Jump to content

Η Θύρα της Άνοιξης


Recommended Posts

Naroualis

Όνομα Συγγραφέα: Naroualis (εγώ :P )
Είδος: Φαντασιούλα
Βία; Λίγη, ναι
Σεξ; Μπα
Αριθμός Λέξεων: 3359
Αυτοτελής; Αυτοτελής, αλλά χωράει κι εξηγεί ένα τόσο δα μιτσό κομμάτι της Πικρής Στροφής (κόσμο μου που τον παλεύω πολλά χρόνια) και ειδικά ένα κομμάτι του βιβλίου Πνεύματα.
Σχόλια: Παίζει και να μην έχω πει ακριβώς αυτό που θέλω αλλά δεν καταλαβαίνω τι θέλω ακόμα να πω... Τες πα το ανεβάζω ως συμμετοχή στο Game Nostalgic. Μη δίνετε σημασία στα νουμεράκια είναι συνθηματικά για την Πικρή Στροφή.
Αρχείο003. Η Θύρα της Άνοιξης 2.docx

 

 

 

Η Θύρα της Άνοιξης

Μια ιστορία της Πικρής Στροφής

 

Ετούτη η πόρτα δεν έπρεπε να ‘ταν εδώ.

Ποιος την είχε φτιάξει; Ποιος είχε οραματιστεί αυτή την πόρτα σ’ αυτό το συγκεκριμένο σημείο; Ποιος είχε σκεφτεί: «α, εδώ υπάρχει ένα κενό στη δομή του μνημείου, ας βάλουμε μια πόρτα, έτσι για την τσαχπινιά»;

Ο Νετζέμ-Μπενέρ δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πολλές φορές σ’ αυτά τα έξι χρόνια που υπηρετούσε στο Μνημείο της Παιδίσκης, καθόταν και μελετούσε την πόρτα, περνώντας τα δάχτυλά του από τα λεπτά χαράγματα πάνω στη χρυσή επένδυση. Στο ένα φύλλο, η νεκρή απεικονισμένη με την τεχνοτροπία της πατρίδας της, της Μυλήτου, καμπύλες και ρόδακες που έμοιαζαν να πλαταγίζουν στον ανύπαρκτο άνεμο, σώμα λυγερό που έγερνε σαν καλαμιά, ανάμεσα σε λουλούδια που φύτρωναν μόνο στα μέρη εκείνα, τα μακρινά. Στο άλλο φύλλο, με την τεχνοτροπία του Περ-Άα –της χώρας όπου χτίστηκε ο τύμβος της–, ευθείες γραμμές, αυστηρή στάση σώματος, η μια χούφτα σφιγμένη, η άλλη να κρατάει σταθερά ένα άνθος λωτού, ανάμεσα σε λουλουδιασμένους πάπυρους και νούφαρα του ποταμού Κχούφου. Δυο ανοιξιάτικες εικόνες για μια γυναίκα που πέθανε στη δική της άνοιξη, πριν γίνει είκοσι ετών.

Τελευταία, ο νεαρός ιερέας προσευχόταν συχνά στον θεό-προστάτη του, τον Νου-Ανέμρο, τον θεό των αρχέγονων υδάτων, εκείνον που φυλάει τα κρυμμένα, τον κροκοδειλοκέφαλο θεό. Σε παρακαλώ, λύτρωσέ με, ω εσύ που αναδύθηκες μαζί με την Πρώτη Στεριά. Σε παρακαλώ, δείξε μου, εσύ που φυλάς τα κρυμμένα. Δείξε μου κι αν κάνω κάτι κακό, στείλε τους ιερούς σου κροκόδειλους να με φάνε, μη μου δείξεις έλεος.

Ο Ρηξήνορας, που για κάποιον απροσδιόριστο λόγο είχε αυτοανακηρυχτεί επικεφαλής των ιερέων του Μνημείου – κι οι υπόλοιποι ούτε είχαν διαμαρτυρηθεί ούτε κι είχαν περιφρονήσει την εξουσία του, ίσως επειδή ήταν ο μόνος Μυλήσιος από τους δώδεκα ιερείς της νυχτερινής φρουράς τον είχε τσακώσει μια φορά πάνω στην έρευνα.

«Τι ακριβώς κάνεις; Τι χαϊδολογάς εκεί;»

Είχε τολμήσει να υπαινιχθεί, ο ανόητος, ότι ο Νετζέμ-Μπενέρ είχε κάποια ασεβή και αηδιαστική επιθυμία για τη νεκρή κι ότι χάιδευε τη μορφή της πάνω στα φύλλα της πόρτας. Αν ήταν δυνατόν. Για να του αναταθεί αυτό το ιερό πόστο, ο νεαρός ιερέας είχε περάσει από ένα σωρό δοκιμασίες: μόνος αυτός ήξερε την τελετουργία του ανοίγματος της Θύρας ετούτης κι αυτό έπρεπε να λέει πολλά για την εμπιστοσύνη που του είχαν οι υπεύθυνοι του Μνημείου. Ο Νετζέμ-Μπενέρ είχε προσπαθήσει να εξηγήσει στον Ρηξήνορα τις ανησυχίες του: τι θέλει αυτή η πόρτα εδώ; Τι ακριβώς χωρίζει; Αριστερά και δεξιά της δεν υπάρχει τοίχος, μόνο μια υπόστυλη αίθουσα, ίδια ακριβώς και μπρος από την πόρτα και από πίσω της. Η ίδια η πόρτα δεν είχε κάποιο σημάδι που να λέει τι είναι, για ποιο λόγο φτιάχτηκε.

