Jump to content

Ένα Επίσημο Γράμμα


Recommended Posts

Clerk1038

Όνομα Συγγραφέα: Κώστας
Είδος: Φαντασία
Βία; Ναι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3.033
Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Αυτή η ιστορία είναι μια απόπειρα για κωμωδία. Είμαι έξω απ΄ τα νερά μου αλλά το δοκίμασα. Τα σχόλια δικά σας.

 

 

Ένα Επίσημο Γράμμα

 

 

Ο Μπάζιν ξεπέζεψε από το πόνυ. Ο θώρακας του είχε γεμίσει με λασπουριά από το δρόμο. Ο νάνος βάλθηκε υπομονετικά να τον καθαρίζει.

«Λοχαγέ Τούρν. Μας αργήσατε λίγο. Όλα καλά στο βόρειο πέρασμα;»

Ο σταθμάρχης είχε παράξενη βιασύνη. Σε τέτοιους σταθμούς έφτανε αγγελιοφόρος μια φορά το μήνα. Αλήθεια δεν θυμόταν μέρα που να έτρεξε ένας από δαύτους να τον προϋπαντήσει.

«Υπέροχα. Απλά υπέροχα.» Ο Μπάζιν παρατήρησε μια μεγάλη κουτσουλιά στο κίτρινο μανδύα του. «Μα τα χίλια αμόνια.» Με ευσυνειδησία ξεκίνησε να το τρίβει.

Ο σταθμάρχης κοιτούσε σαν πεινασμένος σκύλος το σάκο με τα γράμματα.

«Μπορείς να σταματήσεις να με κοιτάς σαν χοιρομέρι. Νάνε τι στο καλό συμβαίνει;»

«Είναι που...»

«Τι;»

«Έχουμε τόσο καιρό χωρίς γράμματα.»

«Πόσο καιρό;»

«Πολύ.»

«Εσύ περιμένεις γράμμα;»

«Όχι. Εσύ;»

«Εγώ είμαι ο αγγελιοφόρος. Λοχαγός Μπάζιν Τούρν του οίκου Μπέργκαμο.»

«Μα το ξέρω.»

«Τι άλλο ξέρεις και δεν μου λες;»

Τους πλησίασε ένας γεμάτος νάνος με πλούσια γενειάδα. Κι αυτουνού το βλέμμα έτρεξε στο σάκο.

«Επληροφορήθη δια την άφιξη σας. Αξιότιμε μάστορα αγγελιοφόρε.»

Ο Μπάζιν τον περιεργάστηκε αδιάκριτα απ’ την κορφή ως τα νύχια.

«Να υποθέσω ότι εσύ έχεις γράμμα.»

«Ποσώς. Το μάλλον προτιμότερο όπως υποθέσετε ότι ως υπεύθυνος οικονόμος φροντίζω περί τα του κυρίου μου.»

«Ο κύριος σου έχει γράμμα;»

Μάλλον η υπομονή του νάνου τελείωσε.

«Ω ευγενή μάστορα. μη μας τυραννάτε πλειο της κράσεως μας.»

«Σας τυραννάω. Καλά λοιπόν ευγενή οικονόμε να κοιτάξω.»

Ο Μπάζιν ακούμπησε το σάκο με αδιαφορία.

Οι δυο νάνοι ταράχτηκαν σαν να πέταξε κρυστάλλινα ποτήρια από το παράθυρο.

Ο λοχαγός αδιάφορος έλυσε τον μπόγο. Με μεθοδικότητα ξεκίνησε να ψάχνει το πακέτο για το Κέλδετσι, την μικρή αυτή επαρχιακή πόλη. Έβγαλε άλλα μεγαλύτερα πακέτα. Τα τοποθέτησε κατά μέγεθος και σχήμα. Ένα μικρό πακέτο τυλιγμένου υφάσματος έκανε την εμφάνιση του. Το άνοιξε και άρχισε να ερευνά τους φακέλους.

«Πως λέγεται ο κύριος σου;»

Ο οικονόμος απορροφημένος στους φακέλους δεν κατάλαβε πως του απηύθυνε τον λόγο.

Τα χέρια του αγγελιοφόρου σταμάτησαν σε ένα παράξενο μικρό φάκελο. Ο Μπάζιν έβγαλε τα δερμάτινα γάντια του και περιεργάστηκε σχολαστικά τον σφραγισμένο με βουλοκέρι φάκελο. Πορφυρό κερί. Η σφραγίδα του Μπέργκαμο. Άρχισε να αντιλαμβάνεται το επίσημο της περίστασης.

