν να χάνει το άλογό του, ή αν είχε εξαρχής. Πόσο περπατούσε, δεν το 'χε αναρωτηθεί ως τώρα. Πυκνό δάσος, ανήλιο και βουβό, ούτε τα βήματά του δεν άκουγε. Κι όλο το ίδιο, μπρος, πίσω, ένα πράγμα. Αν ήξερε πού ήθελε να πάει, ίσως να ήξερε και κατά πόσο ήταν χαμένος.

Στάθηκε να μαζέψει τις σκέψεις του, τον εαυτό του, προτού να πέσει επάνω του η νύχτα. Ψαχούλεψε το σώμα του, πάνω και κάτω απ' τα ρούχα: δεν πόναγε πουθενά, ούτε είχε τίποτα σπασμένο. Έπιασε, όμως, εδώ κι εκεί διάφορες παλιές πληγές. Μια στο στήθος του ήταν μεγαλύτερη απ' τις άλλες, ξεκινούσε απ' την καρδιά κι έφτανε ως το δεξί πλεμόνι. Αλλά ήταν κι αυτή, όπως όλες, γιατρεμένη.

Τα ρούχα του ήταν κι αυτά γερά, ούτε μια τρύπα· είχε απ' όλα, μέχρι κι έναν μανδύα με το κερί του φρέσκο, να κόβει τη βροχή. Στη μέση του μια φαρδιά, δερμάτινη ζώνη, κι από τη ζώνη κρεμότανε σπαθί. Το χέρι του πήγε και κούρνιασε πάνω στη λαβή, σαν πουλί στη φωλιά του.

Τότε σήκωσε τα μάτια του κι είδε πως, εκεί που στεκόταν, έγερνε μια μισοξεραμένη, κακορίζικη βελανιδιά με δύο μόνο πράσινα φύλλα σ' ένα της κλαδί. Άπλωσε το χέρι να τα κόψει, αχρείαστα ήταν –το δέντρο δεν είχε ζωή έτσι κι αλλιώς– αλλά δεν πρόλαβε να τ' αγγίξει.

Δύο μεγάλα, λαμπερά μάτια, πορτοκαλιά σαν ήλιοι, άνοιξαν μπροστά στα δικά του, κι ίσα που πρόλαβε να δει μια αναμπουμπούλα από φτερά να 'ρχεται κατά πάνω του, πριν βουτήξει μπρούμυτα στη γη, καλύπτοντας το κεφάλι του με τα μπράτσα.

Δεν ένιωσε ράμφος πάνω του, ούτε νύχια, μόνο τον αέρα να σχίζεται. Σήκωσε το κεφάλι προς τα κει όπου πέταξε το πουλί, κι ένας νέος φόβος ήρθε και κάθισε μέσα του. Γιατί είχε εμφανιστεί μια καλύβα, εκεί που δεν υπήρχε.

Πού ήταν αυτή η καλύβα, προηγουμένως; Πού ήταν ο καπνός, που τώρα όχι μόνο τον έβλεπε ν' ανηφορίζει από την καμινάδα, αλλά τον μύριζε κιόλας; Πού ήταν η πείνα του, μια στιγμή νωρίτερα, πριν τον τρομάξει ο μπούφος, η πείνα που τώρα του έκοβε το στομάχι στα δυο;

Ο καπνός μύριζε φαγητό.

Κάποιος μαγείρευε, κει μέσα.

 

*

 

Ήταν ζεστά, κι οι τοίχοι φώτιζαν μ' ένα φως πορτοκαλί, ίδιο με τα μάτια του μπούφου. Οι σκιές ακίνητες, σαν να 'ταν η φωτιά ψεύτικη στο τζάκι. Μα η χορτασιά του από το φαγητό έμοιαζε αληθινή, κι αληθινή ήταν η ομορφιά της κοκκινομάλλας που τον κοιτούσε.

Ανακάθισε στο κρεβάτι, κι ούτε που ασχολήθηκε με τη γύμνια του· ήταν κι η γυναίκα γυμνή. Καθόταν δίπλα στο κρεβάτι, δίπλα στη φωτιά, δίπλα στα ρούχα του, που 'ταν πεταμένα στο χωμάτινο πάτωμα. Πού ήταν τα δικά της;

«Κοιμήθηκες», του είπε.

Εκείνος θέλησε να σηκωθεί απ' το κρεβάτι, αλλά δεν υπήρχε χώρος. Η καλύβα ήταν τόσο μικρή, που για να μπουν δυο άνθρωποι, έπρεπε ο ένας να κάτσει στο κρεβάτι κι ύστερα να μπει ο άλλος απ' την πόρτα.

«Έλα», της είπε, κι εκείνη απλώθηκε και ξάπλωσε πάνω του.

Τον φίλησε, κι έπειτα έσκυψε στ' αυτί του και ψιθύρισε: «Ξανά και ξανά», κι αυτός βόγκηξε και πάλεψε να τη φέρει τούμπα.

Αλλά η καλύβα μικρή, το κρεβάτι στενό, κι οι τοίχοι έκλειναν από πάνω τους.

 

*

 

Η αγορά ήταν έρημη, ο κόσμος κοιμισμένος. Συνάντησε μόνο κάτι σκυφτά, βρομερά πλάσματα που μάζευαν ό,τι είχε πέσει απ' τους πάγκους: χτυπημένα μήλα και πατάτες, κανένα μισοφαγωμένο λάχανο. Τα έχωναν στα κουρέλια τους, τα μπούκωναν επιτόπου, κι ήταν έτοιμοι να παλέψουν γι' αυτά.