Η προηγούμενή της πόρτα, η Θύρα της Μοιρολογίστρας, είχε γυναίκες με ξυρισμένα κεφάλια, να θρηνούν αιώνια την απώλεια της επιφανούς νεκρής. Και, ταυτόχρονα, είχε και μηχανισμό που, αν δεν τον άνοιγες με συγκεκριμένο τελετουργικό, έριχνε στο κεφάλι σου ένα γιγάντιο τσεκούρι. Η πόρτα μετά την Θύρα της Άνοιξης, η Θύρα με τις Αντιλόπες, είχε αντιλόπες κι άλλα χαριτωμένα ζώα, να τα βλέπει η νεκρή και να ευφραίνεται. Και, ταυτόχρονα, είχε και μηχανισμό που, αν δεν τον άνοιγες με συγκεκριμένο τελετουργικό, εκτόξευε εναντίον σου δόρατα καμωμένα από κέρατα αντιλόπης. Κι όλα αυτά προστάτευαν τον κυρίως νεκρικό θάλαμο, εκεί όπου πριν ογδόντα τόσα χρόνια ο σύζυγος της νεκρής είχε στοιβάξει τόσο χρυσάφι για να την συνοδεύει στον κάτω κόσμο, που λεγόταν πως έφτανε να ντύσει ολόκληρη τη Μεγάλη Πυραμίδα δύο φορές.

Κι ύστερα ήταν και το σχήμα της πόρτας. Όλες οι πόρτες του κόσμου είναι ορθογώνιες. Ετούτη… όχι. Τα δυο φύλλα της ήταν στενότερα στο πάνω μέρος απ’ ό,τι στο κάτω. Λες κι ο κατασκευαστής τους προσπαθούσε να τους δώσει σχήμα βέλους. Ένα βέλος που έδειχνε προς τα πάνω.

Η υπόστυλη αίθουσα δεν είχε ταβάνι. Είχε μόνο ένα πλέγμα από ξόρκια που δεν άφηναν το νερό να περνά. Όταν φυσούσε αέρας, όταν ερχόταν σκόνη από την έρημο στα δυτικά, όταν οι θεοί στέλναν τιμωρίες, και ψάρια και βατράχια πέφταν από τον ουρανό, αυτά περνούσαν όλα από το άνοιγμα, εκεί όπου έπρεπε να υπάρχει ταβάνι και κατέληγαν στο κεφάλι του Νετζέμ-Μπενέρ. Μπορεί η αίθουσα να ήταν υπόστυλη, αλλά οι κολώνες της δεν στήριζαν τίποτα. Πυργώνονταν μόνο η μια δίπλα στην άλλη, σαν δάσος από πέτρα, λογχίζοντας τον αέρα προς τον ουρανό του Περ-Άα. Εφόσον, λοιπόν, δεν υπήρχε ταβάνι, τι ακριβώς έδειχνε η πόρτα;

Ο Ρηξήνορας είχε γελάσει πολύ και δυνατά με τις ανησυχίες του Νετζέμ-Μπενέρ. Πολύ και δυνατά, κι όσο πιο πολύ γελούσε, τόσο κόρωνε ο άλλος, κι όσο πιο δυνατά γελούσε, τόσο σιγουρευόταν ότι κάτι άλλο υπήρχε στην πόρτα, που ο ανόητος ο Μυλήσιος δεν μπορούσε να το διακρίνει.

«Μα είσαι εντελώς ηλίθιος; Τίποτα δε φυλάει η Θύρα της Άνοιξης. Τίποτα. Είναι εδώ μόνο για να τη βλέπουν οι επίδοξοι κλέφτες και να σπάνε το κεφάλι τους τι κρύβει. Όταν δεν υπάρχει κάτι κρυμμένο, ένας φιλύποπτος ηλίθιος, σαν κι εσένα, θα τρομάξει και θα παραιτηθεί από κάθε πονηρή πρόθεση. Δε σας τα μαθαίνουν αυτά στον ναό του Νου-Ανέμρο; Αυτά είναι πράγματα που κάθε ιερέας πρέπει να ξέρει, για να πείθει τους ηλίθιους να προσκυνάνε τους θεούς, αλλά και να γεμίσουν και την τσέπη του με καλούδια».

Βλάσφημα πράγματα, αν ήθελες τη γνώμη του Νετζέμ-Μπενέρ, αν και όχι εντελώς αβάσιμα. Ωστόσο, από εκείνη τη μέρα, πρόσεχε πολύ τα βράδια που περνούσε μπροστά της. Μπροστά στη Θύρα της Άνοιξης. Ή, όπως την έλεγε εκείνος, στη Θύρα της Ενόχλησης.