«Αυτός είναι ο φάκελος λοχαγέ.»

«Το δίχως άλλο ο εν λόγω φάκελος προορίζεται δια τον κύριο μου.»

«Άντε δώστο μάστορη μου να τρέξω να προφτάξω τα μαντάτα.»

«Η ευθύνη αυτή είναι μείζονα της θέσεως ενός κοινού σταθμάρχου. Εν προκειμένω περίκειται εις εμέ τον πιστό και φρόνιμο οικονόμο η μεταφορά του φακέλου.»

«Μπορείτε να μαλώσετε αν θέλετε αλλά αυτός ο φάκελος παραδίνεται μόνο στα χέρια ευγενούς. Είναι σφραγισμένος με το έμβλημα του οίκου.» Ο Μπάζιν έδειξε τη σφραγίδα. Ένα πόνυ με φτερά ήταν το έμβλημα του μεταφορικού οίκου.

«Εμπνευσμένο.»

«Ποιο;»

«Μα αληθώς περίτεχνο.»

«Ποιο λέτε τώρα;»

«Το ζώο. Το μοσχάρι με τα φτερά.»

«Ουδαμώς. Δεν πρόκειται περί δαμάλεως αστοιχείωτε. Μάλλον δε περί άρκτου η εικών ταύτη.»

«Για το πόνυ μιλάτε;»

«Ναι»

«Τω όντι»

«Σας ενθουσιάζει;»

Οι δυο νάνοι κοιτούσαν ενθουσιασμένοι το μικρό λευκό φάκελο. Ο σταθμάρχης είχε τα χέρια του πιασμένα σαν παιδί που λιγουρεύεται καραμέλα. Ο οικονόμος κρατούσε σκεπτικός το πηγούνι ανακατεύοντας την μακριά γενειάδα με βλέμμα στοχαστή.

«Πάντως το γράμμα δεν σας το δίνω.»

Κεραυνός τους χτύπησε.

«Γίνεσαι γελοίος. Εσύ απλά είσαι μεταφορέας. Δώστο εδώ.»

«Πως τολμάς τέτοια αναίδεια. Πάραυτα το τεμάχιο χάρτου.»

Ο Μπάζιν γρήγορα οπισθοχώρησε και οι επίδοξοι ληστές κουτούλησαν με φόρα.

«Η παρεμπόδιση της συμφώνου με τον παραδοσιακό νόμο παραδόσεως αλληλογραφίας επιφέρει ποινή στο όνομα της βασιλικής εξουσίας.»

Ζαλισμένοι από το χτύπημα τον άκουγαν μάλλον ηττημένοι.

«Να το πας μόνος τότε και γρήγορα.»

«Τάχιστα Κύριε. Σας δέομαι.»

«Τι δουλεία μας δεν ξέρουμε.»

Ο Μπάζιν σήκωσε το βλέμμα του στην μικρή ορεινή πόλη. Το αρχοντικό φαινόταν στο άκρο της πόλης.

«Ξεκινάω. Τα υπόλοιπα γράμματα δικά σου.» Παρέδωσε μερικούς φακέλους στον σταθμάρχη. Έπιασε τα γκέμια του πόνυ και το πήρε με τα πόδια.

Το ήρεμο πρωινό και οι έρημοι δρόμοι του φέραν μια χαλάρωση. Έφτασε στην πλατεία της πόλης. Στο κέντρο δέσποζε ένα πηγάδι. Πέτρινο, κυκλικό. Διάφοροι δρόμοι ξεκινούσαν από εδώ. Ο Μπάζιν άρχισε να ξύνει τα γένια του. Βρήκε ένα μικρό κλαδάκι και το πέταξε στο χώμα. Το απόβρεχο είχε βάψει όλη την πόλη. Λάσπη.

Να σου μια γεροδεμένη γυναίκα νάνος να κυλάει ένα βαρέλι, που φαινόταν άδειο. Η γυναίκα σιγοτραγουδούσε σε χορευτικό σκοπό. Η φωνή της αντηχούσε βαριά στην ησυχία. Μόνο που τα λόγια ήταν κάπως φτωχά.

«Πάω. Πάω-παώ. Πααίνω. Παώ.»

«Να σε ρωτήσω καλή γυναίκα.»

«Πάω.»