Ένα απ' τα όρνια τον κοίταξε με τρόμο και το 'βαλε στα πόδια με μια κραυγή, σκορπώντας στον δρόμο τις πατάτες του. Την κραυγή του ενός ακολούθησε μια άλλη, κι ύστερα άλλη μια, ώσπου η αγορά μετατράπηκε σε αναστατωμένο κοτέτσι.

Εκείνος δεν καταλάβαινε το γιατί. Απλά, περνούσε. Δεν ήθελε τίποτα από δαύτους. Ήταν ο δρόμος του μέσα απ' την αγορά, κι από κει για το σπίτι που έψαχνε. Ένα σπίτι πέτρινο, αρχοντικό. «Είναι το πιο μεγάλο σπίτι στην πόλη, και μέσα στην αυλή του έχει ένα πηγάδι, που 'ναι τυχερό», του 'χε πει εκείνη.

Και πράγματι, το βρήκε εύκολα. Σαν να 'χε ξανακάνει τον δρόμο πολλές φορές και τον ήξερε απ' έξω. Μόνο που όταν τον έπαιρνε κανένα μάτι, γινόταν σαματάς. Κάτι φώναζαν για έναν φονιά, αλλά αυτός δεν φοβόταν τίποτα. Αν ερχόταν ο φονιάς να τον πειράξει, κακό του κεφαλιού του.

Όταν, όμως, στάθηκε έξω απ' την αυλή του αρχοντικού, ψάχνοντας με το βλέμμα για το πηγάδι, οι φρουροί που φύλαγαν την είσοδο, είπαν το ίδιο πράγμα. Θύμωσε. Δεν θα τον σταματούσε κανείς, που 'θελε να φτιάξει την τύχη του.

Ο ένας φρουρός άφησε μια πνιχτή κραυγή, ξεθηκάρωσε το σπαθί του αλλά στάθηκε, σαστισμένος. Ο άλλος έκανε μισό βήμα προς τα πίσω, μετά όμως συνήλθε ή βρήκε τοίχο και όρμηξε καταπάνω του, φωνάζοντας: «Φονιάαας». Αυτό ταρακούνησε και τον άλλο, και του επιτέθηκαν μαζί.

Με το σπαθί του απέκρουσε το χτύπημα του ενός, ενώ ταυτόχρονα κλώτσησε τον άλλο στο γόνατο, που ερχόταν απ' το πλάι για να τον πιάσει αφύλακτο. Με το που απέκρουσε το χτύπημα, κατέβασε το σπαθί στ' αριστερά κι έκοψε τον σβέρκο του φρουρού, που είχε σκύψει πάνω στο πονεμένο του γόνατο, μόνο για μια στιγμή, αλλά αυτή η στιγμή ήταν μοιραία. Πριν προλάβει ο άλλος να ολοκληρώσει την επόμενη επίθεσή του, εκείνος τινάχτηκε μπροστά σαν φίδι. Τον τρύπησε πέρα ως πέρα, στην κοιλιά, και τράβηξε το σπαθί του πίσω. Ο φρουρός έμεινε για λίγο όρθιος, κοίταξε τα πόδια του, που μούσκευαν με το αίμα του, και κατέρρευσε με μια έκφραση έκπληξης και αγωνίας στο άσπρο του πρόσωπο.

Σκούπισε το σπαθί, το έβαλε στη θήκη, και ξαναπήρε από κάτω το φορτίο που κουβαλούσε σ' όλη τη διαδρομή και που είχε αναγκαστεί, λόγω των περιστάσεων, να το αφήσει για λίγο.

 

*

 

«Και μετά τον έριξε στο πηγάδι».

«Το είδαν κι άλλοι αυτό;»

«Η γειτονιά ολόκληρη. Καθώς έφευγα, άκουσα που φώναζαν ότι κάποιος σκότωσε τον δήμαρχο και τον έριξε στο πηγάδι του».

«Σ' είδε κανείς να 'ρχεσαι κατά δω;»

«Όχι. Γιατί; Σάμπως έχεις άντρα και φοβάσαι μη μας πιάσει;»

Εκείνη δεν του κάκιωσε. Ξάπλωσε πάνω του και τον σκέπασε με τις φλόγες των μαλλιών της, κι αφού τον φίλησε, του ψιθύρισε στ' αυτί: «Ξανά και ξανά, μια ζωή κι άλλη μια», κι αυτός την έσφιξε κι άλλο πάνω του κι ύστερα ξέχασε τα πάντα.

 

*

 

Ο λόφος με τον ανεμόμυλο ήταν μακριά, του 'χε πάρει όλο το πρωί να τον βρει. Είχε φτάσει, αλλά τώρα τρεις άντρες έμπαιναν μπροστά του, να του κόψουν τον δρόμο. Ένας ψηλός με κοτσίδα, ένας κοντός και τετράγωνος ψαρομάλλης, ένας σπυριάρης νεαρός, λιανός σαν στέκα. Κι οι τρεις με τα όπλα και τα δόντια τους ξεγυμνωμένα.

«Είχες τ' αρχίδια να 'ρθεις, ε;» είπε ο νεαρός, που έπαιζε νευρικά με δυο μαχαίρια.

Εκείνος έβγαλε, αργά, το σπαθί του από τη θήκη.

«Δε μιλάς, ρε;» απαίτησε ο ψαρομάλλης, που κρατούσε ένα δίκοπο τσεκούρι.

