Jump to content

Χήροου'ζ Τζέρνυ


Recommended Posts

KELAINO

Όνομα Συγγραφέα: Γεωργία
Είδος: φάνταζι
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων:  ≈3370
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για αυτό το παιχνίδι.
Αρχείο: Χήροου'ζ Τζέρνυ.docx

 

 

 

 

Χήροου’ζ  Τζέρνυ

 

 

   Όταν ξανάνοιξα τα μάτια ήμουν ακόμα ανάσκελα, αλλά δεν βρισκόμουν πια στο ξέφωτο έξω από το χωριό των Σσίκολι. Δεν βρισκόμουν πουθενά που να θυμίζει κάτι. Από πάνω μου δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε καν ουρανός. Το έδαφος ήταν ελαστικό και βούλιαζε κάπως. Δεν έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστα.
Οι αισθήσεις μου άρχισαν να επανέρχονται μία-μία ανόρεχτα και ανακάθισα, ακουμπώντας με προσοχή το στέρνο μου. Οι ματωμένοι επίδεσμοι ήταν στην θέση τους, αλλά δεν πονούσα καθόλου. Τριγύρω δεν ήταν ούτε σκοτεινά ούτε φωτεινά και δεν υπήρχε τίποτα, μόνο εκείνη η επιφάνεια που καθόμουν, μια απέραντη μελανή πουτίγκα, ή ένα τεράστιο πρησμένο συκώτι, όσο έφτανε το μάτι.
«Έχεις το τρίτο δίφυλλο;» είπε μια φωνή ακριβώς από πίσω μου. Γύρισα απότομα. Το χέρι μου πήγε στη λαβή του σπαθιού αλλά τα δάχτυλά μου έκλεισαν γύρω από μια χούφτα αέρα. Μπροστά μου στεκόταν η σαμάνα, με τα χαϊμαλιά της και τα φτερά της και τα κρόταλα στο χέρι.
Μισόκλεισα τα μάτια. Ήταν και δεν ήταν αυτή. Το περίγραμμά της ασαφές και το πρόσωπό της μιά θόλωνε μιά καθάριζε πάλι, σαν να περνούσαν τούφες ομίχλης ανάμεσά μας. Τα ρούχα της ήταν το ίδιο μάτσο κουρέλια, αλλά κουνιόνταν λες κι είχε ένα σμάρι φίδια από κάτω.
«Πού είναι η Δαιμονοσφάχτρα;» ρώτησα.
Εκείνη κούνησε το χέρι της να διώξει την ερώτηση.
«Δεν περνάν μέταλλα εδώ» είπε βιαστικά.
«Και τί είναι εδώ;»
Η σαμάνα ξανάκανε την ίδια κίνηση.
«Εδώ είναι εκεί που μ’ έβαλες να σε φέρω.»
Η εικόνα της τρεμούλιασε και κυμάτισε. Άνοιξα το στόμα να πω κάτι αλλά μ’ έκοψε, χτυπώντας τα δάχτυλά της. Μια μικρή μωβ φλογίτσα εμφανίστηκε στην άκρη του ροζιασμένου της αντίχειρα.  «Έχεις το τρίτο δίφυλλο;» είπε ξανά.
Ψάχτηκα λίγο, και από την αριστερή τσέπη του γιλέκου ανέσυρα, λιγουλάκι τσαλακωμένο, το τελευταίο από τα τσιγάρα που ο παραγιός της είχε χώσει στη χούφτα μου πριν αρχίσει η τελετή.
«Καλέ τί περιμένεις;»
Η φωνή της ακουγόταν αχνή τώρα, σαν νά ’ταν σε κάποιο διπλανό δωμάτιο, και βιάστηκα να βάλω το τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη μου και να γείρω μπροστά, αφήνοντάς την να το ανάψει. Τράβηξα μια τζούρα. Το διάχυτο τίποτα αναδεύτηκε γύρω μου καθώς φυσούσα αργά τον καπνό.
«Και τώρα;» είπα.
«Έχεις όσο κρατάει το…»
Η εικόνα της διαλύθηκε μαζί με το τέλος της φράσης της.
«Τί;» φώναξα. Αλλά είχε ήδη χαθεί.
Κοίταξα το δίφυλλο ανάμεσα στα δάχτυλά μου με δυσπιστία. Μετά κοίταξα ένα γύρω, το αχανές κενό. Ξανακοίταξα το τσιγάρο. Δεν ήταν όνειρο. Αν ήταν όνειρο, όλα αυτά θα έβγαζαν κάποιο νόημα. Το ξανάφερα στα χείλη και τράβηξα μια καλή. 