Εκείνο το σούρουπο, είχε καθυστερήσει. Καθυστέρησε στους καθαρμούς, καθυστέρησε να λιβανίσει το άγαλμα του Νου-Ανέμρο, στον οποίο ήταν ταμένος από μωρό. Καθυστέρησε να ταΐσει τους ιερούς κροκόδειλους του θεού κι εκείνοι παραλίγο να του αρπάξουν ένα χέρι. Καθυστέρησε να ξυρίσει κεφάλι και πρόσωπο, για να ξεχωρίζει από τους λαϊκούς. Καθυστέρησε να φάει μια μπουκιά ψωμί, να πιει μια γουλιά μπύρα, να αλειφτεί με έλαιο κέδρου και βασιλικού – παραδοσιακό και πολυτελές εντομοαπωθητικό, που μόνο ένας ιερέας με τις δικές του απολαβές μπορούσε να αγοράζει. Βγήκε μόνος από τα ιερατικά καταλύματα στις όχθες της λίμνης Ταγγίδας και διέσχισε σχεδόν τρέχοντας τη γέφυρα από ρόδινο γρανίτη, αδιαφορώντας για το θέαμα του ήλιου που έδυε μελαγχολικός και έβαφε τα νερά με χρώματα γλυκά και ζεστά.

Η μικρή βάρκα, που έκανε το πέραμα ως το Μνημείο δυο φορές τη μέρα, ήταν εκείνος ο αρχαίος τύπος σκαριού που τον λέγαν παπυρέλλα: στελέχη παπύρων δεμένα περίτεχνα μεταξύ τους και στεγανοποιημένα με ρετσίνι. Θύμιζε κοιμισμένο κροκόδειλο έτσι όπως λικνιζόταν μισοβυθισμένη στο νερό. Η Νήσος της Ζωής τον κοιτούσε υποτιμητικά από τη μέση της λίμνης, όσο ο Νετζέμ-Μπενέρ πάλευε να επιβιβαστεί. Τα σκυθρωπά πρόσωπα των υπόλοιπων έντεκα ιερέων τον κατέκριναν για την αμέλειά του λιγότερο από το ίδιο το Μνημείο της Παιδίσκης. Πιότερο κι απ’ το Μνημείο, όμως, τον κατηγορούσε το γερακίσιο, αυστηρό βλέμμα του Ρηξήνορα, που ήθελε να γίνονται όλα πιο νωρίς κι από την ώρα τους.

«Πολλή φασαρία σήμερα, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ ούτε τόσο», δικαιολογήθηκε γκρινιάζοντας ο αργοπορημένος. «Τι στο καλό τους έπιασε τους λαϊκούς και κάναν τόση φασαρία;»

«Λένε ότι η κυρα-Πίλι ετοιμάζει ένα μεγάλο γλέντι», μαλάκωσε ένας τους, κάποιος Κενναντεσσέρ, ιερέας του κλέφτη θεού Ιτζά, ένας γεροδεμένος μακρυδάχτυλος που μοσχομύριζε λεβάντα.

«Η κυρα-Πίλι! Σοβαρά τώρα; Θα εξακολουθούμε να τη λέμε κυρά κι αφέντρα, μόνο και μόνο γιατί ο ξεμωραμένος ο Χενκετεράχτ –που είθε να τον κρίνει ο θεός του κάτω κόσμου για την κακία του– την παντρεύτηκε πριν πεθάνει; Μια αυλητρίδα ήταν, και μάλιστα αγνώστου πατρός…»

Με την άκρη του ματιού του είδε τον Ρηξήνορα να κάνει ένα ιερατικό σημάδι με τα δάχτυλα, κάτι που συνήθως σήμαινε «ανάπαυση». Λογικό· είχε αναφέρει τον θεό τον οποίο υπηρετούσε ο Μυλήσιος, μαζί με το όνομα ενός νεκρού. Ακόμα κι οι χειρότεροι χαρακτήρες είχαν δικαίωμα στην μεταθανάτια ανάπαυση.

«Είτε μας αρέσει είτε όχι, είναι επιστήθια φίλης της βασίλισσας. Και τα γλέντια της…» Ο Κενναντεσσέρ αναστέναξε. «Αναγκάστηκα να πάω κάποτε σε ένα. Σου ορκίζομαι στο αριστερό χέρι του Ιτζά πως δεν έχω ξαναφάει, ξαναπιεί και ξαναδιασκεδάσει τόσο πολύ. Κι ύστερα είναι κι ο ξένος πρίγκιπας, ο επίσημος καλεσμένος του γλεντιού. Ο αφέντης Σκύλακας λέει πως όλο αυτό δεν θα ‘χει καλό τέλος, αλλά οι κρεοπώλες κι οι ψαράδες και οι φρουτέμποροι στην αγορά λένε άλλα. Η κυρα-Πίλι κοντεύει να σηκώσει μέχρι τα ψιλά ψαράκια που τρώει η φτωχολογιά».

Ξένος πρίγκιπας; Ο Νετζέμ-Μπενέρ αναρωτήθηκε τι γνώμη είχε για όλα αυτά ο βασιλιάς, που αγαπούσε τους ξένους τόσο, όσο ο ίδιος αγαπούσε τη Θύρα της Άνοιξης. Ο Σκύλακας –ένας Μυλήσιος, από τους ευγενείς με την ισχυρότερη επιρροή στο παλάτι– είχε δίκιο, δεν θα είχε καλό τέλος όλο αυτό.