«Σου 'κοψαν τη γλώσσα;» απόρησε ο ψηλός, με το σπαθί του ακουμπισμένο στον ώμο, σαν δισάκι.

«Όχι, τ' αρχίδια» είπε ο σπυριάρης, που μάλλον δεν ήξερε άλλη λέξη, κι έκανε μια υπερβολική γκριμάτσα.

Τους έδωσε, παρ' όλ' αυτά, μια ευκαιρία. «Δε σας ξέρω, δε σας είδα», είπε. Είχε έρθει για ν' αλέσει ένα σακί κριθάρι στον μύλο. Η πόρτα, όμως, ήταν αμπαρωμένη κι ο μυλωνάς άφαντος. Μήπως τον είχανε σκοτώσει οι ληστές, και τώρα απειλούσαν αυτόν, επειδή τους είχε ανακαλύψει;

«Ρε, ακούτε;» έκανε ο ψηλός. «Δε μας ξέρει, λέει».

Ο ψαρομάλλης πήγε να κάνει ένα βήμα, αλλά έμεινε στη μέση, αναποφάσιστος. Αντί γι' αυτό, είπε: «Και τότε, ποιος μας άφησε σύξυλους και το 'σκασε με το παραδάκι;»

Έκαναν τους τρελούς. Δεν τον ένοιαζε.

«Δε με νοιάζει τι κάνατε στον μυλωνά. Σκορπίστε τώρα.»

«Ποιος μυλωνάς; Μας πουλάς τρέλα;», είπε ο ψηλός, κι έφτυσε στο χώμα. «Κοίτα να δεις, πέσε τα λεφτά κι εξαφανίσου. Θα σ' αφήσουμε».

Οι άλλοι δεν ήταν σύμφωνοι. Ο νεαρός έβρισε μέσα απ' τα δόντια του, κι ο κοντός τον κοίταξε στραβά.

«Θα σ' αφήσουμε», επανέλαβε ο σύντροφός τους, «αλλά άμα σε ξαναπετύχουμε πουθενά, δε θα 'χεις την ίδια τύχη».

Για λίγο, κανείς δεν είπε τίποτ' άλλο. Ο μύλος γύριζε κι έτριζαν οι αντένες του. Ο αέρας που έβρισκε αντίσταση πάνω στα φτερά του, ακουγόταν σαν μακρινές βροντές.

Ο ψαρομάλλης με το τσεκούρι τον κοιτούσε χωρίς να παίζει ούτε βλέφαρο. Μια φλέβα φούσκωνε στον μυώδη λαιμό του. Ο νεαρός, δίπλα του, έτρεμε από έξαψη και φόβο. Και ο ψηλός φαινόταν σαν να 'χε μετανιώσει.

Τα φτερά του ανεμόμυλου έριχναν σκιές πάνω στην τριάδα, σκιές που περνούσαν πάνω απ' τα πρόσωπα κι έφευγαν, σαν βιαστικά σύννεφα.

Ο ψηλός έπεσε πρώτος. Ήταν ο δεύτερος πιο επικίνδυνος από τους τρεις τους, αλλά τον πρόδωσαν η βιασύνη κι ο θυμός. Αντί να στοχεύσει στα πλευρά, του επιτέθηκε κατά μέτωπο, με στόχο το στήθος. Από το ύψος του αυτή η κίνηση δεν ήταν και η καλύτερη, γιατί άφησε για μια στιγμή ακάλυπτο τον δικό του θώρακα. Του κατάφερε ένα γρήγορο κόψιμο στο στομάχι, όχι αρκετά βαθύ για να πεθάνει ακαριαία, αλλά τόσο όσο για να τον αχρηστέψει. Ενώ έπεφτε ακόμα, εκείνος είχε ήδη στραφεί να αντιμετωπίσει τους άλλους δύο.

Ο ψαρομάλλης ήταν ο πιο επικίνδυνος της τριάδας. Τον νεαρό με τα μαχαίρια δεν είχε παρά να τον κρατάει σε απόσταση, ήταν ανυπόμονος και ασταθής. Όμως αυτός εδώ, μ' ένα βαρύ τσεκούρι στα χέρια και με χαμηλό κέντρο βάρους στο σώμα, προκαλούσε ένα πρόβλημα: ήταν δύσκολο να τον πλησιάσει.

Αν όμως δυσκολευόταν αυτός να τον πλησιάσει, το ίδιο κι εκείνος. Το τσεκούρι ήταν δυσκίνητο όπλο. Σίγουρα, όταν θα έκανε την κίνησή του θα ήταν καθοριστική, αλλά είχε μόνο μία, άντε δύο το πολύ ευκαιρίες, σε μια μάχη. Κι αυτό, ο ψαρομάλλης φαινόταν να το ξέρει καλά. Στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά και το τσεκούρι στο ύψος της κοιλιάς του. Ήταν ανέκφραστος, το πρόσωπό του παγωμένο, σαν να είχε συγκεντρώσει όλη του τη θέληση σ' αυτή τη λαβή.

Σήκωσε το σπαθί ψηλά, σαν να ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει στον λαιμό ή στον ώμο. Στην πραγματικότητα, ετοιμαζόταν να κάνει μια άλλη κίνηση, μια που δεν είχε περιθώρια λάθους αλλά ήταν η μόνη σωτήρια σε τέτοιες περιπτώσεις. Και δεν ήθελε να τη μαρτυρήσει στον αντίπαλό του, γιατί, κάτι του έλεγε ότι αυτός θα την αναγνώριζε.

