Jump to content

Write Off #15


Βάρδος

Recommended Posts

Βάρδος

edit 7/1/09: ένδειξη poll Nihilio 5 Nienor 7

 

 

Πρόλογος

 

«Έχεις κάτι που μου ανήκει,» είπε η γυναίκα. Τα μακριά, ξανθά της μαλλιά ανέμιζαν μαζί με το φαρδύ, πράσινό της φόρεμα, καθώς βάδιζε επάνω στις πέτρινες επάλξεις.

 

Τα γαλανά της μάτια ήταν εστιασμένα σε μια άλλη γυναίκα, κορακομάλλα και ντυμένη με μαύρο δέρμα. Αυτή η γυναίκα κρατούσε στο δεξί της χέρι ένα μακρύ ξιφίδιο, με έναν λίθο στον προφυλακτήρα: έναν λίθο που γυάλιζε με διάφορα χρώματα, καθώς το φως της πανσελήνου αντανακλάτο επάνω του.

 

Η κορακομάλλα, απλά, χαμογέλασε (ένα χαμόγελο που έμοιαζε να λέει: ξέρω κάτι που δεν ξέρεις) και, χωρίς να μιλήσει, περίμενε, παρατηρώντας.

 

Από κάτω τους, τα αφρισμένα κύματα της θάλασσας έσκαγαν στα βράχια όπου ήταν οικοδομημένο το Λευκό Κάστρο. Κι από πάνω τους, πιασμένος στα κεραμίδια ενός πυργίσκου, ο μαύρος γάτος με τα καταπράσινα μάτια τις κοίταζε και χαμογελούσε πίσω απ’τα μουστάκια του.

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites

Ω! Ευχαριστούμε!

 

Nihilio 15 μέρες και 2000 λέξεις;

Link to post
Share on other sites

OK, αυτή τη βδομάδα δε προλαβαίνω να γράψω, αλλά ήδη έχω κάνει αρκετό brainstorming και έχω και χρόνο για πολύ ακόμα. Την παράλλη Κυριακή λήγει.

Link to post
Share on other sites
Nienor

«Έχεις κάτι που μου ανήκει,» είπε η γυναίκα. Τα μακριά, ξανθά της μαλλιά ανέμιζαν μαζί με το φαρδύ, πράσινό της φόρεμα, καθώς βάδιζε επάνω στις πέτρινες επάλξεις.

 

Τα γαλανά της μάτια ήταν εστιασμένα σε μια άλλη γυναίκα, κορακομάλλα και ντυμένη με μαύρο δέρμα. Αυτή η γυναίκα κρατούσε στο δεξί της χέρι ένα μακρύ ξιφίδιο, με έναν λίθο στον προφυλακτήρα: έναν λίθο που γυάλιζε με διάφορα χρώματα, καθώς το φως της πανσελήνου αντανακλάτο επάνω του.

 

Η κορακομάλλα, απλά, χαμογέλασε (ένα χαμόγελο που έμοιαζε να λέει: ξέρω κάτι που δεν ξέρεις) και, χωρίς να μιλήσει, περίμενε, παρατηρώντας.

 

Από κάτω τους, τα αφρισμένα κύματα της θάλασσας έσκαγαν στα βράχια όπου ήταν οικοδομημένο το Λευκό Κάστρο. Κι από πάνω τους, πιασμένος στα κεραμίδια ενός πυργίσκου, ο μαύρος γάτος με τα καταπράσινα μάτια τις κοίταζε και χαμογελούσε πίσω απ’ τα μουστάκια του.

 

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Το μεγαλείο του κάστρου, που κάποτε ζήλευε όλη η γύρω περιοχή, τώρα είχε ξεθωριάσει και το κάστρο ήταν μια σκιά, μια ανάμνηση του προηγούμενου εαυτού του. Οι επάλξεις του ήταν ετοιμόρροπες σε πολλά σημεία, δύσκολες στο περπάτημα κι επικίνδυνες. Τα κεραμίδια, στις στέγες των πυργίσκων του, ήταν ξεφτισμένα και το εξωτερικό τοίχος έμοιαζε σαν γέροντας αντιμέτωπος με την οργή των ανέμων, έτσι που έστεκε επάνω από την αγριάδα των κυμάτων, παρόλο που δεν έσπασε πουθενά όταν οι πειρατές πέταξαν τους γάντζους τους στην κορφή του.