Η βαρκάδα ως τη Νήσο της Ζωής φάνηκε να κρατάει λιγότερο απ’ ό,τι συνήθως, κυρίως γιατί όλοι, ακόμα κι ο ξινός ο Ρηξήνορας, άρχισαν να κουβεντιάζουν για το θέμα του ξένου και του γλεντιού. Αλλά ο ήλιος είχε ήδη γίνει μια φλοίδα στον ορίζοντα όταν έφτασαν τελικά στα πόστα τους.

Τα πρωινά, το Μνημείο το φρουρούσε μια δωδεκάδα από τους πιο άξιους άνδρες της προσωπικής φρουράς του βασιλιά. Το σούρουπο το παρέδιδαν στους ιερείς που, με προσευχές και εκ θεών εκπορευόμενη μαγεία, το κρατούσαν προστατευμένο από τους κακόβουλους. Η παπυρέλλα έφερνε τους μεν και έπαιρνε τους δε, δυο φορές τη μέρα. Σιωπηλά, χωρίς χαιρετισμούς ή άλλη τελετουργία, εκτός αν υπήρχε κάτι να αναφερθεί.

Αν και περίμενε να καθυστερήσει και σε αυτήν του την υποχρέωση, καθώς από την αρχή της μέρας καθυστερούσε παντού, ο Νετζέμ-Μπενέρ έφτασε στη Θύρα της Άνοιξης ακριβώς την ώρα που έπρεπε για να κάνει τους πρώτους καθαρμούς – το πρόγραμμα είχε άλλους τέσσερις ως το ξημέρωμα. Πίσω του έκλεινε η Θήρα της Μοιρολογίστρας, μπρος του ετοιμαζόταν να κλείσει η Θήρα με τις Αντιλόπες – μια μακριά σειρά από πόρτες που προστάτευαν τους ταφικούς θησαυρούς. Ο ιερέας προσευχήθηκε ως όφειλε σύμφωνα με το τελετουργικό, έκανε τις προσφορές του στην ιερή νεκρή –λιβάνι και τραγούδια και μικρά γλυκά από πολτό χουρμά και σιτάρι– κι ύστερα κάθισε κάτω, στο ειδικό ταπέτο από πλεγμένα φύλλα παπύρου μπροστά από την πόρτα, πιστός φρουρός της στο ημίφως της σκοτεινής αίθουσας, συνεχίζοντας να μουρμουρίζει ευχές και αποτροπαϊκά τρίστιχα.

Η προσευχή του κάποια στιγμή διαλύθηκε στον αέρα, το λιβάνι υψώθηκε νωχελικά και δεν έφτανε πια στα ρουθούνια του, τα γλυκά από χουρμά τα μαγάρισαν μυρμήγκια και νυχτοσκάθαρα. Σκνίπες είχαν βγει από τ’ αυγά τους τις προηγούμενες μέρες, και ψάχναν να τραφούν στα ακάλυπτα σημεία του κορμιού του ιερέα. Φαίνεται πως το έλαιο κέδρου, εισαγόμενο από τα εξωτικά Πύραυνα, είχε ξεθυμάνει. Να θυμηθώ να αγοράσω λίγο φρέσκο αύριο το πρωί, πριν πέσω για ύπνο, αν έχει αφήσει καθόλου η κυρα-Πίλι που να μην το έχει αγοράσει για τους καλεσμένους της, σκέφτηκε και χασμουρήθηκε αφηρημένα. Είπε μια-δυο ευχές ακόμη κι ύστερα βαρέθηκε. Βαρέθηκε, νύσταξε και…

Και ανησύχησε. Δεν του άρεσε το θέμα με τη γιορτή της κυρα-Πίλι. Είχε πει πολλά, είχε προσβάλει την πιο πλούσια χήρα της πόλης, την επιστήθια φίλη της βασίλισσας. Κι αν ο Ρηξήνορας, ο πάντα αυστηρός και ξινός και στριμμένος κι αγκυλωμένος και Μυλήσιος Ρηξήνορας μιλούσε στους άνδρες του βασιλιά για την αυθάδεια του Νετζέμ-Μπενέρ; Αν ένα πρωί, την ώρα που έφτανε η παπυρέλλα πίσω στη στεριά, στη γέφυρα από ρόδινο γρανίτη, τον περίμεναν να τον δέσουν χειροπόδαρα και να τον πάνε σηκωτό σε κανένα λατομείο, να σπάει πέτρες ως να στερέψει ο ποταμόυς Κχούφου;

Η ανησυχία του μεγάλωνε κι είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι ήταν μάλλον υπερβολικός αλλά δεν μπορούσε να ηρεμήσει με τίποτα. Έριξε μια λοξή ματιά πίσω του, εκεί όπου η Θύρα της Άνοιξης περίμενε τη μοναδική μέρα του χρόνου που την άνοιγαν – την επέτειο του θανάτου της νεαρής βασίλισσας. Θυμήθηκε ένα πολύ γλαφυρό αποτροπαϊκό τρίστιχο, κατάρα για όποιον ήθελε να παραβιάσει τον αιώνιο ύπνο ενός νεκρού.