   Ο αέρας, ή ό,τι τέλος πάντων είχαν εκεί πέρα, τρεμόπαιξε κι ανατσουτσούριασε. Ανοιγόκλεισα τα μάτια και παραλίγο να με πέσει το τσιγάρο από το χέρι. Εκεί που πριν υπήρχε ένα άδειο τίποτα, τώρα ήταν πήχτρα στον κόσμο. Ξαφνικά με περικύκλωνε ένα πλήθος! Παντού γύρω μου άνθρωποι, αλλά γκρίζοι και ανάεροι, σαν από καπνό και στάχτες. Ήταν όλων των ειδών, γέροι και νέοι και ψηλοί και κοντοί και άντρες και γυναίκες αλλά δεν ξέρω πώς το έβλεπα αυτό, αφού ήταν μόνο σταχτιές θολούρες όλοι. Με είχαν περικυκλώσει σφιχτά-σφιχτά, έτσι που δεν είχα χώρο να σηκώσω το χέρι να τραβήξω κι άλλη τζούρα. Έτσι νόμιζα, αλλά μια χαρά το σήκωσα το χέρι, και μάλιστα το σήκωσα και το κούνησα πέρα-δώθε κιόλας. Δεν συνάντησα καμιά αντίσταση, αλλά δεν είναι ότι περνούσε από μέσα τους. Δεν είχα ιδέα τί ακριβώς έκαμνε. Δεν έκατσα να το ψάξω παραπάνω όμως. Εδώ βρισκόμουν για να βρω τον Δάσκαλο, γι’ αυτό είχα έρθει. Πριν δεν έβλεπα ψυχή, τώρα υπήρχε κόσμος. Αυτό ήταν μια σαφής βελτίωση. Ο Δάσκαλος θα ήταν ανάμεσά τους. Το πλήθος δεν φαινόταν να έχει τελειωμό βέβαια, αλλά κάπως θα λυνόταν κι αυτό.
Τράβηξα μια ακόμα προσεχτική τζουρίτσα και το ανθρωπομάνι τρεμούλιασε ξανά. Κατάπια μια βρισιά προς τη σαμάνα, που μ’ έφερε εδώ και με παράτησε χωρίς ούτε μια τόση δα χρήσιμη οδηγία, κι έκανα ένα δισταχτικό βήμα μπροστά. Το πλήθος μέριασε αμέσως, ανοίγοντας ένα στριφογυριστό μονοπάτι μπροστά μου.
«Καλώς» είπα κι η φωνή μου ακούστηκε άβολα δυνατή. Ξερόβηξα κι έπιασα να το ακολουθήσω. 

   Δεν μπορώ να ξέρω πόση ώρα περπατούσα. Με φάνηκε σαν μέρες. Μη πω και χρόνια. Ένα βήμα τη φορά, πάνω στο συκωτί έδαφος, το τσιγάρο στο χέρι μου κάπνιζε κανονικά αλλά δεν καιγόταν, το κοίταζα που και που. Μπορεί να μη περνούσε καθόλου η ώρα. Μπορεί να μην ήμουν εγώ που μετακινιόμουν επίσης, μπορεί να γλιστρούσε το πλήθος γύρω μου. Μπορεί να μην ήμουν εγώ γενικά, πού να ξέρω. Κι όλες εκείνες οι φάτσες, ανέκφραστες και άχρωμες. Στην επόμενη τζούρα που τράβηξα άκουσα πως θρόιζαν, κάτι φωνές σαν ξερά κλαδάκια που τα στοιβάζεις για προσάναμμα. Δεν καταλάβαινα τί έλεγαν, ούτε ήθελα. 

   Στεκόταν μπροστά μου. Έμεινα να χαζεύω με το στόμα ορθάνοιχτο, μπορεί να ήταν μπροστά μου από την αρχή και να μην τον έβλεπα; Δεν ξέρω. Ήταν το ίδιο γκρι με το υπόλοιπο πλήθος, αλλά ήταν εκείνος, ο Δάσκαλος. Αλλά και δεν ήταν. Πάντως ο τρόπος που με κοίταζε, εκείνη η στοργική απογοήτευση, ήταν όλος δικός του.
Άνοιξε το στόμα και θρόισε κάτι. Εξακολούθησα να χάσκω. Έκανε μια ανυπόμονη κίνηση προς το χέρι μου, και το κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω. Σήκωσε το χέρι του με τον δείχτη και τον μέσο τεντωμένους και το κούνησε μπρος-πίσω μπροστά στα χείλη του, μια ακόμα πιο ανυπόμονη κίνηση που τον θόλωσε ακόμα περισσότερο. Βιάστηκα να τραβήξω ακόμα μια τζούρα, υπάκουα.
Με κάρφωσε με ένα βλέμμα παραίτησης ενώ η μακριά του γενειάδα κυμάτιζε αγανακτισμένη. Μετά σήκωσε το χέρι και έδειξε τα χείλη του. Καταλαβαίνοντας επιτέλους, τον κράτησα το τσιγάρο να τραβήξει κι εκείνος μια, πράγμα αρκετά αλλόκοτο με τα χείλη του έτσι σταχτιά και άυλα όπως ήταν.

«Ζεις; Πώς βρέθηκες εσύ εδώ πάνω;»
Η φωνή του έσκασε σαν μπουμπουνητό μέσα στην εξωφρενική σιωπή. Το τσιγάρο κόντεψε να με φύγει απ’ το χέρι πάλι. Έπρεπε να πέσω στα γόνατα; Ποιο ακριβώς ήταν το πρωτόκολλο γι’ αυτές τις περιπτώσεις;
«Εχμ, συγνώμη για την ενόχληση;» είπα.
Ο Δάσκαλος σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.
«Σίγουρα δεν θα διέκοπτες την αιώνια ανάπαυση των νεκρών χωρίς κάποια καλή αιτία» είπε. «Εν πάση περιπτώσει, ας την ακούσουμε.» 