Η γυναίκα που ζύγωσε στο πηγάδι άφηνε ένα μονοπάτι καθαριότητος καθώς το βαρέλι μάζευε την λάσπη όπου περνούσε. Άρχισε να σπρώχνει ξανά μόνο που έφτιαχνε κύκλους το πηγάδι. Πίσω της ένα παιδάκι με ένα ψεύτικο βαρελάκι την μιμούνταν.

«Παρακαλώ;»

«Πάωω.»

«Μια ερώτηση;»

«Παγαίνω.»

«Να σου πω...»

«Πήγα πήγα πη-γά.»

Ο Μπάζιν αναστέναξε.

Η γυναίκα σταμάτησε απότομα ακριβώς μπροστά του.

Το βαρέλι ήρθε πίσω-μπρός. Δεν ήταν καθόλου άδειο. Μια υποψία μυρωδιάς. Μπύρα.

«Για τελευταία φορά μπορώ να σε ρωτήσω γυναίκα κάτι;»

«Έ και δε ρωτάς.»

Ο Μπάζιν έφερε το χέρι του στο μέτωπο του.

Ένας κοκαλιάρης σκύλος, μάλλον τσοπανόσκυλο, άρχισε να μυρίζει το παιδάκι.

«Ξέρεις προς τα που να πάω για το αρχοντικό της πόλης;»

«Ξέρω.»

«Πες μου.»

«Τι να σου πω;»

«Πες πως.»

«Πως δηλαδή;»

«Πως θα πάω στο αρχοντικό.»

«Με το πόνυ; Μπορείς και με τα πόδια δεν είναι μακριά.»

«Το δρόμο. Θα μου δείξεις το δρόμο για το αρχοντικό αυτού του φιλόξενου τόπου;»

«Ακολούθα.»

Η γυναίκα άρχισε να κυλάει το βαρέλι σφυρίζοντας. Την ακολουθούσε το παιδάκι. Το ακολουθούσε ο σκύλος. Μετά τον σκύλο πήρε σειρά ο λοχαγός με το πόνυ.

Κάναν έναν ολόκληρο κύκλο γύρω απ’ το πηγάδι. Ένα γαϊτανάκι σαν μικρή γιορτή. Το βλέμμα του νάνου είχε αφεθεί να παρακολουθεί το γύρισμα του βαρελιού.

Ο Μπάζιν το πήρε χαμπάρι.

«Σταμάτα.» Η αγριοφωνάρα του ξάφνιασε την γυναίκα που σκόνταψε και έπεσε με τα μούτρα στο βαρέλι. Το παιδί φρέναρε απότομα πατώντας το σκυλί. Το τρομαγμένο σκυλί κλαψούρισε ουρλιάζοντας. Το πόνυ σάστισε και τίναξε τα πίσω του πόδια κλωτσώντας το βαρέλι. Το βαρέλι μισοπλάκωσε την γυναίκα.

Ο Μπάζιν χαστούκισε τον εαυτό του.

«Είμαι καλά. Καλά. Κα-λά.» Τίποτε δεν την αποθάρρυνε.

«Το αρχοντικό είναι σε εκείνο το δρόμο.» Είπε δείχνοντας με το δάκτυλο χωρίς να μπορεί ακόμα να σηκωθεί.

«Ευχαριστώ.»

Με τα γκέμια στο χέρι έσπασε την πομπή και ξεκίνησε πάλι για τον άρχοντα. Άκουσε την γυναίκα που σηκώθηκε τελικά και άρχισε να σπρώχνει πάλι. Τώρα το τραγούδι ήταν μοιρολόι.

Το αρχοντικό, ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι με σκάλα για να ανέβεις στην είσοδο. Με αποθήκη στο ισόγειο. Με χώρο για τους υπηρέτες και κουζίνα.

«Ουφ. Τώρα στη δουλεία μας Φρέντερικ.» Έδεσε το πόνυ σε ένα πάσσαλο για άλογα.

Ισιώθηκε. Τινάχτηκε. Τεντώθηκε. Προσπάθησε να ισιώσει τα απείθαρχα μαύρα κατσαρά μαλλιά του και στυλώθηκε για την ξύλινη διπλή πόρτα. Οι κολώνες της πόρτες διακοσμημένες με ένα οικόσημο με ένα μεγάλο Χ.

Χτύπησε αποφασιστικά την πόρτα.

«Αγγελιοφόρος του Μπέργκαμο. Ανοίξτε παρακαλώ.»