 

Η κυβερνήτης και αρχηγός τους, το Κοράκι -όπως όλοι τη φώναζαν- ήταν ικανή και επικίνδυνη γυναίκα. Το γάτο τον είχε βρει στον πύργο ενός μάγου, πολλά χρόνια πριν. Ο μάγος είχε αποδειχτεί δύσκολο θύμα όμως η γυναίκα τον είχε νικήσει και μετά το θάνατό του θεώρησε το γάτο του, ένα από τα τρόπαια της νίκης της στον πύργο του. Εξ’ αρχής είχε εντυπωσιαστεί από την εμφάνιση του ζώου: τη στιλπνή, μαύρη γούνα του και εκείνα τα σμαραγδένια μάτια. Έπειτα την είχε συνεπάρει η αντιληπτική του δυνατότητα και το μικρό χαμογελάκι που εμφανιζόταν κάτω από τα μουστάκια του κάθε φορά που ήταν ευχαριστημένος. Με τον καιρό είχε γίνει ο καλύτερος φίλος της, μάλιστα τον έλεγε Κάντρελ –που σε κάποια ξεχασμένη γλώσσα σήμαινε Πιστός- και τον εμπιστευόταν περισσότερο από κάθε άνθρωπο.

 

Ο γάτος πέρναγε καλά με το Κοράκι. Είχε πάντοτε φαΐ στο πιάτο του, δεν χρειαζόταν να κυνηγάει ποντίκια τόσο συχνά όσο στον πύργο και δεν τον ενοχλούσε ιδιαίτερα το μικρό σκάφος της πειρατίνας. Όταν τα πόδια του πατούσαν γη, άφηνε κατά μέρους την μαλθακότητα που τον διακατείχε όσο λικνιζόταν στα κύματα και έπιανε δουλειά. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα μέλη του πληρώματος όταν κατέβαιναν για πλιάτσικο. Ήταν ο συντονιστής τους. Είχε μάθει με τον καιρό αρκετά σινιάλα της γυναίκας και νιαούριζε διαφορετικά στο καθένα, ώστε να μπορούν να τον ακούσουν οι ναύτες της και να πράξουν αναλόγως.

 

Για αρκετό καιρό διασκέδαζε με αυτό. Η μάχη και η μυρωδιά του αίματος τον εξίταρε, του τέντωνε τα νεύρα και αποτελούσε ένα ευχάριστο διάλειμμα από τις ατελείωτες ώρες στο πλεούμενο. Οι κλαγγές των όπλων τον κρατούσαν σε εγρήγορση και παρακολουθώντας, από θέσεις ασφαλείας, κουνούσε τα μουστάκια και τα αυτιά του θαμπωμένος από το σαματά.

 

Έπειτα συνήθισε και δεν εντυπωσιαζόταν πια. Όλο τα ίδια συνέβαιναν: από τη μία πλευρά ήταν οι δικοί του και από την άλλη οι χαμένοι. Οι δικοί του σκότωναν τους άλλους και φεύγοντας έπαιρναν διάφορα γυαλιστερά μπιχλιμπίδια από τα πεσμένα κορμιά ή τα σπίτια τους, που δεν καταλάβαινε καν τι τα ήθελαν. Ο ρόλος του στις μάχες τελείωνε πια νωρίς. Όσο ευκολότερος ήταν ένας αντίπαλος τόσο εκείνος τους ήταν περισσότερο άχρηστος και βαριόταν. Ελάχιστες φορές πλέον μια μάχη κέρδιζε το ενδιαφέρον του. Συνήθως τον έπαιρνε ο ύπνος όταν ο ρόλος του τελείωνε.

 

Ο ήχος των κυμάτων είχε με χάρη καλύψει τους μεταλλικούς ήχους από τους γάντζους των σχοινιών, που είχαν πετάξει οι πειρατές για να ανέβουν στο κάστρο. Το μικρό πλοιάριο, η «μαύρη αστραπή», αναπαυόταν στην αγκαλιά της θάλασσας κάτω από το εξωτερικό τοίχος. Το Κοράκι, εκτός από καπετάνισσα, ήταν η τέλεια βιτρίνα τους. Γυναίκα, λιγνή και όμορφη, καλή υποκριτής. Πάντα εκείνη έβγαινε μπροστά και οι άλλοι την ακολουθούσαν, για να εμφανιστούν όταν ο αντίπαλος είχε πειστεί πως είναι αντιμέτωπος με μια όμορφη, νεαρή γυναίκα και κανέναν άλλο.

 

Το Κοράκι εκμεταλλεύτηκε την ησυχία, που ακολούθησε τη δήλωση της άλλης γυναίκας, για να ακούσει σε ποιο σημείο περίπου βρισκόταν η επιχείρηση. Κλεφτά έριξε μια ματιά προς τα κεραμίδια και γύρισε προς την ξανθιά «αρχόντισσα» απέναντι της. «Απεναντίας δεσποσύνη μου, νομίζω πως εσείς έχετε κάτι που σε λίγο θα μου ανήκει,» της απάντησε με φωνή που έσταζε μέλι. Το ξίφος στο χέρι της κουνήθηκε μαλακά και κοφτά όπως η άκρη της ουράς του Κάντρελ όταν εκνευριζόταν. Εκείνος το είδε, κατάλαβε το σινιάλο της και έβγαλε ένα δυνατό νιαούρισμα. Η αναρρίχηση των αντρών στα σχοινιά άρχισε αθόρυβα.