   Μέχρι και τη στιγμή που η σαμάνα σκέπασε τα μάτια μου με την ψάθα της ήξερα ακριβώς τί ήθελα να πω. Τώρα, κάτω από το επίμονο βλέμμα του Δάσκαλου και με τους γκρι ανθρώπους να στριμώχνονται γύρω μας αργοσαλεύοντας, δεν μπορούσα να βρω ούτε μια συγκροτημένη πρόταση μέσα στο κεφάλι μου, όσο κι αν ψαχούλευα.  
«Πού είμαστε εδώ;» είπα, αρπάζοντας στην τύχη το πρώτο πράγμα που αναδύθηκε μέσα από την όλη σούπα.
Ξεφύσηξε ανυπόμονα, με το ύφος που γνώριζα πολύ καλά, εκείνο που έλεγε ότι μέγα λάθος του που περίμενε καλύτερα από μένα. Αλλά μετά, ανήμπορος να αφήσει μια ευκαιρία για διδαχή να πέσει χάμω, χτύπησε με το πόδι του την επιφάνεια του εδάφους. Έκανε κάτι σαν μπλόινγκ. «Βρισκόμαστε πάνω στη μεμβράνη που καλύπτει την μπουρμπουλήθρα της πραγματικότητας» είπε. «Δεν είναι ότι δεν σου τα έχω διδάξει αυτά . Δεν ήρθες εδώ για κοσμολογία όμως. Συγκεντρώσου. Αν γυρεύεις απαντήσεις, τότε πρέπει να ξέρεις πώς να θέτεις τις…»
Οι τελευταίες του λέξεις αποσυντέθηκαν σε θρόισμα και βιάστηκα να τον δώσω άλλη μια τζούρα.
«…σου έδειξα» κατέληξε.
Πολύ ωραία. Αυτό ήταν κάτι χειροπιαστό. Έκλεισα τα μάτια, αγνοώντας το περιβάλλον, και βούτηξα να ξαναπιάσω την αιτία που έκανα αυτό το ταξίδι. Την διέκρινα, μόλις ορατή, να βουλιάζει όλο και περισσότερο μέσα στον λασπουδιάρικο βυθό που ήταν οτιδήποτε ήξερα με σιγουριά πριν βρεθώ εδώ. Παραμέρισα σκέψεις όπως το αν υπήρξε όντως ποτέ εκείνο το πριν και άλλες τέτοιες παρόμοιες, και άναψα μέσα μου σαν φανάρι τις οδηγίες του Δασκάλου. Να βρω τί θέλω, να το κρατήσω στα χέρια μου, να το ξετυλίξω. Την αρχή.
Ξανάνοιξα τα μάτια. Η αποδοκιμασία δεν είχε φύγει από τους ώμους του.
«Είναι αλήθεια πως εσείς οι νεκροί τα γνωρίζετε όλα;» είπα.
«Ασφαλώς και δεν είναι.»
«Ξεκίνησα να εκδικηθώ τον πρόωρο και άδικο χαμό σου.»
Κατένευσε. Αυτό το ήξερε σίγουρα, επειδή ήξερε εμένα. Ήμουν σε σωστό δρόμο;
«Έμεινα χωρίς την καθοδήγησή σου.»
Εδώ έκανε έναν μάλλον αγενή ήχο με τα χείλη, αλλά το προσπέρασα.
«Ναι, την χρειάζομαι ακόμα. Ο Βόρκαλθ κάθεται ακόμα στο μαύρο του πύργο και οι μοχθηρές Ορδές του περιφέρονται ανεξέλεγκτα σπέρνοντας τον τρόμο, χωρίς καμία αντίσταση. Τί να την κάνω την προφητεία; Τί να την κάνω τη Δαιμονοσφάχτρα; Κόντεψα να χάσω τη ζωή μου για να την αποκτήσω, κι άλλη μια φορά τώρα στους Μαύρους Λόφους της Καταχνιάς και του Χαμού ψάχνοντας το Σσίκολ, κι ακόμα δεν είμαι ούτε μισό βήμα πιο κοντά στο να απαλλάξω τον κόσμο από τη βδελυρή του παρουσία. Εσύ…»
Η φωνή μου απέτυχε να ξεφύγει από τον κόμπο που είχε δεθεί ο λαιμός μου. Ξεροκατάπια, πήρα και κάνα-δυο ανάσες, βαθιές όσο γινόταν.
«Ούτε συ ξέφυγες από την ενέδρα τους.»
Ανασήκωσε τους ώμους, χωρίς να πει κάτι, περιμένοντάς με να ολοκληρώσω.
«Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα να ρωτήσω είναι: έχουμε καθόλου καμιά ιδέα τί κάνουμε, γιά όχι;» ολοκλήρωσα.
Δεν απάντησε αμέσως.
«Δεν ήταν καλή η ερώτηση;» ρώτησα αφού πέρασε λίγη ώρα κι ακόμα δεν είχε απαντήσει. Κάπου μια απροσδιόριστη βιασύνη είχε αρχίσει να τυλίγεται και στα δικά μου σπλάχνα.
«Ήταν πολύ καλή ερώτηση» είπε. «Υπάρχει μια απλή απάντηση και μια πολύπλοκη. Η απλή απάντηση είναι: όχι.»
Σήκωσα το χέρι και τράβηξα μια τζούρα από καθαρή αμηχανία. Όπως κάθε του απάντηση, έτσι κι αυτή γεννοβόλησε άλλες δέκα ερωτήσεις αμέσως-αμέσως.
«Αυτό… το ήξερες από πάντα;» διάλεξα μία στην τύχη.
«Α» είπε ικανοποιημένος. «Έχει σημασία αυτό, πιστεύεις;»
Με μιας θυμήθηκα πως ήταν να τον έχω δάσκαλο, μια μόνιμη δυσφορία που είχε ξεχαστεί στους σκοτεινούς μήνες μετά τον θάνατό του. Ατέλειωτες ώρες αινιγματικών διδαχών και απόκρυφων τσιτάτων. Η σκέψη ότι όλα αυτά έπαιζε και να μην ήταν τα σκεύη της βαθιάς σοφίας που νόμιζα πάντα, ήρθε και με βάρεσε κατακούτελα.
Αλλά όχι. Όοοοχι. Πέρασα βάσανα, πήρα ρίσκα για να φτάσω ως εδώ και θα έφευγα μ’ έναν χρησμό, είτε είχε κάποιον να με δώσει είτε δεν είχε.
«Κοίταξε, εγώ είμαι απλώς πεθαμένος, έτσι;» είπε απλώνοντας τα χέρια με τις παλάμες προς τα πάνω, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου. «Υποτίθεται πως το μόνο που είχα να περιμένω πια είναι αιώνια βαρεμάρα. Υποτίθεται περάσανε και πάνε πια οι μέρες που έπρεπε να καθοδηγώ τη νεολαία.»
Πέρασα το τσιγάρο στο αριστερό μου χέρι για να μπορέσω να κουνήσω το δάχτυλο μπροστά στη μύτη του.
«Η νεολαία θα καθόταν μια χαρά ασφαλής αν δεν ερχόσουν να την ξεσηκώσεις» είπα. «Έχεις ευθύνες και τα ρέστα. Πέθανες, σέ θρήνησα, άντε να δούμε τί θα κάνουμε τώρα με το Βόρκαλθ. Ή να γυρίσω στο αγρόκτημα;»
Ο Δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια και ίσιωσε την πλάτη, να τεντωθεί σε όλο του το ανάστημα. Είχα κάπου κάτι τύψεις που τον μιλούσα έτσι, αλλά εδώ είχε σπάσει κάθε αλφάδι και κάθε νήμα κάθε στάθμης. Μέχρι να τελειώσει το δίφυλλο, είχε πει η σαμάνα; Δεν ξέρω αν την πίστευα κι εκείνην πια, πάντως έριξα μια κλεφτή ματιά να δω. Έκαιγε ακόμα.
«Κανείς δεν είναι ασφαλής κάτω από τη βαριά μπότα του Βόρκαλθ» είπε ο Δάσκαλος.
Κατένευσα, επειδή ήταν αλήθεια και το ήξερα. Ο εκνευρισμός μου καταλάγιασε κομμάτι.
«Απλά θέλω να ξέρω…»
Έκοψα στη μέση αυτήν τη φράση καθώς κατάλαβα πόσο βλακεία ήταν ενώ την έλεγα. Ο Δάσκαλος με κοίταξε με κάποιον οίκτο.
«Πολύ λυπάμαι» είπε κι η φωνή του ακουγόταν λες και λυπόταν όντως, «αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά αν αυτό που κάνουμε είναι εκείνο που χρειάζεται να κάνουμε. Θά ’λεγες ότι θα ξεκαθαρίζανε κάποια πράγματα μετά θάνατον αλλά, όπως βλέπεις…»
Έδειξε τριγύρω τις αχνές, τρεμουλιαστές μορφές που μας περικύκλωναν και ανασήκωσε τους ώμους.
«Μάιστα» είπα.
