Jump to content

Recommended Posts

Posted (edited)

Κατηγορία: Μυστήριο / Δυστοπικό / Crime Fiction

Συγγραφέας: Σεργκέι Κάμενεφ

Περίληψη:

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, υπάλληλος του μυστηριώδους οργανισμού Ο.Π.Ε., βρίσκεται αποσπασμένος στην απομονωμένη Κλεμψόνησο. Ένα νησί-θησαυρό, από τα τελευταία μέρη στον πλανήτη που μπορούν ακόμα να υποστηρίξουν φυσική ζωή, μακριά από τον μολυσμένο αέρα και την παρακμή των μεγαλουπόλεων.

 

Όταν μια παραδοσιακή γιορτή προς τιμήν του Θεοδόσιου —του «Μονάρχη» του νησιού— καταλήγει σε μια πύρινη τραγωδία, ο Μιχαήλ θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Ανάμεσα σε μια κοινότητα διχασμένη από παλιά μίση, έναν μυστηριώδη εκδικητή και το βάρος μιας δικής του, προσωπικής απώλειας, θα πρέπει να ανακαλύψει την αλήθεια. Μια αλήθεια που κρύβεται καλά στον Λόφο του Μονάρχη.

 

Σημείωση: Το συγκεκριμένο διήγημα αποτελεί και το πρώτο μου. Θα χαρώ πολύ να διαβάσω τις κριτικές και τα σχόλιά σας!

 

 

 

Ο ΛΌΦΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΆΡΧΗ

 

   Εκείνο το πρωινό αποφάσισε να σηκωθεί από το βρεγμένο από τα δάκρυα του κρεβάτι, αποφάσισε να αλλάξει την στολή που φορούσε από την ημέρα που ήρθε , αποφάσισε να σταματήσει να κοιτά την κορνίζα που είχε παρατημένη πάνω στο γραφείο του , αποφάσισε πως ήταν καιρός πλέον για κάποια αλλαγή , ήταν καιρός να ξυπνήσει από το εφιάλτη που ζούσε καιρό τώρα.

 

   Γέμισε την χούφτα του με νερό και άρχισε να πλένει βίαια το πρόσωπο του ελπίζοντας να ξεπλύνει από πάνω του το αίσθημα της προδοσίας. Σκούπισε το πρόσωπο του και πήγε μπροστά από τον καθρέπτη , κοιτούσε ώρες την εικόνα του , αλλά δεν αντίκριζε αυτό που αναζητούσε. Από όποια γωνία κι αν προσπαθούσε να κοιταχτεί έβλεπε έναν άγνωστο να καλύπτει την μορφή του. Ένας λιγνός , απεριποίητος μεσήλικας στεκόταν στην άλλη άκρη του καθρέπτη , τα γαλανά του μάτια είχανε βουλιάξει στο κεφάλι του . Μικρές ουλές υπήρχαν σε όλο του σχεδόν το μέτωπο , τα χείλη του έτρεμαν και δάκρυα έτρεχαν από τα σχεδόν ανύπαρχτα του μάτια. Αργά αλλά σταθερά άρχισε να πλησιάσει την αντανακλαστική επιφάνεια.

 

-Μην το διανοηθείς καν Μιχαήλ. Ακόμα πενθούμε τον Ευγένιο , θυμάσαι; Σε παρακαλώ , ας περάσουμε μερικές ακόμα στιγμές τιμώντας τον , σίγουρα θα το εκτιμούσε, είπε ο άγνωστος άνδρας .     

 

-Οχτώ μήνες τώρα πίστευα πως άμα ακολουθούσα πιστά τις συμβουλές σου θα με λυπούταν ό,τι κι αν υπάρχει ψηλά στον ουρανό, πως θα ξεφορτωνόταν επιτέλους την μιζέρια τούτη. Με έκανες να πιστέψω πως μια μέρα θα ξυπνούσα και οτιδήποτε με τυραννούσε δεν θα ξανά διέσχιζε την μνήμη μου. Τόσο καιρό πενθούσα τον εαυτό μου παρά τον Ευγένιο , ήρθε η ώρα να γίνει κάποια αλλαγή.  

 

-Δεν κατέχεις την απαιτούμενη δύναμη Μιχαήλ, ξέρεις πως η αλήθεια πονάει, δεν είσαι ακόμα έτοιμος για να την αντιμετωπίσεις.

 

-Έχω πάρει τις αποφάσεις μου και δεν πρόκειται να τις αλλάξω για καμία αιτία, είπε ο Μιχαήλ κοιτώντας μελαγχολικά προς την κατεύθυνση της πόρτας.

 

-Εδώ και πάρα πολλούς μήνες προσπαθώ χωρίς σταματημό να σε επαναφέρω στο παλιό σου εαυτό και το μόνο ευχάριστό που παίρνω ως αντάλλαγμα είναι αυτό; Ειλικρινά πιστεύω πως όλοι είχαν δίκιο για εσένα Μιχαήλ, είσαι εγωιστής και κυνικός.

 

   Νεκρική σιγή επικράτησε στο δωμάτιο. Ο Μιχαήλ άρχισε να βαδίζει αργά αλλά σταθερά προς την κατεύθυνσή της πόρτας , ο άνδρας βλέποντας το αυτό γούρλωσε τα μάτια του και σφίγγοντας τα δόντια του από την οργή φώναξε:

 

-Είσαι ένα τίποτα χωρίς εμένα , ήμουν ο μόνος που είδα την πραγματική σου αξία όταν κανείς άλλος δεν μπορούσε και εσύ με παρατάς έτσι; Σου εύχομαι να υποφέρεις εκεί έξω Μιχαήλ , όπως σου αξίζει.