Είθε ο θάνατος να σε βρει στη σκιά της Πρώτης Στεριάς,

στα σαγόνια ενός ιερού κροκόδειλου,

μακριά από κάθε ελπίδα για τιμημένη ταφή.

Το επανέλαβε μια φορά ακόμα, του άρεσε ο τρόπος που γλιστρούσαν οι λέξεις της αρχαίας μητρικής του γλώσσας προς τον ουρανό, σαν το λιβάνι που ανέβαινε ως τους θεούς να τους γλυκάνει. Έριξε μια δεύτερη λοξή ματιά πίσω του, ο χαραγμένος χρυσός της επένδυσης της πόρτας τον έκανε να ξεροκαταπιεί. Ξανάπε το τρίστιχο, πιο δυνατά αυτή τη φορά, ξεκάθαρα, λες και κάποιος θα τον άκουγε και θα τρόμαζε και θα έφευγε, πριν τολμήσει να κάνει τίποτα επιλήψιμο.

Ξανακοίταξε πίσω του. Ένα ανθισμένο νούφαρο από χρυσάφι του έγνεφε κοροϊδευτικά. Γύρνα, Νετζέμ-Μπενέρ. Γύρνα να με δεις. Έχω ένα μυστικό, Νετζέμ-Μπενέρ και το κρατώ καλά φυλαγμένο. Αν γυρίσεις και με κοιτάξεις, Νετζέμ-Μπενέρ, μπορεί να μάθεις το μυστικό μου. Τον λόγο της ύπαρξής μου, το γιατί με έστησαν εδώ, στη μέση μιας απέραντης υπόστυλης αίθουσας δίχως ταβάνι, δίχως μυστικές καταπακτές, παγίδες και προστατευτικά ξόρκια, ενώ άλλες Θύρες μπρος και πίσω μου είναι γεμάτες δηλητηριώδη βέλη, μαγγανείες της φθοράς και υποσχέσεις θανάτου.

Γύρισε. Γονατιστός πάνω στο παπυρένιο ταπέτο, γύρισε και κοίταξε τη δίφυλλη ενόχληση που ένευε προς τα πάνω. Την κοίταξε καλά-καλά, πιο προσεκτικά από ποτέ. Έριξε μια κλεφτή ματιά γύρω, αφουγκράστηκε την ησυχία της νύχτας – κόντευαν πια μεσάνυχτα. Δεν ήθελε να τον τσακώσει ο Ρηξήνορας.

Άπλωσε το χέρι. Χάιδεψε το περίγραμμα της πόρτας, πρώτα του ενός φύλλου, ύστερα του άλλου. Χάιδεψε ύστερα τις εικόνες της φύσης, τα λουλούδια, το γρασίδι στα πόδια της νεκρής. Χάιδεψε, όχι χωρίς να τρέμει λιγάκι, και την ίδια την εικόνα της νεαρής βασίλισσας, τις καμπύλες της μυλήσιας τεχνοτροπίας, τις ευθείες της τεχνοτροπίας του Περ-Άα. Κι ύστερα, λες και κάτι τον φώτισε μέσα στα σκοτάδια του Μνημείου, κοίταξε ψηλά, προς τα κει που φαινόταν να δείχνει η Θύρα της Άνοιξης. Προς τον ουρανό.

Προς τα κει ένευε η Θύρα της Άνοιξης; Προς τον ουρανό; Έδειχνε κάτι έξω από το Μνημείο; Ίσως κάτι έξω από τον κόσμο των θνητών;

Χίλιες ερωτήσεις κατέκλυσαν τον ιερέα του Νου-Ανέμρο, του θεού των αρχέγονων υδάτων. Να είχε λοιπόν κάποιο υπερβατικό νόημα η ύπαρξη αυτής της πόρτας; Να ‘χε κρύψει ο κατασκευαστής της κάποιο αλλόκοσμο μήνυμα στο σχήμα και τον διάκοσμό της; Κάποια διαταγή των θεών, ίσως; Κάποιο χάρτη για την Πρώτη Στεριά, το μυθικό μέρος της ειρήνης, εκεί όπου ακόμη κι οι ιεροί κροκόδειλοι, τα αγαπημένα ζώα του θεού προστάτη του, δεν τρώνε ανθρώπους και μόνο αν τα αναγκάσεις με μια κατάρα, θα το τολμήσουν;

Χαμογελούσε, και δεν το είχε καταλάβει. Χαμογελούσε ο Νετζέμ-Μπενέρ, ενώ νυχτοσκάθαρα μασουλούσαν γλυκάκια από πολτό χουρμά και στάρι, ενώ κουνούπια της λίμνης Ταγγίδας αψηφούσαν το ξεθυμασμένο κεδρόλαδο και του ‘πιναν το αίμα. Τα άστρα τού έγνεφαν, αχνό φεγγαρόφως τον τραβούσε. Άνοιξη. Όλο αυτό ήταν μια πόρτα για την Άνοιξη.

