Jump to content

FFL #1 (Guardian of the RuneRing #2 vs Nihilio vs DinoHajiyorgi vs Naroualis vs gema vs Trillian vs iliosporos vs Rikochet)


Oberon
 Share

Recommended Posts

Λοιπόν μια που δεν κάνουμε διαγωνισμό γι'αυτό το μήνα, σκεφτήκαμε να γίνει ένας γρήγορος live διαγωνισμός flash fiction ιστορίας, και μπορούμε να τον ξανακάνουμε όποτε θέλουμε just to take the edge off, που λένε! ;)

 

O Διαγωνισμός είναι απλός.

Στις 8 η ώρα το απόγευμα σήμερα Πέμπτη όσοι θέλουν να συμμετάσχουν θα πρέπει να κάνουν add reply σ'αυτό το τόπικ. Στο reply θα γράψουν μια μικρή, αλλά οπωσδήποτε ολοκληρωμένη ιστοριούλα φαντασίας, ε.φ. ή τρόμου. Δεν υπάρχει όριο λέξεων.

Το τόπικ θα είναι ανοιχτό μέχρι τις 8.45, δηλαδή οι συμμετέχοντες έχουν 45 λεπτά για να γράψουν την ιστορία τους. Στις 8.46 το τόπικ θα κλείσει!

Όσες ιστορίες έχουν γραφτεί θα μπουν σε ένα poll και από κει θα βγεί ο νικητής, δηλαδή To Πιο Σωστό Μολύβι του SFF!

Δεν έχει σημασία αν ένα ποστ με ιστορία έχει δημοσιευτεί στις 8.38 ή στις 8.42. Σημασία έχει η ιστορία να είναι καλή και ολοκληρωμένη (μπορεί να είναι μια βινιέττα ή μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας, αρκεί να είναι ολοκληρωμένη).

 

Το θέμα του Διαγωνισμού θα το δείτε σε αυτό το ποστ 1-2 λεπτά πριν τις 8 μ.μ. απόψε! (Εννοείται πως αφού θα θέσω το θέμα δε θα λάβω μέρος σαν συγγραφέας).

 

Και το θέμα του διαγωνισμού Flash Fiction Live είναι: Eπαφή με το Άγνωστο

Οποιαδήποτε επαφή. Με ούφο, ξωτικά, τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας, θεικά όντα ή οτιδήποτε άλλο αρκεί να ξεπερνάει την καθημερινή εμπειρία. Good luck. :)

Edited by tetartos
Link to comment
Share on other sites

Καταπληκτική ιδέα φίλε Dain. Δεν ξέρω αν θα καταφέρω να συμμετάσχω αλλά θέλω να ρωτήσω κάτι.

 

Οπωσδήποτε, μια και κανένας δεν μπορεί να ξέρει το θέμα από πριν δεν μπορεί να κάνει την ζαβολιά να δουλέψει ένα κείμενο διεξοδικά όλο το πρωί για παράδειγμα. Αν λάβω όμως μέρος, αυτό που θέλω να κάνω, αν επιτρέπεται, μόλις διαβάσω το θέμα στο παρά ένα, είναι να μπω στο word μου και να αρχίσω να γράφω, κι αν καταφέρω να τελειώσω να το περάσω στο add reply με paste. Αυτό το αναφέρω για να μην γίνει κάποια παρεξήγηση σε περίπτωση που παρακολουθείτε ο χρόνος μου στο add reply.

 

Είναι όμως αποδεκτό από τον διαγωνισμό ή πρέπει να δοκιμαστούμε και στην ορθογραφία;

Link to comment
Share on other sites

Είναι απόλυτα αποδεκτό! Σημασία έχει η ώρα που θα γράφει το ποστ να είναι μέσα στο όριο, όχι υποχρεωτικά να γραφτεί η ιστορία μέσα στο πλαίσιο του Add Reply.

Προσωπικά θα ήμουν πολύ συγκαταβατικός στο θέμα της ορθογραφίας μια που ο περιορισμός του χρόνου δεν επιτρέπει σχεδόν κανένα rewrite ή άλλο διόρθωμα, εκτός βέβαια αν η ιστορία είναι δέκα λέξεις μόνο ή αν τα ορθογραφικά λάθη είναι τόσα πολλά που δεν μπορεί κάποιος να διαβάσει την ιστορία.

