Jump to content
Sign in to follow this  
Oberon

H Ανάποδη Σταχτοπούτα.

Recommended Posts

Oberon

Όνομα Συγγραφέα: Dain

Είδος: Kωμωδία-παρωδία

Βία; Όπως το δει κανείς

Σεξ; Κάτι ψιλά.

Αριθμός Λέξεων: 4150

Αυτοτελής; Πρώτο από τρια μέρη. Η συνέχεια παρακάτω στο ποστ #5 του τόπικ.

Σχόλια: Μετά από το nanowrimo και μια που φαίνεται με έχει τσιμπήσει το μικρόβιο της συγγραφής, είπα να γράψω κάτι ελαφρύ γελαστικό, και ιδού. Μια παρωδία της Σταχτοπούτας. Περιέχει μερικές βομολοχίες αλλά τίποτα το φοβερό.

 

 

Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ. Μέρος 1.

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια ξανθιά, γαλανομάτα κοπέλα που τη λέγανε Έλλα. Δεν ήταν και καμμια καλλονή, μη φανταστείτε δηλαδή και τη Νικόλ Κίντμαν, αλλά και το σκερτσάκι της το είχε, και το μπουτάκι της το είχε, και τα χειλάκια της τα είχε, και άλλα διάφορα --άκια, όλα τα είχε!

Αυτό που ΔΕΝ είχε ήταν καλό χαρακτήρα. Ήταν στριμμένη, τεμπέλα, και είχε αρχίσει να καπνίζει σα φουγάρο από τα 11 της.

Όλη μέρα κάπνιζε, κάπου τέσσερα εικοσπεντάρια πακέτα, και το βράδυ καθόταν δίπλα στο τζάκι και, καπνίζοντας πιο πολύ κι απ’αυτό, έβλεπε τουβου, κατέβαζε ρινγκτόουνς απ’το κινητό της ή έκανε τσατ με διάφορους χασομέρηδες στο Ίντερνετ.

Επειδή ήταν συνέχεια μέσα στην κάπνα και τις στάχτες από τα τσιγάρα, ούτε ένα «έτσι» δεν έκανε να βγάλει τις στάχτες από πάνω της, την είχαν ονομάσει Σταχτοπούτα. Το --πουτα της το έβαλαν για άλλους λόγους αλλά δεν μπορούμε να τους αποκαλύψουμε.

 

Όταν έγινε κάπου 13 χρόνων, η μητέρα της έφυγε από το μάταιο τούτο κόσμο. Aν έχετε παρατηρήσει οι μανάδες στα παραμύθια γενικά δεν φτουράνε, ή πεθαμένες είναι πριν αρχίσει το παραμύθι ή πεθαίνουν αμέσως μετά την αρχή.

Ο πατέρας της λοιπόν που ήταν ένας πλούσιος έμπορος, πλούσιος γιατί πούλαγε ληγμένα τρόφιμα βασικά, όταν πέθανε η γυναίκα του και έμεινε «χωρίς», και έβλεπε μέρα τη μέρα την κόρη του να ανθίζει και να αυγαταίνει, του ήρθε κάτι ανάποδο με την Έλλα και σκέφτηκε:

«Κάτσε γιατί εδώ δεν πάμε καλά! Βλέπω τη μικρά με άλλο μάτι ξαφνικά και καλά θα κάνω να βρω καμμια γυναίκα γιατί με βλέπω να με βγάζουνε στο Άλτερ αβέρτα-κουβέρτα -- ο έκφυλος πατέρας κι έτσι -- και να με συζητάει κάθε παράθυρο, παραθυράκι, φεγγίτης και κλειδαρότρυπα της τουβου!»

Φοβόταν μην τον πιάσει κι ο Ευαγγελάτος με τα ληγμένα τρόφιμα, οπότε σου λεει, πρέπει να λάβω μέτρα, να γλιτώσω το μισό κακό τουλάχιστον.

 

Στο μικρό μα πλούσιο βασίλειο που ζούσε -- όλα τα βασίλεια είναι πλούσια στα παραμύθια -- ήτανε και μια ζωντοχήρα με δυο κόρες. Ζωντόχηρες λέγανε τότε όλες τις χωρισμένες. Για τις ανύπαντρες μητέρες είχαν έναν άλλο πολύ λιγότερο κολακευτικό χαρακτηρισμό.

 

Σε αντίθεση όμως με τη ζωντοχήρα που ήτανε έξυπνη, καπάτσα και τσαπερδονοκωλοσφιρίχτρα και πέταγε το μάτι της προς κάθε αρσενικό, οι κόρες της ήταν η μεγάλη της ντροπή. Μαμούχαλες, κακομαθημένες, ακοινώνητες, όλα τα στραβά πάνω τους τα είχαν.

 

Η μια ήταν κοντόχοντρη σαν κεφτές και γουρουνομούρα που όταν έτρωγε το αγλέορα, όπως έκανε κάθε μέρα, βόγγαγε κιόλας από την απόλαυση, το κτήνος, και θύμωνε άμα της μίλαγες γιατί έχανε μπουκιές, έλεγε!

Την είχανε παει σε γιατρό μπας και είχε τίποτα, αλλά ο γιατρός τη βρήκε κακιασμένη μεν αλλά υγιέστατη δε και συμβούλεψε τη μάνα της να την παντρέψει το συντομοτότερο.

Η άλλη ήταν ψηλοκάνα και αδύνατη πολύ με σουφρωμένη μούρη λες και της μύριζε βραστό λάχανο, αλλά το χειρότερο δεν ήταν αυτό. Ήταν πως είχε δυο τεράστια μπροστινά δόντια που προεξείχαν τόσο, που όταν ήταν μικρή έβαζαν μια κονσέρβα κάτω από τα δόντια της, της δίνανε μια στο κεφάλι και η κονσέρβα άνοιγε θαυμάσια!

 

Η μάνα τους τις έβλεπε να μεγαλώνουνε και να χειροτερεύουνε και τράβαγε τα μαλλιά της.

«Τι θα κάνω με αυτές τις γκιόσες;» σκεφτόταν. «Που θα βρω γαμπρούς να τις δώσω που άμα τις δουν θα θέλουν δέκα κιβώτια λίρες για προίκα για να τις φορτωθούν. Ααααχχ-αχ-αχ, πως γίνανε έτσι; Η μία γουρούνα-κεφτές, ή άλλη με τους χαυλιόδοντες φάτσα κάρτα! Τι κακό με βρήκε την άμοιρη; Τι αμαρτίες πληρώνω με δαύτες; Και καλά, κάθε σόι έχει κι από ένα Λόχνες ανάμεσα στα παιδιά του, αλλά εγώ; Τι είχα μέσα μου και έβγαλα δυο η τερατο-μάνα;»

Είδε κι απόειδε η ζωντοχήρα και η μόνη λύση που σκέφτηκε ήταν να ξαναπαντρευτεί η ίδια κανέναν βλαμμένο με λεφτά, μπας και τις προικίσει.

Δεν ήθελε να παντρευτεί γιατί πέρναγε ζωή και κότα με τους γκόμενους, αλλά δεν γινόταν αλλιώς πια, που όταν έβλεπε τις κόρες της, ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι της να την πνίξει.

 

Έτσι, άρχισε να πετά το μάτι της από δω κι από κει, πέταξε και τα μπαλκόνια έξω, έσφιξε με τρεις κορσέδες τη μέση της να την κάνει «δαχτυλίδι», έβαλε και κιλότα που άφηνε τον αστράγαλο γυμνό, η ξετσίπωτη, και βγήκε περαντζάδα.

Εκείνη την εποχή, που λέτε, οι άντρες είχαν γενικά ένα βίτσιο με τους αστραγάλους. Με το που βλέπανε γυναίκα με γυμνό αστράγαλο παθαίνανε ένα κατιτίς σε κάμα-σούτρα-σε-δέκα-επισκέψεις-η-δοκιμή-δωρεάν-αν-τηλεφωνήσετε-στα-επόμενα-15-λεπτά! Τους έπιανε μίρλα!