Ο αντίπαλος γύρισε ελαφρά το τσεκούρι του στα δεξιά, λυγίζοντας τα γόνατα. Εκείνος, που περίμενε αυτό ακριβώς, ξεκίνησε την ψεύτικη επίθεσή του σηκώνοντας το σπαθί πίσω απ' το κεφάλι. Ο ψαρομάλλης έκοψε με το τσεκούρι τον αέρα που τους χώριζε, πλαγιαστά, με σημάδι τον αριστερό μηρό του.

Πριν καλά-καλά το τσεκούρι διανύσει την απόσταση, εκείνος άλλαξε αστραπιαία τη θέση των χεριών και των ποδιών του: γύρισε το σπαθί διαγώνια αριστερά, με τη μύτη προς τα κάτω, στράβωσε τα πόδια προς την ίδια κατεύθυνση, κι έπειτα, χρησιμοποιώντας τα σαν μοχλό, έστριψε το κορμί του αριστερόστροφα με τέτοια βία, που δεν πρόλαβε να δει τον στιγμιαίο τρόμο στα μάτια του ψαρομάλλη, πριν καταλήξει με την κόψη του σπαθιού χωμένη στην αφύλακτη πλευρά του.

Πρόλαβε όμως ν' ακούσει τον νεαρό, που φώναξε κάτι σαν «Όχιιααγκχ» ορμώντας στον θάνατό του.

Τα μαχαίρια του νεαρού έπεσαν στη γη σχεδόν ταυτόχρονα με το τσεκούρι του ψαρομάλλη.

Τα φτερά του μύλου γύριζαν κι έτριζαν πάνω στον άξονά τους.

 

*

 

Ήταν αργά το απόγευμα, όταν γύρισε με το κριθάρι της στον ώμο. Η ομίχλη τον τύλιγε, θόλωνε τη ματιά του, σκέπαζε τους ήχους. Πάνω στη δίφυλλη βελανιδιά καθόταν ο μπούφος, που του έγνεψε με ενόχληση, σαν να 'λεγε: «Βιάσου, και βραδιάζει».

Μπήκε στην καλύβα.

Παράτησε τον σάκο και κάθισε στο κρεβάτι να την περιμένει. Απ' έξω ακούστηκε ο μπούφος. Η φωτιά φούντωσε για λίγο και πέταξε σπίθες, κι ύστερα ησύχασε. Η πορτοκαλιά φλόγα στεκόταν ακίνητη, το φως κι η ζέστη τον αποχαύνωναν.

Εκείνη ήρθε και κάθισε δίπλα του, στο κρεβάτι. Τα μαλλιά της, νωπά απ' την ομίχλη, μύριζαν χωματίλα. Η αναπνοή της, όταν τον φίλησε, μύριζε αίμα, σαν να 'χε φάει ωμή σάρκα.

Την έριξε στο κρεβάτι και την πλάκωσε με το βάρος του. Δεν έβλεπε, δεν άκουγε, ήταν μόνο σώμα, αίμα καυτό, που χτύπαγε στα μηνίγγια του όσο αυτός την χτύπαγε με τη λεκάνη του, ξανά και ξανά και ξανά...

και δεν άκουσε τον ψίθυρο στο αυτί του: «Ξανά και ξανά, μια ζωή κι άλλη μια, ο θάνατός σας αρχινά».

 

*

 

Ανασηκώθηκε στο στρώμα. Ένιωθε χορτάτος. Πότε είχε φάει; Τι ήταν το φαΐ που έτρωγε κάθε βράδυ και γιατί δεν το θυμόταν;

«Τ' αλεύρι;» ρώτησε εκείνη.

«Είχα φασαρίες».

«Τι φασαρίες;»

Το μάτι του έπεσε στον σάκο με το κριθάρι, στο πάτωμα.

«Πιτσιλίστηκε μ' αίμα», της είπε.

Εκείνη τον είχε δει τον μαγαρισμένο σάκο. «Δεν πειράζει», είπε μόνο.

«Τρεις ληστές έσφαξαν τον μυλωνά και μετά σκοτώθηκαν μεταξύ τους για κάτι λεφτά». Κοίταξε πάλι το σακί στο πάτωμα. Ήταν κατακόκκινο, και το αίμα έτρεχε και πότιζε το χώμα.

«Έτσι κάνουν», είπε εκείνη, και σηκώθηκε. Γύρισε και τον κοίταξε κι ήταν τα μάτια της λαμπερά σαν ήλιοι. «Κοιμήσου πάλι», του είπε, κι αμέσως βάρυναν τα βλέφαρά του.

Την είδε που έβγαινε απ' την πόρτα, μα δεν μπορούσε να μιλήσει, να της πει: «Πού πας;» κι ούτε να κουνηθεί. Μέσα απ' το σκοτάδι των κλειστών του ματιών, ίσα που πρόλαβε ν' ακούσει τη φωνή του μπούφου, κι ύστερα βούλιαξε στον ύπνο.

 

*

 

Ένιωθε σαν να κοιμόταν μέρες ολόκληρες. Μουδιασμένος. Εφησυχασμένος. Κι αυτό τον έκανε ανήσυχο. Κάτι μέσα του άρχισε να τον κεντρίζει. Καλά έτρωγαν, καλά ξάπλωναν μαζί. Όμως, δεν θυμόταν τίποτ' άλλο. Κι ούτε θυμότανε τα πριν, πριν να τη βρει. Κι όταν μια σκέψη πήγαινε να πάρει μορφή, πλάκωνε κείνη η ομίχλη και τα θόλωνε όλα. Κι εκείνος όλο βρισκόταν έξω, όταν γινόταν αυτό.