Τα φρύδια του κουβαριάστηκαν πάνω απ’ τη μύτη του σα να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι.
«Βασικά…» είπε αργόσυρτα.
Σιώπησε, κι εγώ περίμενα να μοιραστεί την σκέψη του, θαυμάζοντας που η ικανότητα για σκέψη δεν χανόταν μετά τον θάνατο. Έριξα μια λοξή ματιά γύρω, άραγε όλος αυτός ο συρφετός σκεφτόταν τίποτα; Γιά έπρεπε να ήταν κανείς σοφός Δάσκαλος εν ζωή;
«Που λες» είπε τέλος ο Δάσκαλος, «όχι, δεν ξεκαθαρίζει κάτι εδώ πάνω. Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα εδώ. Αλλά» σήκωσε το ένα δάχτυλο, όπως κάθε φορά που ετοιμαζόταν να στάξει κάποια σοφία, «ακόμα και σε ένα μέρος σαν κι αυτό μπορείς να αποκομίσεις κάποια διδαχή.»
«Ω τέλεια» είπα. «Πες έστω αυτό, να φύγω. Από τα μισόλογα της σαμάνας κατάλαβα ότι δεν έχω πολύ χρόνο. Ένα μισόλογο παραπάνω δεν ξέρω σε τί θα ωφελήσει, αλλά δεν μπορεί και να βλάψει. Άου!»
Μια λάμψη πόνου έσκασε πάνω από το αριστερό μου αυτί. Το χέρι του ήταν εξαιρετικά υλικό, μέχρι και βαρύτερο από πριν, θα έλεγα.
«Μην αυθαδιάζεις, παιδί μου» είπε ενώ έτριβα το πονεμένο μου κρανίο. «Σεβάσου τον χρόνο που ξόδεψα για χάρη σου. Λοιπόν. Κοίτα γύρω σου. Τί βλέπεις;»
Κοίταξα γύρω μου υπάκουα, αν και είχα ήδη δει ό,τι υπήρχε να δω.
«Ένα σκασμό πεθαμένους» είπα κι αμέσως λούφαξα επειδή ξανασήκωσε το χέρι του.
«Έλα, συγκεντρώσου. Τί βλέπεις; Τί κάνουν; Ή μάλλον, τί δεν κάνουν, που κάνουν οι ζωντανοί;»
Τους κοίταξα, πιο προσεχτικά. Τί δεν κάναν; Πάρα πολλά πράγματα δεν κάναν. Δεν μιλούσαν, δεν κουνιόντουσαν. Δεν έσκαβαν τον κήπο τους, δεν καβαλίκευαν το άλογό τους, δεν χτένιζαν τα μαλλιά τους, δεν πετούσαν πέτρες στην αλεπού που τριγύριζε το κοτέτσι τους. Ο αριθμός των πραγμάτων που δεν έκαναν ήταν άπειρος.
«Δεν έχω χρόνο για αινίγματα» είπα γυρνώντας στον Δάσκαλο. «Πες αυτό που θες να πεις να τελειώνουμε να φεύγω.»
Ο Δάσκαλος χάιδεψε το σαγόνι του. Μπορεί να μη ήξερε κι ο ίδιος τί ήταν αυτό που προσπαθούσε να πει, κι αυτή ήταν μια σκέψη που με ταρακούνησε όσο νά ’ναι.
«Κανείς δεν είναι ασφαλής κάτω από την μπότα του Βόρκαλθ» είπε ξανά, αργά. «Έφαγα τα νιάτα μου ψάχνοντας να βρω τρόπο να νικηθεί. Ώρες μέσα σε αραχνιασμένες βιβλιοθήκες, μέρες. Έφαγα σκόνη με το τσουβάλι σκαλίζοντας σκοροφαγωμένους τόμους. Και έξω να αλωνίζουν οι Ορδές, να στοιβάζονται οι νεκροί, να πήζει ο αέρας στις στάχτες, να βολοδέρνουν οι συγγενείς των εξαφανισμένων. Και περνούσαν τα χρόνια και δεν έβρισκα τίποτα.»
Έκανε μια παύση και κοίταξε γύρω του, σαν να έβλεπε ξανά όλη εκείνη τη συμφορά μπροστά του. Εδώ που τα λέμε, η μάζα των γκρι πεθαμένων δεν διέφερε και πολύ από τα κοπάδια των απελπισμένων που συναντάς στις στράτες, εκεί όπου έχουν περάσει οι Ορδές.
«Μετά, πάνω που είχα απελπιστεί, βρήκα την προφητεία» συνέχισε ο δάσκαλος. «Τί ήταν; Μια ντουζίνα λέξεις, το μελάνι τόσο ξεθωριασμένο που σχεδόν δεν διαβάζονταν. Αλλά πόση ελπίδα φούντωσε στο μέσα μου, νά ’ξερες. Και ύστερα άλλα τόσα χρόνια, να βρω το μόνο όπλο που μπορούσε να τον εκμηδενίσει, έπειτα να βρω εσένα, να σε διδάξω όσα θα χρειαστείς… Ο καιρός περνούσε, και στο μεταξύ οι νεκροί, τα αποκαΐδια, συνέχιζαν να στοιβάζονται. Ποιος θα πει σε μένα ότι έκανα το σωστό, χμ;»
Πολύ θα ήθελα να τον έλεγα ότι έκανε το σωστό, αλήθεια. Αλλά πώς να το πω; Ο Βόρκαλθ καθόταν ακόμα στον πύργο του κι έσκαγε από υγεία. Αντ’ αυτού έκανα μερικές αόριστες κινήσεις βγάζοντας κάτι ρόγχους, αλλά κατάλαβα πόσο γελοίο ήταν και σταμάτησα.
Ψέματα. Δεν ήθελα καθόλου να πω αυτό. Ήθελα να τον αρπάξω, να τον τραντάξω, να τον ρωτήσω πώς και με τί μούτρα πήρε και το φόρτωσε όλο αυτό σε μένα. Πώς το φορτώθηκε ο ίδιος. Με τί μούτρα.
Αλλά εκείνος στο μεταξύ είχε πάρει φόρα. Δεν ήξερα αν υπήρχε αίμα, σφυγμός και τέτοια εδώ στον απάνω κόσμο, αλλά φαινόταν να τον είχε ανέβει η πίεση έτσι όπως ανέμιζε τα χέρια του ένα γύρω, δείχνοντας.
«Πες τί βλέπεις;» φώναξε.
Αχ. Τί να βλέπω; Θυμήθηκα το τσιγάρο και τράβηξα μια τζούρα ακόμα, μπας και δω.
Η μάζα των πεθαμένων αναδεύτηκε σαν φύκια στο κύμα. Γκρι ακόμα κι ανέκφραστοι, αυτό δεν άλλαξε.
«Είναι ένα πλήθος…» ξεκίνησα να λέω, αλλά μ’ έκοψε με μια κραυγή.
«Α-χα! Ένα πλήθος. Κοίτα τους. Κοίτα τους! Είμαι ένας από αυτούς, αλλά τώρα που είσαι εσύ εδώ, ξέρω ότι είμαι εγώ. Και ότι είμαστε ένα πλήθος. Αυτοί δεν το ξέρουν. Κατάλαβες;»
Άνοιξα το στόμα να πω όχι, αλλά το ξανάκλεισα απότομα. Ο Δάσκαλος χτύπησε τη γροθιά στη χούφτα του, βλέποντας την κατανόηση να ανατέλλει στο μάτι μου.
«Ααα,» είπα αργά και προσεχτικά. «Θα δώσουμε σε όλους από μια τζούρα και θα γίνουν ο αθάνατος στρατός μας με τον οποίο…»
Το βλέμμα της απογοητευμένης αηδίας που με κατακεραύνωσε εξανέμισε οτιδήποτε λογάριαζα να πω. Ο Δάσκαλος τσίμπησε τη βάση της μύτης του και έκλεισε τα μάτια. Μετά τα ξανάνοιξε και με έπιασε από τον ώμο.
«Παιδί μου» είπε καλοσυνάτα, «όχι αυτοί. Οι από κάτω. Εμένα ο κάτω κόσμος δεν με αφορά πια. Ό,τι είναι να γίνει, θα το κάνετε εσείς εκεί.»
«Εγώ δεν ξέρω αν θα μπορέσω να γυρίσω καν,» είπα τινάζοντας τον ώμο μου. Το χέρι του Δάσκαλου δεν με άφησε. Η μορφή του τρεμούλιασε λίγο, αλλά συνέχισε να με κοιτάζει.
«Μπορεί και να γυρίσεις και να μη γυρίσεις,» είπε. «Μπορεί ο κάτω κόσμος και να σε χρειάζεται και να μη σε χρειάζεται. Μπορεί να έκανα και το σωστό και το λάθος. Μπορεί ο χαμός του Βόρκαλθ και να είσαι εσύ και να μην είσαι. Ταυτόχρονα.»
«Αυτό…»
«Σσστ. Όταν είσαι πλήθος, τί σημασία έχει;»
Και χάθηκε. Έτσι, ξαφνικά. Σαν να μην ήταν ποτέ εκεί. Κοίταξα γύρω, τράβηξα μια τζούρα που την ένιωσα μέχρι τις πατούσες, αλλά τίποτα. Μόνο που ξανάνοιξαν οι νεκροί, ένα στριφογυριστό μονοπάτι όπως και πριν. Ήταν ώρα να φύγω. 