Έπεσαν πάνω του σιωπηλοί, σκιές σχεδόν. Ένα χέρι τού βούλωσε το στόμα. Τον έσπρωξαν βίαια να πέσει στην πόρτα, το κολ με το οποίο είχε βαμμένα τα μάτια του μουτζουρώθηκε καθώς το πρόσωπό του πιεζόταν στο χαραγμένο φύλλο χρυσού. Πρέπει να ήταν τρεις και το βάρος τους του έκοψε την ανάσα. Όταν κατάφερε και πήρε μια –κοφτή, τρομαγμένη– άρωμα λεβάντας πλημμύρισε το στήθος του. Κάποιος ψιθύρισε στ’ αυτί του, σάλιο του ‘βρεξε τα μηνίγγια.

«Άχνα, Νετζέμ-Μπενέρ, αν θέλεις τη ζωή σου. Τώρα θα δεις τι κάνει η πόρτα σου».

Ο Κενναντεσσέρ τού βούλωνε το στόμα. Τον αναγνώρισε από τη μυρωδιά της λεβάντας και από τα δάχτυλά του, μακριά κι επιδέξια. Η φωνή και τα σάλια ήταν του Ρηξήνορα, ποιανού άλλου; Κι ο τρίτος… άγνωστος, με αξύριστο κεφάλι και πρόσωπο. Λαϊκός. Θεοί, λαϊκοί στη Νήσο της Ζωής μέσα στη νύχτα; Τι ήθελαν;

Τώρα θα δεις τι κάνει η πόρτα σου…

Αυτό ήθελαν. Να ληστέψουν το Μνημείο. Τους θησαυρούς της ιερής νεκρής, της βασίλισσας που πέθανε πριν γίνει είκοσι χρονών, που ο άντρας της έχτισε τον μεγαλύτερο τάφο μετά τη Μεγάλη Πυραμίδα για χάρη της. Τι άλλο; Τι άλλο μπορεί να κάνει η πόρτα μου, από το να σας δώσει τους θησαυρούς της;

Έτρεμε λιγάκι, αλλά κατάφερε να κουνήσει το κεφάλι του τόσο όσο να καταλάβουν ότι δε θα μιλούσε. Κάτι κρύο και κοφτερό ακουμπούσε πια στην καρωτίδα του, δε γινόταν να μην υπακούσει. Ο Κενναντεσσέρ χαλάρωσε τη λαβή του αργά.

«Την τελετουργία. Ξεκίνα».

Η διαταγή ήταν σαφής. Έπρεπε να λύσει τα μαγικά δεσμά, σε μέρα άλλη από εκείνη που όριζε το λειτουργικό του Μνημείου. Αυτό ήταν, λοιπόν, γι’ αυτόν δεν τον είχαν σκοτώσει. Έπρεπε να σιγουρευτούν ότι τα μαγικά δεσμά είχαν λυθεί κι άλλος κανείς δεν ήξερε την τελετουργία από τον Νετζέμ-Μπενέρ. Υπάκουσε ξανά, τι άλλο μπορούσε να κάνει; Ήλπιζε μονάχα να τους άκουγε ο ιερέας της επόμενης πόρτας, εκείνος που στεκόταν προσευχόμενος στο βάθος της υπόστυλης αίθουσας, μετρώντας τα κέρατα στις αντιλόπες.

Όσο εκτελούσε το τελετουργικό του ανοίγματος της Θύρας της Άνοιξης, ένιωθε δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά του. Κάπου εκεί στο τέλος, κατάφερε να πει, τάχα σαν μέρος της τελετής, το αποτροπαϊκό τρίστιχο – στα σαγόνια ενός ιερού κροκόδειλου, μακριά από κάθε ελπίδα για τιμημένη ταφή. Κι ύστερα, σχεδόν το μετάνιωσε. Τι κι αν δεν έπιανε η τελετουργία, τι κι αν την είχε αλλάξει, προσθέτοντας το τρίστιχο; Ο μακρυδάχτυλος ήταν ιερέας του Ιτζά, του θεού της κλεψιάς. Όλο και κάποιο κόλπο θα είχε μάθει από τον θεό του, για να παρακάμπτει τόσο υλικά όσο κι άυλα εμπόδια.

Έμεινε σιωπηλός, όσο τον φίμωναν μ’ ένα βρεμένο πανί και τον έδεναν πισθάγκωνα. Το πανί μύριζε παράξενα, σαν ναρκωτικό. Τον έσυραν λίγο πιο πίσω, τον πέταξαν στο παπυρένιο ταπέτο σαν σακί. Ο Κενναντεσσέρ στάθηκε μπρος στην πόρτα, ψαχουλεύοντας να βρει τρόπο ν’ ανοίξει τα φύλλα της, τώρα που δεν υπήρχε μαγικό εμπόδιο.

Ο Ρηξήνορας γονάτισε πλάι στον Νετζέμ-Μπενέρ και τον χτύπησε ειρωνικά στον ώμο.