 

   Δεν άντεξε άλλο , είχε φτάσει στο όριο του. Έσφιξε τις γροθιές του , άρχισε να τρέχει προς τον καθρέπτη, τα δακρυσμένα του μάτια φώναζαν για βοήθεια αλλά πλέον η κατάσταση ήταν ανεπανόρθωτη . Άρπαξε τον καθρέπτη και τον πέταξε στο ξύλινο πάτωμα της καλύβας , κομμάτια του πετάχτηκαν σε κάθε έπιπλο, άλλα χάθηκαν ανάμεσα στις σανίδες του πατώματος, ενώ μερικά κόλλησαν στην στολή του. Τυφλωμένος από την οργή του συνέχιζε να τον βανδαλίζει για ώρες, στο μυαλό του ο άνδρας ακόμα τον υποτιμούσε, τον έβριζε , του ανέφερε κάθε τρόπο με τον οποίο θα αποτύχαινε κάθε στόχο που είχε θέσει. Μακάρι , ειλικρινά, να γνώριζε πως κανένας δεν βρισκόταν στην άλλη πλευρά του καθρέπτη τόσο καιρό,  παρά ο παλιός του εαυτός.

   Πήρε μια ατσούμπαλη ανάσα και σηκώθηκε από το πάτωμα , σκούπισε τα ματωμένα του χέρια στην στολή του και έφυγε βιαστικός από την καλύβα που αποκαλούσε για την ώρα σπίτι. Ένα μεγάλο βάρος είχε φύγει ήδη από πάνω του.

 

   Κάθισε για λίγο κάτω από το υπόστεγο της καλύβας βλέποντας τα παιδιά του χωριού να κυνηγιούνται τριγύρω από τους πάγκους της αγοράς. Ο κύριος Σταύρος παρέδιδε κρασιά σε κάθε σπίτι καθώς μια μεγάλη γιορτή ακολουθούσε εκείνο το βράδυ , στο πλάι του στεκόταν η κυρά Γλυκερία μια από τις καλόγριες του χωριού η οποία τον κοιτούσε από την στιγμή που άνοιξε την πόρτα.   

  

   Ο ήλιος άρχιζε να χάνετε μέσα στα νερά της θάλασσας , οι κάτοικοι του χωριού άρχιζαν να βγαίνουν από τα σπίτια τους κρατώντας ο καθένας και μια λεπτή και κάτασπρη λαμπάδα στο χέρι τους . Όλοι τους περιτριγύρισαν το μικρό ξωκκλήσι που βρισκόταν λίγο πιο κάτω από την καλύβα του Μιχαήλ. Η πόρτα του ξωκκλησιού άνοιξε και από μέσα βγήκε ένας μοναχός φορώντας έναν κόκκινο μανδύα που κάλυβε κάθε μέρος του σώματος του. Στα χέρια του κρατούσε σφιχτά ένα μικρό σκουριασμένο φαναράκι , προτού το ανοίξει μέτρησε ένα ένα τους χωρικούς , ελπίζοντας να μην λείπει κανένας. Όταν επιτέλους το άνοιξε , το άφησε στο πάτωμα και έφυγε βιαστικά μέσα στο ξωκκλήσι , όλοι έσπευσαν να ανάψουν την λαμπάδα τους , παιδιά σπρώχνονταν και φώναζαν, οι γονείς τους τα παραμελούσαν για την ώρα καθώς κύρια προτεραιότητα ήταν η ανάκτηση της φλόγας.

 

   Εκατό είκοσι άνθρωποι βάδιζαν ρυθμικά κρατώντας τις λαμπάδες τους ψηλά. Από τα μάτια του Μιχαήλ φαινόταν σαν στρατό του οπίου τα σπαθιά αντανακλούσαν το φως του φεγγαριού , εξαφανίζοντας στην πορεία του κάθε ίχνος σκοταδιού. Προτού εξαφανιστούν όλοι τους πίσω από την πρασινάδα των πεύκων που περιτριγύριζαν το χωριό , κοίταξε τα χαμόγελα στα πρόσωπα τους , αναρωτήθηκε πως γινόταν να βρίσκανε χαρά ζώντας την καθημερινότητα τους αποκομμένοι από κάθε άλλη κοινωνία.

   Ο κύριος Σταύρος ανέβηκε αργά τα σκαλιά που οδηγούσαν στην καλύβα, πίστευε πως άμα έκανε αρκετή ησυχία θα τον έβλεπε επιτέλους να χαμογελά. Βέβαια, ο Μιχαήλ με τα αμέτρητα χρόνια προπόνησης που είχε κάτω από την ζώνη του είχε καταλάβει εξαρχής πως δεν πρόκειται για κανέναν άλλον, παρά τον κύριο Σταύρο.

 

-Μιχαήλ Παλαιολόγος, πως κατάφερες να αλλάξεις τόσο μέσα σε λίγους μήνες ρε παλικάρι μου! Ειλικρινά, άφησες τη ζωή να σε πάρει από κάτω. Σίγουρα , δεν είναι και από τα καλύτερα εκεί έξω αλλά ελπίζω να σε βοηθήσει σε ότι μάχη κι αν δίνεις , είπε ο κύριος Σταύρος δίνοντας του το τελευταίο μπουκάλι με κρασί που είχε μαζί του.

 

-Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Σταύρο, δεν είναι η ποιότητα του κρασιού που μετρά αλλά η σκέψη και η αγάπη που το συνοδεύουν.

 

-Ω Μιχαήλ παιδί μου, πίστευα πως η Γλυκερία θα σε είχε ενημερώσει μέχρι τώρα. Το κρασί αυτό δεν προορίζεται για κατανάλωση , αντιθέτως έχει συμβολική αξία. Παρακαλώ , ακολούθησε με ,θα ήταν τιμή μου να σε συνοδέψω μέχρι το παλάτι.

 

   Επομένως, οι δυο τους κατέβηκαν άπτον λόφο στον οποίο πάνω βρισκόταν η μικρή ξύλινη καλύβα. Ο κύριος Σταύρος έβγαλε από την τσέπη της ποδιάς του δυο λαμπάδες που είχε φυλάξει. Αφού διέσχισαν το ερημωμένο πλέον χωριό χάθηκαν και οι ίδιοι στα μονοπάτια στα οποία βάδιζαν πριν λίγο γνωστοί και άγνωστοι.