 

Η αρχόντισσα άγκιξε κάτι στο λαιμό της που έμοιαζε με μενταγιόν και κοίταξε δειλά την άλλη γυναίκα. «Ώστε ψέματα ήταν, τα όσα μου είπες, για να έρθω μέχρι εδώ;» τη ρώτησε αθώα.

 

Το Κοράκι γέλασε ειρωνικά και προέταξε το ξίφος. Η ξανθιά γυναίκα έκανε μισό βήμα προς τα πίσω ενώ την κοιτούσε σαστισμένη. Η πειρατίνα ξεκίνησε την επίθεσή της χωρίς να περιμένει να ανέβουν οι άντρες της. Δεν τους χρειαζόταν αυτή τη φορά. Η άλλη την είχε πιστέψει και είχε έρθει μόνη της από τι φαινόταν. Το θύμα ήταν ανέλπιστα εύκολο και μπορούσε να τα βγάλει πέρα χωρίς τη βοήθεια τους.

 

Ο γάτος, βολεμένος στα κεραμίδια, τις κοιτούσε με απάθεια. Το χαμόγελο είχε χαθεί από το μουσούδι του. Προσπαθούσε μανιωδώς να καθαρίσει τη δεξιά πατούσα του από την αρμύρα της θάλασσας. Πάντοτε τον ενοχλούσε η αρμύρα στα μαλακά πέλματα του. Απαλά βήματα σαν ψίθυροι ακούστηκαν από κάτω. Οι άντρες είχαν ανέβει. Η «αρχόντισσα» ακόμη οπισθοχωρούσε ενώ η πειρατίνα του δεν την κυνηγούσε, περίμενε μόνο, να τη δει προς τα που θα τρέξει. Ο γάτος τέντωσε νωχελικά την πατούσα του μπροστά, έτριψε το κεφάλι του επάνω στο προτεταμένο πόδι του για να βολέψει το αυτί του και έκλεισε τα πανέμορφα μάτια του. Ακριβώς τη στιγμή που η «αρχόντισσα» στύλωνε τα πόδια της και κοιτούσε τους νεοφερμένους με ένα μυστικό, ανεξιχνίαστο χαμόγελο, ο γάτος στα κεραμίδια του χαμηλού πυργίσκου, αποκοιμήθηκε...

 

Καμιά φορά στον ύπνο του τίναζε κάποια μέρη του σώματός του. Τον ενοχλούσε αυτό. Τον ξυπνούσε. Τώρα δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτό που τον ξύπνησε, αλλά η αίσθηση ήταν παρόμοια. Τίναξε τα ηλεκτρισμένα μουστάκια του, τεντώθηκε κι ανατρίχιασε. Ησυχία επικρατούσε κάτω. Στο στόμα του είχε μια γνώριμη μεταλλική γεύση. Ήταν από τη μυρουδιά του αίματος. Πλησίασε στην άκρη της στέγης και κοίταξε κάτω. Για λίγο δεν καταλάβαινε τι έβλεπε. Κορμιά κείτονταν στο έδαφος, μα ήταν μαύρα. Το Κοράκι ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα και ...τι ήταν αυτό που έτρεχε στα χείλη της;...αίμα;

 

Ο Κάντρελ πήδησε κάτω και πήγε κοντά στη σύντροφο του, απορημένος ακόμη. Κάπου, στην άκρη της αντίληψης του, είδε την ξανθιά γυναίκα να κρατά στα χέρια της μια πέτρα που αντανακλούσε το φως του φεγγαριού, μια πέτρα γνώριμη. Πήγε κοντά στο πεσμένο κορμί της συντρόφου του και τη μύρισε. Ήταν νεκρή. Το ήξερε πέρα από κάθε αμφιβολία. Έγλυψε το αίμα που έτρεχε από τα κλειστά της χείλη και έτριψε τη μύτη του στο μάγουλο της. Ήταν νεκρή όπως κι όλοι οι άντρες της γύρω. Η ατμόσφαιρα μύριζε και κάτι άλλο, μα η αρμύρα κι ο άνεμος το είχαν αποδυναμώσει και η ανάμνηση του είχε ξεθωριάσει. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ήταν.

 

Η «αρχόντισσα» πέταξε κάτω το άχρηστο, χωρίς την πέτρα, πλέον ξίφος που προσγειώθηκε με έναν ανατριχιαστικό μεταλλικό ήχο στο πέτρινο δάπεδο. Έβγαλε το μενταγιόν από το λαιμό της, ακούμπησε την πέτρα επάνω του και ψιθύρισε μια περίεργη λέξη. Το μενταγιόν έλαμψε και η πέτρα αιχμαλώτισε τις τελευταίες χλωμές αχτίδες της πανσέληνου που έδυε. Ο γάτος, που την παρακολουθούσε, θυμήθηκε τη μυρουδιά. Ήταν από ξόρκια, αυτή η γνώριμη αίσθηση τον είχε ξυπνήσει. Δεν ήταν ακριβώς μυρουδιά, μα περισσότερο μια ανατριχίλα στις άκρες των μακριών του μουστακιών. Η ξανθή γυναίκα ήταν μάγισσα. Το Κοράκι για πρώτη –και τελευταία- φορά είχε λαθέψει θανάσιμα ως προς τη φύση του αντιπάλου του.