   Το ακολούθησα. Αυτήν τη φορά ήταν άγριο, οι σκιές ταλαντεύονταν, το πρησμένο έδαφος συστρεφόταν και βογκούσε, το μονοπάτι άνοιγε και ξανάκλεινε. Ανηφόριζα και γλιστρούσα και την αμέσως επόμενη στιγμή κατηφόριζα κουτρουβαλώντας. Σαν να περπατούσα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Σαν να με κοσκίνιζαν μαζί με το πλήθος, να με ξεκοκκιάσουν.
πλήθος
Αρπάχτηκα από τη λέξη αυτή, το μόνο πράγμα που βρέθηκε σταθερό μπροστά μου, καθώς τα σκαμπανεβάσματα με πετούσαν από δω κι από κει και η γκρίζα μάζα μ’ έλιωνε. Μπορεί να πεθάνει κανείς εδώ; Με ένα τσίμπημα πόνου, η καύτρα είχε φτάσει στα δάχτυλά μου. Έφερα το χέρι με δυσκολία στο στόμα και τράβηξα μια τελευταία, τσουρουφλιστή. Οι πεθαμένοι διαλύθηκαν σε λεπτή σκόνη που χώθηκε στα πνευμόνια μου μαζί με τον καυτό καπνό, και το έδαφος ανασηκώθηκε και με τύλιξε, γλιτσερό και παγωμένο, κι άρχισε να με συνθλίβει και να με ξεχειλώνει και να με φέρνει τούμπες. Και τέλος, αφού με μάσησε καλά-καλά, με έφτυσε πάνω σε κάτι σκληρό κι ανώμαλο που τράνταξε κάθε κόκκαλο και κάθε εντόσθιο μέσα μου. Όπου και παρέμεινα, χωρίς να με νοιάζει τίποτα. 