Σε λίγο η πόρτα άνοιξε σιγανά. Εμφανίστηκε μια γυναίκα και δειλά του έκανε νεύμα να μπει.

Ο Μπάζιν μπήκε με βάδισμα απλωτό. Ήθελε να δώσει μια επισημότητα στην περίσταση. Δεν έμπαινε κάθε μέρα στα σπίτια αρχόντων.

Η μεγάλη σάλα φωτίζονταν από τα παράθυρα. Όλα καθαρά και νοικοκυρεμένα. Ίσως πολύ καθαρά. Στο δάπεδο ένα χαλί. Πράσινο με στολίσματα κίτρινα και άσπρα. Στο τέλος του χαλιού μια φιγούρα καθόταν στη μεγάλη ξύλινη πολυθρόνα.

Ο Μπάζιν ξερόβηξε. «Χαίρομαι που σας γνωρίζω άρχοντα.» Το ξεφωνητό του δεν άφησε να ακουστεί καθαρά ούτε μια λέξη. Τότε κατάλαβε ότι μάλλον έπρεπε να πλησιάσει.

Με βήμα αργό σαν σημαιοφόρος έφτασε στην μεγάλη καρέκλα. Για να δει εκεί καθισμένη την οικοδέσποινα και όχι τον άρχοντα.

«Τα σέβη μου αρχόντισσα.»

«Κόμισσα.»

«Μάλιστα. Τα σέβη μου Κόμισσα.»

«Ποιος είστε και τι θέλετε στη πόλη μου;»

«Είμαι ο λοχαγός Τουρν Μπάζιν του οίκου Μπέργκαμο. Φέρνω ένα επίσημο γράμμα για τον Κόμη.»

«Ζατρίνα.» Η ψηλή φωνή της Κόμισσας του έκοψε τι φόρα.

Η συνεσταλμένη γυναίκα εμφανίστηκε κρατώντας μια απόσταση από την κυρία της. Κρατούσε έναν μπλάστρι, ένα ψαλίδι, μια κανάτα και μια κουτάλα.

«Που είσαι και σε φωνάζω Ζατρίνα; Γιατί αργείς;»

 Η υπηρέτρια έδειξε σιωπηλά προς το βάθος όπου μάλλον ήταν η κουζίνα.

«Τι; Τι είναι αυτό; Μίλα παιδί μου μουγκάθηκες.»

«Κουζίνα.» Είπε δειλά η υπηρέτρια.

«Έ γιατί δεν το λες τόση ώρα. Είσαι στην κουζίνα. Ωραία. Δώσε νερό στον επισκέπτη μας.» Το βλέμμα της Κόμισσας δεν έφυγε από τον αγγελιοφόρο.

Η Ζατρίνα ακούμπησε κάτω τον μπλάστρι και το ψαλίδι. Πλησίασε τον Μπάζιν και ρίχνοντας λίγο νερό στην κουτάλα προσπάθησε να του δώσει.

«Δε θα πάρω ευχαριστώ.»

Η υπηρέτρια του έδωσε την κανάτα και πήγε μέσα στην κουζίνα. Ξαναήρθε με μια κούπα. Του έδωσε την κούπα και την κουτάλα και του πήρε την κανάτα.

Ο Μπάζιν την κοιτούσε ανήσυχος. Κάποια άγνωστη συνήθεια; Μήπως έπρεπε να φανεί πιο ευγενικός πιο βολικός φιλοξενούμενος.

Πήρε από την υπηρέτρια την κανάτα και της έδωσε την κούπα και την κουτάλα. Μετά γέμισε την κούπα και της είπε: «Πιείτε παρακαλώ.»

Η υπηρέτρια κοίταξε την Κόμισσα και μετά τον αγγελιοφόρο.

«Πιείτε επιτέλους.»

«Ευχαριστώ στην υγειά σας.» Ο νάνος κατέβασε λαίμαργα το νερό από την κανάτα.

Η υπηρέτρια ήπιε το νερό στο ποτήρι. Πήγε πίσω σήκωσε τον μπλάστρι και το ψαλίδι και πήγε στη κουζίνα.

«Για πείτε μου τι είναι αυτό το μήνυμα που φέρνετε. Τόσο σημαντικό που δεν μπορούσατε να το αφήσετε στο σταθμάρχη.»

Ο Μπάζιν κρατούσε στα χέρια την άδεια ξύλινη κανάτα.