 

Ο γάτος αισθάνθηκε μόνος. Πεινούσε, κρύωνε λιγάκι και είχε στο στόμα του εκείνη την φρικτή –αν και δελεαστική- μεταλλική γεύση του αίματος. Μύρισε τον αέρα και θυμήθηκε τη θάλασσα κάτω και γύρω από το κάστρο. Απελπίστηκε και θύμωσε. Έβγαλε ένα δυνατό σπαραχτικό νιαούρισμα και έμεινε δίπλα στο Κοράκι να κοιτά αποσβολωμένος το κενό.

 

Ένα απαλό χέρι ακούμπησε στο κεφάλι του και περιποιημένα νύχια τον έξυσαν ανάμεσα στα αυτιά. Η πράσινη φούστα που κυμάτισε δίπλα του μύριζε ζέστη και σαπούνι. «Έλα ‘δω μικρέ αδέσποτε,» του είπε η γυναίκα καθώς τον σήκωνε απαλά «τώρα θα έχεις καινούργιο αφεντικό, θα σε λέω Μαυράδι». Τον ακούμπησε επάνω στο μεγάλο σάκο που είχε δέσει στην πλάτη της. Μέσα απ’ αυτόν αναδυόταν η μυρουδιά παστού κρέατος. Ο γάτος πάλεψε λίγο με τις ζάρες του πέτσινου σάκου και τα ξανθά μαλλιά της, βολεύτηκε και κούρνιασε. Ήταν αρκετά ευχαριστημένος.

 

Η γυναίκα βάδιζε επάνω στις πέτρινες επάλξεις κοιτάζοντας την πανσέληνο να δύει. Το φαρδύ, πράσινο φόρεμα της ανέμιζε πίσω της μαζί με τα μακριά, ξανθά της μαλλιά. Ο γάτος κουρνιασμένος κολλητά στο ζεστό της σβέρκο, χουρχούριζε. Χαμογελούσε κάτω από τα μουστάκια του κρατώντας μισόκλειστα τα καταπράσινα μάτια του. Οι σκέψεις του έσβηναν μέσα στη θαλπωρή της ασφάλειας που αισθανόταν ξανά. Οι άνθρωποι αλήθεια αρέσκονται να ονομάζουν τους εαυτούς τους αφεντικά....

Link to post
Share on other sites
Nihilio

Τίτλος: Το άγγιγμα της Σκιάς

Είδος: Φαντασίας

Αριθμός λέξεων: 1469

 

«Έχεις κάτι που μου ανήκει,» είπε η γυναίκα. Τα μακριά, ξανθά της μαλλιά ανέμιζαν μαζί με το φαρδύ, πράσινό της φόρεμα, καθώς βάδιζε επάνω στις πέτρινες επάλξεις.

 

Τα γαλανά της μάτια ήταν εστιασμένα σε μια άλλη γυναίκα, κορακομάλλα και ντυμένη με μαύρο δέρμα. Αυτή η γυναίκα κρατούσε στο δεξί της χέρι ένα μακρύ ξιφίδιο, με έναν λίθο στον προφυλακτήρα: έναν λίθο που γυάλιζε με διάφορα χρώματα, καθώς το φως της πανσελήνου αντανακλάτο επάνω του.

 

Η κορακομάλλα, απλά, χαμογέλασε (ένα χαμόγελο που έμοιαζε να λέει: ξέρω κάτι που δεν ξέρεις) και, χωρίς να μιλήσει, περίμενε, παρατηρώντας.

 

Από κάτω τους, τα αφρισμένα κύματα της θάλασσας έσκαγαν στα βράχια όπου ήταν οικοδομημένο το Λευκό Κάστρο. Κι από πάνω τους, πιασμένος στα κεραμίδια ενός πυργίσκου, ο μαύρος γάτος με τα καταπράσινα μάτια τις κοίταζε και χαμογελούσε πίσω απ’τα μουστάκια του.

 

***

 

"Δε μπορώ να πιστέψω αυτό που μου λές!" ούρλιαξε ο βασιλιάς Τόρνιρν της δυναστείας των Κύκνων στον μάγο-σύμβουλο Πάντιρν.

"Άρχοντά μου," απάντησε ο ολοστρόγγυλος άντρας, "σας λέω μόνο ότι μου αποκάλυψε η Τέχνη." Σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του και συνέχισε: "Αυτή η πόρνη, το θρέμμα των σκοτεινών θεών ξεγέλασε τη βασίλισσα. Στα χέρια της βρίσκεται η ψυχή του νεογέννητου πρίγκιπα"

 

***

 

"Εδώ μέσα είναι ο διάδοχος της Άμανταρ" είπε η Σάμιτα, η χλωμή κορακομάλλα, στην Ανίραερν. "Μη διανοηθείς καν να κάνεις κάτι το ανόητο."