 

   Ο Μιχαήλ ήταν νευρικός καθ όλη την διάρκεια της διαδρομή τους, πρώτη φορά που έβλεπε τοπίο σαν και αυτό από κοντά. Τα μάτια του γουρλωμένα, οι γροθιές του σφιγμένες και το κεφάλι του έτοιμο να γυρίσει με το παραμικρό θόρυβο που θα ακουστεί πίσω από τα δέντρα. Η παράνοια ήταν το μοναδικό πράγμα που έτρεφε την σκέψη του , όσο κι αν μιλούσε ο κύριος Σταύρος αυτός συνέχιζε να δίνει έμφαση στο τι θα μπορούσε να προκαλεί αυτό τον ήχο, ο οποίος του φαινόταν σχετικά οικείος. Έμοιαζε με κελάηδημα, με την τρυφερή φωνή μιας μητέρας που φώναζε στο παιδί της να γυρίσει σπίτι, με τον ήχο που πάραγε το θρόισμα των φύλλων όταν τίποτα άλλο δεν τολμάει να κουνηθεί.

 

-Όμορφοι οι ήχοι της φύσης, έτσι δεν είναι; Είπε ο Κ. Σταύρος με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο του.

 

-Σχετικά ανησυχητικοί κατά την γνώμη μου.

 

-Γιατί παλικάρι μου τα πουλιά δεν κελαηδούν από εκεί που έρχεσαι;

 

-Όχι κύριε , γενικά η λέξη  “φύση” αποτελεί πράγμα του παρελθόντος για τους ανθρώπους μου. Τα κελαηδήματα των πουλιών έχουν αντικατασταθεί από τους απάνθρωπους ήχους που παράγουν τα μέσα μεταφοράς μας. Το χρώμα πράσινο έχει εξαφανιστεί τελείως από κάθε πόλη της Ελλάδος και μαζί και το χαμόγελο του κάθε πολίτη της.

 

    Κάθε ίχνος χαράς είχε εξαφανιστεί από τα πρόσωπα και των δύο, ο Κ. Σταύρος φαινόταν καθαρά πως είχε μετανιώσει για την ερώτηση που έκανε, Επομένως, προσπάθησε αυτή τη φορά να πλησιάσει αλλιώς τον Μιχαήλ.

 

-Με συγχωρείς. Απλά, μένεις εδώ και καιρό στο νησί μας και δουλεύεις ασταμάτητα στην υπόθεση που σου ανέθεσαν. Όλοι μας σε γνωρίζουμε μόνο ως όνομα , αλλά εγώ βλέπω μια αξία μέσα σου. Ειλικρινά θα ήθελα να σε γνωρίσω ως προσωπικότητα και όχι ως τον ξένο που έβαλε το κράτος να μας προστατεύει.

 

-Τι περιμένεις , ρώτα με ό,τι θες και θα σου απαντήσω με πλήρη ειλικρίνεια.

 

- Λοιπόν , πες μου , τι γυρεύεις στην Κλεμψόνησο.

 

-Είμαι υπάλληλος του Ο.Π.Ε. , μιας ιδιωτικής εταιρίας που προστατεύει το μέλλον της χώρας μας από πιθανούς κινδύνους. Στάλθηκα εδώ από το ίδιο τον ιδρυτή του οργανισμού για ένα έτος έχοντας ως κύριο στόχο την διατήρηση της ασφάλειας στο νησί σας.

 

-Μιχαήλ , δεν καταλαβαίνω , από τι ακριβώς μας προστατεύεις; Είπε ο Κ. Σταύρος προβληματισμένος.   

 

-Είστε ένα από τα τελευταία 8 νησιά παγκοσμίως που μπορούν ακόμα να υποστηρίξουν ζωή χωρίς κάποια ανθρώπινη παρέμβαση και αυτό δεν το οφείλουμε σε κανέναν άλλο πέρα από εσάς. Το νησί σας αποτελεί παγκόσμιο θησαυρό , ξέρω πως κρύβεστε από το μάτι του κοινού για τους δικούς σας λόγους…αλλά με μια απλή προσφορά μπορείτε να σώσετε πολλές ζωές…

 

-Μην αλλάζεις το θέμα Μιχαήλ! Ξέρουμε πολύ καλά την αξία του νησιού μας και για αυτό επιλέξαμε να μείνουμε κρυμμένοι, για να αποφύγουμε την κατάχρηση. Απάντησε μου ειλικρινά αυτή την φορά, τι ακριβώς μας βάζει σε κίνδυνο;

 

-Ακόμα πιστεύεις πως κάποια μέρα οι χαμένοι συχωριανοί σας θα επιστρέψουν;

 

-Δεν θα σταματήσουμε να ελπίζουμε μέχρι την ημέρα της ταφής τους , με άκουσες;

 

-Σταύρο σε παρακαλώ…

 

-Μην μου πεις, είπε ο Κ. Σταύρος καθώς ένα κατάμαυρο δάκρυ έτρεξε στο μάγουλο του.

 

-Βρέθηκαν όλοι τους στην νοτιοδυτική ακτή του νησιού. Τα σώματα τους ήταν τόσο παραμορφωμένα που ούτε τα ζώα δεν τολμούσαν να τα πλησιάσουν. Όποιος κι αν το έκανε βρίσκετε ακόμα στο νησί. Μπορεί να κρύβεται ανάμεσα μας ή στα δάση που μας περικυκλώνουν αυτή την στιγμή.

 

   Ο Κ. Σταύρος ένιωσε ηττημένος , πως η ζωή θα γινόταν μόνο και πιο δύσκολη για τον ίδιο και τους συχωριανούς του. Όλες του οι ελπίδες είχαν πλέον πεθάνει και ο ίδιος δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο παρά ποιο τέρας του στέρησε την κόρη του.

 

   Επομένως, έστρεψε την πλάτη του στον Μιχαήλ, σκούπισε τα μάτια του και άρχισε να βαδίζει με γρήγορο ρυθμό προς την κατεύθυνση τους. Κ άθολη την διάρκεια της πορείας ο Μιχαήλ άκουγε την μάταιη προσπάθεια του Κ. Σταύρου να συγκρατήσει την θλίψη του . Οι αρθρώσεις των δαχτύλων του είχαν γίνει άσπρες και ολόκληρο του το πρόσωπο κόκκινο απτή οργή . Πνιγόταν μέσα στα ίδια του δάκρυα και παράλληλα με κάθε του ανάσα μουρμούριζε στον εαυτό του «Γιατί;».