Βλέπετε, επειδή η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ήταν πολύυυυυυ κάτω του μετρίου τότε, οι άντρες αγνοούσαν την υπόλοιπη γυναικεία ανατομία, εκτός από τα «μπαλκόνια», το κεφάλι και τα χέρια, και μόλις έβλεπαν τον αστράγαλο νόμιζαν πως έβλεπαν...να μην πω τι!

Επειδή λοιπόν όπως λεει κι η γνωστή παροιμία «ο αστράγαλος τραβάει βαπόρι» έτσι τον τράβηξε η ζωντοχήρα τον πατέρα της Έλλας και δώστου τράβηγμα από δω, δώστου τράβηγμα από κει, του έδειξε έως και γάμπα τελικά, τον έπεισε και παντρεύτηκαν.

 

Μετακόμισαν στο σπίτι που ζούσε η Έλλα και κείνη υποδέχτηκε τη μητριά και τις θετές αδελφές της όπως θα έκανε κάθε σεμνό κορίτσι παλιάς και γνωστής οικογενείας, με τρόπους, Γαλλικά και πιάνο.

Λύσσαξε στο κλάμα, χτυπήθηκε κάτω, έσκισε τα ρούχα της - ευκαιρία να ψωνίσει καινούργια από το «Μόλλ» - απείλησε πως θα πάει με τον πρώτο άντρα που θα βρει μπροστά της και θα χάσει ό,τι πολυτιμότερον έχει μια δεσποσύνη, αλλά ο πρώτος που είδε ήταν ο ογδοντάχρονος κηπουρός τους, οπότε το παράτησε το σχέδιο αυτό. Να’ταν ο Μπραντ Πιττ, να πεις πάει στο διάολο και το «πολυτιμότερον», αλλά όχι και με τον κηπουρό που μύριζε φερτιλάιζερ!

«Τι μου τις κουβάλησες αυτές τις κάργιες εδώ;» είπε ευγενικά μόλις τις είδε. «Επειδή εσύ έχεις κάψες πρέπει να μου τις φορτώσεις στο σβέρκο;» φώναξε με τον απαραίτητο σεβασμό στον πατέρα της.

«Μα θα έχεις δυο συνομήλικες αδελφούλες και μια νέα μαμά!» είπε ο μπαμπάς της.

«Μαμάξινος και ξερός που είναι συνομηλικές μου αυτά τα ξέκωλα!» είπε με τέλεια Γαλλικά η Έλλα.

«Τι λες μωρή πουτ...» πήγε να πει η ψηλοκάνα αδελφή που ήταν και αυτή ολίγον αθυρόστομη, αλλά η μάνα της της έδωσε μια μπάτσα, και το βούλωσε.

 

Δε θα τα πάμε καλά με τη μικρή και σιγά τη μικρή δηλαδή, τα δεκαοχτώ πατημένα τα έχει, σκέφτηκε η ζωντοχήρα, αλλά για να κάνει καλή εντύπωση στον άντρα της, πήρε την Έλλα με το γλυκό και το μαλακό.

«Να δεις, πέρδικά μου, κοκκόνα μου, τι δώρα θα σου κάνω εγώ! Να δεις τι φουστάνια θα σου ράψω. Νεράιδες κεντίστρες θα σου φέρω να σου ράψουν -- το σάβανό σου παραλίγο να πει αλλά κρατήθηκε -- τα προικιά σου, κοπέλα μου όμορφη εσύ!»

«Βρε άι στο διάολο και συ» είπε η Έλλα, υποκλίθηκε ευγενικά και πήγε στο δωμάτιο της να δει MTV.

 

Έτσι η ζωντοχήρα με τις κόρες της εγκαταστάθηκαν στο νέο τους σπίτι και περνούσαν όλοι μια χαρά, με γκρίνιες, καυγάδες, ξεμαλλιάσματα και υστερίες, καθ’εκάστην και αργίαν, και με τον τόφαλο να αδειάζει το ψυγείο τετράκις της ημέρας και δις της νύχτας.

 

Ο πατέρας της Σταχτοπούτας δε, στην καρακοσμάρα του. Αυτό που ήθελε να βρει το είχε βρει με τη ζωντοχήρα, κι από κει και πέρα δεν ανακατευότανε στις γυναικοδουλειές. Άστες να βγάζουν μόνες τους τα μάτια τους, εγώ πληρώνω, παίρνω αυτό που θέλω, κι από κει πέρα, νααααααα, σιγά μη χαλάσω τη ζαχαρένια μου, σκέφτηκε - πολύ λογικά εδώ που τα λέμε - και έκανε τη χαρακτηριστική χειρονομία που πάντα συνοδεύει ένα «ναααααα!»

 

Νααααα, όμως που δεν πάνε όλα πάντα όπως τα περιμένει κανείς. Λίγους μήνες μετά που παντρεύτηκε, ένα κρυφό ρεπορτάζ αποκάλυψε το σκάνδαλο με τα χαλασμένα τρόφιμα που είχε στις αποθήκες του!

Ο μόνος τρόπος για να τη γλυτώσει ήταν να σηκωθεί να φύγει από το βασίλειο μέχρι να καταλαγιάσει ο ντόρος, και να μπορέσει να επιστρέψει και να πουλάει ξανά ληγμένα τρόφιμα. Πήρε όσα λεφτά μπορούσε μαζί του, άφησε και μερικά στη γυναίκα του και τα κορίτσια, και την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια για τις Μπαχάμες.

 

Η ζωντοχήρα τράβαγε τα μαλλιά της ξανά. Αμ έχασε τον άντρα της - το πορτοφόλι του δηλαδή - αμ δεν είχε ιδέα πώς να κουλαντρήσει τις υποθέσεις του, αμ την είχαν τρελάνει και οι δημοσιογράφοι, είχε και τις τρεις λυσσάρες να την πιλατεύουν μέρα-νύχτα.

Έτσι άρχισε να βγάζει τα νεύρα της πάνω στις κόρες της και ειδικά στη Σταχτοπούτα που ήταν στο κάτω-κάτω και η φυσική κόρη του κρετίνου του άντρα της.

 

«Γιατί μας κόψανε το Νόβα και θέλω να δω Μπιγκ Μπράδερ;» ούρλιαζε η Έλλα.

«Γιατί δεν το πληρώσαμε, μωρή! Να το δεις στον Αντένα ή στο Μακεδονία τουβου!»

«Μα δεν το δείχνει όλο! Εγώ θέλω το εικοστρείς ώρες το εικοστετράωρο!» φώναζαν μαζί και οι άλλες δυο ηλίθιες, που για κάτι τέτοια ήταν ταμάμ με τη Σταχτοπούτα κι ας τρώγονταν μεταξύ τους για όλα τα άλλα.

«Εικοστρείς να’ναι οι ώρες σας και κείνες στο κρεβάτι» φώναζε η πρώην ζωντοχήρα και νυν μητριά της και κατέβαζε τα ηρεμιστικά με το φτυάρι!

Δε μου φτάνανε οι δικές μου έχω κι αυτήν τώρα, σκεφτόταν η μητριά. Και το’λεγα η ρουφιάνα, μη γίνεις μάνα σε παραμύθι, αλλά μ’έφαγε η σόου-μπιζ βλέπεις. Καλύτερα να γινόμουνα μάγισσα, κακιά βασίλισσα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Τώρα θα μου πεις, τα είδαμε και της μητριάς της Χιονάτης τα καζάντια της, αλλά τουλάχιστον πέρασε και μερικά χρόνια καλά.

Ααααααχ, και να’μουνα εγώ στη θέση της. Και βασίλισσα και μάγισσα μαζί! Και χέστηκα τι θα έλεγε ο καθρέφτης. «Καθρέφτη καθρεφτάκι μου ποια είναι η πιο όμορφη». Ναι, τι λες εκεί! Είχα ΜΙΑ σκορδοκαϊλα! Σιγά μην έσταζε η ουρά μου αν έλεγε πιο όμορφη τη Χιονάτη. Εγώ θα είχα το βασίλειο μου, θα είχα ποτήσει το βασιλιά με τα χίλια ματζούνια να τον έχω του χεριού μου, θα είχα όποιον γκόμενο γούσταρα, και κάποια στιγμή θα πάντρευα και τη Χιονάτη και θα την ξαπόστελνα. Αλλά έτσι είναι. Οι καλές θέσεις πιάνονται από κάτι ηλίθιες με μέσον! Ααααχ και βαχ.