Ελπίζω να μπορέσεις να πάρεις μέρος. Είναι ωραίο σπιντάρισμα ένας τέτοιος διαγωνισμός. :)

Link to comment
Share on other sites

Αν δεν πάω στο γήπεδο, θα συμμετάσχω για το ροκ! Τελευταία θα βγω, μιας κι είμαι μίλια μακριά από sci fi τρόπο σκέψης, αλλά γουστάρω κάργα!

 

Έγραψες, Διονύση! :thmbup:

Link to comment
Share on other sites

Γιατί καλέ να είναι απαραίτητα sf? Αφού το λέει, φαντασία ε.φ. ή τρόμο :tongue: Και εννοείται ότι δε θα πας στο γήπεδο! :tongue:

Εγώ είμαι κρυωμένη κάργα αυτές τις μέρες - γι αυτό και απέχω λιγάκι - αλλά αύριο λογικά θα είμαι καλύτερα. Μπορεί βέβαια να σας γράψω για τη γρίπη, όποιο κι αν είναι το θέμα :tongue:

Link to comment
Share on other sites

To θέμα θα είναι αρκετά γενικό ώστε να μπορεί να γραφτεί κάθε είδους ιστορία, μην ανησυχείτε γι'αυτό. :)

Για το ροκ το κάνουμε έτσι κι αλλιώς, οπότε άσε το γήπεδο για μια άλλη φορά και πάρε μέρος σε αγώνα δρόμου ή έστω σε άλμα επί γραπτώ! :tongue:

Edited by Dain
Link to comment
Share on other sites

Ενδιαφέρον! Μάλλον θα συμμετέχω και εγώ εκτός άμα παίζουμε DnD...

Link to comment
Share on other sites

Είναι μια πάρα πάρα πολύ ωραία ιδέα, της εύχομαι κάθε επιτυχία ώστε να γίνει θεσμούλης. :)

Στις οχτώ θα είμαι σε μάθημα, αλλά εντάξει υποθέτω πως δε θα γίνεται κάθε φορά Πέμπτη και στις οχτώ έτσι? :p Θα μπω πάντως να τις δω μόλις γυρίσω :)

Link to comment
Share on other sites

Φυσικά και δεν είναι ανάγκη να γίνεται Πέμπτη στις 8. Πιο πολύ είναι το αυθόρμητο του θέματος. Όποτε θέλουμε κάνουμε το flash fiction live ξανά, αν σας αρέσει και έχει επιτυχία :)

Edited by Dain
Link to comment
Share on other sites

Εγώ τελικά θα πάω στο γήπεδο... :bleh:

 

Καλή τύχη στους συμμετέχοντες κι υπόσχομαι να λάβω μέρος στο επόμενο Flash Fiction.

Link to comment
Share on other sites

Το θέμα μπήκε. Κοιτάξτε στο πρώτο ποστ και ξεκινάτε τώρα!!

Link to comment
Share on other sites

Συγγραφέας:Απόστολος (Guardian of the RuneRing #2)

Αριθμός Λέξεων: 419

Είδος: Φαντασίας

Αυτοτελής: Ναι

 

 

Σκοτάδι. Το μαύρο πέπλο της νύχτας άρχισε να καλύπτει την πόλη. Στα πέτρινα σοκάκια τα βήματα σβήνουν καθώς ο φόβος της σκιάς διώχνει τους ανθρώπους. Και οι δρόμοι, λαβύρινθοι να παίζουν με το νου, να του χαρίζουν το τίποτα για να πλάσει αυτός τον κόσμο όπως τον θέλει. Μόνο τα βήματα του αντηχούν, να βρέχονται απ' της βροχής το ασταμάτητο τραγούδι. Ο γέρος περπατά, αργά, στωικά χωρίς τον φόβο της σκιάς.

 

"Αγκάλιασε την, να σ' αγκαλιάσει" ψιθυρίζει και ένα χαμόγελο γεννά το πρόσωπό του. Η μαύρη κάπα του που φτάνει ως τα πόδια τον δένει ακόμα πιο πολύ με το βαθύ σκοτάδι. Και περπατά. Οι δρόμοι άδειοι, παγωμένοι, τον συντροφεύουν, τον οδηγούν στα απύθμενα της νύχτας μυστικά. Με κάθε βήμα του βυθίζεται όλο και πιο πολύ μες το σκοτάδι. Αγκαλιάζει την σκιά και αυτή με τη σειρά της τον σκεπάζει. Χάνεται.