 

   Ο Μιχαήλ αντιθέτως, φρόντιζε να κρατάει απόσταση του γιατί και ο ίδιος φοβόταν να τον πλησιάσει. Βέβαια, όταν προσπαθούσε να τον πλησιάσει ή να τον παρηγορήσει με τα λόγια του ένιωθε πως κάποιος τον σταματούσε. Μια δύναμη πολύ πιο ισχυρή από την βούληση του τον περιόριζε. Ένιωθε πως βάρη είχαν δεθεί στους καρπούς και στους αστράγαλους του , πως  μια παλάμη κάλυβε το στόμα του σφιχτά. Άρχιζε να σκέφτεται πως τελικά ο ίδιος έχει κάποιο πρόβλημα , πως έχει υποστεί κάποια ζημιά που κανένα φάρμακο ή θεραπεία δεν μπορεί να φτιάξει. Η απομόνωση τον είχε πληγώσει σε τέτοιο σημείο που πλέον δεν υπήρχε καμία επιστροφή. Επισήμως, η θλίψη και η αμηχανία κυριαρχούσαν στην μεταξύ τους ατμόσφαιρα.

   Τραγούδια ακούγονταν απτόν ορίζοντα. Μελωδίες και ποιήματα απαγγέλλονταν και όλα τους αναφερόντουσαν στο ίδιο άτομο , τον περίφημο  «Μονάρχη της Κλεμψονήσου». Μερικά από αυτά τον πενθούσαν , άλλα τον απεικόνιζαν σαν τύραννο ενώ άλλα σαν ένα άνθρωπο που κάποτε έχασε τον δρόμο του στην ζωή. Πολλοί ήταν οι τρόποι με τους οποίους τον αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι , μερικοί με τρυφερότητα και αγάπη ενώ άλλοι με ασπλαχνία και μίσος , βέβαια αυτός δεν φαινόταν να ανταποκρινόταν.

 

   Ο Μιχαήλ αναρωτήθηκε γιατί κανένας από το χωριό ή από τα γραφεία της εταιρίας δεν τον πληροφόρησε σχετικά με τον κυρίαρχο του νησιού. Με κάθε του βήμα του δημιουργούταν και μια καινούργια απορία σχετικά με αυτό τον Μονάρχη. «Μα γιατί το παλάτι του να βρίσκεται τόσο μακριά από το χωριό;» αναρωτήθηκε.

 

   Οι μελωδίες δυνάμωσαν , άκουγε πλέον τις φωνές και τα κουτσομπολιά των χωρικών καθαρά, έβλεπε τον καθένα τους να είχε σηκώσει την λαμπάδα του ψηλά προς τον ουρανό με ένα πλατύτατο χαμόγελο στο πρόσωπο του . Ένα παλάτι , κατεστραμμένο και κυριαρχημένο από την φύση φαινόταν να υπήρχε πάνω σε ένα λόφο του οποίου η οροφή ήταν πιο ψηλή από κάθε πεύκο σε όλο το νησί. Φαινόταν πως βρισκόταν εκεί για πολύ καιρό , «Μα καλά τι είδους άρχοντας θα θεωρούσε αυτό το παλάτι του ;» αναρωτήθηκε ο Μιχαήλ.

 

   Άφησε τις σκέψεις και τις απορίες του πίσω και φρόντισε τα φτιάξει το μαλλί και το μούσι του και να ισιώσει λίγο την στολή του προτού πάει να αντικρίσει τον Μονάρχη. Λέει στον Κ. Σταύρο πως δεν θα αργήσει πολύ και πως θέλει απλά να τον ρωτήσει άμα γνωρίζει τίποτα σχετικά με τους φόνους. Παίρνει μια ατσούμπαλη ανάσα και βιαστικά τρέχει να χωθεί ανάμεσα στους χωρικούς. Καθώς έψαχνε από κάποιον να ζητήσει να ανάψει την λαμπάδα που του έδωσε ο Κ. Σταύρος , αποφάσισε να ρίξει μια ματιά τριγύρω του , ελπίζοντας να τον εντοπίσει.

 

   Τα μάτια του γούρλωσαν και οι παλμοί του ανέβηκαν. Επιτέλους τον αντίκρισε ή ότι είχε μείνει από αυτόν τουλάχιστον. Βρισκόταν εκεί , επάνω στον λόφο , λίγο πιο μπροστά από το παλάτι του . Ο σκελετός του παρατημένος στον σταυρό στον οποίο τον εκτέλεσαν , δεκαετίες έχουν περάσει από τότε. Βέβαια ,φαίνεται πως είχαν πλέον μετανιώσει για την πράξη τους καθώς πολλοί φρόντιζαν να αφήσουν λουλούδια κάτω από τον σταυρό του , αρωμάτιζαν τον αέρα τριγύρω του με τα καλύτερα τους αρώματα και καθάριζαν μερικές φορές τα χρυσά κοσμήματα που ακόμα βρίσκονταν επάνω του.

 

   Τα σμαράγδια που βρίσκονταν επάνω στο χρυσό του στέμμα αντανακλούσαν τις φλόγες των λαμπάδων. Ο Μιχαήλ έπεσε κάτω πανικόβλητος και άρχισε να σέρνεται προς τα πίσω ελπίζοντας να βγει από το πλήθος. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τον Μιχαήλ διότι η ημέρα αυτή είχε τεράστια αξία για αυτούς. Κανένας δεν έκανε χώρο για να περάσει , αντιθέτως κατευθύνονταν όλοι τους προς τον Μονάρχη. Όταν έφτασαν σχεδόν κάτω από τον σταυρό του σταμάτησαν όλοι τους απότομα. Ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε και γύρισε το κεφάλι του Μονάρχη προς το πλήθος , κάτι που τρομοκράτησε αρκετούς.

 

   Ένας ένας πήγαιναν και κάρφωναν τις λαμπάδες τους γύρω από την βάση του σταυρού κάνοντας ταυτόχρονα μια ευχή,  σχηματίζοντας έναν κύκλο. Ήταν πλέον η σειρά του να καρφώσει την λαμπάδα, αγνόησε τα βλέμματα τους και το περίεργο συναίσθημα που τον είχε κυριεύσει και κάρφωσε γρήγορα την λαμπάδα του προτού ξανά πάει πίσω.

