Jump to content
Sign in to follow this  
King_Volsung

{χωρίς τίτλο}

Recommended Posts

King_Volsung

Είναι ένα όνειρο που είδα πριν από λίγο καιρό (9/5/2005). Όταν ξύπνησα ήμουν κάπως έτσι :dazzled: . Το απόγευμα κάθησα και το έγραψα, γι αυτό δεν θυμάμαι μερικά πράγματα... Είναι κάτι παραπάνω από όνειρο για μένα, αλλά ένιωσα την ανάγκη να το μοιραστώ μαζί σας...

[σχόλια περί πλοκής δεν θέλω! όνειρο είναι είπαμε!]

----------------------

Αν είχα κλειστοφοβία σίγουρα θα ένιωθα άβολα. Σκόνη χιλιάδων χρόνων πλανιόταν στον αέρα και φωτιζόμασταν από το φως των αιώνιων πυρσών. Ήταν μια κατακόμβη, μια κρύπτη. Ήταν και άλλοι γύρω μας. Δεν θυμάμαι όμως πως ήταν η όψη τους και γιατί βρισκόντουσαν εκεί. Ούτε ήξερα γιατί βρισκόμουν κι εγώ εκεί μέσα. Εκείνη τη στιγμή στεκόταν μπροστά μου κάποιος. Ένας άντρας… ένας νεαρός μάλλον, μπορεί και έφηβος. Το καστανόξανθα μαλλιά του ήταν ανακατωμένα και το πρόσωπό του βρώμικο, αν και όμορφο, αθώο, σχεδόν παιδικό. Αν μπορούσα μόνο να θυμηθώ το όνομά του… Αλλά ναι! Αυτός ήταν! Ο Χριστός, ο Ιησούς, ο Υιός του Θεού. Στεκόταν μπροστά μου.

 

«Γεια σου,» του είχα πει.

 

Μου χαμογέλασε.

 

«Ποιος είσαι; Δεν μοιάζεις σαν εμάς.»

 

«Είμαι ο Ιησούς,» μου απάντησε. Η φωνή του ήταν απαλή και ευγενική, όπως και το πρόσωπό του.

 

«Και τι κάνεις εδώ πέρα;»

 

«Ήρθα να δω.»

 

«Να δεις εμάς;» τον ρώτησα.

 

 

«Να, γενικά… έχει καιρό που έφυγα.»

 

«Θα μας βοηθήσεις να βγούμε από εδώ;»

 

«Γιατί;»

 

«Είναι σκοτεινά και βαρέθηκα εδώ μέσα μόνος μου.»

 

«Και αυτοί εδώ τι είναι;»

 

«Αυτοί δε μιλάνε…»

 

«Καλά, θα σας βοηθήσω.»

 

Τότε μαζευτήκαμε πολλά άτομα και αρχίσαμε να χτυπάμε και να σπρώχνουμε τον τοίχο. Αυτός έσπασε μετά από λίγη (ή μήπως πολλή; ) ώρα και έπεσε κάτω με έναν τρομερό θόρυβο. Μία έξοδος είχε ανοιχτεί! Στριμωχτήκαμε μπροστά της όλοι μαζί και αρχίσαμε να βγαίνουμε έξω. Ξεχυθήκαμε όπως ένα ποτάμι κυλάει στην ξερή κοίτη του αφού σπάσει το φράγμα που το συγκρατούσε. Αρχίσαμε να τρέχουμε. Ένας μικρός και στενός διάδρομος και ύστερα ένα δωμάτιο, ίδιο στην όψη με το δικό μας, μόνο που είχε πεταμένα σκόρπια φτυάρια και φέρετραֹ άλλα ανοιγμένα, άλλα αναποδογυρισμένα, άλλα σπασμένα. Στον δεξί τοίχο ήταν μια πόρτα. Το ποτάμι των ψυχών κατευθύνθηκε προς το άνοιγμα κι εγώ ακολουθούσα. Ακόμη ένα δωμάτιο, πιο μεγάλο από το προηγούμενο και πιο φωτεινό.