"Αν τον πειράξεις…" γρύλισε η βασίλισσα, βγάζοντας ένα στιλέτο που ήταν κρυμμένο τόση ώρα στον κορσέ της.

"Τι θα κάνεις;" τη ρώτησε η μάγισσα με ένα ειρωνικό χαμόγελο, "θα πεις στον άντρα σου για το μαντζούνι που σου έδωσα; Δε το νομίζω γλυκιά μου…"

"Θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια, δαιμόνισσα!" της είπε η βασίλισσα υψώνοντας το στιλέτο της

 

***

 

Ο βασιλιάς Τόρνιρν έτρεχε λαχανιασμένος. Ήξερε ότι η μάγισσα ήταν στην οροφή του Πύργου των Κύκνων. Από πίσω του τον ακολουθούσαν οι τρεις σωματοφύλακές του και ο Πάντιρν. Στο μυαλό του υπήρχε μόνο μια σκέψη. Έπρεπε να σώσει τον γιο του, το διάδοχό του, από τα απαίσια δόντια της οχιάς που ξεγέλασε τη γυναίκα του.

"Με βάση τα όσα γνωρίζω για τα μονοπάτια του σκότους, η ψυχή του νεαρού πρίγκιπά πρέπει να βρίσκεται σε κάποιο πετράδι ή κάτι παρόμοιο," έλεγε λαχανιασμένος ο Πάντιρν, καθώς τα κοντά πόδια του πηδούσαν από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι. "Πρέπει να σπάσουμε το πετράδι για να την ελευθερώσουμε. Αλλιώς θα μείνει να αιωρείται στο νεκρό μυαλό του Σκοτεινού Θεού."

"Αυτό θα το λύσουμε μετά," φώναξε ο βασιλιάς, επίσης λαχανιασμένος, "πρώτα θα φροντίσω το κεφάλι αυτής της σκύλας να στολίσει την αυλή, καρφωμένο σε παλούκι!"

 

***

 

Η βασίλισσα πλησίαζε απειλητικά την μάγισσα, χωρίς όμως η δεύτερη να χάνει την ψυχραιμία της. Έμοιαζε σίγουρη για τον εαυτό της, σε βαθμό που δεν προσπαθούσε καν να χρησιμοποιήσει τη μαγική της δύναμη.

Το στιλέτο τινάχτηκε εμπρός, αλλά η Σάμιτα το απέφυγε με χαρακτηριστική ευκολία. Η Ανίραερν, άμαθη στην τέχνη των όπλων, δε πρόλαβε να επιστρέψει σε θέση άμυνας: πριν καν το καταλάβει η μάγισσα της είχε πιάσει τον καρπό του οπλισμένου χεριού της και τον έστριβε με δύναμη. Η βασίλισσα ούρλιαξε και δάκρυα πόνου έτρεξαν από τα μάτια της, κάτω στα μάγουλά της και τελικά έπεσαν στο κενό έξω από τις πολεμίστρες, σε τέτοια θέση την είχε φέρει η λαβή της μάγισσας, με το μισό της σώμα να βρίσκεται έξω από τις πολεμίστρες.

"Δες το κενό," της ψιθύρισε, "σύντομα θα το επισκεφτείς." Το πρόσωπό της μάγισσας ήταν μια μάσκα κακίας. Μια μάσκα που θρυμματίστηκε μόλις άκουσε τον ήχο της πόρτας να σπάει και τα βαριά βήματα των αντρών.

"Σταμάτα τέρας!" άκουσε κάποιον να της φωνάζει

Χωρίς να χάσει καιρό πέταξε στο πλάι τη βασίλισσα και άρχισε να συγκεντρώνει γύρω της μια αύρα σκοτεινής δύναμης.

 

***

 

Το θέαμα της ανυπεράσπιστης γυναίκας του ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά. "Σκοτώστε την!" διέταξε ο βασιλιάς τους σωματοφύλακές του, δείχνοντας τη μάγισσα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη οι τρεις πολεμιστές ξεθηκάρωσαν τα σπαθιά τους και όρμησαν στη γυναίκα κραυγάζοντας άγρια. Ο Πάντιρν τους φώναξε να σταματήσουν, αλλά οι κραυγές τους έπνιξαν την προειδοποίησή του.

Και αυτό ήταν το τέλος τους. Μια ερεβώδης λόγχη τινάχτηκε από το στόμα της μάγισσας, καρφώνοντας τον πρώτο από τους σωματοφύλακες στο στέρνο, διαπερνώντας το θώρακά του σα να ήταν χάρτινος. Ο δεύτερος έκανε ένα βήμα παραπάνω από τον συνάδελφό του αλλά ένα πλοκάμι σκιάς τινάχτηκε από το πάτωμα και τον άρπαξε από τον λαιμό. Προσπάθησε απελπισμένα να το κόψει, αλλά χωρίς επιτυχία. Η δύναμη του μαγικού πλοκαμιού ήταν τέτοια που με ευκολία έσπασε το λαιμό του. Ο τρίτος δεν έζησε πολύ περισσότερο. Είχε σχεδόν φτάσει στη μάγισσα, όταν αυτή έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος του. Την επόμενη στιγμή το πτώμα του κειτόταν στο έδαφος με ένα σκοτεινό παχύρρευστο υγρό να αναβλύζει από το στόμα του.