Αυτή τη φορά δεν έψαχνε την καλύβα, όμως δεν θυμόταν τι. Κάτι τον ενοχλούσε και δεν τον άφηνε ν' αναπνεύσει. Έψαξε με το χέρι και βρήκε ένα σχοινί δεμένο σφιχτά στον λαιμό του. Πάλεψε να το βγάλει, αλλά δεν μπορούσε, δεν έβρισκε κόμπο πουθενά. Όλο και πιο πολύ τον έσφιγγε, κι άρχισε να ανησυχεί ότι δεν θα προλάβαινε, θα έσκαγε, θα πνιγόταν· έπρεπε να το κόψει.

Πήρε με τρεμάμενα χέρια το σπαθί και το 'φερε στο πλάι του λαιμού του. Η λεπίδα ξυράφι, αλλά το σχοινί γερό, αντί να κοπεί, έσφιξε περισσότερο. Δεν το έβαλε κάτω, συνέχισε να κόβει, μέχρι που το σπαθί ξέφυγε λίγο κι ίσα που κατάφερε να το συγκρατήσει και να μην κόψει τη φλέβα· μα το σχοινί, εκεί.

Με πανικό, το πέταξε κάτω και προσπάθησε να χώσει τα δάχτυλά του ανάμεσα στο σχοινί και στον λαιμό του. Τα χέρια του έγιναν πλαδαρά κι η όρασή του, κόκκινη, άρχιζε να θολώνει. Γονατισμένος, στα πρόθυρα του θανάτου, έπιασε κάτι εκεί μπροστά που κάνει γούβα ο λαιμός με το στήθος. Το χούφτωσε και το τράβηξε, και το σχοινί λύθηκε μόνο του κι έπεσε στη γη.

Τα μάτια του ήταν δακρυσμένα από την ασφυξία, και το μόνο που έβλεπε ήταν ένα κόκκινο χρώμα που αναβόσβηνε μπροστά του. Έπεσε ανάσκελα και το στήθος του πόνεσε απ' τον αέρα που ρουφούσε λαίμαργα, απελπισμένα, για ώρα πολλή.

Όταν χόρτασε κάπως ανάσα, καθάρισαν και τα μάτια του. Βογκώντας, γύρισε και πήρε από κάτω αυτό που 'χε τραβήξει απ' τον λαιμό του. Ήταν ένα φύλλο βελανιδιάς. Κάτι μέσα στο μυαλό του ανασάλεψε τότε, κι η ομίχλη άρχισε να αραιώνει, ν' ανοίγει ένα στενό δρόμο στο δάσος.

Σηκώθηκε κι ακολούθησε το μονοπάτι, με πόδια που έτρεμαν. Κάτι σαν να του φαινόταν αφύσικο στο να στέκει όρθιος και να πηγαίνει. Στο χέρι του κρατούσε σφιχτά το φύλλο της βελανιδιάς και το 'νιωθε ζεστό, ενώ όλα γύρω του κρύα, ο αέρας, η ανάσα του, το ίδιο του το σώμα.

Ησυχία βαριά κρατούσε στον κόσμο. Ούτε ένα φτερούγισμα, ούτε ένα κρώξιμο, ούτε το πάτημά του πάνω στη γη. Φοβόταν ότι, αν σκεφτόταν τίποτα, θα τάραζε την ησυχία, ότι θ' ακούγονταν οι σκέψεις του σαν κραυγές μέσα στο δάσος.

Ότι θα τον άκουγε εκείνη.

Φίμωσε το μυαλό του τελείως κι ένιωσε να γίνεται διάφανος και σαν να μην είχε βάρος· ένα φάντασμα που περπατούσε στο σκοτάδι. Το μονοπάτι μέσα απ' την ομίχλη ανοιγόταν λίγα μέτρα εμπρός του, σε κάθε βήμα. Τα λευκά, αέρινα κουρέλια της οπισθοχωρούσαν για να τον αφήσουν να περάσει, κι αμέσως έκλειναν πίσω του. Δεν είχε γυρισμό.

Κάποτε άρχισε ν' ανηφορίζει, και η λευκή θολούρα αραίωσε κι άλλο, ώσπου, όταν έφτασε στην κορυφή ενός λόφου, ο αέρας καθάρισε τελείως. Ήταν ένα μέρος άδειο, μόνο πέτρες και βράχια. Ένα πένθιμο μέρος, που θα 'φερνε φόβο στους ανθρώπους. Αυτός, που δεν είχε λαχανιάσει απ' τον ανήφορο, έμεινε κρυμμένος κι αθόρυβος, στο σκοτάδι.

Στο βάθος στεκόταν μια γυναίκα. Κατάλευκη, το ρούχο της ανέμιζε αέρινο, ίδιο με ομίχλη. Την αναγνώρισε από μακριά. Τα κόκκινα μαλλιά της, το μόνο πράγμα με χρώμα πάνω της, φώτιζαν το μέρος σαν να 'χαν λαμπαδιάσει. Στεκόταν πάνω από έναν ανοιγμένο τάφο, που 'χε το χώμα στοιβαγμένο άτσαλα τριγύρω του· φτυάρι, πουθενά.

Άξαφνα, βρέθηκε μπροστά της, χωρίς να το θελήσει. Αυτή τον κοιτούσε στα μάτια, κι ήταν η ανάσα της πάνω του. Μόνο που δεν υπήρχε ανάσα, κι ίσα που δεν έβλεπε από μέσα της, πέρα ως πέρα, τι υπήρχε πίσω. Νόμιζε πως, αν έκανε μια κίνηση με το χέρι του, θα τη σκόρπιζε σαν καπνό.