 

Έτσι χτυπιότανε η μητριά της Έλλας όσπου μια μέρα που είχε βγει να αγοράσει ένα αποτριχωτικό ποδιών -- και το μπικίνι τέλειο, κορίτσια! -- είδε μια αφίσα κολλημένη σε ένα τοίχο. Ο βασιλιάς, έλεγε η αφίσα, ετοιμάζει χορό και καλεί όλες τις κοπέλες της παντρειάς από όλη την επικράτεια, για να διαλέξει ο πρίγκηπας Ροβέρτος νύφη!

Τώρα πως στραβώθηκε ο βασιλιάς αυτός και ήθελε να πάρει ακόμα και μη γαλαζοαίματη για νύφη του, παραμένει άλυτο μυστήριο. Πώς δεν του είπαν οι στρατηγοί του πως το καλύτερο ήταν να κάνει ένα γάμο με καμμια ξένη πριγκίπισα ώστε να αποκτήσει και σύμμαχο το βασιλιά πατέρα της;

Eδώωω, έπεφτε ο αναπτήρας κάτω; ΠΟΛΕΜΟ φωνάζανε όλοι οι μικρομεσαίοι και μισθωτοί βασιλιάδες εκείνη την εποχή.

Τέλος πάντων στραβώθηκε ο βασιλιάς, ήταν και ζωντόβολο φαίνεται ο πρίγκιπας για να βρει σωστή νύφη μόνος του, φοβήθηκε και η βασίλισσα πως ο γιος της θα αρχίσει τα «έλα να σου δείξω τη συλλογή μου από γραμματόσημα, μανάρι μου» με τις υπηρέτριες του παλατιού και θα γέμιζε μπασταρδάκια το παλάτι, σου λεει «να τον παντρέψουμε και σούμπιτο!»

 

Η μητριά τσακίστηκε να γυρίσει πίσω στο σπίτι. Πήρε στα κρυφά τις δικές της κόρες και τους είπε τα καθέκαστα. Και καλά έκανε! Η Σταχτοπούτα και προίκα είχε και όμορφη ήταν, λίγο να κουνούσε τα μπαλκόνια και τα υπόγειά της και θα έβρισκε γαμπρό. Αλλά οι δικές της;

Μια φορά κουνήθηκε η χοντρή και το αστεροσκοπείο κατέγραψε 4,2 Ρίχτερ. Μια άλλη φορά κουνήθηκε η ψηλοκάνα και νόμισαν πως είχε πάθει ντελίριουμ τρέμενς και την τρέχανε στο ΕΚΑΒ. Που γαμπρός;!

Όχι πως πίστευε ότι ο πρίγκηπας θα τους έδινε περισσότερη σημασία από όση θα έδινε σε ένα λαδόχαρτο από σουβλατζίδικο, αλλά θα ήταν κι άλλοι αρσενικοί στο χορό. Ακόμα και σερβιτόροι! Αν κατάφερνε να τις σουλουπώσει κάπως, μπορεί κάτι να γινόταν.

«Μωρή!» είπε στον τόφαλο. «Σταμάτα να τρως, πήγαινε να κάνεις ένα μπάνιο να ξεβρωμίσεις και έλα να σου κάνω χαλάουα!»

«Και συ! Άσε το κινητό κάτω, σταμάτα να βλέπεις τα κουτσομπολίστικα που γράφεις σε dvd και φάε και τίποτα εκτός από μαρούλια. Κατσίκα! » είπε στην άλλη κόρη της.

«Και το καλό που σας θέλω μην πάρει χαμπάρι τίποτα η άλλη, γιατί όχι γαμπρός, ούτε σκύλος δεν θα σας κοιτάξει στο χορό, αν κουβαληθεί και η Σταχτοπούτα!»

 

Όμως, όπως λέγαμε και παραπάνω, δεν πάνε όλα πάντα όπως τα περιμένει κανείς.

Εκείνο το βράδι, μετά από ένα καυγά που είχε χάσει με τις θετές αδελφές της για το ποια θα δει ταινία με τον Ντικάπριο στη γουάιντσκρίιν τουβού στο σαλόνι, η Έλλα έτοιμη να δαγκώσει τοίχο από τα νεύρα της, καθόταν κοντά στο τζάκι καπνίζοντας αρειμανίως και στέλνοντας εσ-εμ-ες για να κερδίσει προσκλήσεις για το Φέιμ Στόρυ.

Ξαφνικά, εκεί που έστελνε το εκατοστόεικοστόέβδομο εσ-εμ-ες της ημέρας, είδε μια λάμψη μπροστά της.

Από τη λάμψη μέσα ξεπρόβαλε μια ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη σαν λατέρνα, στα τούλια και τις οργάντζες, με φτερά στην πλάτη και ένα ραβδάκι στο χέρι της.

«Ποια είσαι συ;» ρώτησε με τη γλυκήτητα και καλή ανατροφή που τη χαρακτήριζε, η Σταχτοπούτα.

«Η νεράιδα νονά σου!» είπε εκείνη. «Δε θα με θυμάσαι γιατί ήσουν μωρό όταν σε μοίρανα, και δεν με έχεις δει από τότε, κόρη μου!»

«Κοριοί να σου φάνε τον κώλο, που θα με πεις και κόρη σου!» φώναξε η Σταχτοπούτα. «Τόσα χρόνια, μωρή γαϊδούρα, δεν ήρθες να δεις τη βαφτιστικιά σου; Ζει, πέθανε, τι κάνει αυτό το κορίτσι να πάω να το δω, δεν το σκέφτηκες;»

 

Η νεράιδα νονά σήκωσε το ραβδάκι με ύφος σαν να ήταν έτοιμη να μεταμορφώσει την Έλλα σε κάτι πολύ χειρότερο από βάτραχο, αλλά σκέφτηκε πως, εδώ που τα λέμε, είχε και κάποιο δίκιο η Σταχτοπούτα. Άντε σε καλέσαμε στα βαφτίσια, άντε σε ταίσαμε και σε ποτήσαμε, άντε σ’αφήσαμε να διαλέξεις και όνομα αντί να βγάλουμε το κορίτσι Αγορίτσα όπως λέγανε την προ-προ-προ-γιαγιά! Άντε σου κάναμε και δώρο -- να μην έχεις να λες σαν την άλληνε από την Ωραία Κοιμωμένη και λυσσάξεις -- και μετά επί δεκαεφτά χρόνια, μην τον είδατε τον Παναή;

Κατάπιε λοιπόν την προσβολή η νεράιδα και συνέχισε:

«Για το καλό σου ήρθα, κόρη μου! Για το μέλλον σου! Κι ας πονάει η μέση μου, κι ας έχω συμπληρώσει σχεδόν και τα ένσημα του ΙΚΑ.»

«Τι είναι αυτό το ΙΚΑ;» ρώτησε η Έλλα που από κοινωνική συνείδηση είχε περίπου το ποσοστό που έχει κι ένας ψύλλος στη ράχη μπουλντόγκ.

«Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφα-λήξεων» είπε η νονά της. «Αλλά άστα αυτά τώρα. Οι λεγάμενες πάνω ετοιμάζονται να σου στήσουν μηχανή».

«Του κιμά;»

«Όχι, ηλίθια!» έχασε την υπομονή της η νονά. «Πάνε να στη φέρουν!» είπε και πριν προλάβει η Σταχτοπούτα να της κάνει κι άλλη βλακώδη ερώτηση, της διηγήθηκε την ιστορία με το χορό και τον πρίγκιπα.

 

Η αντίδραση της Σταχτοπούτας όταν κατάλαβε τι έτρεχε ήταν τόσο φιλοσοφημένη, και φλεγματική, τέτοιας σπανίας διανοίας και ήθους, που μας είναι εξαιρετικά δύσκολο να τη μεταφέρουμε.

