Jump to content

Recommended Posts

Posted

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Το επόμενο πρωινό μετά τον θάνατό μου,

βρεγμένο το κρεβάτι, κρύο το δωμάτιό μου.

Ήταν Σάββατο, τελευταία μέρα του Φλεβάρη,

στο πάτωμα σκορπισμένα μπουμπούκια από λινάρι.

 

 

Φίλοι και συγγενείς τη μορφή μου πενθούσαν,

οι καμπάνες των εκκλησιών ασταμάτητα χτυπούσαν.

Στις κραυγές των κορακιών το όνομά μου ηχούσε,

και η σάπια σάρκα μου την λαιμαργία τους ελκούσε.

 

 

Κι ενώ ο σωρός μου στη γη ασήκωτος είχε μείνει,

σταλίζοντας το τελευταίο δάκρυ, πριν η ψυχή μου απογίνει.

Ξεκόλλησα απ’ τη σάρκα μου, σαν πέπλο διεφθαρμένο,

κι αντίκρισα το είδωλό μου, χλωμό και διαβρωμένο.

 

 

 

Στου δωματίου τη γωνιά στεκόμουν σιωπηλός,

θεατής του ίδιου μου του τέλους, άυλος και μοναχός.

Οι ψίθυροι των ζωντανών περνούσαν σαν αέρας,

μα εγώ διάβαινα σιγά σε άλλον, πια αιθέρας.

 

 

Σκοτάδι απλώθηκε βαρύ, χωρίς αυγή και ήλιο,

κι ένας ποταμός με κάλεσε με τον υπόκωφό του οίστρο.

Τα ύδατα του ήταν βαθιά, ψυχρά και αργυρά,

κι εντός τους καθρεφτίζονταν αμαρτήματα και συμφορά.

 

 

Το διέσχισα, δίχως σώμα , μα αναμνήσεις φορτωμένος,

απ’ όσα αγάπησα στη γη κι όσα έμεινα κρυμμένος.

Σκιές αρχαίες κοιτούσαν με ύφος αυστηρό,

σαν να ζητούσαν λογαριασμό για κάθε τι μικρό.

 

 

Άκουσα ονόματα νεκρών να πλέκονται βουβά,

κι ανάμεσά τους το δικό μου αντήχησε ξανά.

Μα όσο βαθύτερα κυλούσα στου σκότους την αγκάλη,

τόσο η καρδιά μου , δίχως κτύπο, ζητούσε φως και πάλι.

 

Κι είδα μακριά, άκρη γης χωρίς ουρανό,

εκεί που σβήνει η ανάσα κι αρχίζει το κενό.

Δεν ήταν τόπος τιμωρίας μήτε ανταμοιβής,

μα μια σιωπή που μέτραγε το βάρος της ζωής.

 

 

Στο χείλος της λησμονιάς, πριν σβήσει η μορφή μου,

σαν άνεμος απ’ τη γη φυσούσε ακόμη τ’ όνομά μου.

Γιατί επάνω, στο πατρικό με το ξεφτισμένο φως,

ο κόσμος πια με έκλαιγε με θρήνο, ταπεινός.

 

 

Και στην κολόνα της πλατείας, δίπλα στο παλιό καρφί,

κρεμάστηκε το κηδειόχαρτο μου, λευκό σαν προσευχή.

Με μαύρο πλαίσιο, βαρύ και γράμματα στερνά,

ανήγγελλε πως έσβησα για πάντα απ’ τα ζωντανά.

 

 

Κι έτσι ο άνεμος το σήκωνε, το διάβαζε συλλαβιστά,

ενώ εγώ χανόμουν σε εδάφη ελεγειακά.

Το σπίτι έμενε βουβό, σφραγισμένο σαν παλιά πληγή,

κι ο χρόνος σκέπαζε αργά κάθε ίχνος θαλπωρής.

Κάθε σχόλιο και κριτική είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτα.

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
  • Upcoming Events

    • 0
      12 September 2026 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..