 

Μέσα απ' το τίποτα η γέρικη, βραχνή φωνή του ταράζει τη μοναξιά της πόλης. Με λέξεις δίχως νόημα και σαν τραγούδι που σαστίζει, σαν παραλήρημα, σαν ψαλμωδία τους καλεί. Και απαντούν. "Ποιον γυρεύεις, γέρο;". "Το άγνωστο." ψιθυρίζει και μια μανία τον καταβάλει. Σαν θεία έκσταση και τρέμει. Το πάθος του να μάθει τον οδήγησε εκεί. Και τώρα μέσα στις σκιές χαμένος ψέλνει. "Αυτό που δε μαθαίνεται να μάθω θέλω. Αυτό που δεν βλέπω, που δεν αισθάνομαι, που δεν καταλαβαίνω."

 

Μέσα απ' τις σκιές ένα γέλιο τον σταματά. "Τότε σωστά ήρθες, να βρεις αυτό που ψάχνεις, μάγε. Μας κάλεσες σωστά. Χαιρέτα με. Χαιρέτα τον εαυτό σου. Φεύγω."

 

Οι σκιές χάνονται και η βροχή συνεχίζει μουντά να χτυπά τις πέτρες των δρόμων. Οι μεγάλες ξύλινες ρόδες της άμαξας σταματούν μπροστά στο μάγο. Ο οδηγός της, υποκλίνεται και του ανοίγει την πόρτα. Ο γέρος όμως κάθεται σιωπηλός. Στέκεται ακίνητος με μάτια να γυαλίζουν στου φεγγαριού το φως. Η νύχτα τον χλευάζει. η άμαξα φεύγει, χάνεται και πάλι μένει μόνος του ο μάγος να χαζεύει το σκοτάδι. Τους αιώνιους λαβύρινθους.

 

Μόνο τα βήματά του αντηχούν να βρέχονται απ' της βροχής το ασταμάτητο τραγούδι. Τώρα το γνώρισε το άγνωστο. Πάντα το γνώριζε σαν άγνωστο. Σαν ψέμα. Σαν κάτι για να μάθει. "Τί δε μαθαίνεται;" ρωτά τον εαυτό του. "Τί είναι αυτό; Αγκάλιασε την, να σε στραγγαλίσει" ψιθυρίζει και ένα μουντό χαμόγελο αυτολύπησης γεννά το πρόσωπό του.

 

Η άμαξα σταματά μπροστά στα του. Ο οδηγός, ο γέρο-μάγος, του υποκλίνεται και του ανοίγει την πόρτα καθώς οι μεγάλες ξύλινες ρόδες σταματούν μ' ένα παράξενο, αιώνιο ήχο. Ο μάγος μπαίνει μέσα. Και το άλογο ξεκινάει να περπατά αργά διστακτικά μέσα απ' την έρημη πόλη και σβήνει την σιωπή.

Edited by Guardian of the RuneRing #2
Link to comment
Share on other sites

Φαντασίας/τρόμου

828 λέξεις

 

Σκοτάδι.

Πυκνό σκοτάδι είχε τυλίξει τον Παύλο, σκοτάδι μαύρο και πυκνό σαν πίσσα. Το αγόρι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάποια έξοδο, κάποιο απειροελάχιστο ίχνος φωτός, αλλά μάταια. Το σκότος το διαδεχόταν σκότος, ενώ οι τοίχοι της στοάς έμοιαζαν να είχαν εξαφανιστεί.

Το πως είχε βρεθεί εδώ ήταν μια μεγάλη ιστορία. Όλα άρχισαν από ένα στοίχημα που είχε βάλει με τον Αργύρη, ότι δε φοβόταν να μπει στο υποτιθέμενο στοιχειωμένο φρεάτιο της οδού Ανδρομένη και να βγει από την άλλη πλευρά του, αυτήν της οδού Μυθωδών. Μόνα του εφόδια ένας φακός και ένα παγούρι νερό.