 

   Η κυρά Γλυκερία έκανε νόημα με τα χέρια της να βγάλουν τα κρασιά που μοίρασαν στον καθένα, και χωρίς δεύτερη σκέψη, άρχισαν να αδειάζουν τα μπουκάλια στο έδαφος γύρω από το σταυρό . Το κρασί απλώθηκε σαν βελούδινο πέπλο , βάφοντας το χώμα με μια απόχρωση βαθύ κόκκινου , σαν φρέσκο αίμα. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη , σιωπηλή. Αρκετοί δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα συναισθήματα τους και έπεφταν στο πάτωμα σπαράζοντας στο κλάμα , ενώ μερικοί αναστέναζαν από την αμηχανία της όλης κατάστασης , καθώς για αυτούς η μέρα εκείνη δεν είχε καμία απολύτως σημασία.

 

-Η ημέρα αυτή έχει τεράστια σημασία στην ιστορία του πολυαγαπημένου μας νησιού. Σαν σήμερα, πριν από 80 χρόνια εκτελέστηκε ο άνδρας που κάποτε κυρίευε τους ανθρώπους μας, και δεν αναφέρομαι σε κανένα άλλον παρά τον Θεοδόσιο τον Κλεμψηνιότη! Επομένως , αδέλφια μου , ας γίνουμε ένα και ας πενθήσουμε τον άνδρα αυτό με τον τρόπο που του αξίζει. Έχασε την ζωή του στα χέρια του ίδιου του λαού, παρόλο που είχε αποδειχθεί αθώος. Μακάρι , κάποια μέρα, να μας συγχωρέσει για την πράξη των προγόνων μας. Είπε φωνάζοντας με πάθος η κυρά Γλυκερία.    

 

-Κυρά Γλυκερία , με όλο τον σεβασμό, πιστεύω πως η μνήμη σας απατά. Ο Θεοδόσιος δεν ήταν ο άγιος που προσπαθείτε να τον παρουσιάσετε. Πετάχτηκε και είπε ένας νεαρός.

 

-Ήταν ένας οραματιστής , ένας ηγέτης! Έφυγε από το από το νησί μας για ένα πολύ μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, με τους πιο πιστούς του άνδρες, με την ελπίδα να φέρει πίσω κάτι χρήσιμο για τον λαό του. Ήθελε να μας κάνει να προοδεύσουμε!

 

-Και επέστρεψε μόνος του σαν σκιά του εαυτού του. Καταρρακωμένος, φοβισμένος , παρανοϊκός! Μιλούσε μόνος του τα βράδια , άκουγε φωνές , έβαλε φωτιά στα δάση μας χωρίς καμία απολύτως εξήγηση. Αυτός είναι ο ηγέτης που θρηνείτε;

 

-Δεν ξέρουμε τι του συνέβη εκεί έξω. Ο ίδιος μπορεί να γλύτωσε, αλλά μας περιέγραψε πως οι άνδρες του πέθαναν με βάναυσους τρόπους. Ίσως αυτή η εμπειρία τον τραυμάτισε , ίσως αυτή η εμπειρία τον άλλαξε ολοκληρωτικά. Φοβόταν , Λεωνίδα! Φοβόταν πως τον είχαν ακολουθήσει πίσω στο νησί , πως τον κυνηγούσαν για να τον καταδικάσουν!

 

-Ήταν η φαντασία του, κυρά Γλυκερία. Η απομόνωση μετά την άφιξη του τον είχε τρελάνει! Δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τις πράξεις του όμως. Έκαψε τα δάση μας ελπίζοντας έτσι να τρομάξει τους φανταστικούς του εχθρούς. Αυτό δεν αψηφάει το γεγονός πως έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές μας.

 

-Ήταν μια πράξη απελπισίας! Δεν ήξερε τι έκανε! Χρειαζόταν βοήθεια , όχι καταδίκη.

 

-Ακόμα κι έτσι , κυρά Γλυκερία, έπρεπε να τον σταματήσουμε. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την αλήθεια.

 

-Ξέρω…ξέρω… Απλά εύχομαι να υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος. Εύχομαι να είχαμε καταλάβει τι του συνέβαινε , να τον είχαμε βοηθήσει.

 

-Λυπάμαι, κυρά Γλυκερία. … Δυστυχώς ήταν η μοναδική λύση.

 

   Για ακόμη μια φορά, μια ημέρα που είναι αφιερωμένη στην συγχώρεση των πράξεων του παρελθόντος και την ένωση των ανθρώπων του νησιού, κατέληξε ξανά με την κλασική διαφωνία μεταξύ των δυο αντιπροσώπων των ομάδων του χωριού , τους υποστηριχτές και τους εχθρούς του Μονάρχη. Για ακόμη μια φορά, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων του νησιού, καταστράφηκαν χάρη στις αντίθετες απόψεις των προγόνων τους, τις οποίες συγγενείς και άλλα μέλη της οικογένειας φρόντισαν να τους περάσουν.  

 

   Όλοι τους πλέον στέκονταν όρθιοι γύρω από το σταυρό. Η γιορτή είχε πλέον τελειώσει , ο ήλιος είχε αρχίσει δειλά να παρουσιάζεται πίσω από το πελώριο παλάτι. Η κυρά Γλυκερία σκούπιζε μάταια τα δάκρυα της γνωρίζοντας πως το κλάμα δεν θα σταματούσε μόνο αν έφευγαν από τον λόφο.

   Όλοι τους έβγαλαν τις σβησμένες πλέον λαμπάδες από το χώμα και φιλούσαν την βάση του σταυρού προτού άρχιζαν για το χωριό. Βέβαια , η μοναδική η οποία ακόμα έκαιγε ,τύχαινε να ήταν αυτή του Μιχαήλ. Μια σιωπηλή φιγούρα , σκεπασμένη από την σκιά των δέντρων , γλίστρησε ανάμεσα τους. Κανείς δεν πρόλαβε να δει το πρόσωπο του , μόνο την λάμψη στα μάτια του και την αποφασιστικότητα στην κίνηση του. Με μια απαλή κίνηση , άρπαξε την λαμπάδα του Μιχαήλ , σαν να ήταν κάτι που του άνηκε . Στη συνέχεια, αντί να την σβήσει , άρχισε να την κουνάει αργά και σταθερά πάνω από τα ξερά χόρτα και τα πεσμένα φύλα. Η φλόγα , σαν να υπάκουε τις εντολές του , μεγάλωσε και άρχισε να εξαπλώνεται με μια απειλητική ταχύτητα.