«Είδες που τελικά είχα δίκιο;» ψιθύρισε. «Τίποτα δε φυλάει η πόρτα σου. Είναι εδώ μόνο για να τη βλέπουν οι επίδοξοι κλέφτες και να σπάνε το κεφάλι τους». Κάγχασε, σχεδόν αθόρυβα. «Εμείς όμως δεν είμαστε επίδοξοι κλέφτες. Είμαστε απλά άνθρωποι που δε μπορούν να βλέπουν να πηγαίνει χαμένο τόσο χρυσάφι για το τίποτα…»

…στα σαγόνια ενός ιερού κροκόδειλου…

Ο Νετζέμ-Μπενέρ σήκωσε τα μάτια στον έναστρο ουρανό, προς τα κει που έδειχνε η Θύρα της Άνοιξης. Κάτι έκρυβε τα άστρα, κάτι ακαθόριστο, σαν σκιά. Κάτι που κατέβηκε σαν πέπλο, σαν πούπουλο περιστεριού, απαλό, σχεδόν αόρατο κι έκατσε στους ώμους του Ρηξήνορα. Ο Μυλήσιος ούτε που το κατάλαβε, κάγχαζε ακόμα σαρδόνια, σαν τσακάλι.

Ο πρώτος θεός δεν ήταν ο θεός-τσακάλι, ο θεός του θανάτου που υπηρετούσε ο Ρηξήνορας. Ούτε καν ο Ιτζά του Κενναντεσσέρ. Ο Νου-Ανέμρο ήταν ο πρώτος θεός, ο θεός που αναδύθηκε μαζί με την Πρώτη Στεριά. Ο θεός που φύλαγε τα κρυμμένα, που αγαπούσε τα νερά, που τιμωρούσε τους ιερόσυλους στέλνοντας τους κροκόδειλους, τα ιερά του ζώα, να τους φάνε.

Κι άλλες σκιές κατέβηκαν από τον ουρανό. Δύο ακόμα, η μια σκαρφάλωσε στους ώμους του ξένου κι η άλλη μπλέχτηκε στα δάχτυλα του Κενναντεσσέρ, που άπλωναν να ανοίξουν την πόρτα. Μια τρίτη γλίστρησε πίσω από τα φύλλα της πόρτας. Και τότε η Θύρα της Άνοιξης, η παράξενη και λοξή κι αχρείαστη, έγειρε μπροστά κι έπεσε πάνω στον ιερέα του Ιτζά, που την ψαχούλευε ακόμα, και τον καταπλάκωσε, με πάταγο που σήκωσε όλη τη Νήσο της Ζωής στο πόδι.

Είθε ο θάνατος να σε βρει στη σκιά της Πρώτης Στεριάς – κι ήταν ο Νου-Ανέμρο ο που αναδύθηκε μαζί της, ήταν η δική του σκιά που έπεφτε πάνω στους ιερόσυλους. Στα σαγόνια ενός ιερού κροκόδειλου – κι ήταν πνεύματα οι κροκόδειλοι-τιμωροί, σκιές που πέφταν από τον ουρανό στους ώμους των καταραμένων. Μακριά από κάθε ελπίδα για τιμημένη ταφή – σίγουρα ο Κενναντεσσέρ δεν θα την έβρισκε ποτέ, το πτώμα του θα πετιόταν στα ακάθαρτα, να το φάνε τα μυρμήγκια και τα νυχτοσκάθαρα.

Δεν του έδωσαν άλλη σημασία του Νετζέμ-Μπενέρ οι κλέφτες που ‘χαν απομείνει. Όρμησαν προς την επόμενη πόρτα, εκεί όπου τους περίμενε ένας ακόμη συνεργός τους ή ένας ακόμη φόνος. Μια σκιά ακόμη έπεσε από τον ουρανό κι έκατσε απαλά πάνω στη μύτη του ιερέα. Η τιμωρία του;

Δείξε μου τι κάνει αυτή η πόρτα κι αν κάνω κάτι κακό, στείλε τους ιερούς σου κροκόδειλους να με φάνε. Μη μου δείξεις έλεος.

Ένιωσε ξαφνικά να πνίγεται. Δεν ήταν ναρκωτικό αυτό που βρώμαγε στο μαντίλι, ήταν δηλητήριο· ο Ρηξήνορας ποτέ δε θα άφηνε πίσω του μάρτυρες και ως ιερέας του θεού του θανάτου, ήξερε ποιο να χρησιμοποιήσει. Ο Νετζέμ-Μπενέρ σήκωσε και πάλι τα μάτια στον ουρανό και πήρε μερικές ανάσες βαθιές, από το στόμα, να επισπεύσει τα πράγματα. Δεν θα τον προλάβαιναν, αν υπήρχαν ακόμα τίμιοι ιερείς στο Μνημείο και δεν ήταν ο μόνος που οι κλέφτες το θεωρούσαν χαμένο κόπο να τον προσεγγίσουν. Δεν τον ένοιαζε κιόλας αν θα τον προλάβαιναν, γιατί τη μεγάλη του περιέργεια, την πιο μεγάλη απορία της ζωής του, την είχε λύσει.

 

Τέλος

 

Edited by Naroualis
  • Like 3
Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Πολύ καλή και γεμάτη ιστορία. Ίσως πάλι να τη βλέπω έτσι γιατί δεν γνωρίζω την κοσμοπλασία που χρησιμοποιείς. Αυτό όμως είναι καλό. Αν κάποιος άσχετος σαν κι εμένα δεν βλέπει κενά, αυτό σημαίνει ότι στέκει μια χαρά και μόνη της, αποκομμένη από αυτά που η συγγραφέας και άλλοι αναγνώστες γνωρίζουν. Απολαυστική σε γραφή και πλοκή.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Πολύ ωραίο, Ευθυμία. Αν κατάλαβα καλά, δηλαδή. Γιατί χρειάστηκα δεύτερη ανάγνωση για να πω ότι κατάλαβα.