   Κάτι έσφιξε το μπράτσο μου και το ταρακούνησε.
«Γύρισες κιόλας;» είπε μια φωνή, βραχνή και ψιλή και τελείως άγνωστη.
Όχι δεν ήταν άγνωστη. Άνοιξα το ένα μάτι και είδα πως ήμουν κάτω από κάτι πεύκα. Ήταν ακόμα νύχτα. Μια φωτιά έκαιγε λίγο πιο κει. Ο αέρας έφερνε καπνό και γιασεμί και… φωνές; Άνθρωποι που τραγουδούσαν κάπου εκεί γύρω. Η σαμάνα έγειρε από πάνω μου, με τις δερμάτινες κορδέλες της και τα λιγδιασμένα τσουλούφια της και τα χαϊμαλιά και τα φτερά να κρέμονται γύρω από τη φάτσα της.
«Τι μ’ έδωσες;» είπα, χωρίς τη δύναμη να βάλω όση οργή θα ήθελα στα λόγια μου.
«Τον είδες; Όλα καλά;»
Έφερα το χέρι μπροστά στα μάτια μου, να κοιτάξω τα δύο εγκαυματάκια που φουσκάλιαζαν κοντά στις αρθρώσεις των δαχτύλων μου. Ανακάθισα, κι ένας οξύς πόνος διαπέρασε το στέρνο μου.
«Ώπα σιγά» είπε η σαμάνα. «Δεν είσαι εντάξει ακόμα.»
Βεβαιώθηκα πως η Δαιμονοσφάχτρα ήταν στη θέση της και γύρισα να κοιτάξω εκεί που ακούγονταν τα τραγούδια. Οι Σσίκολι είχαν κρεμάσει φαναράκια στο ξέφωτο και είχαν αράξει, κουτσοπίνοντας και τραγουδώντας. Μιλούσαν ο ένας με τον άλλον. Γελούσαν και αγγίζονταν.
Σηκώθηκα, με τα χίλια ζόρια αλλά σηκώθηκα, αδιαφορώντας για τις αντιρρήσεις της σαμάνας. Πήγα μέχρι εκεί που ήταν μαζεμένοι οι χωριανοί, τρικλίζοντας, αλλά με αναπάντεχα ελαφριά βήματα. Σαν να είχε πέσει ένας πέτρινος ζυγός από τους ώμους μου. Κάτι νεαροί με κάναν χώρο και σωριάστηκα δίπλα τους. Ένας από αυτούς μ’ έχωσε μια άδεια κούπα στο χέρι. Τη γέμισε από μια νταμιτζάνα με κάτι ροζουλί και με χτύπησε πολύ προσεχτικά στον ώμο.
«Ξέρεις κάτι;» τον είπα. «Είμαστε πολλοί.»
Με χαμογέλασε. Δεν ξέρω αν με κατάλαβε. Ήπια μια γουλιά, το υγρό κατρακύλησε δροσερό και γάργαρο στη γλώσσα μου, ξεπλένοντας τη γεύση της σταχτίλας.
«Είμαστε πολλοί,» ξανάπα. «Και κάτι πρέπει να κάνουμε μ’ αυτόν τον Βόρκαλθ, αλλά έτσι πολλοί που είμαστε, όλο και κάτι θα βρούμε.»
Ο νεαρός τσούγκρισε την κούπα του με τη δικιά μου και τσίμπησε μεζέ από έναν δίσκο κοψίδια που περνούσε εκείνη τη στιγμή από μπροστά μας. Τσίμπησε και για μένα.
Κάπου ψηλά πάνω από το κεφάλι μου ήταν ο ουρανός, αλλά δεν γύρισα να τον κοιτάξω.