«Νομίζεις πως μπορείς εσύ να σκορπίσεις εμένα;» του είπε κακιασμένα.

Ένα φύλλο βελανιδιάς στόλιζε τον λαιμό της. Τα μαλλιά της είχαν πάρει στ' αλήθεια φωτιά, λαμπάδιαζαν όρθια, προς όλες τις κατευθύνσεις. Κι όμως, ίσα που ζέσταιναν το νεκρικό, αβάσταχτο κρύο που τον μούδιαζε ως το μυαλό.

«Τι μου έκανες;» τη ρώτησε, μ' έναν τρεμουλιαστό ψίθυρο.

Η φωτιά φούντωσε κι άλλο, άρχισε ν' απλώνεται στο πρόσωπό της, στον λαιμό, στους ώμους της. Το δέρμα της πρήστηκε, κοκκίνησε σαν θράκα. Αυτή τότε τον γράπωσε και πήγε να τον φιλήσει.

Πισωπάτησε έντρομος, σπρώχνοντάς την μακριά. Δεν μπορούσε να την κοιτάει άλλο στο πρόσωπο, γιατί είχε διαλυθεί, είχε φαγωθεί από τις φλόγες, κι ήταν τα κόκαλα ξεγυμνωμένα και μαύρα. Κοίταξε απ' την άλλη, χαμηλά, στον ανοιγμένο τάφο.

Αμέσως αναγνώρισε τι τάφος ήταν αυτός. Έτσι έθαβαν τους εγκληματίες: μπρούμυτα, τα χέρια και τα πόδια δεμένα πίσω από την πλάτη και το κεφάλι κομμένο, για περισσότερη ασφάλεια. Μην τυχόν και σηκωθεί ο πεθαμένος κι αρχίσει πάλι να σκοτώνει, όπως όταν ζούσε.

Μόνο που αυτουνού το κεφάλι έλειπε τελείως.

Έπεσε στα γόνατα, δεν ήθελε, αλλά κάτι μέσα του τον έσπρωχνε να κοιτάξει από πιο κοντά. Σύρθηκε κοντά στο πτώμα. Είχε, πάνω κάτω, το δικό του σουλούπι. Άπλωσε τα χέρια του για να το γυρίσει ανάσκελα, δεν ήθελε, αλλά ήταν ανίκανος να σταματήσει τώρα πια. Είδε πάνω στο στήθος του νεκρού μια διαγώνια ουλή, ίδια με τη δική του, μια γραμμή απ' την καρδιά ως το δεξί πλεμόνι.

Φώναξε απ' την τρομάρα. Δεν είχε φωνάξει ποτέ έτσι, όταν ζούσε. Του ήρθαν εικόνες κοφτές κι επώδυνες, σαν μαχαιριές:

Είδε τον εαυτό του να σφάζει και να λεηλατεί, μαζί με κείνους τους τρεις στον ανεμόμυλο. Τους είδε, τους τέσσερίς τους, να συναντιούνται σ' απόμερες κρυψώνες για να μοιράζουν τη λεία.

Είδε τον εαυτό του να τρέχει, μόνος του πάνω σ' άλογο, να καλπάζει δυνατά και ξωπίσω του δέκα να τον κυνηγούν.

Είδε τον δρόμο να θολώνει μπροστά του, και τον λαιμό του αλόγου του ιδρωμένο.

Είδε τα πόδια του να τινάζουν τον αέρα με λύσσα, ένα μέτρο πάνω απ' το έδαφος, κι ύστερα τίποτα.

«Πού είναι το κεφάλι μου;», ψέλλισε τις μόνες λέξεις που κατάφερε. Σηκώθηκε, γυρίζοντας την πλάτη του στον τάφο.

Εκείνη είχε εξαφανιστεί. Στη θέση της τώρα ήταν ο μπούφος, που στεκόταν εμπρός του, στον αέρα, χωρίς να κουνάει καθόλου τα φτερά. Η φωνή της ακουγόταν μέσα στο μυαλό του: «Το πήρα. Όπως πήρα κι αλλονών».

«Τι σου 'κανα;»

Το γέλιο της του πάγωσε την ψυχή. Τη μαύρη και καταραμένη ψυχή του.

«Εσύ, τίποτα. Το ξόρκι ήθελε κεφάλια φονιάδων».

«Κι οι άλλοι, που μ' έστειλες να ξεκάνω; Τι σου 'καναν;»

«Ο δήμαρχος με σκότωσε. Έστειλε τους δικούς του φονιάδες και μ' έκλεισαν μέσα στην καλύβα μου και της έβαλαν φωτιά. Μα εγώ τον καταράστηκα, ενώ έσκαγα και καιγόμουν, ότι από μένα θα το 'βρει, ότι θα γύριζα».

«Δε γύρισες. Εμένα έστειλες».

«Εσύ, για μένα. Ξανά και ξανά, όλοι σας. Τώρα έχω και τους άλλους, τους δικούς σου, που σκότωσες στον ανεμόμυλο».

«Τάχα ότι ήθελες αλεύρι», της είπε με μίσος. «Δε θα πάρεις άλλα κεφάλια, μάγισσα» μούγκρισε, και τράβηξε το σπαθί του.

Εκείνη γέλασε: «Δεν μπορείς να με βλάψεις, φονιά. Δεν είμαι εδώ, ούτε και συ».