Η μάγισσα γύρισε την πλάτη και πλησίασε ατάραχη τις πολεμίστρες. "Σταμάτα μέγαιρα!" φώναξε ο Πάντιρν, καθώς ένα δακτυλίδι από φλόγες και λιωμένο μέταλλο τον περιέβαλε. Η Σάμιτα γύρισε και κοίταξε τον άντρα με ένα βλέμμα υπεροψίας ανάμεικτης με φόβο και οι σκιές γύρω της έγιναν όλο και πιο πυκνές. Ο βασιλικό ζεύγος απομακρύνθηκε από τους δύο μάγους, καθώς ήξεραν το πόσο καταστροφική θα ήταν μια μάχη μεταξύ τους.

"Ώστε ένας από τους συμβούλους του βασιλιά θα με πολεμήσει;" ειρωνεύτηκε η Ερεβοκρατούσα "Τιμή μου να στερήσω τον βασιλιά μας από έναν τόσο λίγο σοφό σύμβουλο, που θα τα έβαζε μόνος του μαζί μου."

"Δεν έχεις που να πας και σύντομα θα έρθουν κι άλλοι σαν κι εμένα," είπε ο σύμβουλος, "δώσε μου το πετράδι και θα σε αφήσω να φύγεις."

"Αυτό," είπε η Σάμιτα, δείχνοντας το πετράδι στον προφυλακτήρα του ξιφιδίου, "Δε πρόκειται να το πάρεις. Και όσο για το ότι δεν έχω που να πάω…"

Η μάγισσα δεν ολοκλήρωσε την πρότασή της. Δε χρειαζόταν όμως. Πίσω της είχαν ξετυλιχτεί τα φτερά ενός Κάρνετ.

Στη θέα του μαύρου κτήνους ο Πάντιρν χλόμιασε. Δεν έχασε όμως χρόνο: μια πύρινη σφαίρα σχηματίστηκε στα χέρια του και την έστειλε εναντίον της Σαμίτα, καθώς εκείνη του γύριζε την πλάτη. Αυτή απλά ύψωσε το χέρι της και μια μαύρη ασπίδα σχηματίστηκε γύρω της. Η πύρινη σφαίρα ανατινάχτηκε πάνω της, αφήνοντας φλόγες και λιωμένο μέταλλο γύρω της, αλλά η γυναίκα έμεινε ανέπαφη.

Ξανά και ξανά ο Πάντιρν εκτόξευε εναντίον της επιθετικά ξόρκια και πάντα οι άμυνές της τα σταματούσαν. Η Σαμίτα είχε ανέβει πάνω στο τείχος και ήταν έτοιμη να σκαρφαλώσει πάνω στο ιπτάμενο υποζύγιό της, χωρίς όμως να προσέξει τον γάτο, που, παρά το πύρινο χάος και το τερατόμορφο ιπτάμενο πλάσμα, είχε κατέβει ατάραχος στο τείχος.

Πρώτα είχε ανεβάσει στις επάλξεις το αριστερό της πόδι και μετά το δεξί και τα χέρια της ήταν έτοιμα να πιάσουν τα κέρατα του Κάρνετ. Όμως ένιωθε ότι το πάτημά της δεν ήταν σταθερό. Κοίταξε προς τα κάτω, και είδε ότι πατούσε το μαύρο γάτο. Τα πράσινα μάτια του την κοίταξαν με ένα βλέμμα γεμάτο πόνο, αυτό όμως ήταν το τελευταίο που απασχολούσε τη μάγισσα. Δεν είχε προλάβει να πατήσει και το πόδι της γλίστρησε πάνω στο ευλύγιστο σώμα του γάτου και βρέθηκε εκτός ισορροπίας. Πανικόβλητη προσπάθησε να πιαστεί από το Κάρνετ. Η συγκέντρωσή της όμως είχε χαθεί και οι άμυνές της είχαν πέσει.

Την ίδια ακριβώς στιγμή ο μάγος έκανε την ύστατη προσπάθεια του. Βλέποντας ότι η Ερεβοκρατούσα θα τους ξέφευγε, έβαλε όλη του τη δύναμη σε μια τελευταία επίθεση: Οι φλόγες τον περιτύλιξαν ενώ μαγική ενέργεια έρεε σε όλο το σώμα του. Με μια απόκοσμη κραυγή εξαπέλυσε μια τεράστια σφαίρα φωτιάς προς το μέρος της μάγισσας.