Αρχικά τα πράγματα κύλησαν ομαλά. Μπήκε με το φακό του στο φαρδύ τούνελ, που χωρούσε άνετα δύο ανθρώπους να περπατάνε δίπλα δίπλα, και γρήγορα ξεκίνησε να βαδίζει προς την απέναντι πλευρά του. Το φρεάτιο, παλιά μέρος του αποχετευτικού συστήματος, τώρα πια σε αχρηστία, ήταν μια μακριά στοά μήκους ενός χιλιομέτρου με μερικές μόνο στροφές. Οι φήμες το ήθελαν κατοικία ανήσυχων πνευμάτων, δαιμόνων από άλλες διαστάσεις και λοιπών προλήψεων.

Και, περπατώντας σε αυτό, με το ελάχιστο φως του φακού του, δεν αδικούσε όσους έβγαζαν αυτές τις φήμες: μόνος, αρκετά μέτρα κάτω από το έδαφος και με τον ελάχιστο φωτισμό του φακού απειλητικές σκιές ξεπρόβαλαν από κάθε γωνία για να χαθούν αμέσως μετά. Το μυαλό του άρχισε να του παίζει περίεργα παιχνίδια μετά τη δεύτερη στροφή, ενώ, όσο πιο κοντά πλησίαζε στην τρίτη, περίπου στη μέση του τούνελ, καταριόταν την ώρα και τη στιγμή που δέχτηκε να περάσει αυτή την ηλίθια δοκιμασία θάρρους.

Στρίβοντας και την τρίτη στροφή ήξερε ότι είχε μόνο καμιά τετρακοσαριά μέτρα μέχρι την απέναντι πλευρά, και αυτό άρχισε να τον καθησυχάζει λίγο.

Και τότε το φως εξαφανίστηκε. Δεν έκανε απλά ένα τσαφ ο φακός και έσβησε, απλά το φως του εξαφανίστηκε. Μάταια ο Παύλος πάτησε ξανά και ξανά τον διακόπτη του, μάταια τον ταρακούνησε μήπως και ξανανάψει, μάταια τον καταράστηκε με όλη του την ψυχή. Το φως του δεν επέστρεψε ούτε και τώρα.

Το αμέσως επόμενο πράγμα που ο Παύλος θεώρησε λογικό να κάνει ήταν να πιαστεί από τον τοίχο και να τον ακολουθήσει μέχρι κάποια από τις δύο εξόδους του φρεατίου. Άπλωσε το αριστερό του χέρι αλλά δεν ακούμπησε τίποτα. Άπλωσε και το δεξί και πάλι τίποτα. Έκανε μερικά βήματα αλλά πουθενά η κρύα τσιμεντένια επιφάνεια που τόσο απεγνωσμένα αποζητούσε.

Τα πρώτα ίχνη πανικού άρχιζαν να κάνουν την εμφάνισή τους στη συμπεριφορά του αγοριού, που απεγνωσμένα άρχισε να κουνάει τα χέρια του ψάχνοντας για κάτι να πιαστεί. Απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από το σημείο στο οποίο το φως έσβησε.

Πρέπει να είχαν περάσει τουλάχιστον πέντε λεπτά από τότε, αλλά στον Παύλο φάνηκαν αιώνες. Ακόμα βάδιζε στα τυφλά, όταν με την άκρη του ματιού του έπιασε μια αχνή γαλάζια λάμψη. Αμέσως γύρισε το κεφάλι προς τα εκεί, για να αντικρίσει ένα διάχυτο γαλάζιο φως που ξεχυνόταν από ένα σημείο λίγο πιο μακριά στο σκοτάδι. Δίχως δεύτερη σκέψη, χωρίς να αναρωτηθεί καν τι ήταν το φως αυτό, έτρεξε προς το μέρος του φωτός αυτού.

Το φως ερχόταν από τους τοίχους ενός σπηλαίου, τα πετρώματα του οποίου φωσφόριζαν και γέμιζαν τον χώρο με το αχνό αυτό μπλε φως. Το σπήλαιο ήταν μακρόστενο, με ψηλή οροφή και κατέληγε σε κάτι που έμοιαζε με μεγάλη σιδερένια πόρτα.