Θα αρκεστούμε να πούμε όμως, πως η νονά της, που στα 345 χρόνια της είχε δει και ακούσει πολλά, έκανε δυο ώρες να ξεκοκκινήσει από τα επίθετα, τις κατάρες, τις βρισιές και τις άλλες κοσμητικές λέξεις με τις οποίες στόλισε η Σταχτοπούτα τη μητριά και τις θετές αδελφές της. Τα φαγητά δε στο ψυγείο χάλασαν όλα, ο βόθρος βούλωσε ξαφνικά από άγνωστη αιτία, ενώ όσες γλάστρες βρίσκονταν σε απόσταση βολής, ξεράθηκαν αμέσως!

 

«Και τι θα κάνουμε τώρα, μ’αυτές τις αρχιπ--» είπε η Σταχτοπούτα και η νονά της τη διέκοψε σηκώνοντας το ραβδάκι της για να μην αρχίσει πάλι τον οχετό η βαφτιστικιά της. Βήχοντας από τον καπνό των τσιγάρων της Έλλας από τον οποίο είχε φλομώσει το δωμάτιο, η νεράιδα είπε:

«Γκουχ, ο χορός είναι αύριο. Εσύ, γκουχ, κοίτα μην δείξεις πως ξέρεις τίποτα, κακομοίρα μου. Όταν αυτές φύγουν, γκουχ, θα έρθω πάλι εδώ και θα σου πω τι θα κάνουμε.»

«Γιατί δεν μου λες τώρα, ε, γιατί;» ρώτησε καχύποπτα η Σταχτοπούτα.

«Για τ’αντί πούχει τρούπες δύο!» φώναξε θυμωμένα η νεράιδα και εξαφανίστηκε.

 

Την άλλη μέρα από το πρωί, γινόταν στον πάνω όροφο του σπιτιού το "έλάτε παιδιά, ήρθε ο αρκουδιάρης με τις αρκούδες στο πανηγύρι". Η μητριά, ξεμαλλιασμένη, ιδρωμένη και κατάκοπη προσπαθούσε να σουλουπώσει τις κόρες της.

«Μπάνιο, έκανες χτες;» ρώταγε την κόρη-κεφτέ.

«Έκανα, σου είπα!»

«Τότε γιατί βρωμάς ως εδώ;»

«Ο παστουρμάς με γέμιση τζατζίκι και έξτρα σκόρδο που έφαγα πριν λίγο είναι» δικαιολογιόταν εκείνη.

 

Βέβαια το μπάνιο ήταν μια εξαιρετικά επίπονη και σπάνια αγγαρεία εκείνη την εποχή σε όλο το βασίλειο, μια που συνήθως, εκτός αν έβρεχε πολύ, ο κόσμος πλενόταν τρεις φορές στη ζωή του. Όταν βαφτιζόταν, όταν παντρευόταν, και όταν τον πλένανε πριν τον θάψουν. Και το δεύτερο το ακολουθούσαν μόνο οι πιο σχολαστικοί και υποχόνδριοι κάτοικοι.

Οι γυναίκες βέβαια ήταν σε κάπως πιο καλή κατάσταση σ’αυτό το θέμα από τους άντρες, αλλά όχι πολύ. Άμα φοράς δεκαοχτώ μεσοφόρια και κορσέδες και θες τρεις ώρες να βγάλεις τα ρούχα σου και άλλες τρεις να τα ξαναφορέσεις το σκέφτεσαι σοβαρά το θέμα του μπάνιου. Αλλά μια κάποια διαφορά υπήρχε σίγουρα.

 

 

Μια παρόμοια σκηνή λοιπόν εξελισσόταν και στο παλάτι, εκείνο το πρωινό.

Ο πρίγκιπας Ροβέρτος, χωμένος κουκουβιστός σε μια μεγάλη σκάφη με νερό, είχε σταυρώσει τα χέρια και αρνιόταν πεισματικά να πλυθεί. Τέτοιο ήταν το πείσμα του που αναγκάστηκαν να καλέσουν το βασιλιά στο πλυσταριό να τον συναιτήσει.

«Γιατί δε θες να πλυθείς;» ρώτησε το γιο του με τη βαριά του φωνή ο βασιλιάς.

«Γιατί έτσι!»

«Τι θα πει, γιατί έτσι;» ξαναρωτούσε ο βασιλιάς.

«Θα πει, πως είμαι πρίγκιπας και θα κάνω ό,τι μου γουστάρει!» απαντούσε εκείνος αφ’υψηλού.

«Μα καλά, δεν σε ενοχλεί να βρωμοκοπάς μπροστά σε τόσα κορίτσια που θα είναι απόψε στο χορό; Δε σε νοιάζει τι θα σκεφτούν για σένα;»

«Θα σκεφτούν πως είμαι ο πρίγκιπας Ροβέρτος και θα κάνουν τουμπεκί, για να μη χάσουν το κεφάλι τους!» είπε ο πρίγκιπας.

«Άκουσε να σου πω!» θύμωσε ο βασιλιάς.

«Τι να μου πεις, μωρέ! Ό,τι και να πεις αυτό που θέλω εγώ θα κάνω!» είπε ξανά ο πρίγκιπας.

«Α, έτσι, ε;»

«Έτσι, κοτέτσι, κοκορέτσι, και σ’όποιον αρέτσει!»

«Λοιπόν ή πλένεσαι ή θα χάσεις εσύ το κεφάλι σου!» βροντοφώναξε ο βασιλιάς.

«Κι αν μου πάρεις το κεφάλι, ήρωας και μάρτυρας θε να γενώ, για τη γλυκιά πατρίδα!» τραγούδησε ο Ροβέρτος.

«Όχι το πάνω κεφάλι. Το κάτω κεφάλι θα σου κόψω» είπε μελιστάλαχτα ο βασιλιάς «κι όχι μάρτυρας δεν θα γίνεις, αλλά θα λένε όλοι, να η Ροβέρτα η τρελή!!»

 

Ύστερα από αυτό το ακαταμάχητο επιχείρημα ο πρίγκιπας ενέδωσε και επέτρεψε στους υπηρέτες να τον πλύνουν και να τον αρωματίσουν ολόκληρο.

 

Πίσω στο σπίτι, στο μεταξύ, η μητριά συνέχιζε να τραβάει τα μαλλιά της που είχαν αρχίσει να αραιώνουν και να ασπρίζουν. Έχωσε με τη βία την κόρη-κεφτέ μέσα στη γούρνα που πίνανε νερό τα άλογα, της πέταξε και ένα σαπούνι στη μούρη και τη διέταξε να πλυθεί για να μην την πνίξει με τα ίδια της τα χέρια!

Μετά ανέβηκε επάνω.

«Τι κάνεις εδώ εσύ;» ρώτησε την κόρη-χαυλιόδοντες που έκανε ζάπινγκ για έκτη συνεχή ώρα στην τουβού της.

«Ετοιμάζομαι για το χορό» είπε εκείνη αδιάφορα.

Η μητριά έβγαλε ένα σουτιέν και ένα κουτί μπαμπάκι και της τα πέταξε κι αυτηνής στη μούρη.

«Τι είναι αυτά;»

«Τον κακό σου τον καιρό! Δεν βλέπεις τι είναι; Ένα σουτιέν παλιό δικό μου και μπαμπάκι. Θα το παραγεμίσεις με το μπαμπάκι και θα το βάλεις, να δείξεις πως κάτι έχεις και συ από μπαλκόνια.»

«Μα έχω!» παραπονέθηκε εκείνη.

«Τι έχεις μωρή; Δυο μπάμιες έχεις που αν αδυνατίσεις κι άλλο δεν θα θες σουτιέν. Με δυο σελοτέιπ θα τα στερεώνεις!» φώναξε η μάνα της.

 

Η μητριά είχε τα νεύρα της εκείνη τη μέρα όχι μόνο από το άγχος του χορού, αλλά και επειδή έτρεμε την ώρα που θα έπρεπε να τους κάνει χαλάουα και να τις ντύσει.

Τα λεφτά τους κόντευαν να τελειώσουν και είχαν διώξει σχεδόν όλους τους υπηρέτες οπότε τις πιο πολλές δουλειές έπρεπε να τις κάνει αυτή και οι αλλοπαρμένες οι κόρες της. Όσο για τη Σταχτοπούτα; Μια φορά της είχε πει να πλύνει κανα πιάτο, επειδή τους τέλειωσαν τα καθαρά, και να βγάλει μετά έξω τα σκουπίδια, και εκείνη έγινε γενίτσαρος και απείλησε πως θα την καταγγείλει στα ριάλιτυ σόου, ότι τη βασανίζει και τη δέρνει.