Η ασπίδα της Σαμίτα, ακόμα και αν υπήρχε, ίσως δε θα άντεχε την δύναμη της επίθεσης. Αλλά με τις άμυνες ριγμένες η μάγισσα δεν είχε ελπίδα: πυρακτωμένο μέταλλο κατατρύπησε τη σάρκα της και φλόγες την αγκάλιασαν, απανθρακώνοντας την σχεδόν στη στιγμή.

 

***

 

"Άρχοντά μου," είπε ο Πάντιρν με μια ασθενική φωνή "ο γιος σας φαίνεται εντάξει. Να γνωρίζετε όμως ότι πιθανότατα στο μέλλον να έχει εξωτερικά σημάδια από το άγγιγμα της Σκιάς. Το καλό όμως είναι ότι είναι ασφαλής."

Οι δύο σωματοφύλακες που τον κρατούσαν όρθιο τον μετέφεραν πίσω στο φορείο του. Είχε περάσει μια εβδομάδα από τη μοιραία νύχτα, και όμως δεν είχε ακόμα συνέλθει από τη μάχη που έδωσε.

Ο βασιλιάς είχε απομείνει σκεπτικός στο θρόνο του. Στο πλευρό του ήταν η σύζυγός του. Την είχε συγχωρέσει για το σφάλμα της. Δεν έφταιγε αυτή για το ότι η σατανική εκείνη γυναίκα την είχε ξεγελάσει.

Η βασίλισσα χάιδευε τον μαύρο γάτο, που είχε ξαπλώσει στα πόδια της. Προφανώς του είχαν μείνει κάποιες από τις εφτά ζωές του, επειδή γλίτωσε την πύρινη κόλαση με λίγα μόνο εγκαύματα. Ένα από αυτά χάιδευε και η Ανίραερν, όταν άκουσε τη φωνή του γάτου στο κεφάλι της. "Μια χαρά τα καταφέραμε. Ο άντρας σου δε θα υποψιαστεί τίποτα για τον γιο μας, δε θα προσέξει τα σημάδια. Το παιδί μας θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του."

Η βασίλισσα δε του είπε τίποτα. Απλά τον σήκωσε στην αγκαλιά της και φίλησε τρυφερά το μέτωπό του.

Link to post
Share on other sites

Χμ...Διαβαζω της Νιενορ,μου αρεσει.Διαβαζω και του Νιχιλιο,μου αρεσει το ιδιο.Αλλα απο τη Νιενορ περιμενα να πει κατι για το γατο στο τελος.Το ειχε ξεκινησει καλα και μετα εμεινε ενας απλος γατος.Κριμα,η ανατροπη του Νιχιλιο της εκλεψε την ψηφο.Τελικα...Νιχιλιο :thumbsup:

Link to post
Share on other sites

Nienor, κάποια ορθογραφικά όπως "ο τοίχος-το τείχος" και όχι το τοίχος και το γνωστό θέμα με το -ν- (θα το λέω για πάντα, μέχρι να του δώσετε σημασία!)

Μεγάλος ο πρόλογος μέχρι να συνεχίσει η συνομιλία, πράγμα που κάνει το μυαλό να ξεφύγει από το θέμα και μετά να χρειαστεί να ξαναδιαβάσει για να θυμηθεί. Μου έδωσες την εντύπωση, δηλαδή, πως αντί να χρησιμοποιήσεις τον πρόλογο ως βάση επέκτασης, τον χρησιμοποίησες ως εισαγωγή για να παρουσιάσεις τον κόσμο και το υπόβαθρό. Αυτό δεν ήταν κακό, όμως σου εξήγησα πού με οδήγησε.

 

Ο Nihilio συνέχισε ομαλά τον πρόλογο, έδωσε ωραίες κινηματογραφικές περιγραφές (οι σκηνές εναλάσσονταν στα διαφορετικά μέρη με ενδιαφέρον) και δίνει μια εξαιρετική (αν και κάπου την έχω ξαναδεί) ανατροπή.

"Με βάση τα όσα γνωρίζω για τα μονοπάτια του σκότους, η ψυχή του νεαρού πρίγκιπά πρέπει να βρίσκεται σε κάποιο πετράδι ή κάτι παρόμοιο," έλεγε λαχανιασμένος ο Πάντιρν, καθώς τα κοντά πόδια του πηδούσαν από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι. "Πρέπει να σπάσουμε το πετράδι για να την ελευθερώσουμε. Αλλιώς θα μείνει να αιωρείται στο νεκρό μυαλό του Σκοτεινού Θεού."
Ένα από αυτά χάιδευε και η Ανίραερν, όταν άκουσε τη φωνή του γάτου στο κεφάλι της. "Μια χαρά τα καταφέραμε. Ο άντρας σου δε θα υποψιαστεί τίποτα για τον γιο μας, δε θα προσέξει τα σημάδια. Το παιδί μας θα εκπληρώσει το πεπρωμένο του."

Μου μυρίζει Dune!

 

Nihilio κι από μένα!