 

   Ξαφνικά, ο μυστηριώδης άνδρας έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα μικρό φιαλίδιο και έχυσε το περιεχόμενο του πάνω στη φλόγα. Η φωτιά φούντωσε με μια εκκωφαντική έκρηξη, μετατρέποντας το δάσος τριγύρω τους σε μια πύρινη κόλαση. Οι φλόγες, σαν δαιμονισμένες , άρχισαν να καταπίνουν τα πάντα στο πέρασμα τους, φτάνοντας μέχρι την κορυφή του παλατιού με απίστευτη ταχύτητα. Μέσα στον πανικό και τον τρόμο, ακούγονταν οι κραυγές των συντοπιτών του Μιχαήλ, που προσπαθούσαν μάταια να ξεφύγουν από την πύρινη λαίλαπα. Σαράντα ψυχές , χάθηκαν όλες τους , θύματα της μανίας του μυστηριώδους άνδρα και της λαμπάδας του Μιχαήλ , που έγινε το όργανο της καταστροφής. Ο Μιχαήλ , προσπαθώντας να βοηθήσει τους υπόλοιπους , εισέπνευσε τις πυκνές αναθυμιάσεις και κατέρρευσε, χάνοντας όλες του τις αισθήσεις. Ο μυστηριώδης άνδρας , πριν εξαφανιστεί μέσα στις σκιές , έσκυψε πάνω από το σώμα του και τοποθέτησε ένα διπλωμένο γράμμα στην τσέπη της στολής του.

 

   Η φιγούρα, χωρίς να βγάλει ούτε ένα ήχο, χάθηκε μέσα στις σκιές, αφήνοντας πίσω της μόνο την καταστροφή και τον τρόμο , την ώρα που το φως της ημέρας αποκάλυπτε το μέγεθος της τραγωδίας. Λίγο αργότερα, οι εναπομείναντες χωρικοί, με δάκρυα στα μάτια και καρδιές γεμάτες θλίψη, βρήκαν το σώμα του Μιχαήλ και τον κουβάλησαν πίσω στο χωριό. Τον ξάπλωσαν στο λιτό κρεβάτι της καλύβας του , που βρισκόταν μοναχή στην κορυφή ενός λόφου , με θέα ολόκληρο το χωριό και το καμένο δάσος. Η καλύβα του , μικρή και ταπεινή , στεκόταν αγέρωχη στον λόφο, σαν ένα φτωχό αντίγραφο του επιβλητικού παλατιού του Μονάρχη, που δέσποζε στον άλλο μοναδικό λόφο όλου του νησιού. Ένα πράγμα πάντως ήταν σίγουρο, οποιοσδήποτε κατείχε την δύναμη να ελέγχει τα πλήθη η οικεία του τοποθετούνταν πάνω στο κοντινότερο λόφο, ως υπενθύμιση.

 

   Ο Μιχαήλ, είχε βυθιστεί σε ένα βαθύτατο ύπνο, σπαρταρούσε και έβγαζε ακατάληπτους ήχους. Οι αναθυμιάσεις τον είχαν δηλητηριάσει και η κατάσταση του ήταν κρίσιμη. Δίπλα του, με μάτια γεμάτα ανησυχία, στεκόταν η κυρά Γλυκερία, η μόνη που είχε το κουράγιο να τον φροντίσει. Παρόλο που είχε επιζήσει από την πύρινη λαίλαπα, το πρόσωπο της είχε παραμορφωθεί από τα εγκαύματα, και η φωνή της είχε γίνει βραχνή και σπασμένη. Η Γλυκερία , με τρεμάμενα χέρια , προσπαθούσε να δροσίσει το μέτωπο του Μιχαήλ με κρύο νερό και να τον ταΐσει τον ζωμό που του είχε φτιάξει

 

   Η σιωπή της καλύβας, διακοπτόμενη μόνο από τους αναστεναγμούς του Μιχαήλ και τους ψίθυρους της κυράς Γλυκερίας. Η οποία , κάθε βράδυ πριν δύσει ο ήλιος , γονάτιζε δίπλα στο κρεβάτι του Μιχαήλ και προσευχόταν ακατάπαυστα. Τα χείλη της ψιθύριζαν λόγια παρηγοριάς και ελπίδας, ενώ τα δάκρυα της έτρεχαν ασταμάτητα. Προσευχόταν για τη σωτηρία του , για την λύτρωση του χωριού , για την ειρήνη των ψυχών που χάθηκαν. Η κατάσταση αυτή επικράτησε για δύο ολόκληρους μήνες. Μέρες και νύχτες , η κυρά Γλυκερία έμενε δίπλα στον Μιχαήλ φροντίζοντας τον με αγάπη και αφοσίωση. Η φλόγα της πίστης της , παρά τα σημάδια που άφησε η φωτιά στο πρόσωπο της, παρέμεινε ζωντανή , σαν τη λαμπάδα του , μια σπίθα ελπίδας μέσα στο σκοτάδι.

 

   Ένα πρωινό, την ώρα που ο ήλιος άρχισε να ζεσταίνει την μέρα, η πόρτα της καλύβας άνοιξε αργά. Στο κατώφλι εμφανίστηκε ένας άνδρας. Ήταν ψηλός αδύνατος , με βαθουλωμένα μάτια που έκρυβαν μια αδιόρατη θλίψη, και τα ρούχα του, αν και απλά, έδειχναν ταλαιπωρημένα από το πέρασμα του χρόνου και ίσως και από τις πρόσφατες συμφορές.            Έφερε μαζί του μια μικρή ξύλινη κούπα, σαν να επρόκειτο να προσφέρει κάτι. Η κυρά Γλυκερία, τρομαγμένη στην αρχή, τον κοίταξε με καχυποψία. «Μην φοβάσαι καλή μου» είπε ο άνδρας με μία φωνή χαμηλή και ήρεμη , προσπαθώντας να δείξει καλοσύνη. «Είμαι και εγώ από το χωριό. Άκουσα πως ο Μιχαήλ είναι άρρωστος και ήρθα να δω αν χρειάζεται κάτι.» Η κυρά Γλυκερία τον παρατήρησε. Κάτι στην εμφάνιση του της φάνηκε ξένο, ίσως η απουσία του τις πρώτες μέρες μετά την καταστροφή, ίσως η ένταση στο βλέμμα του που προσπαθούσε να κρύψει. Ωστόσο, η ευγένεια των λογιών του και η φαινομενική ανησυχία του για τον Μιχαήλ την έκαναν να διστάσει. «Είναι πολύ άρρωστος. Μόλις που μπορεί να μιλήσει». Ο άνδρας την χτύπησε ελαφρά στην πλάτη χαμογελώντας και χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκε στην καλύβα κλείνοντας την πόρτα όσον το δυνατόν πιο γρήγορα γινόταν. Τράβηξε τις κουρτίνες κάθε παραθύρου αφήνοντας μόνο ένα ανοιχτό , αυτό από το δωμάτιο του Μιχαήλ.