 

Το μόνο που δεν ήθελε η μητριά ήταν να της κουβαληθούν πάλι τα κανάλια και όλοι οι δημοσιογραφίσκοι που έψαχναν για λαυράκι μέσα σε κάθε σκουπιδοτενεκέ του βασιλείου. Έτσι έκανε εκείνη σχεδόν όλες τις δουλειές του σπιτιού, εκτός από το μαγείρεμα και την περιποίηση του κήπου, μια που είχαν κρατήσει τη μαγείρισα και τον κηπουρό. Τον τελευταίο για το θεαθήναι, για να μη δώσουν λαβή για σχόλια στους γείτονες.

Ήξερε όμως πως μόνη της δεν θα κατάφερνε να φέρει βόλτα τις δυο μουλάρες και θα χρειαζόταν τη βοήθεια της τρίτης μουλάρας, της Σταχτοπούτας.

 

Η Σταχτοπούτα στο μεταξύ είχε κλειστεί στο δωμάτιό της και έτρωγε τα νύχια της. Λες αυτό το ντουβάρι η νονά της να ξεχάσει να έρθει; Λες να είναι το σχέδιο που θα έχει καμμια μαλ-- και να γίνει ρεζίλι στο χορό; Μήπως έπρεπε να πάει μόνη της;

Ξαφνικά άκουσε να χτυπάν την πόρτα του δωματίου της. Ήταν η μητριά της.

«Τι θες;» ρώτησε γλυκά η Έλλα.

«Να σου μιλήσω, κοκκόνα μου. Να σου πω» είπε μελιστάλαχτα η μητριά.

«Τι να μου πεις;»

Να σου πει ο παπάς στ’αυτί κι ο διάκος στο κεφάλι, φώκια, σκέφτηκε η μητριά της αλλά δεν το είπε.

«Να σου ζητήσω τη βοήθειά σου, εσένα που για την ομορφιά όλα τα ξέρεις.»

Κολακεύτηκε η Έλλα που θεωρούσε πως ήξερε όλα τα μυστικά της «μποτέ» κι ας βαριόταν να ξυρίσει και τις μασχάλες της από τότε που έφυγαν οι υπηρέτες.

«Καλά. Μπέκα μέσα» είπε και άναψε τσιγάρο.

 

Η μητριά της εξήγησε πως απόψε θα πήγαιναν επίσκεψη στη γριά θεία τους την Γουαδελούπη με τ’όνομα, που ήταν πολύ αυστηρή και έτσι ήθελε η Έλλα να τη βοηθήσει να κάνει χαλάουα στις κόρες της, και να τις ντύσουνε μαζί.

Σκύλα! σκέφτηκε η Σταχτοπούτα, στο χορό θες να πάτε και μου πουλάς φούμαρα τώρα. Παραλίγο να πεταχτεί επάνω και να ξεμαλλιάσει τη μητριά της, αλλά θυμήθηκε αυτά που είχε πει η νεράιδα νονά της και δαγκώνοντας τη γλώσσα της συγκρατήθηκε.

«Θέλω να κάνω και γω χαλάουα αλλιώς δεν σε βοηθάω» δήλωσε η Έλλα κοιτώντας τα νύχια της.

«Να κάνεις! Είπα γω να μην κάνεις;» καμώθηκε την έκπληκτη η μητριά της. «Αν και εσύ, ομορφή μου δεν τη χρειάζεσαι.»

Η Σταχτοπούτα κοίταξε καχύποπτα τη μητριά της. «Σα να μη μου τα λες καλά!»

«Μα, καλή μου, κόρη μου» είπε η μητριά ρίχνοντας τον άσσο που είχε στο μανίκι.

«Εσύ είσαι ξανθιά σαν άγγελος με μεταξένια τρίχα που δεν φαίνεται, κάνεις δεν κάνεις χαλάουα. Ίδια είσαι με τις μαυροτσούκαλες τις δικές μου που η τριχούμπα στο πόδι τους είναι μαύρη και σκληρή; Ούτε κάκτος πια, αυτά τα κορίτσια!» συμπλήρωσε κουνόντας απελπισμένη το κεφάλι η μητριά της.

«Αυτό είναι αλήθεια» είπε και η Έλλα που ένιωσε ξαφνικά να ανυψώνεται στα ουράνια σε σύγκριση με τις θετές αδελφές της. Ακόμα κι αν η μητριά της τα έλεγε αυτά για να την πείσει-- ε! Η αλήθεια σίγουρα δεν κρύβεται.

«Καλά, θα σε βοηθήσω, αλλά θέλω και γω χαλάουα και δεν θα πλένω πιάτα για ένα μήνα» δήλωσε τάχα μου αδιάφορη.

«Και για δυο μήνες, κοκόνα μου» είπε η μητριά της. Που δύο να είναι οι μήνες σου, κι αυτοί στην εντατική, ακαμάτρα, είπε από μέσα της. Κάτσε να δούμε τι θα γίνει στο χορό και θα σου εξηγήσω εγώ μετά τι θα πει βερύκοκο, ανθυποτσουλίδιο!

 

Το τι έγινε μετά δεν περιγράφεται. Η κόρη-κεφτές να ουρλιάζει σαν βροντόσαυρος πως η χαλάουα την πονάει, και αναγκάστηκαν να της χώνουν πιροσκί και γλυκά στο στόμα όποτε της τραβούσαν το κερί από τα πόδια.

Η κόρη-χαυλιόδοντες να βρίζει θεούς και δαίμονες γιατί το παραγεμισμένο σουτιέν της είχε φέρει φαγούρα και ξυνόταν σαν ψωριάρα, ενώ δεν είχε στερεωθεί καλά και της έπεφτε ως τον αφαλό.

 

Η μάνα τους να τρέχει ολόγυρα σαν την τρελή ανοίγοντας και κλείνοντας ντουλάπες βγάζοντας και μπάζοντας φουστάνια μπας και βρει κανένα που να μην είναι κοντό για την ψηλοκάνα ή στενό για τον κεφτέ.

Τελικά και αφού έσπασαν οι κόπιτσες από δέκα κορσέδες και αφού χρειάστηκε να φέρουν τον κηπουρό με πένσες για να κλείσουν το φόρεμα της χοντρής, την έντυσαν, της φόρεσαν και πολύ ψηλά τακούνια και μισή ουρά στρουθoκάμηλου σε φτερά στο κεφάλι για της προσθέτουν ύψος, την έβαψαν και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

«Δεν μπορώ να αναπνεύσω» φώναξε εκείνη.

«Μη σώσεις και αναπνεύσεις» είπε η μάνα της. «Κοίτα μόνο μην καταβροχθήσεις τα πάντα στο χο-- στη θεία Γουαδελούπη εννοώ, και σπάσουν πάλι τα συρματόσχοινα στους κορσέδες.»

 

Για την ψηλοκάνα αναγκάστηκαν να σκίσουν μια κουρτίνα και να την προσθέσουν στον ποδόγυρο του φορέματός της, έδεσαν με σκοινί γύρω από το λαιμό της το σουτιέν να μην πέφτει, και αντί για παπούτσια θα πήγαινε στο χορό με ίσιες παντόφλες για να χάσει λίγο ύψος. Η μάνα της της έδωσε και μια βεντάλια και τη διέταξε να την κρατά μπροστά στο στόμα της συνεχώς για να κρύβει τους χαυλιόδοντες.

«Ακούς; Θα σκύβεις συνέχεια και θα υποκλίνεσαι. Κι αν σε ζητήσει κανένας για χορό που θα είναι πιο κοντός από σένα, και οι περισσότεροι έτσι θα είναι εκτός αν η μάνα κανενός πήγε με καμηλοπάρδαλη, να προσπαθήσεις να είσαι με το κεφάλι σκυμμένο και τα γόνατα όσο μπορείς διπλωμένα.

«Μα θα πέσω!» είπε εκείνη.