Το αγόρι έκανε να κατευθυνθεί προς την πόρτα αυτή, όταν τρεις φιγούρες σάλεψαν στο ημίφως. Τρεις φιγούρες που δεν ήταν ανθρώπινες. Για την ακρίβεια, αν και βάδιζαν στα πόδια τους, ήταν καμπουριασμένοι και τα πρόσωπά τους είχαν τη μορφή ερπετού, ενώ στα χέρια (ή μήπως μπροστινά πόδια) τους κουβαλούσαν μακρόστενα αντικείμενα. Έμοιαζαν λίγο πιο ψηλά από έναν άντρα και το σώμα τους, αν δεν καμπούριαζε, θα έπρεπε να είχε ύψος τουλάχιστον δύο μέτρα.

Ο Παύλος πάγωσε στη θέση του. Τα πλάσματα πλησίασαν λίγο πιο κοντά, και στο χαμηλό φως το αγόρι διέκρινε ότι λέπια κάλυπταν τα σώματά τους. Αμέσως κατάλαβε τι είχε μπροστά του: σαυρανθρώπους.

Είχε ακούσει πολλές ιστορίες για αυτούς, τα παιδιά των μυθικών Δράκων, όντα από άλλες διαστάσεις που απαγάγουν ανθρώπους και τους έκαναν πειράματα. Πάντα θεωρούσε αυτές τις ιστορίες παραμύθια, είχε δει τουλάχιστον εφτά άθλιες ταινίες τρόμου τον τελευταίο χρόνο με σαυρανθρώπους, και όμως στέκονταν εμπρός του. Τα πόδια του λύγισαν και προσπάθησε να πατήσει προς τα πίσω, όταν ο μεσαίος σαυράνθρωπος, αυτός που έμοιαζε με τον αρχηγό τους, του είπε κάτι σε μια άγνωστη, τσιριχτή γλώσσα, ενώ οι άλλοι δύο τον σημάδεψαν με τα μεταλλικά κυλινδρικά αντικείμενα που κρατούσαν. Ο Παύλος έκανε ένα ακόμα βήμα προς τα πίσω και ο αρχηγός ξαναείπε κάτι, αυτή τη φορά πιο απότομα.

Και τότε ο Παύλος γύρισε την πλάτη του και άρχισε να τρέχει προς το σκοτάδι, αλλά κάτι τον χτύπησε στην πλάτη και τον έκανε να παραλύσει. Όλα έσβησαν γύρω του.

 

Το σωστικό συνεργείο τον βρήκε το επόμενο μεσημέρι να είναι ξαπλωμένος σε μια από τις πολλές στενές στοές που οδηγούσαν στο φρεάτιο. Ο γιατρός που τον εξέτασε δεν διαπίστωσε τίποτα παράξενο και υπέθεσε ότι ο δεκαπεντάχρονος λιποθύμησε από τον φόβο του. Ο ίδιος δε θυμόταν τίποτα, ούτε το σκοτάδι ούτε αυτούς που κατοικούσαν στην απέναντι πλευρά του.

Edited by Nihilio
Link to comment
Share on other sites

Contactus Interruptus

 

Ήταν σίγουρος πως του απέμεναν μόνο λίγες στιγμές ζωής ακόμα. Ήταν πλέον στα όρια του. Περιπλανιόταν στην καυτή έρημο τρία μερόνυχτα, χωρίς προμήθειες, τελείως εκτεθειμένος στα στοιχεία. Πριν λίγες ώρες είχε πάψει πλέον να υποφέρει από την δίψα. Αυτό το θαύμα μάλλον οφειλόταν στο γεγονός πως ο οργανισμός του άρχισε να κλείνει, να βγάζει από την πρίζα ένα-ένα τα διάφορα ζωογόνα του όργανα. Έπαψε να νιώθει το βάρος του, τον κόπο στις κλειδώσεις του, την αναθεματισμένη άμμο στα χείλη του. Ένιωθε να αιωρείται, σαν να τον κουβαλούσα οι θεοί προς τον επόμενο αμμόλοφο. Είχε διαβάσει γι αυτό, για την διαδικασία που ακολουθεί η βιολογία στον συγκεκριμένο θάνατο από μακροχρόνια έκθεση στα στοιχεία της ερήμου. Όπου να’ναι τώρα θα διπλωνόταν στα δύο, πάνω στην μαλακιά άμμο, και θα έμενε εκεί, τα μυαλά του να βράζουν αργά κάτω από τον ραδιενεργό ήλιο.