«Πρέπει να παραδοθεί στα χέρια του Κόμη. Έχει την σφραγίδα του οίκου Μπέργκαμο. Πείτε μου σας παρακαλώ το όνομα του Κόμη για να εξακριβώσω τον παραλήπτη.»

«Έρθεντουρ.»

«Ο κόμης Έρθεντουρ. Μάλιστα.»

«Ζατρίνα.» Άλλη μια στριγγλιά. Το αίμα του Μπάζιν πάγωσε.

Η υπηρέτρια εμφανίστηκε κρατώντας ένα μαχαίρι.

«Δεν μου λες θα αφήσεις για πολύ την κανάτα με τον ξένο.»

Η υπηρέτρια νευρική πλησίασε τον Μπάζιν πήγε να του αρπάξει την κανάτα, άλλα με το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι. Ο παλιός στρατιωτικός απέκρουσε με την κανάτα.

Η υπηρέτρια σαφώς συγχυσμένη ξαναπροσπάθησε. Το έκανε και τρίτη φορά.

Ο Μπάζιν της πήρε το μαχαίρι και της έδωσε την κανάτα. Η υπηρέτρια ξεκίνησε να φύγει.

Ο νάνος ξερόβηξε.

Η υπηρέτρια γύρισε πήρε και το μαχαίρι και εξαφανίστηκε στην κουζίνα.

«Για σας δεν είναι ο Έρθεντουρ, αυτό είναι το μικρό του. Για σας κόμης Έχτος.»

«Για μένα αξιοσέβαστη Κόμισσα είναι πρώτος. Ο πρώτος που θα παραδώσω ιδιοχείρως επιστολή.»

«Όχι δεν καταλάβατε είναι ο Έχτος.»

«Έχετε τόσο μεγάλη γενεαλογία.» Ο Μπάζιν προσπάθησε να θυμηθεί. Έσπαγε το κεφάλι του.

«Δηλαδή υπήρχαν άλλοι πέντε ‘Ερθεντουρ πριν από αυτόν. Ούτε βασιλιάς τέτοιο πράμα.»

«Μα απαίσιε χωριάτη. Σου λέω λέγεται Έχτος. Ο Κόμης Έρθεντουρ Έχτος. Δεν είδες το μεγάλο Χ στην πόρτα.»

«Ά α κατάλαβα. Και πού είναι ο κόμης Έχτος αν επιτρέπεται;»

«Ο κόμης είναι εκτός.»

«Ναι αυτό το 'πιασα. Έχτος. Πού είναι όμως;»

«Σου είπα ανεκδιήγητη λαϊκάντζα είναι εκτός. Στρίβε από δω τώρα. Δίνε του. Με τάραξες. Πόπολο.»

Η συνοφρυωμένη όψη της Κόμισσας δεν άφηνε περιθώρια για συζήτηση. Ο Μπάζιν έκανε μεταβολή και έφυγε με την ουρά στα σκέλια. Πριν κλείσει την πόρτα τον πλησίασε αθόρυβα η υπηρέτρια. «Στο δάσος.»

Ο Μπάζιν για μια στιγμή κοντοστάθηκε. Άλλα τελικά αποφάσισε να μην το πιέσει το θέμα.

«Καλέ μου Φρέντερικ θα σε αφήσω για λίγο ακόμα μόνο. Πρέπει να βρω έναν Κόμη. Στο δάσος.»  

Παντού κόσμος ξεκινούσε για τις δουλείες του. Νάνοι μεσήλικες και γριές. Κάτι του φαινόταν παράξενο στο Κέλδετσι. Γιατί οι δυο άντρες είχαν τόση μανία να παραδώσουν το γράμμα.

Κατά φωνή. Καθώς κατηφόριζε προς την πλατεία για να ρωτήσει για το δάσος είδε τους δυο άντρες και έναν τρίτο, ακόμα πιο περίεργο, έναν σπανό νάνο.

«Επιτέλους ήρθε η μέρα. Σας λέω θα ξεπλυθεί η ντροπή μας.»

Ο σταθμάρχης έκανε νόημα στον σπανό πως ο ξένος ήταν κοντά. Ο σπανός γύρισε. Τα μάτια του στένευαν σαν να τα τύφλωνε φως. Η όλη όψη του είχε κάτι που σε τάραζε.

«Καλώς τον αγγελιοφόρο μας. Μπορώ να υποθέσω ότι δεν βρήκατε τον Κόμη μας στο σπίτι του, ναι;»

«Να το υποθέσεις. Να σε ρωτήσω.» Η περιέργεια νίκησε τον Μπάζιν. «Είσαι σπανός;»

«Είμαι.»