«Να γκρεμοτσακιστείς να ησυχάσω» φώναξε η μάνα της. «Που είναι αυτή η Έλλα με τα ηρεμιστικά; Της τον έδωσα τον κουβά να τα βάλει; Α, ναι, της τον έδωσα!»

 

-----------------------------------------------------------------------

 

Τέλος πρώτου μέρους. Το δεύτερο μόλις δημοσιεύτηκε παρακάτω στο ίδιο τόπικ, το τρίτο και τελευταίο....σύντομα.

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Και, ναι αυτό είναι μια αποκάλυψη. Έτσι έγιναν τα πράγματα, κυρίες και κύριοι, και κάποιοι καλοθελητές τα σκέπασαν για να μην αποκαλυφθεί το βεβαρυμένο παρελθόν της βασίλισσας τους!

 

Dain :worshippy: τι άλλο να σου πω τώρα?!

 

Άντε για το #2, να δούμε επιτέλους την αλήθεια και για το χορό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
brave

Γ Α Μ ΑΑΑΑΑΑ Τ Ο !!!

Ακόμα χτυπιέμαι απο τα γέλια, ΑΝΤΕ ΝΑ ΔΟΎΜΕ ΤΙ ΣΟΚ ΘΑ ΕΊΝΑΙ ΤΟ ΔΕΎΤΕΡΟ..

Share this post


Link to post
Share on other sites
Darius

Τα λόγια είναι φτώχια μπροστά στο μεγαλείο αυτού που μολις διάβασα :worshippy: :worshippy: :winner_first_h4h: :worshippy: :worshippy:

 

Να σαι καλά 3αναπόκτησα κυλιακους :icon_yea:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Όνομα Συγγραφέα: Dain

Είδος: Κωμωδία-παρωδία

Βία; Μπα

Σεξ; Κάτι γίνεται.

Αριθμός Λέξεων: 1407

Αυτοτελής; Δεύτερο μέρος από τρια.

Σχόλια: Το δεύτερο μέρος από την Ανάποδη Σταχτοπούτα. Θα τελειώσει στο τρίτο μέρος, αλλά είμαι κρυωμένος και δεν μπόρεσα να το τελειώσω σήμερα.

 

Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ. Μέρος 2.

 

 

Κατά τις έξη και αφού η μητριά είχε ετοιμαστεί κι αυτή φορώντας τη λευκή ετόλ της - άνθρωπος ήταν κι εκείνη, να μην κάνει και καμμια καλή γνωριμία τώρα που έλειπε κι ο κρετίνος στις Μπαχάμες, να δει κι αυτή άσπρη μέρα, άσπρη νύχτα, ό,τι τύχαινε τέλος πάντων - κατέβηκαν τη μεγάλη σκάλα.

Τη γουρούνα την κατέβασε ο κηπουρός στην πλάτη του βρίζοντας μέσα από τα δόντια του, γιατί το φόρεμά της ήταν τόσο στενό που δεν μπορούσε να κατέβει τα σκαλοπάτια, ενώ η βεντάλια μπλέχτηκε ανάμεσα στα δόντια της αλληνής και είδαν κι έπαθαν μέχρι να την βγάλουν.

Τελικά μπήκαν στη Μερσέντες-Μπένζ και έφυγαν.

 

Με τα πολλά είχε πάει εφτά η ώρα και τη Σταχτοπούτα άρχισαν να τη ζώνουν τα μαύρα φίδια. Που στο διάολο είναι η μαλάκω, σκέφτηκε με αγάπη για τη νεράιδα νονά της.

Καθώς άνοιγε το τρίτο πακέτο τσιγάρα της ημέρας και είχε βάλει κι ένα σκοτς ον δε ροκς να έρθει στα ίσα της, να σου η νονά μέσα από τη λάμψη.

«Καλησπέρα, κόρη μου» είπε καλοκάγαθα.

«Κεριά και λιβάνια! Κίνηση στην Κηφισίας είχε και άργησες;» φώναξε ανακουφισμένη η Έλλα.

Η νονά της δεν της μαρτύρησε πως είχε αργήσει γιατί ήθελε να παίξει και την 9η ιπποδρομία στο προποτζίδικο.

«Δεν είσαι ακόμα έτοιμη;» είπε κοιτώντας από πάνω ως κάτω τη βαφτιστικιά της που ήταν στο μαύρο της το χάλι, ως συνήθως.

«Δεν κατανοώ το πνεύμα σας. Τι υπαινίσεσθε, νονά;» είπε παραξενεμένη η Έλλα και γι’αυτό μίλησε με τόσο ασυνήθιστα λόγια για μια κοπέλα της τάξης της.

«Εννοώ πως περίμενα να είσαι μπανιαρισμένη, ντυμένη και στολισμένη. Έτσι σαν σφουγγαρόπανο θα πας στο χορό;»

Η Σταχτοπούτα κόντεψε να μείνει στον τόπο. Ρούφηξε μονοκοπανιά το σκοτς, κοκκίνησε σαν παντζάρι και άρχισε να ουρλιάζει.

«Και τι νεράιδα νονά είσαι συ, μωρή αλτζχάιμερ με φτερά; Που ακούστηκε η ωραία να βάζει φόρεμα δικό της, και που το έχει ξαναβάλει μάλιστα; Ούτε η Χιονάτη, ούτε η Αυγή κάθησαν να ντύνονται μόνες τους. Η Αυγή μάλιστα, η Ωραία Κοιμωμένη – σιγά τη βλάχα δηλαδή – είχε τρεις νονές να τσακώνονται για το φόρεμά της!»

Το μάτι της είχε στρίψει και η νονά της τα χρειάστηκε. Η Σταχτοπούτα έβγαλε όλη την καλοσύνη που είχε στην καρδιά της καθώς κατέβαζε το μπουκάλι Τζακ Ντάνιελς μονορούφι.

«Και το ραβδί τι το έχεις, ε; Για να του βάζεις μπαταρίες και να περνάς κάθε βράδυ, νύχτες λάγνες μαγικές κι ονειρεμένες στην αραπιά, μαζί του;»

 

Η νονά κοκκίνησε λίγο, για άγνωστο λόγο, αλλά σκέφτηκε πως τέτοια ώρα τέτοια λόγια.

«Δεν είχα υπολογίσει για φόρεμα, αλλά θα δω τι μπορώ να κάνω. Ένα φουστανάκι θα το φτιάξουμε» είπε ξέπνοα κοιτώντας την αγριεμένη βαφτιστικιά της.

«Φουστανάκι; Σα θα τρελάθηκες! Αν δεν είναι σινιέ, εγώ δεν πάω πουθενά!»

«Τι σινιέ, μωρή;» φώναξε η νεράιδα που είχε αρχίσει να παίρνει ανάποδες με τη Σταχτοπούτα.

«Υβ-Σεν-Λοράν, Τιερύ Μυγκλέρ, Κριστιάν Ντιορ, Κοκό Σανέλ!»

«Κοκό;» είπε η νονά της μην καταλαβαίνοντας.

«Κοκό! Χωρίς Κοκό δεν πάω!» τα στήλωσε η Σταχτοπούτα.

Άλλο κοκό θες εσύ για να στρώσεις, σκέφτηκε η νεράιδα, αλλά τι να σου κάνω που δεν μπορώ να σου φέρω το Γουσγούνη! Το μάτι της αλοιθώρησε για μια στιγμή. Τι είναι αυτά που σκέφτομαι και κολάζομαι, γριά νεράιδα, είπε από μέσα της.

Αλλά επειδή η ώρα πέρναγε, συγκατένευσε.

«Καλά, πήγαινε να κάνεις ένα μπάνιο, βάλε και μισό κιλό άρωμα να φύγει η μυρωδιά από την κάπνα και θα δούμε για την τουαλέτα.»

«Πρέπει να κάνω και μπάνιο, ε;» στραβομουτσούνιασε η Έλλα.

«Κοκό και βρωμοποδαρούσα μαζί, δεν πάει!»

«Καλά, τι να κάνω; Θα φροντίσεις και για αμάξι, ε;» είπε η Σταχτοπούτα. «Οι φώκιες πήραν τη Μερσεντές και δεν λεει να πάω με το Σμαρτ στο χορό.»