 

 

 

  • Like 4
Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Ε τι; Εδώ θα μας αφήσεις; Να μη μάθουμε αν θα φτιάξει ένα στρατό; Κάτι;

Ένα ταξίδι για τη συνειδητοποίηση; Ωραία ιστορία λίγο μεταφυσική για τα γούστα μου αλλά κυλάει και διαβάζεται εύκολα. Ήθελα κι άλλο παντως.

Νομίζω ότι η λέξη σαμάνος δεν έχει θηλυκό μη ούσα της Ελληνικής, ίσως το πιο σωστό θα ήταν η σαμάνος.

 

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Δεν νομίζω ή δεν θυμάμαι (άτιμο Αλτσχάιμερ) να έχω διαβάσει κάτι δικό σου, οπότε δεν μπορώ να κάνω συγκρίσεις ούτε να αποφύγω αυτά που θεωρώ δεδομένα από τις αντιπάλους σου. Άρα το σχόλιό μου πιθανόν να είναι πιο αναλυτικό-κουραστικό από αυτά που έκανα αλλού.

Θα το καταλάβεις επειδή αρχίζω με τον τίτλο, αν και κάτι πήρε το μάτι μου για την σχέση σου με αυτούς. Λοιπόν, προσωπικά εκνευρίζομαι με τα Γκρίνγκλις (βλέπεις τι έκανα;) αλλά δεν έχω πρόβλημα με τα Αγγλικά. Θα τον προτιμούσα λοιπόν στα Αγγλικά.

Μ’ αρέσει πολύ η γραφή και η ιδέα σου. Ίσως καμιά παράγραφος να το έκανε πιο εμφανίσιμο και ευχάριστο στο μάτι και στο διάβασμα.

Θα συμφωνήσω όμως με τον προλαλήσαντα στο ότι μας αφήνεις στη μέση. Αν αυτό είναι μέρος από κάτι μεγαλύτερο που έχεις γράψει ή σκέφτεσαι να γράψεις, πάω πάσο. Αν όχι, νομίζω πως θα μπορούσες να κρατήσεις την ιστορία σου σχεδόν αυτούσια αλλάζοντας όμως  το διακύβευμα σε κάτι πιο απλό, ώστε να μπορεί να κλείσει στο τέλος. Εσύ ξέρεις.

Edited by Old man & SiFi
typo
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

(Μοιράσου το τσιγάρο, μοναχοτζουρού! )

Είχε κάτι το ομιχλώδες, όπως το σκηνικό του, κι έψαχνα να δω τα πρόσωπα, τα νοήματα, πίσω απ' τη θολούρα, τις λέξεις. Ο λόγος κόλλαγε κάπως, με δυσκόλευε, και δεν μου έχει ξανατύχει αυτό σε δικό σου πράγμα.

Η πλάκα που κάνεις, όπως πάντα, δεν στερεί τίποτα από το σύνολο, αντίθετα οξύνει τα νοήματα. 

Όμως σ' αυτό εδώ, το νόημα με μπέρδεψε. Δηλαδή, έτσι όπως δίνεται η λέξη πλήθος, (που του/της λέει ότι ήρθε και τότε αυτός κατάλαβε ότι υπήρχε, ενώ πριν ήταν στο πλήθος), εμένα μου έκανε σαν όχλος. Δηλαδή, ότι η δύναμή μας είναι να ξεχωρίσουμε απ' το πλήθος. Ενώ είδα στο τέλος ότι εννοούσες ότι πρέπει να ενωθούμε σε ένα πλήθος, μια ενωμένη δύναμη.

Μου άρεσε που το φύλο του πρωταγωνιστή/στριας δεν γίνεται σαφές.

Και δεν μπορώ να μη σημειώσω και πάλι κάτι για μεγάλα πνεύματα, (ομίχλες, νεκροί, τέλος πάντων) που συναντιούνται μέσω των ιστοριών τους. :rolleyes:

@WILLIAM

On 4/1/2020 at 11:55 AM, WILLIAM said:

 

Νομίζω ότι η λέξη σαμάνος δεν έχει θηλυκό μη ούσα της Ελληνικής, ίσως το πιο σωστό θα ήταν η σαμάνος.

 

Μα, αφού όλο το κείμενο έχει προφορικό λόγο, ταιριάζει! Η σαμάνα, ναι. :)

 

Edited by Cassandra Gotha
  • Like 3
  • Haha 1
Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi
9 hours ago, Cassandra Gotha said:

(Μοιράσου το τσιγάρο, μοναχοτζουρού! )

 

Δώσε κι εμένα μπάμπη μπάρμπα!

  • Like 2
  • Haha 1
Link to post
Share on other sites
KELAINO
20 hours ago, Cassandra Gotha said:

Και δεν μπορώ να μη σημειώσω και πάλι κάτι για μεγάλα πνεύματα, (ομίχλες, νεκροί, τέλος πάντων) που συναντιούνται μέσω των ιστοριών τους.

Και μετά συναντήθηκαν άλλη μια φορά και κάνανε ακριβώς την ίδια σκέψη, ακριβώς όμως, μέχρι τελείας.

  • Like 2
  • Haha 1
Link to post
Share on other sites
Starbuck

Καλησπέρα :)