«Συνέχεια;»

«Ναι.»

«Και το χειμώνα;»

«Γιατί τον χειμώνα;»

«Επειδή κάνει κρύο. Συμφέρει να έχεις μούσια το χειμώνα.»

«Συμφέρει δε συμφέρει, δεν έχω.»

Το βλέμμα του λοχαγού προσπαθούσε να χωνέψει αυτή την εικόνα. Θυμόταν μια περίπτωση. Είχαν ξυρίσει στον πόλεμο έναν λιποτάκτη. Μήπως αυτός ήταν λιποτάκτης; Αλλά τότε θα είχαν μακρύνει τα γένια του. Απλά η κούραση του μπέρδευε το μυαλό.

«Ξέρετε που είναι ο Κόμης;»

«Ξέρουμε.»

«Μου είπαν στο δάσος.»

«Έχει μια κυνηγετική καλύβα. Περίπου δυο χιλιόμετρα στο μονοπάτι του δάσους. Βάλε-βγάλε.» Ο σπανός του έδειξε την κατεύθυνση.

«Ευχαριστώ.»

«Στις υπηρεσίες σας. Να φροντίσετε να ανοίξει ο ίδιος ο Κόμης το γράμμα. Όπως ορίζει η παράδοση.»

«Θα φροντίσουμε.»

Ο Μπάζιν μπήκε στο δάσος.

Το δροσερό πρωινό και οι φωνές του δάσους τον έβαλαν σε ρυθμό ταξιδιού.

Όχι. Πρέπει να συγκεντρωθώ. Αυτό το γράμμα είναι το πιο σημαντικό γεγονός της ταχυδρομικής μου καριέρας. Κόμη Έχτος σου’ ρχομαι.

Με βήμα γοργό και σταθερό κάλυψε την απόσταση. Η μικρή ξύλινη καλύβα φάνηκε σε ένα ξέφωτο. Μπροστά στην καλύβα μια μικρή φωτιά. Και γύρω απ’ τη φωτιά.

Ο Μπάζιν έκανε τα τελευταία εκατό μέτρα με βήμα αργό. Προσεκτικό. Ένιωθε σαν να ταξίδευε στη χώρα των ονειρικών πλασμάτων του δάσους. Μπερδεμένες μυρωδιές επιτέθηκαν στα ρουθούνια του. Μια χαλάρωση τον σκέπασε.

Γύρω απ’ τη φωτιά που σιγόκαιγε νάνοι, νέοι και νέες. Ξαπλωμένοι και καθισμένοι οκλαδόν στο χορτάρι. Κουκουλωμένοι με πολύχρωμες κουβέρτες. Σχημάτιζαν ένα κύκλο. Και ποιος έλεγε τα παραμύθια σε αυτή την περίεργη κατασκήνωση. Ένας κατάξανθος νάνος κοντά στην ηλικία του αγγελιοφόρου. Με μακριά γένια και μαλλιά πλεγμένα όλα σε πλεξούδες. Το γαλάζιο βλέμμα που τον παρακολουθούσε αδιάκριτα, έμοιαζε με το βλέμμα ενός ηλίθιου. Όλοι σιωπηλοί κοιτούσαν τον ταλαίπωρο ξανθό νάνο που φορούσε τα κέρατα ενός ελαφιού για κορώνα. Και ο νάνος απαθής κοιτούσε τον Μπάζιν.

«Ο κόμης Έρθεντουρ Έχτος;»

«Ναι ναι με λένε έτσι ορισμένοι.»

«Ορισμένοι;»

«Κάποιοι.»

«Κάποιοι;»

«Όχι όλοι.»

«Είστε ο κόμης Έχτος;» Ο Μπάζιν ρώτησε πεισματικά. Αυτό το κυνηγητό έπρεπε να λήξει.

«Είναι ο κόμης. Είναι ο κόμης.» Με μια φωνή η μισοκοιμισμένη κομπανία διακήρυξε.

«Τους ακούς. Μιλάνε και όταν σωπαίνω.»

Αυτό παρατράβηξε.

«Λοχαγός Μπάζιν Τούρν. Αγγελιοφόρος του οίκου Μπέργκαμο. Έχω για σας ένα επίσημο γράμμα. Ορίστε.» Ο Μπάζιν έτεινε το χέρι του προς τον Κόμη που καθόταν σε ένα ξύλινο σκαμπό.