«Όλα δύσκολα τα κάνεις πια!» εξανέστη η νονά της. « Που είναι τα ζωάκια, τα ποντικάκια και τα πουλάκια που σε βοηθάνε στις δύσκολες ώρες σου;» ρώτησε η νεράιδα μια που σε όλα τα καθώς πρέπει παραμύθια αν δεν υπάρχει μισός ζωολογικός κήπος να βοηθά την ηλιθία πρωταγωνίστρια, μόνη της δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα.

«Ε;» είπε η Έλλα που λάτρευε μεν όλα τα ζωάκια όπως άρμοζε στην ευαίσθητη, τρυφερή κοριτσίστικη καρδιά της και τα πλησίαζε με μεγάλη χαρά αν ήταν σε μορφή ετόλ, παλτού ή μπριζόλας.

«Κανένα άλογο ή έστω γουρούνι τουλάχιστον έχετε;» είπε απελπισμένη η νονά.

«Τα άλογα τα πουλήσαμε, το μόνο ζώο που υπάρχει στο σπίτι είναι ο κηπουρός» είπε η Έλλα κατεβαίνοντας τις σκάλες προς το πλυσταριό.

«Θα χρειαστώ και μια κολοκύθα!» φώναξε η νεράιδα.

«Έχει μόνο μισό καρπούζι στο ψυγείο αν δεν το έφαγε η τοφάλα. Για να ντερλικώσεις ήρθες εδώ πέρα;» είπε μεγαλόκαρδα η Σταχτοπούτα.

«Θα τα βολέψω» αναστέναξε η νονά της.

 

Η νεράιδα πήρε το καρπούζι από το ψυγείο και το έβγαλε στον κήπο. Μετά κοίταξε ολόγυρα για τον κηπουρό. Πράγματι τον είδε στο βάθος του κήπου να κουβαλά ένα καροτσάκι με εργαλεία. Σήκωσε το ραβδάκι της να τον μεταμορφώσει σε άλογο αλλά σκέφτηκε μια καλύτερη ιδέα.

Ακούμπησε στο γείσο της πόρτας της κουζίνας, κατέβασε την τιράντα του φορέματος της για να φανεί ο ώμος και σήκωσε χαριτωμένα τη φούστα της ώστε να αποκαλυφθεί ο….αστράγαλός της!

«Hello, sailor!» είπε νιώθοντας τουλάχιστον σαν Μερκούρη στο Πότε την Κυριακή, την αγαπημένη της ταινία.

 

Ο κηπουρός την είδε και τα μάτια του γούρλωσαν. Μέσα στο νου του σε κλάσμα δευτερολέπτου έγιναν εξαιρετικά περίπλοκες μαθηματικές τριγωνομετρικές πράξεις που θα μπέρδευαν μέχρι και τον Αινστάιν. Οι εξισώσεις λύθηκαν αυτόματα και ο συντομότερος ευθύς δρόμος ανάμεσα σε κείνον και τον αστράγαλο της νεράιδας υπολογίστηκε πιο γρήγορα και από Πέντιουμ 4 στα 4,2 Γιγαχέρτζ. Καταρίπτωντας τη Γενική και Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας και ξεπερνώντας την ταχύτητα του φωτός ο κηπουρός διένυσε την απόσταση ανάμεσα σε αυτόν και τον αστράγαλο της νεράιδας αστραπιαία, παρά τα ογδόντα του χρόνια.

 

Μια ώρα αργότερα και καθώς η νεράιδα-νονά κόκκινη μεν αλλά με ένα τεράστιο χαμόγελο να πλαισιώνει το πρόσωπό της έφτιαχνε τα ρούχα και τα μαλλιά της που για κάποιο λόγο έμοιαζαν σαν να έχει περάσει κυκλώνας από πάνω τους, η Έλλα βγήκε από το πλυσταριό.

Η Έλλα την κοίταξε καχύποπτα. «Που είναι το αμάξι μου;» ρώτησε με ευγνωμοσύνη.

Η νονά της έδειξε στον κήπο όπου μια παλιομοδίτικη άμαξα βρισκόταν ανάμεσα σε χιλιάδες κουκούτσια καρπουζιού. Μπροστά στην άμαξα ήταν δεμένος ένας ταύρος.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η Έλλα.

«Ρομαντική παλιομοδίτικη άμαξα. Μα καλά, δεν βλέπεις ποτέ τα «βραζιλιάνικα» στην τουβου; Μιλάγκρος, Εσμεράλδα, Χουάνα την Παρθένα…» είπε η νεράιδα.

«Α, ναι!» είπε χαρούμενη η Σταχτοπούτα. «Αλλά με ταύρο;»

«Ε, έτσι αποδείχτηκε. Είναι το τοτέμ του αυτό. Δεν τα ξέρεις αυτά εσύ. Επαγγελματικά νεραιδομυστικά» είπε η νεράιδα κοκκινίζοντας ξανά.

 

Με τα πολλά και αφού η Έλλα ανάγκασε τη νονά της να της φτιάξει με το μαγικό ραβδί της εξηνταοχτώ διαφορετικά φορέματα όσπου να διαλέξει αυτό που ήθελε, ήταν έτοιμη για να αναχωρήσει. Για παπούτσια έβαλε διαφανή ψιλοτάκουνα γοβάκια Made in Italy.

«Πάω να τις φάω ζωντανές» είπε, έτοιμη για μια ρομαντική νύχτα στο βασιλικό χορό.

«Περίμενε μια στιγμή» είπε η νονά της. «Πρέπει να ξέρεις κάτι».

«Αν εννοείς για αντισύλληψη, έχω φροντίσει» είπε η Έλλα βγάζοντας ένα μικρό τετράγωνο πακετάκι από την τσέπη της.

«Όχι! Κορίτσι είσαι συ, ή το Σεξ εντ Δε Σίτυ;» φώναξε εκείνη.

«Ωραία σειρά, βγαλμένη από τη ζωή» είπε η Έλλα με την αθωότητα της ηλικίας της.

«Σκάσε και άκου τώρα. Τα μάγια μου δεν διαρκούν για πάντα οπότε μην το ξενυχτίσεις. Ό,τι είναι να κάνεις, να το κάνεις ως τα μεσάνυχτα>.

«Εγώ μπορώ, αλλά οι άντρες θέλουν λίγη ώρα όσπου να τους…..»

«Μπα, πανάθεμά σε!» σοκαρίστηκε η νονά της. «Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ πως όταν το ρολόι χτυπήσει μεσάνυχτα τα μάγια θα χαθούν και θα γίνεις όπως ήσουν πριν. Φρόντισε να έχεις φύγεις ως τότε».

«Από τις 12; Σε χορό πάω η στον εσπερινό; Σα δεν μου τα λες καλά! Όταν ανάψει το γλέντι, όταν αρχίσουν να ανεβαίνουν στα τραπέζια για τα τσιφτετέλια, εγώ θα πρέπει να φύγω;» έβαλε τις φωνές η Έλλα.

«Βασιλικός χορός είναι μωρή, όχι σκυλάδικο στην παραλιακή!»

«Σκατά χορός είναι τότε!»

«Θες να πας ή όχι;»

«Θα πάω για να σκάσουν οι άλλες. Ο πρίγκιπας λεει τίποτα τουλάχιστον;»

«Άμα είναι πρίγκιπας και τίποτα να μη λεει δεν θα σου κακοπέσει να γίνεις βασίλισσα» είπε, και πολύ σωστά, η νονά της.

«Α, ναι» είπε η Έλλα. «Άντε πάω λοιπόν.»

«Να προσέχεις τον….ταύρο πήγε να της ξεφύγει….εαυτό σου» είπε η νονά. «Και μετά το χορό θα έρθω ξανά να μου τα πεις όλα και θα περάσουμε στο δεύτερο μέρος του σχεδίου.»

Έτσι η Σταχτοπούτα μπήκε στη ρομαντική άμαξα που έσερνε ο ταύρος και ξεκίνησε και κείνη για το παλάτι.

 

--------------------

 

Τέλος δεύτερου μέρους. Το τρίτο και, σίγουρα, τελευταίο όταν ξεκρυώσω. :coffee-reading:

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

My God! Φοβερές ατάκες έχεις γράψει!! Πολύ γέλιο! άντε και η συνέχεια στα Παρατράγουδα!