 

   Μόλις μπήκε κρέμασε το ταλαιπωρημένο κομμάτι από ύφασμα που χρησιμοποιούσε για να ζεσταθεί. Ακούμπησε μια ξύλινη κούπα στο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι του Μιχαήλ. Έψαξε όλο το σπίτι για το κρασί που του είχε ο Κ. Σταύρος και το βρήκε αμέσως, σαν να το είχε κρύψει ο ίδιος. Έσυρε μία καρέκλα απέναντι από το κρεβάτι του και γέμισε τις κούπες τους, κοιτώντας τον Μιχαήλ κατάματα τόλμησε και πήρε την πρώτη γουλιά.

 

   Ξαφνικά, το πρόσωπο του άνδρα αγρίεψε , το φως από το παράθυρο τόνιζε τις αμέτρητες ουλές που υπήρχανε στο πρόσωπο του. Πρώτη φορά ο Μιχαήλ ένιωθε την καρδιά του να χτυπά τόσο δυνατά , λες και ήθελε να σπάσει τα πλευρά του , και το αίμα του να παγώνει στις φλέβες του από τον φόβο που του προκάλεσε η ξαφνική παρουσία του.

 

-Διάβασες το γράμμα;

 

-Ναι…ναι το διάβασα.

-Λοιπόν, Μιχαήλ. Σε βρίσκω κάπως…λιγότερο απειλητικό απ’ όσο φανταζόμουν. Οι αναθυμιάσεις σε πείραξαν περισσότερο απ’ ότι υπολόγιζα.

 

-Τι…τι θέλεις, Πύρρο; Τα έχεις πάρει όλα.

 

-Όχι, Μιχαήλ. Δεν τα έχω πάρει όλα. Υπάρχει κάτι ακόμα. Ξέρεις, σε παρακολουθώ από την ημέρα που πάτησες το πόδι σου σε αυτό το νησί. Ήμουν περίεργος. Ποιος ο λόγος που αποφάσισες ξαφνικά να νοιάζεσαι για αυτό το χωριό;

 

-Δεν σε αφορά.

 

-Ω, με αφορά πολύ. Όπως με αφορούσε και ο Κ. Σταύρος και η μικρή του κόρη. Όλοι όσοι στέκονται ως εμπόδιο στον δρόμο μου. Και εσύ, Μιχαήλ… εσύ είσαι ο ποιο επίμονος. Γιατί;

 

-Υπάρχουν…αθώοι άνθρωποι εδώ.

 

-Αθώοι; Όλοι ήταν σιωπηλοί όταν εκτελέστηκε ο παππούς μου. Δεν υπάρχουν αθώοι , Μιχαήλ. Μόνο συνένοχοι…είδα μια φωτογραφία στο γραφείο σου. Ένας άνδρας…ποιος είναι; Δεν τον έχω ξαναδεί στο νησί.

 

-Δεν είναι δουλεία σου.

 

-Όλα είναι δική μου δουλειά πλέον. Τα πάντα σε αυτό το καταραμένο νησί. Λοιπόν, ποιος είναι; Ήταν κάποιος δικός σου;

 

-Ήταν…φίλος μου…κολλητός. Το όνομα του ήταν Ευγένιος.

 

-Και τι του συνέβη, Μιχαήλ; Γιατί δειλιάζεις να κοιτάξεις το πρόσωπο του;

 

-Eίχε γίνει μια διαδήλωση στην Αθήνα, για τον αέρα, για τον πυκνό και μολυσμένο αέρα που μας έπνιγε, και σταλθήκαμε από τον Ο.Π.Ε. για να βάλουμε τέλος. Οι πλούσιοι φορούσαν τις μάσκες τους, καθαρό οξυγόνο στα πνευμόνια τους, ενώ εμείς…εμείς βήχαμε αίμα. Ο Ευγένιος… ο Ευγένιος δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά να παλεύουν για μια ανάσα. Ήμασταν στην πλατεία. Φωνάζανε, ζητούσαν το αυτονόητο. Και τότε…τότε έπεσαν οι μολότοφ. Σαν βροχή από φωτιά. Πανικός, ο κόσμος έτρεχε ουρλιάζοντας. Εγώ…εγώ τον έχασα μέσα στον καπνό και τις φλόγες. Όταν τον βρήκα…το πρόσωπο του…ήταν καμένο. Τα μάτια του…άδεια. Μια μάσκα οξυγόνου πεσμένη δίπλα του , άχρηστη. Δεν πρόλαβε να την φορέσει. Πέθανε…ασφυκτιώντας από τον ίδιο αέρα που άλλοι πλήρωναν για να αναπνεύσουν καθαρό. Αυτός ήταν ο Ευγένιος , Πύρρο. Ένας άνθρωπος που πέθανε για κάτι τόσο…ανούσιο. Για την απληστία και την αδιαφορία των πλούσιων.

 

-Ένας φίλος; Χαμένος άδικα. Βλέπεις Μιχαήλ , δεν είσαι ο μόνος που έχει γνωρίζει την απώλεια. Εγώ είδα τον παππού μου… τον Μονάρχη μας…να σβήνει σαν κοινός εγκληματίας. Και ξέρεις κάτι; Αυτός ο πόνος…αυτό το μίσος που μου άφησαν…με κάνει πιο δυνατό.