Spoiler

Η πόρτα σημαδεύει την Πρώτη Στεριά. Είναι δηλαδή εκεί η Πρώτη Στεριά, εκεί που στέκεται ο ιερέας.

Οι ζωντανές του εικόνες και το πλούσιο μπαγκράουντ είναι η δύναμη αυτού του διηγήματος. Αλλά το ότι μετά από δύο αναγνώσεις δεν είμαι σίγουρη αν κατάλαβα σωστά, ίσως είναι μια μικρή αδυναμία του (ή δική μου :blush:, δεν ξέρω).

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Starbuck

Καλησπέρα :) 

Spoiler

Η γραφή σε αυτή την ιστορία είναι μια σκέτη απόλαυση. Οι εικόνες και η ατμόσφαιρα δίνονται ολοκληρωμένα και με πολύ όμορφο τρόπο. Ξεκινώντας το διάβασμα, με συνεπήρε, με έβαλε για τα καλά μέσα στον κόσμο και την συνθήκη ενώ καταλαβαίνω καλά και τον κύριο χαρακτήρα που είναι ο αφηγητής. Πρόκειται εδώ για μια πετυχημένη πρωτοπρόσωπη αφήγηση. 
Ωστόσο δεν είμαι πολύ σίγουρη ότι κατάλαβα καλά τον σκοπό της θύρας. Μάλλον είναι εκεί για να προστατεύει από τους επίδοξους κλέφτες; Δεν είμαι πολύ σίγουρη ότι μου λύθηκε η απορία. Επίσης οι κλέφτες; Δεν έστειλε ο θεός τα πνεύματα να τους κατατροπώσουν; Πώς και πόσοι συνέχισαν;
Το πρόβλημά μου μάλλον είναι με το τέλος, γιατί δεν μου είναι ξεκάθαρο. Ίσως και να φταίω εγώ. Αλλά όπως και να χει, με αφήνει με ένα ερωτηματικό. Σαν μακαρόνια με κιμά χωρίς αλάτι, δηλαδή! 
Σε κάθε περίπτωση συγχαρητήρια για την πολύ ωραία γλώσσα, την πλοκή, τον ρυθμό του κειμένου και τα ευφάνταστα αλλά και εύηχα ονόματα!

Καλή επιτυχία :) 

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Tiessa

Αχ, ωραίο ήταν. Με ταξίδεψε στα μέρη της κυρά-Πίλι, που είναι γεμάτα αρώματα και μαγεία.

Έξυπνο το κόλπο με τη θύρα. Γενικά μου αρέσουν πάντα οι ιστορίες με παγίδες και προφητείες και τον τρόπο που υολοποιούνται. Και είχα καιρό να διαβάσω κάτι δικό σου, οπότε το απόλαυσα.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Nienor

Τι να σου πω τώρα εγώ εσένα που δεν το ξέρεις ήδη; Το λατρεύω; Τι δεν το υποψιαζόσουνα; Οκ, σοβαρά: Δε θα γίνει ποτέ από τα τρελοσουξεδάκια σου, δεδομένου ότι είναι δύσκολο και βαρύ (ανάθεμα :P) ωσάν την πορτούλα. Αλλά είναι ένα καλό κείμενο, γεμάτο και πράο (μέχρι που δεν είναι πια πράο).

Μηχανολογικά, στατικές μελέτες και τέτοια:

Spoiler

 

Το πρώτο κομμάτι είναι μεγαλύτερο από ό,τι θα ήθελα (μέχρι πριν τον κλέφτη). Πιστεύω πως θέλει μάζεμα. Ασχέτως που οι μυημένοι ξέρουμε για τι πράγμα μιλάς και το απολαμβάνουμε, αυτή είναι μια ιστορία που μπορεί ωραιότατα να στέκεται κι από μόνη της και η δομή της να είναι καλή και για τους υπόλοιπους.

Πες τι θέλει ο καψερός ο παπάς. Πες το καθαρά κάπου στην αρχή, βάλτο σε φράση. Δε θα σου μασήσει το νόημα, μην το φοβάσαι. Απλώς άμα το πεις, ουσιαστικά θα πεις τι να θέλουμε κι εμείς και θα περιμένουμε να μάθουμε και θα φοβόμαστε μήπως πεθάνει χωρίς να μάθει/ουμε. (Και είναι φοβερή η ιδέα ότι θα έρθει ο δολοφόνος του να του δώσει ακριβώς αυτό που θέλει αλλά θα του πάρει και τη ζωή, και η πρώτη φράση που του λέει, please, μην τα ακουμπίσεις αυτά, είναι ήδη τέλεια).

Κι ένα τελευταίο, πάντα, το ξέρεις, το ξέρω, το ξέρουμε, κόψε μερικά ονόματα. Και δύο να καταφέρεις να βγάλεις από κει μέσα κέρδος είναι 😛

 

Είχα μια δυστυχία που μου τελείωσε και δεν είχα άλλο και με το ρυθμό που βγάζεις βιβλία θα κάνω καιρό να αποκτήσω κιόλας. Απαρηγόρητη...

  • Like 3
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..