Spoiler

Αυτό που με κέρδισε στην ιστορία σου είναι η γραφή σου. Εκτός του ότι μου κίνησε την περιέργεια, το χιούμορ και ο εκλαϊκευμένος λόγος με κάναν να περάσω πολύ ευχάριστα διαβάζοντας. (Βίβα Σαλόνικα με τα με και τα σε σου!)
Το πρησμένο συκώτι είναι μια φανταστική περιγραφή του χώρου, πολύ ενδιαφέρουσα και πολύ γλαφυρή. 
Είναι σαφές ότι αυτό δεν είναι μια ολοκληρωμένη προσπάθεια καθώς αφήνει πολλά ερωτηματικά. Μπορώ να πω, ωστόσο, ότι δεν με πειράζει κιόλας εφόσον ολοκληρώθηκε η σκηνή. Ας πούμε ότι είναι μια ολοκληρωμένη σκηνή ενός μεγαλύτερου έργου.
Τέλος, εγώ φαντάστηκα εξ αρχής μια μαθητευόμενη. Μόνο από τα σχόλια κατάλαβα ότι δεν γνωρίζουμε το φύλο. Μου αρέσει αρκετά αυτό, καθώς μου δίνει την δυνατότητα να πλάσω ελέυθερα στο μυαλό μου την φιγούρα. Η φιγούρα λοιπόν για μένα υπήρξε μία τύπισσα με τζίβες, καστανομαλλούσα, που σε πρώτη φάση μοιάζει να παίρνει τα πράματα ελαφριά και στην πλάκα, όμως στην πραγματικότητα είναι πολύ γενναία και υπεύθυνη. Μπόρεσα να φανταστώ μέχρι και τις γκριμάτσες της!
-Είναι βέβαιο πια ότι έχω πολλή ανάγκη από ενδιαφέρουσες γυναικείες παρουσίες για να μην βαριέμαι.- 

Αυτά από εμένα! Καλή επιτυχία :) 

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Tiessa

Η ιστορία με άφησε λίγο στη μέση, ή μάλλον άλλο περίμενα από το πλήθος και άλλο μάλλον είχες εσύ υπόψη.

Όμως, είχα καιρό να διαβάσω κάτι δικό σου και το γράψιμο με διασκέδασε πάρα πολύ. Θυμήθηκα παλιούς καλούς καιρούς.

Νομίζω επίσης ότι το δίφυλλο ήταν μια πολύ ευφάνταστη χρήση - σε σχέση με τη ντουλάπα που περίμενα να συναντήσω.

 

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Naroualis

Πώς καταφέρνεις κάθε φορά να γκρεμίζεις το σύνηθες, αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω. Πώς παίρνεις την ομηρική Νέκυια και της κάνεις κεφάλι. Πώς (δεν το λέω εγώ, εσύ το είπες, το θυμάμαι καλά) να δίνεις την στράτευσή σου με ενδιαφέροντα κι απλό τρόπο.

Τι δεν μου άρεσε. Χμου. Όχι η ασάφεια (δεν με πείραξε), αλλά... το ομολογώ. Δε μου άρεσε το fantabubble. Καταλαβαίνω τη θέση του, αλλά δε χώρεσε εκεί που έπρεπε να χωρέσει.

Link to post
Share on other sites
Nienor

Αχ, αυτές οι περιγραφές σου (η μάζα των νεκρών ήταν σαν φύκια στον κύμα) καθαρές εικόνες, συγκεκριμένες χωρίς φιοριτούρες κι άλλα ευτράπελα, αυτά τα τον είπα-με είπε-τον είπε, η ντομπροσύνη σου, ρε παιδί μου. Μου είχες λείψει πάρα πάρα πολύ και το ευχαριστήθηκα εξίσου.

Μου άρεσε κι εμένα πολύ η χρήση του δίφυλλου, μου άρεσαν οι διάλογοι (φυσικά) και η όλη κρυψίνους διάθεση του κειμένου και του δάσκαλου. Την ένιωθα την ηρωίδα (κι εγώ ηρωίδα τη φαντάστηκα βασικά, και με κοτσίδες, τυχαίο;) και βασικά εγώ κατάλαβα για το πλήθος. Με κάλυψες δηλαδή.

Spoiler

 

Εμένα δε με άφησε με καμία απορία, δεδομένου ότι το διακύβευμα της συγκεκριμένης ιστορίας είναι το να καταφέρει να πάρει μια πολύ συγκεκριμένη πληροφορία, την οποία για να την πάρει συναντάει δυσκολίες: η 1η είναι ότι πρέπει να επισκεφτεί το βασίλειο των νεκρών και να βρει και πώς στο κέρατο επιβιώνει και βρίσκει αυτό που θέλει κανείς εκεί μέσα, και η 2η (που την περίμενε γιατί τον ξέρει) είναι που δεν μπορεί να πάρει καθαρή απάντηση από τον δάσκαλό της. Το τίκινγκ κλοκ είναι το δίφυλλο που θα τελειώσει και η κορύφωση το ότι (αλλά και το ό,τι) κατάλαβε.

Καταλαβαίνω γιατί μπορεί να παίξει μπέρδεμα στο τέλος και νομίζω πως γιατί συμβαίνει το εξής: ο δάσκαλος της έχει πει αυτά που της έχει πει, ο καθένας κατάλαβε ό,τι θα καταλάβαινε αν κάποιος του είχε πει αυτά που είπε ο δάσκαλος. Η ηρωίδα κατάλαβε αυτό που μας λέει. Πάντως, την απάντηση την πήρε, το διήγημα ολοκληρώθηκε και μάλιστα έχει και καλό τέλος.

Τώρα όποιος περίμενε να δει και τη μάχη, τα κουβαδάκια του και σε άλλο διήγημα 😛 Σε αυτό το διήγημα θα ήταν άσχετη, το τι συμβαίνει με τη χώρα ή τον πόλεμο είναι απλώς το όριτζιν του κόσμου και της ηρωίδας.

 

Τώρα, η αλήθεια είναι πως καταλαβαίνω γιατί και που παίζει το μπέρδεμα, παρόλο που δεν έπαιξε για μένα και καταλαβαίνω και τους λόγους για τους οποίους καλό θα ήτανε να μην παίζει για κανέναν, απλώς δεν έχω την παραμικρή ιδέα πώς θα μπορούσες να το βελτιώσεις, πέρα από το να τα καταθέσω.

Ελπίζω να σε διαβάζω συχνότερα, μου είχες λείψει πάρα πάρα πολύυυ )το ξανάπα, ε; ❤️

 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..