 

Πότε θα τον έβρισκαν άραγε; Πότε θα ανακάλυπταν το σκάφος του, ή ότι έμεινε από τα συντρίμμια του, χιλιόμετρα πίσω του; Θα ήταν περίπολος διάσωσης ή κάποιοι αρχαιολόγοι, χιλιάδες χρόνια από τώρα; Πόνεσαν τα σκασμένα του χείλη καθώς χαμογέλασε, στην προοπτική να καταλήξει σε κάποιο μουσείο μια μέρα, τα κόκαλα του κλεισμένα σε γυάλινη βιτρίνα, με διάφορους επισκέπτες στη σειρά να τον περιεργάζονται, εκείνον, έναν απλό μηχανικό εξατμίσεων με τον χαμηλότερο μισθό στον πλανήτη.

 

Ξαφνικά νόμισε πως άκουσε ένα τιτίβισμα. Μετά νόμισε πως είδε ένα παράξενο μεταλλικό θραύσμα στην μέση του βραχώδη πλατώματος που απλωνόταν μπροστά του. Σκουντούφλισε προς τα εκεί για να σιγουρευτεί πως δεν τον απατούσε το μάτι του. Κι όμως, στη μέση του κενού πουθενά, πάνω στη πέτρα που έψηνε ο ήλιος υπήρχε μια μηχανή, περισσότερο έμοιαζε με ένα υπερμεγέθης παιδικό παιχνίδι, σαν τα τεχνητά έντομα που ήταν της μόδας τελευταία. Μια προβοσκίδα με ένα μάτι στο τέρμα προεξείχε από την κορυφή του και ατένιζε γύρω-γύρω τον ορίζοντα. Αυτή την στιγμή κοίταζε στην αντίθετη κατεύθυνση, δεν τον είχε «δει» ακόμα.

 

«Τι γυρεύει αυτό εδώ;» αναρωτήθηκε όπως στάθηκε από πάνω του. Υπήρχαν σύμβολα πάνω του, μια γραφεί που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. OBSERVER B5 – NASA έγραφαν. Πρόσεξε τα αλεξίπτωτα να χορεύουν στον ζεστό αέρα στο βάθος.

«Δεν είναι από δω αυτό» σκέφτηκε, «Είναι…επαφή αλλά…» Η λογική του άρχισε να βράζει. Πρέπει να είχε παραισθήσεις.

«Δεν είναι δυνατόν. Γιατί να προσγειωθούν εδώ; Υπάρχουν οχτώ κατοικημένες περιοχές στα όρια της ερήμου…»

 

Δεν τέλειωσε τον συλλογισμό του. Καθώς το μάτι άρχισε να γυρίζει προς το μέρος του, τα τέσσερα του πόδια κατέρρευσαν και έπεσε φαρδύς-πλατύς πάνω στο ξενόφερτο ζουζούνι συνθλίβοντας το με την μάζα του. Το αριστερό του πλοκάμι σπαρτάρισε στην άμμο για λίγο και μετά έμεινε εκεί. Έμεινε εκεί να ψήνεται κάτω από τον ήλιο.

Link to comment
Share on other sites

Η μπεμπούλα

Γουίνκ! Η κούνια ανέβηκε ψηλά. Τα ποδαράκια της δεν ακουμπάνε κάτω.

Η μαμά κοιτάζει από το παγκάκι. Τι όμορφη που είναι η μαμά! Μεγααααλη και όμορφη και φοράει πάντα παντελόνια τζην και όμορφες μπλούζες.

Γουίνκ! Η κούνια γυρίζει πίσω και φαίνεται η γη. Χαλικάκια.

Η παιδική χαρά είναι ωραίατο απόγευμα. Έχει πολλά παιδάκια και δεν βρίσκεις πάντα κούνια να κάνεις, αλλά είναι ωραία. Καμμιά φορά περνάει κι ο μπαμπάς και μας πέρνει και πάμε όλι μαζί για παγωτά ή πάστα.