 

-Δεν καταλαβαίνεις…

 

-Καταλαβαίνω την αδικία που φωνάζει εκδίκηση! Και η δική σου απώλεια…όσο τραγική κι αν είναι…δεν αλλάζει τίποτα. Δεν συγκρίνεται με την κρίση που δεχτήκαμε ως απόγονοι του. Το ότι έχεις πληγωθεί δεν σε κάνει λιγότερο εμπόδιο Μιχαήλ. Ίσα ίσα…τώρα ξέρω τι σε κινητοποιεί. Και αυτό κάνει την εξάλειψη σου…ακόμα πιο αναγκαία. Γιατί ένας άνθρωπος που έχει γνωρίσει τον πόνο της αδικίας και παρόλα αυτά στέκεται στο πλευρό αυτών που την προκάλεσαν… είναι ένα εμπόδιο που πρέπει να απομακρυνθεί.

 

   Με μία αστραπιαία κίνηση, ο Πύρρος τραβάει ένα στιλέτο που έκρυβε πίσω από την πλάτη του, Η λάμα αστράφτει στο αμυδρό φως του δωματίου και κατευθύνεται προς τον Μιχαήλ.

 

   Πριν το στιλέτο προλάβει να τον φτάσει , ο Μιχαήλ, παρά την αδυναμία του, αντιδρά γρήγορα, τραβάει μέσα από τα ρούχα του ένα πιστόλι που του είχε δοθεί από τον Ο.Π.Ε.. Σημαδεύει σταθερά και πυροβολεί. Ο Πύρρος σωριάζεται στο πάτωμα, το στιλέτο πέφτει, ένα κόκκινο σημάδι απλώνεται γρήγορα στο στήθος του.

 

   Ο Μιχαήλ, με δυσκολία στην αναπνοή, κοιτάζει το άψυχο σώμα του Πύρρου. Το πιστόλι τρέμει ελαφρά στο χέρι του.

 

-Στο τέλος…δεν διαφέραμε όσο φανταζόμουν. Και οι δύο χάσαμε αγαπημένους. Και οι δύο νιώσαμε την αδικία να μας τρώει τα σωθικά. Απλά…απλά... επιλέξαμε διαφορετικούς τρόπους να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα μας. Εσύ διάλεξες το μίσος και την εκδίκηση. Εγώ…υποθέτω πως διάλεξα την επιβίωση. Είπε ο Μιχαήλ κοιτώντας το πιστόλι.

 

   Ο Μιχαήλ αφήνει το πιστόλι να πέσει στο πάτωμα, ο ήχος του πνίγεται από την βαριά σιωπή που ακολουθεί. Η κούραση και η θλίψη τον κατακλύζουν. Εκείνη την στιγμή κατάλαβε, πως η ζημία που είχε υποστεί το νησί μετά την πυρκαγιά ήταν αδιόρθωτη. Ο Πύρρος μπορεί να έπεσε αλλά είχε ήδη σπείρει θάνατο και φόβο. Η αποστολή του είχε αποτύχει. Δεν κατάφερε να προστατεύσει κανέναν.

 

   Στην πραγματικότητα, δεν είχε έρθει στην Κλεμψόνησο μόνο για αυτό. Βαθιά μέσα του , ήλπιζε πως η απόσταση, θα τον βοηθούσε να ξεχάσει. Να αφήσει πίσω του τις φλόγες και την άδεια ματιά του Ευγένιου. Αλλά το παρελθόν βρήκε έναν τρόπο να τον βρει, ακόμα και στα πιο απόμακρα μέρη. Και τώρα , είχε απλώς προσθέσει έναν ακόμα θάνατο στην ατελείωτη λίστα των απωλειών του. Η κούραση τον κυριεύει. Σκύβει και πιάνει με τα χέρια το κεφάλι του, νιώθοντας την απόλυτη ματαιότητα.

   Ο Μιχαήλ, σηκώθηκε και περπάτησε λίγο μέσα στη άδεια του καλύβα. Σίγουρα , η κίνηση του αυτή δεν ευνοούσε την υγεία του, αλλά αυτό ήτανε το τελευταίο πράγμα που τον ανησυχούσε. Επάνω στο γραφείο του, δίπλα στην φωτογραφία του με τον Ευγένιο, βρισκόταν το γράμμα που του έδωσε ο Πύρρος. Επέλεξε, πως προτού ανακοινώσει στους υπόλοιπους πως σκότωσε τον υπεύθυνο για το όλο μακελειό , να διαβάσει για μία ακόμα φορά το γράμμα του. Ελπίζοντας, πως αυτή φορά, θα κατανοούσε την αιτία πίσω από τις πράξεις του:

 

 «Αγαπητέ Μιχαήλ,

 

   Αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, ίσως είναι πολύ αργά. Πρέπει να καταλάβεις γιατί ο παππούς μου, ο Θεοδόσιος, ο Μονάρχης μας, έπραξε όπως έπραξε. Στο μεγάλο του ταξίδι με τους πιστούς του, αντίκρισε έναν κόσμο σε παρακμή. Άνθρωποι κατέστρεφαν δάση για χώρο και εξαντλούσαν αλόγιστα τους φυσικούς πόρους. Όταν τους τελείωσαν, μεταμορφώθηκαν σε τέρατα, έτοιμοι να ανακτήσουν μέσω βίας ότι έχασαν.

   Ζήτησαν από τον Θεοδόσιο κάθε πόρο της Κλεμψονήσου. Εκείνος αρνήθηκε να θυσιάσει το νησί του. Για αυτό σκότωσαν τους συντρόφους του και τον απείλησαν πως κάποια μέρα θα ερχόντουσαν στην Κλεμψόνησο για να ανακτήσουν ό,τι αναζητούσαν. Ο Θεοδόσιος δεν ήτανε τύραννος. Προστάτεψε το νησί μας από την εκμετάλλευση αυτών των βαρβάρων , μέχρι που μία μέρα η ευθύνη αυτή του φάνηκε πολύ μεγάλη.  Αυτή είναι η αλήθεια που σου έκρυψαν.

 

Με εκτίμηση,                                                                                                                                                                                                                                    Πύρρος ο Κλεμψηνιότης.»  

 

Τελικά , ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα παρά ένα τέρας.

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

Edited by Σεργκέι Κάμενεφ

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..