 

Τότε συνειδητοποίησα πως οι άλλοι ήταν αόρατοι, γιατί πώς αλλιώς θα είχα μια πλήρη εικόνα του δωματίου; Θυμάμαι πως είχε κόσμο εκεί μέσα. Διάφοροι άνθρωποι… άνδρες γυναίκες παιδιά (όχι, τώρα που το σκέφτομαι δεν είχε παιδιά) και ιερείς. Πολλοί ιερείς… Όλοι αυτοί κάθονταν σε παγκάκια στα αριστερά μας και παρακολουθούσαν έναν άλλον ιερέα ντυμένο με πλούσια άσπρα ράσα που στεκόταν σε ένα βάθρο στα δεξιά μας. Η πηγή του φωτός ήταν μια έξοδος ανάμεσα στον κόσμοֹ οδηγούσε Έξω… νομίζω… γιατί τι είναι Έξω και τι είναι Μέσα; Μπορεί κάνείς να το ξεχωρίσει άραγε;

 

Και τότε, ενώ έτρεχα μαζί με τους άλλους (ή μήπως πετούσα; ) παρατήρησα τα πρόσωπα των ανθρώπων που κάθονταν. Είχαν προσέξει την παρουσία μας και έμειναν να μας κοιτάνε ακίνητοι και έντρομοι. Μία γυναίκα είχε καρφώσει το βλέμμα της πάνω μου και άρχισε να ουρλιάζει από τρόμο. Γύρισα από την άλλη ατάραχος και είδα τον Ιησού να μου χαμογελάει καθώς έτρεχε στο πλάι μου. Ένα συναίσθημα με πλημμύρισε τότε. Μάλλον όχι ένα αλλά πολλά. Ό,τι θα μπορούσε να αισθανθεί ποτέ κάποιος άνθρωπος το αισθανόμουν εγώ. Χαρά που έφευγα από εκεί, φόβος για το άγνωστο, θυμός, απελπισία, ευτυχία, αισιοδοξία, απαισιοδοξία, λύπη… τα πάντα. Ύστερα το φως με έλουσε και έφυγα από εκείνο το μέρος.

 

Τώρα βρισκόμουν έξω. Είχα την εντύπωση πως εκείνη η κατακόμβη βρισκόταν λίγο πιο πέρα. Όχι πως με ένοιαζε. Εγώ περπατούσα ήρεμος, σαν να έκανα τη βόλτα μου στο πάρκο κάτω από τα πεύκα και τον λαμπερό ήλιο. Ο Ιησούς ήταν και αυτός δίπλα μου. Περπατούσε με τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη του ακούγοντας προσεκτικά αυτά που του έλεγα. Αλλά δυστυχώς δεν θυμάμαι τι ήταν αυτό… Όλα είναι θολά τώρα.

 

Μετά χωριστήκαμε και τα βήματά μου με έφεραν σε εκείνο το μεγάλο κτήριο. Μερικά σκαλιά που οδηγούσαν σε ένα μακρύ και πλατύ μπαλκόνι. Στον ημιώροφο υπήρχαν πολλά μαγαζιά. Περπάτησα ως την άκρη και κοίταξα το μαγαζί δίπλα μου. Πίσω από την τζαμαρία ήταν ένα γραφείο και πίσω από το γραφείο μία μαύρη γυναίκα. Με πλησίασε και μου μίλησε. Κατάρα αυτή η θολούρα! Δεν μπορώ να θυμηθώ τι λέγαμε. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα παράξενα, δεν ξέρω πώς να ονομάσω ένα τέτοιο συναίσθημα, και κάτι με ώθησε να συνεχίσω. Έστριψα στη γωνία που έκανε το μπαλκόνι και είδα ένα μικρό μαύρο παιδάκι. Το πλησίασα. Το έπιασα από τον ώμο και του μίλησα.