«Εμείς δεν είμαστε, αλλά είν' αυτό», της είπε βιαστικά, έριξε το δικό του φύλλο της βελανιδιάς στη γη και το κάρφωσε με το σπαθί.

Ο μπούφος άπλωσε τις τεράστιες φτερούγες του, σαν κατάρα, να σκεπάσει τον φονιά. Όμως, δεν κατάφερε τίποτα, γιατί άρχισε να σκορπίζει λες κι ήταν από καπνό. Το γέλιο της μετατράπηκε σ' ένα ουρλιαχτό φριχτό, απόκοσμο, που τινάχτηκε ψηλά, πάνω απ' τον λόφο, πάνω απ' το δάσος, ταξίδεψε ως την πόλη και ξύπνησε τους κατοίκους.

Και κανείς τους δεν ξανακοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα κι άλλες τρεις, απ' την τρομάρα. Γιατί κατάλαβαν ότι μια μάγισσα πέθανε κι ότι η ψυχή της σκορπίστηκε στον άνεμο και χάθηκε· και αναρωτιόνταν τι τέρας κατάφερε να το κάνει αυτό σε μια μάγισσα, κι αν θα ερχόταν μετά για τους ίδιους.

 

 

 


 

Spoiler

 

(The End, mathafaka! )

:mace:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

  • Like 8
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Φοβερή ιστορία! Πολύ μου άρεσε παρότι το υποψιάστηκα ότι πήγαινε προς μια τέτοια εξέλιξη.

Αχ σε φαντάζομαι να τη λες αυτήν την ιστορία νύχτα δίπλα στη φωτιά! 

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Πολύ καλή ιστορία. Μου άρεσε η ονειρική του ατμόσφαιρα κ ο τρόπος που τελείωσε.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Starbuck

Καλησπέρα κι από εμένα :) 

Spoiler

Έχω και καλά και κακά νέα. Θα ξεκινήσω με τα κακά. 
Αρχικά η ιστορία είναι αρκετά προβλέψιμη. Οι χαρακτήρες είναι τελείως κλασικοί και στερεοτυπικοί. Θα έβρισκα πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τα φύλα  για παράδειγμα των δύο πρωταγωνιστών ήταν ανάποδα. Θα γούσταρα πολύ μια φόνισσα που την φοβούνται όλοι και έναν (επιτέλους!) κακό μάγο. Αυτά έχοντας πάντα κατά νου και την ιστορία των μαγισσών και τους λόγους για τους οποίους προέκυψε το άγριο κυνήγι τους αλλά και το έντονα έμφυλο στοιχείο όλης αυτής της υπόθεσης. 
Για όσες και όσους αναρωτιέστε, οι μάγισσες αλλά και οι μάγοι (γιατί κυνηγούσαν και άντρες απλά πολύ λιγότερο) ήταν οι βοτανολόγοι της εποχής, που με γιατροσόφια και ματζούνια, π.χ. με αφέψημα φρέσκου δυόσμου γιάτρευαν τον στομαχόπονο κ.α. Τέτοιοι άνθρωποι, που ήταν πράγματι κυρίως γυναίκες, που πέρα από μαίες και με αφορμή αυτό, αναλάμβαναν και τον ρόλο ενός γιατρού στην κοινότητα, απέκτησαν δύναμη και λόγο και δεν βόλευαν καθόλου την καθολική εκκλησία που εκείνη την περίοδο πουλούσε συγχωροχάρτια και θαυματουργές ιάσεις στις διάφορες ασθένειες. Έτσι τις κυνήγησαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο πάπας Γρηγόριος ο ένατος το 1233 άκουγε τις γάτες να έχουν οίστρο και μάλλον κάτι γινόταν μέσα του και λέει «διάολος!!» και τις κυνήγησε ασύστολα μέχρι θανάτου και ακολούθησε ένα φοβερό ξέσπασμα πανούκλας στην Ευρώπη, από τα ποντίκια που δεν κυνηγούσαν πια οι γάτες γιατί δεν υπήρχαν. 
Στα σημεία τώρα, οφείλω να ομολογήσω ότι την πρώτη φορά που το διάβασα, μέχρι τα μισά με είχε πιάσει ήδη ανυπομονησία για το αν θα γίνει τελικά κάτι ενδιαφέρον ή όχι. Νομίζω ότι μεγάλο ρόλο σ' αυτό έπαιξε το κομμάτι με τη μάχη του φονιά με τους πρώην συντρόφους του, που, κατά τη γνώμη μου, κράτησε πολύ και χωρίς ουσιαστικό λόγο. 
Στα καλά τώρα. Αμέσως, μετά από αυτή τη μάχη, ξεκινάει το καλό. Μου αρέσει πάρα πολύ όλο το σκηνικό στον τάφο. Ο τρόπος που δένουν τους φονιάδες αλλά και η φλόγα που απλώθηκε από το κεφάλι στους ώμους και έκαψε την μάγισσα είναι αμφότερες πολύ δυνατές και πολύ ζωντανές εικόνες που χαράχτηκαν στον μυαλό μου. Το ίδιο ισχύει και για το τέλος. Μου άρεσε πολύ που η τριτοπρόσωπη αφήγηση σταματάει να είναι επικεντρωμένη στον φονιά και μας δίνει μια άλλη κλίμακα των γεγονότων, πηγαίνοντάς μας μέχρι τους τρομοκρατημένους κατοίκους. Δίνει χώρο στην φρίκη. Πραγματικό χώρο. Έγινα για λίγο η κραυγή την μάγισσας που ταξιδεύει στον αέρα, είδα το τοπίο από ψηλά. 
Συνοψίζοντας, αυτή η ιστορία είχε μια χλιαρή αρχή και ένα δυνατό, φρικιαστικό τέλος. 
Με λίγη δουλίτσα ακόμα, πιστεύω, θα μπορούσε να είναι πολύ καλή και στο σύνολό της. 