Edited by twocows

Share this post


Link to post
Share on other sites
brave

:rofl2: :worshippy:

KATAΠΛΗΚΤΙΚΟ!

Τι γαμάτη καφρίλα είναι αυτή?

αναμένω τη συνέχεια...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Ευχαριστούμε πολύ (ή να το κάνω "ευχαριστώ" πολύ που χτυπιόμουνα?) :) :) :)

 

Αχ , τι καλά που θα περιμενουμε και τρίτο μέρος! Από τι μια ήθελα τόσο πολύ να το διαβάσω και από την άλλη δεν ήθελα και να τελειώσει.

 

 

Πολύ ωραίο είναι, ίσως το πρώτο είναι ακόμα καλύτερο, αλλά οι ατάκες όντως γράφουν ιστορία :p

Share this post


Link to post
Share on other sites
Bardoulas©

«Τι μου τις κουβάλησες αυτές τις κάργιες εδώ;» είπε ευγενικά μόλις τις είδε

 

Αχαχαχαχααχαχαχαα

 

Κορυφαίος Dain, κορυφαίος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
RaspK

Απλά, έχεις γράψει ιστορία!

 

...

 

Ναι, το ξέρω ότι ιστορία είναι αυτό που γράφεις, αλλά δεν εννοούσα αυτό!!

 

Κατάλαβες;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienna

Dain, είσαι θεός.

Γελάω, γελάω, βήχω, καταραμένη φαρυγγίτιδα, αλλά δε σταματάω να γελάω! :p

Μα, "ανθυποτσουλίδιο";

 

Προσκυνώ!

Κι άλλο - κι άλλο - κι άλλο!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Anadeleth

Dain ,έχεις διαβάσει ποτέ Τσιφόρο? Θείλα πάντως :D

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Dain, τρίτο και γρήγορα. Έγραψες.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Dain!!!!!!!!!!

Posted Dec 28 2005, 11:21 PM
:nonono: και σήμερα ο μήνας έχει 11 και έχουμε 2006, λοιπόν?

 

Θα βάλω τα μεγάλα μέσα: * χοροπηδάει και παρακαλάει * :p

 

 

 

:book: :book: :book: pls :flowers:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Ετοιμάζεται και το τρίτο μέρος, ετοιμάζεται. :D

Μ'αρέσει πολύ ο Τσιφόρος. Το στυλ πάντως (και ίσως 1-2 σκηνές) στη Σταχτοπούτα είναι εμπνευσμένο από τα χιουμοριστικά άρθρα που έγραφε παλιά η Έλενα Ακρίτα στον Ταχυδρόμο, η οποία είχε επίσης γράψει παρωδίες παραμυθιών τη δεκαετία του 80. Δυστυχώς δεν τις έχω πια. :(

Share this post


Link to post
Share on other sites
Anadeleth

Σε ανάλογο στυλάκι ,μερικές φορές επιτυχημένα,άλλες όχι γράφει για την καθημερινότητα στην τελευταία σελίδα του βήματος της κυριακής (νομίζω) ...

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Περιμένοντας εναγωνίως να σου περάσει το... κρυολόγημα, μερικά σχόλια:

Βρήκα φοβερά ευρηματικές τις ατάκες και τις πολιτιστικές αναφορές! Δεν είναι μόνο η "αντιστροφή" του παραμυθιού αλλά και η αλλαγή του χρονικού πλαισίου που βγάζει πολύ γέλιο!

Με δυο σελοτέιπ θα τα στερεώνεις!»
Δεν μπορώ να φανταστώ πώς έφτιαξες τόσο απίθανες εκφράσεις! Εύγε και... περαστικά!

Share this post


Link to post
Share on other sites
white_unicorn

Αν είναι έτσι η Σταχτοπούτα πολύ θα ήθελα να δω την 'Αυγή aka Ωραία Κοιμωμένη....

 

Άντε καλε, που είναι το 3ο μέρος? (Λέει η καινούργια που μόλις διάβασε τα 2 πρώτα.... :fish2: )

Share this post


Link to post
Share on other sites
mariposa

Πολύ γέλιο πραγματικά.

Θέλουμε το τρίτο, θέλουμε το τρίτο....

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Τέλος δεύτερου μέρους. Το τρίτο και, σίγουρα, τελευταίο όταν ξεκρυώσω. :coffee-reading:

 

 

Το διαρκέστερο συνάχι στην ιστορία! :doctor:

 

Αμάν πια!

 

Το διάβασα τώρα για πρώτη φορά και το λέτρεψα.

 

Κάπου στο Πεδίο του Άρεως είναι το γιγάντιο, μπρούτζινο άγαλμα του Διον Τζαβάρα (σε πόζα του σκεπτόμενου άντρα, μόνο που φοράει παντελόνι και φούτερ). Ο λογοτέχνης δοξάστηκε για ένα μόνο έργο που έκδωσε (θα ήταν γελοίο από μέρους μου να σας υπενθυμίζω ποιο ήταν αυτό) κι έκτοτε εντυπώθηκε στην παγκόσμια συνείδηση.

 

Τριακόσια χρόνια μετά την αποχώρηση του από τα εγκόσμια, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, λογοτέχνες και λοιποί κουλτουρολόγοι έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στο Ίδρυμα Dain, που περικλείει το σπίτι του συγγραφέα, και πασχίζουν να συνθέσουν ή να βάλουν σε σειρά όλα τα post-it, χαρτάκια, χαρτομαντιλάκια, τετράδια, σημειωματάρια, χειρόγραφα, τυπωμένες σελίδες, flopy discs, hard discs και cd-rom με ιδέες και μισά βιβλία, μυθιστορήματα, διηγήματα που εκείνος δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Ακόμα μαλώνουν οι ειδικοί και διαφωνούν ως προς την εγκυρότητα του δεύτερου βιβλίου που ήταν να παρουσιαστεί πριν 50 χρόνια στο κοινό, αλλά μια σημείωση του Διον που βρέθηκε γραμμένη πάνω σε ένα πακέτο τσίχλες δυναμίτισε την σύνθεση των δύο κεντρικών κεφαλαίων του αμφιλεγόμενου πονήματος.

Share this post


Link to post
Share on other sites
kitsos

Καλά ρε φίλε θα μας τρελάνεις τελείως;

Που ήταν αυτό κρυμμένο και δεν το είχα δει;

Την πούτα την γουστάρω τρελά αλλά πιο πολύ νταλκαδιάζω για τη νονά της :air_kiss: .

ΥΓ Ξέρω έναν καλό παθολόγο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Εχμ....ναι....τρίτο κεφάλαιο, ε;....άργησε λίγο.....Ουφ....ζέστη σήμερα... :whistling:  :blush:

 

(Thanks για τα σχόλια, παιδιά**. Εγώ πάντως πάω τη μητριά περισσότερο απ'όλους τους χαρακτήρες). :atongue2:

 

**. Και για τα περαστικά! :lol:

Edited by Dain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Spock

Λοιπόν, Διονύση, μόλις διάβασα αυτό το απίστευτο που έγραψες!!! Θα παραλείψω τα σχόλια, μιας και με έχουν καλύψει οι προλαλήσαντες, των οποίων τα λεγόμενα προσυπογράφω και επαυξάνω! Απλά θα προστεθώ κι εγώ στη λίστα των ατόμων που σε πιέζουν για το τρίτο μέρος! Αυτά τα ολίγα! :D

Edited by Spock

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Κι από μένα μια ψήφος για τη συνέχεια! :thmbup: Οι ζέστες πέρασαν και τα κρύα δεν έχουν έρθει ακόμα=είναι ο κατάλληλος καιρός για έμπνευση/γράψιμο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oberon

Thank you. :) Πράγματι είναι το μεγαλύτερο "κρύωμα" της ιστορίας. Κατά σύμπτωση σκεφτόμουν να τελειώσω αυτή την ιστοριούλα - ένα κομμάτι του τελευταίου κεφαλαίου είναι ήδη έτοιμο -  όταν ξεμπερδέψω με μια merfolk νουβέλα που γράφω στα Αγγλικά.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..