«Πάρτο από ‘δω. Δεν θέλω να ακούσω από κανένα. Δε θέλω νέα.»

«Δε θέλει νέα. Δε θέλει νέα.»

Τα νεύρα του Μπάζιν άρχισαν να σπάνε.

«Πάρε το γράμμα. Πρέπει να το πάρεις και να το ανοίξεις. Μόνο ευγενής μπορεί να σπάσει την σφραγίδα. Το λένε οι παραδόσεις.»

«Τις καίω τις παραδόσεις.»

«Τις καίει τις παραδόσεις. Τις καίει τις παραδόσεις.»

«Βουλώστε το βλαμμένοι.»

Ο Μπάζιν όρμησε στον Κόμη. Άρπαξε το χέρι του και το έβαλε πάνω στη σφραγίδα. Ο Κόμης το τράβηξε επίμονα. Η σφραγίδα έσπασε.

Το γράμμα σαν ζωντανό πλάσμα φτερούγισε και στάθηκε στο κέντρο του κύκλου. Άστραψε, και μια πράσινη λάμψη στροβιλίστηκε και άρχισε να στάζει σαν νερό της βροχής σε τζάμι. Η σταλαγματιές κάναν ένα μεγάλο περίγραμμα. Σε ένα λεπτό η μαγική δύναμη έφερε ολοζώντανο μπροστά τους ένα τρολ.

«Ποιος είναι ο Κόμης;»  Άσχημο πρασινωπό πλάσμα. Ύψος δυο και μέτρα. Μύτη γαμψή. Μαλλιά πράσινα και λιγδιασμένα. Νύχια κίτρινα και άγρια. Φωνή βάρβαρη.

«Ποιος είναι ο Κόμης;» Η βαριά βαλλίστρα στα χέρια του τρολ γυρνούσε μια δεξιά μια αριστερά. Οι αποχαυνωμένοι νέοι το κοιτούσαν με αδιαφορία.

«Αυτός είναι ο Κόμης.» Τσίριξε ο Έρθεντουρ δείχνοντας τον Μπάζιν.

«Αυτός είναι ο Κόμης. Αυτός είναι ο Κόμης.» επανέλαβε ο κύκλος.

Το βόλι σφηνώθηκε στο ύψος της καρδιάς. Μόλις και εκ θαύματος γλίτωσε ο Μπάζιν.

Κάτι ήξερα φαίνεται και κουβαλούσα αυτό το θώρακα πάνω μου τόσα χρόνια.

«Μην ρίχνεις σε μένα. Είμαι ο ταχυδρόμος.» Έχω ακούσει για αναγγελία θανάτου αλλά αυτό παραπάει.

«Ταχυδρόμος;» Το τρολ έφτυσε την λέξη προσπαθώντας να σκεφτεί.

«Δεν είσαι ταχυδρόμος είσαι ο Κόμης, και εγώ είμαι ο πιστός υπηρέτης σου Κόμη Έχτος.» είπε ο Έρθεντουρ.

Το τρολ στο άκουσμα του ονόματος βιάστηκε να γεμίσει την βαλλίστρα μουρμουρίζοντας: «Είσαι εχθρός.»

«Είσαι εχθρός. Είσαι εχθρός.» σιγοντάριζε η κομπανία.

Ο Μπάζιν άλλαξε χίλια χρώματα. Τράβηξε τα γένια του. Μια χούφτα τρίχες του μείναν στο χέρι.

«Καλά. Καλά είμαι ο Κόμης. Σου προσφέρω την φιλοξενία μου.» Ο Μπάζιν θυμήθηκε της μυρωδιές.

«Πάρε να φας κάτι. Σίγουρα πεινάς.»

«Σίγουρα πεινάς. Σίγουρα πεινάς.»

«Πεινάω;»

«Μα θέλει και ρώτημα.» Ο αγγελιοφόρος άρπαξε ένα καλάθι γεμάτο καρπούς και μανιτάρια από έναν νέο και το πρόσφερε στο μπερδεμένο τρολ.

«Τζάμπα μάσα.»

«Τζάμπ...»

«Βουλώστε το κωθώνια.»

Ο αντίλαλος βουβάθηκε.

Το τρολ μάλλον από περιέργεια έβαλε τη χερούκλα του και χλαπάκιασε ότι βρήκε στο καλάθι.