 

Για τον πρόλογο: με το που είδα γάτο στην ιστορία (δεν είχα προσέξει το πρώτο Post), ήμουν σίγουρη πως η Μαύρη γάτα Α.Ε. είχε χτυπήσει ξανά! :p

Link to post
Share on other sites
The Blackcloak

Αν και του Μιχάλη άφηνε ενδιαφέρον cliffhanger, η περιγραφή της μάχης με κούρασε αρκετά. Επίσης, παρατήρησα ότι και οι δύο το συνεχίσατε με σύγκρουση, θα περίμενα ίσως πιο πολύ μυστήριο ή κάποια ανατροπή. Ψήφισα Νίενορ επειδή μου άρεσε το σχόλιο του γάτου στο τέλος και της ζωής της πειρατίνας. Πάντως κάποιες λέξεις θα μπορούσαν να είναι πιο δουλεμένες, νομίζω (εξίταρε π.χ. ).

Link to post
Share on other sites

Μου άρεσαν αρκετά και οι δύο ιστορίες. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία της Νίενορ είναι πολύ ενδιαφέρον, κι η ανατροπή του Νιχίλιο επίσης πολύ ενδιαφέρουσα. Μπορώ να πω πως και οι δύο ιστορίες μου άρεσαν εξ'ίσου, αλλά θα ψηφίσω Νιχίλιο λόγω της ανατροπής, ίσως να ήταν αυτό που ήθελα να διαβάσω αυτή τη στιγμή, ή ίσως απλά να ήθελα ο γατούλης να ήταν λίγο πιο συναισθηματικούλης - υπάρχουν και μερικοί τέτοιοι.:p Μιάου!

Link to post
Share on other sites
  • 4 weeks later...

Μου άρεσε το Νιχίλιο (αν και οι δυο ειναι αξιες συγχαρητηριων) επειδή το σενάριο αν και σε τόσο λίγες γραμμές είχε βάθος !!!

Αν και η Νιενορ είχε πολύ όμορφη ατμόσφαιρα... (γαμωτο αντε να αποφασήσεις) ..

 

Τέσπα

Γουέλ Ντάν... στον Μιχάλη !!!!

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
Βάρδος

Νιχίλιε, η ιστορία σου πιστεύω πως ήθελε πολύ περισσότερη ανάπτυξη. Μας πετάς κατευθείαν σε μια κατάσταση που δεν ξέρουμε τίποτα. Δεν έχουμε δεθεί με τους χαρακτήρες και με την όλη υπόθεση. Άρα, γιατί να νοιαστούμε; Ούτε και η μάχη των μάγων μού άρεσε. Πολύ generic spell-battle, βρε παιδί μου. Μου άρεσε, όμως, ΠΑΡΑ πολύ η εμφάνιση του γάτου. Ήταν πολύ καλοστημένο αυτό το κομμάτι. Και, γενικά, νομίζω ότι όλη αυτή η ιστορία θα μπορούσε να ήταν καλή, αν ήταν μεγαλύτερη: αν είχες γράψει για γεγονότα που μας οδήγησαν, τελικά, σε αυτή τη σκηνή κορύφωσης που περιγράφεις.

 

Νίεννορ, τι να σου πω; Ο γάτος ήταν θεός! Έδωσες ρέστα. :worshippy: :D Κι αυτό δεν το λέω συχνά. Έχω και για τη δικιά σου γούνα διάφορα, όμως' μην ανησυχείς. :p Στην αρχή, υπάρχει πολύ info-dumping. Ναι μεν μου άρεσαν όλα αυτά που διάβασα για το γάτο και τους πειρατές, αλλά μας τα πετάς όλα μαζί, γρήγορα-γρήγορα, και μετά συνεχίζεις με την ιστορία σου. Μου άφησε μια αγχωτική αίσθηση. Έπειτα, δεν μου άρεσε το γεγονός ότι η πειρατίνα μίλησε τόσο ευγενικά. Έλα τώρα' πειρατίνα ήταν! Εκείνο, όμως, που μου άρεσε πολύ ήταν ότι, ενώ λογικά περιμέναμε ότι θα συνέχιζες την ιστορία από την ΟΓ της πειρατίνας, εσύ το γύρισες στην ΟΓ του γάτου. Ε, αυτό με έστειλε! Μου φάνηκε πολύ έντεχνα καλό, αν καταλαβαίνεις τι θέλω πω. Όπως επίσης και η ανατροπή στο τέλος. Μου έφτιαξες τη βραδιά. :thmbup:

Link to post
Share on other sites

Nienor, γιατί μου άρεσε η ιστορία της. Δεν είναι ανάγκη να έχει ανατροπές. Επίσης είναι ποιο φανταστικό απο του Nihilio, καθώς η μαγεία δεν φαίνεται. Είναι κάτι το ύπουλο. Κάτι το θανατηφώρο. Και αυτό απο μόνο του με κρατάει σε μια ιστορία.

Link to post
Share on other sites

Νίενορ για την ατάκα "Οι άνθρωποι αλήθεια αρέσκονται να ονομάζουν τους εαυτούς τους αφεντικά...." .

Και τα δύο όμορφα γραμένα ...

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..