 

«Εδώ είσαι; Η μητέρα σου σε ψάχνει. Θα πάω να τη φέρω. Εσύ μείνε εδώ, αλλά πρόσεχε! Μην βγεις στο ήλιο γιατί θα καείς! Κάτσε εδώ στη σκιά. Είναι ωραία και δροσερά. Εντάξει;»

 

Το παιδάκι, αν και φαινόταν να τα έχει χαμένα, ένευσε με το κεφάλι του. Έτρεξα προς τα κει απ’ όπου ήρθα και στη στροφή παραλίγο να πέσω πάνω στη γυναίκα που συνάντησα πιο πριν. Ήταν η μητέρα του παιδιού φαίνεται και έτρεχε λαχταρισμένη να το βρει. Συνέχισα και είδα τον Ιησού να με περιμένει στα σκαλοπάτια. Προχώρησα ως αυτόν ήρεμος

 

«Βοηθάς τον κόσμο,» μου είπε.

 

«Ναι. Είναι το καθήκον μου.»

 

«Γιατί;»

 

«Γιατί μόνο έτσι αισθάνομαι καλά.»

 

«Είσαι καλός,» μου είπε χαμογελώντας.

 

Εγώ τότε θυμήθηκα. Θυμήθηκα ποιος ήμουν και τι είχα κάνει. Σίγουρα δεν ήμουν καλός.

 

«Πώς ξεχωρίζεις τους καλούς από τους κακούς ανθρώπους;» τον ρώτησα.

 

Ανασήκωσε τους ώμους του και κοίταξε προς τα πάνω. Θα πρέπει να εννοούσε τον Θεό.

 

«Απλώς το ξέρεις…» συμπέρανα.

 

«Κοίτα… κάτσε ακίνητος,» μου είπε.

 

Τέντωσε το χέρι του, σαν να μου έδινε γροθιά στο στήθος. Δεν με ακούμπησε, αλλά τον ένιωσα. Ήταν σαν να πλησίασε έναν μαγνήτη μπροστά μου που απωθούσε κάτι που βρισκόταν μέσα μου. Ένιωσα μια δύναμη να με πιέζει. Χαμήλωσε το χέρι του και μου έριξε άλλη μια παρόμοια μπουνιά, πιο δυνατή αυτή τη φορά. Πρέπει να πω πως ο πόνος που ένιωσα ήταν ευχάριστος. Ακόμη μία στο στήθος και μετά πλησίασε τον μαγνήτη αυτόν στο κεφάλι μου. Κατέβασε το κεφάλι του απογοητευμένος.

 

«Όλοι οι άνθρωποι ίδιοι είναι,» είπε σαν να έκανε μόλις τώρα μια διαπίστωση.

 

Μπορούσα να καταλάβω περισσότερα από αυτά που λέγονταν. Αντιλαμβανόμουν πράγματα που δεν άκουγαν τα αφτιά ή έβλεπαν τα μάτια. Έτσι ήξερα πως αυτό που απωθούσε το χέρι του πιο πριν ήταν το κακό μέσα μου… αν και δεν νομίζω πως μπορώ να λέω κάτι τέτοιο τόσο απλά… «το κακό μέσα μου»… ακούγεται αστείο, αλλά δεν ξέρω πως αλλιώς να το πω. Και έτσι ήξερε και αυτός πως ήθελα να του πω κάτι. Ήθελα να του πω ότι όλοι κάνουμε λάθη. Προφανώς θα το κατάλαβε. Μου χαμογέλασε όπως δεν μου είχε χαμογελάσει πιο πριν, με έναν τρόπο που έλεγε πως όλα θα πάνε καλά.

 

Και τότε όλα έσβησαν, όπως όταν τελειώνει μια ταινία στον κινηματογράφο. Και να ‘μαι τώρα μέσα σε αυτήν την θολούρα...

Edited by King_Volsung

Share this post


Link to post
Share on other sites
Bardoulas©

Παράξενο. Αλλά όμορφα παράξενο. Λίγο με μπερδεύουν οι εναλλαγές στις τοποθεσίες, αλλά είπαμε: όνειρο ήταν. Μόνο μια απορία: έχεις κάνει κάποιο λάθος στο editing ή πέφτεις επίτηδες σε ατέρμονο βρόγχο; (για την επανάληψη του κειμένου μιλάω). Και last but not least, η ατάκα «Όλοι οι άνθρωποι ίδιοι είναι,» είναι απλώς κορυφαία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
King_Volsung

:o

Λάθος στο editing!

Το φτιάχνω τώρα.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..