«Μήπως να πιεις και κάτι να μην πάει ξεροσφύρι.» Ο νάνος βρήκε ένα μικρό βαρέλι με μπύρα και το έδωσε στο τρολ.

Το τέρας κατέβασε μονορούφι το περιεχόμενο.

«Οπωσδήποτε πρέπει να το γλεντήσουμε. Δεν ξέρω για σας αλλά εγώ πρώτη φορά φιλοξενώ τρολ. Να μας πεις ένα τραγούδι;»

«Τραγούδι. Τραγούδι.»

Οι κομπανία άρχισε να παίζει με όργανα που μέχρι τότε ήταν κρυμμένα.

Το τρολ τους κοίταξε εμφανώς συγκινημένο. Η άχαρη και φάλτσα φωνή του αμολήθηκε στην αθώα φύση:

«Είμαι τέρας τεράστιο»

«Είσαι τέρας τεράαστιο»

«Τρόμο φέρνω οπού περνώ»

«Είσαι τέρας τεράαστιο.»

«Τρέμει η γης σαν βουρλίζομαι»

«Είσαι τέρας τεράαστιο.»

«Σπάω καίω λαμπόγυαλο.»

«Είσαι τεράαστιο. Τεράαστιο.»

«Μάνες κλαίνε μωρά παιδιά.»

«Σπάσε. Κάψε. Βάλε φωτιά.»

«Δόντια μπήγω στους ζωντανούς.»

«Τέρας. Τέρας. Είισαιι.»

«Λόφους χτίζω με τους νεκρούς.»

«Μπήξε. Κάψε. Λόφους ψηλούς.»

«Είμαι εφιάλτης Κόμη ακούς.»

«Κόμη ακούς. Κόμη ακούς.»

«Είμαι τέρας εφιάλτης ήρθε ώρα να τις αρπάξεις.»

«Τέεράαςς.»

Το ναρκωμένο, μεθυσμένο, φαντασμένο τρολ έπεσε με αργές ατσούμπαλες κινήσεις.

Ο κύκλος των βλαμμένων τραγουδιστών χειροκρότησε νομίζοντας ότι πρόκειται για θεαματικό φινάλε.

«Αυτό ήταν. Γρήγορα τις κουβέρτες σας.»

Ο Μπάζιν άρπαξε το ρούχο του Έρθεντουρ και το πέταξε πάνω στο λιπόθυμο τρολ. Οι υπόλοιποι των μιμήθηκαν. Έλουσε τις κουβέρτες με όσο αλκοόλ βρήκε. Πήρε ένα φλεγόμενο ξύλο απ’ τη φωτιά και αυτό ήταν.

Η μπόχα του τέρατος που σιγοψήνονταν τους έκανε να σκορπίσουν τρέχοντας.

«Εγώ παρέδωσα το γράμμα Κόμη. Σε αφήνω στη μοίρα σου.»

Ο Κόμης Έρθεντουρ Έχτος κουλουριασμένος στο χώμα έκλαιγε παραμιλώντας.

Ο Μπάζιν δεν γύρισε να δει το χάλι του.

Στην πόλη καβάλησε τον Φρέντερικ και χωρίς λέξη ξεκίνησε το ταξίδι του. Ο σάκος ήταν ακόμα μισογεμάτος.

Αυτή ήταν η τελευταία μου διαδρομή. Αν δεν με βάλουν σε δουλειά γραφείου θα παραιτηθώ. Μπορεί να γίνω κηπουρός.

«Τι λες Φρέντερικ, πώς σου ακούγεται, μάστορας κηπουρός Μπάζιν Τούρν. Ναι έχει κάτι από τους αρχαίους κηπουρούς. Οπωσδήποτε είναι ότι πιο λογικό άκουσα σήμερα.»

Το πόνυ δεν απάντησε. Αρκέστηκε να χρεμετίσει. Ύστερα και να ήθελε να απαντήσει δηλαδή, όχι και να ήθελε, δηλαδή όχι, όχι δηλαδή. Όχι.

 

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Roubiliana

Όχι άσχημη ιστορία, σε κάποια σημεία χαμογέλασα. Αλλά μπερδεμένη. Καλό θα ήταν να λες κάθε φορά ποιος μιλάει. Δεν κατάλαβα τι ρόλο έπαιζε στην πλοκή η νάνος με το βαρέλι ή ο Σπανός. Απλά ντεκόρ; Με μπέρδεψε κ η υπηρέτρια. 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..