Συγχαρητήρια και καλή επιτυχία :) 

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Τέρας! Έγραψες Πάλι!

Όμορφη και χορταστική η ιστορία σου, με την γνωστή μαεστρία σου να φτιάχνεις ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Μην έχοντας διαβάσει πολλά του είδους δεν το είδα πού πήγαινε. Μου φάνηκε πρωτότυπη η ιδέα – πλοκή σου.  

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Ωραία ιστορία. Ζόρικη.

Από την αρχή φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά με την καλύβα που είναι τόσο στενή και τον πνίγει, αλλά όσο πάει και βαραίνει το τοπίο, και παρ' όλο που υποψιαζόμαστε διάφορα πράγματα,

 

Spoiler

το τέλος στον λόφο με τις φλόγες και με όλα τα σχετικά ήταν μια πολύ δυνατή σκηνή και μού άρεσε πολύ.

 

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Πολύ ωραία, πολύ γεμάτη. Ήτανε λες και διάβασα κάτι πολύ μεγαλύτερο όταν τελείωσα. Δεν ξέρω πότε πρόλαβες σε τόσες λίγες λέξεις να το στήσεις όλο αυτό. + 1 στο "Ζόρικη" της Βάσως, είναι πραγματικά η σωστή λέξη.

Έχω τρεις προτάσεις:
 

 
 
 
 
Spoiler

 

1. Να εξηγήσεις λίγο καλύτερα το τι ακριβώς παίζει με τα φύλλα και το γιατί είναι φύλλα που κάνουνε αυτή τη δουλειά (γιατί έχω μια συγκεχυμένη εντύπωση ότι εσύ βασικά ξέρεις πάρα πολύ καλά, αλλά εγώ είμαι ακόμα αβέβαιη λίγο.

2. Να δώσεις λίγο περισσότερο πόνο (και χώρο - μόνο στο διήγημα όχι στην ίδια) σε αυτή την εκπληκτική στενή κάμαρη που κλείνει πάνω του. Είναι το πιο πρωτότυπο στοιχείο του διηγήματος και δουλεύει πάρα πολύ καλά, θα το ήθελα να διατρέχει λίγο περισσότερο το σύνολο.

3. Να δώσεις λίγο περισσότερη έκταση πριν το τέλος, σωματωματωποιημένη, έτσι που να μην είναι όλα στο διάλογο.

 

Σε άφησα τελευταία για να σε ευχαριστήσω που μας τράβηξες από το αυτί ❤️ Έκανες πάρα πολύ καλά ❤️ Να μας τραβάς κι όταν γράφεις κάτι καινούργιο και μόνο για να διαβάζουμε, please.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Δυνατό συναίσθημα, δυνατές εικόνες, δυνατό μήνυμα. Μου τα χάλασες στο μοντάζ. 

Τι θα πει αυτό: ενώ είναι λιτές όσο πρέπει οι σκηνές δίνουν τόσο όσο σε πληροφορία, ο τρόπος με τον οποίο είναι τοποθετημένες κάπου με μπερδεύει, ειδικά στο σημείο με τους τρεις και τον μύλο. Δεν φταίνε οι ίδιες οι σκηνές, αλλά το πού ξεκινάνε και το πού τελειώνουνε και τι σχέση έχουν με τις προηγούμενες και τις επόμενες.

Κάτι ακόμη που μου περίσσεψε ήταν το ξυλίκι στον μύλο. Τρεις παράγραφοι δίνουν πολύ σημασία σε κάτι που είναι δευτερεύον στην εξέλιξη της ιστορίας.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Ευχαριστώ ρε παιδιά!

Αυτό με το ξυλίκι στον ανεμόμυλο το σκαραβιάστηκα, αλλά ήταν η σκηνή που διασκέδασα πιο πολύ γράφοντάς την. Παίζει να απλώσω το διήγημα μόνο και μόνο για να μείνει αυτή η σκηνή. :lol: (Επίσης, εκεί φαίνεται ότι γνωρίζονται αυτοί οι τέσσερις πολύ καλά και, αν και δεν το συνειδητοποιεί ακριβώς, ξέρει τις συνήθειές τους στη μάχη και τι να περιμένει, όπως και το αντίθετο).

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nick V.

Να πω πως το slow motion ξεκαθάρισμα στον μύλο για μένα ήταν μια πρώτης τάξεως σκηνή.
Διάβαζα χωρίς να παίζει ούτε βλέφαρο, μια χοντρή στάλα ιδρώτα κύλησε στο μέτωπό μου και στο βάθος σαν να άκουγα κάτι σε Morricone (στα πολύ, πολύ epic του όμως).
Κατά τα άλλα sex, sleep, food, drums, and pain!

Πάμε στα αρνητικά τώρα:
Τι μόνο αυτό ήταν;
Παίζει ν' αναστήσεις τη μάγισσα για κάνα sequel;
Ολο και κάποιος θα είχε τολμήσει να την στραβοκοιτάξει στο παρελθόν.
Από κεφάλια no problemo, υπάρχουν μπόλικα.
Εννοείται πως τα όποια τεχνικά θέματα τα κατάπια αμάσητα (ε, με ένα καλό χτενισματάκι...)

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..