Αλλά δεν είναι ωραία όταν βρέχει. Κρίμα! Αστράφτει κι ο ουρανός σκοτίνιασε. Η μαμά φωνάζει, θα θέλει να φύγουμε. Αχ, προλαβαίνει να κάνει άλλη μια, γουίνκ! και πάει η κούνια ψηλά στο γαλάζιο ουρανό κατάμεσα, στη δροσιά του απογεύματος. Γιατί φωνάζουν έτσι τα άλλα παιδάκια κι οι μαμάδες τους; Είναι ωραία στην παιδική χαρά!

Η κουνια κατεβαίνει απότομα, η μαμά την αρπάζει από το μπρατσο και σχεδόν τη σέρνει πάνω στα χαλίκια. Πονάει! Κλαίει! Γιαρί η μαμά της φέρεται έτσι; Κι ύστερα η μαμά γυρίζει και την αρπάζει στην αγκαλιά της και τη σφίγγει πάνω στο στήθος της και τρέχει, πόσο γρήγοα τρέχει. Και πίσω, στο δασάκι δίπλα στην παιδική χαρά, υπάρχει κάτι τεράαααστιο κι ασημένιο, σαν υπερφυσική σβούρα και λάμπει πόσο κι από μια άκρη είναι ανοιχτό κι από μέσα βγαίνουν ωραίοι μασκαράδες.

Ψιλόλιγνοι και πράσινοι κι αστείοι, με μεγάλα μάτια, ωραίοι μασκαράδες. Σαν εξωγήινοι.

Γιατί ουρλιάζει έτσι η μαμά;

Edited by naroualis
Link to comment
Share on other sites

Από το θέμα του διαγωνισμού διάλεξα την επαφή με Θεϊκά όντα, σαν επαφή με το άγνωστο, σε απόδοση ηρωικής φαντασίας. Sorry αλλά αυτό είναι το στυλ μου!!!! Hope you like it.

 

 

****By the way great idea the “Flash Fiction Live”.

 

 

 

 

 

Godmakers-The Lost Tales

***Σημείωση επιμελητή της 3ης Αναθεωρημένης έκδοσης της "Νεότερης Ιστορίας της Σανακόρ"

 

"Ιεροί Πόλεμοι" ή "Περίοδος της Εξάπλωσης":

 

Έτσι ονομάζεται η πρώιμη περίοδος της Μεγάλης Επικράτειας, κατά την διάρκεια της οποίας, οι πόλεμοι ανάμεσα στον Κρυμμένο και τους αφοσιμένους πιστούς του ενάντια στους σκοτεινούς θεούς του παρελθόντος, της αιώνιας νύχτας που σκέπαζε την γη μας, και τους αποκτηνωμένους πιστούς τους, ήταν συνεχόμενοι-μέχρι να λάμψει το ιερό φως και η καθαγιασμένη φλόγα να εξαγνίσει κάθε ανίερη λατρεία. Μέχρι που το Υπέρλαμπρο Φως έσκισε τα πέπλα της νύχτας, έλιωσε τους πάγους της αιώνιας κατάρας, και ελευθέρωσε τους ανθρώπους όλων των φυλών από τα δεσμά τους.

 

Ο Μεγάλος Θεός διέσχισε με την περίλαμπρη λέμβο του τα μαύρα νερά και αγκυροβόλησε στην χώρα των Νεκρών, προκαλώντας τους μαύρους θεούς της που καταδυνάστευαν τα παιδιά του. Τους κυνήγησε έναν προς έναν και για την ατιμία τους, τους επέβαλε την έσχατη τιμωρία των Θεών. Παρέδωσε δεμένα χειροπόδαρα τα τσακισμένα κορμιά τους στους αφοσιωμένους υπηρέτες του, και εκείνοι τα τεμάχισαν και τα μαγείρεψαν μέσα σε τεράστια καζάνια. Τότε, ο Μεγάλος Θεός έφαγε τα καλύτερα και πιο τρυφερά κομμάτια τους, που ενσάρκωναν την δύναμη του κάθε Θεού- ενώ τα μολυσμένα μέρη τους τα πέταξε σαν καυσόξυλα μέσα στην φωτιά και αγαλλίασε από την ζωογόνα φλόγα που τον έλουσε.

 

Οι πιστοί του Ιεραπόστολοι, αναθαρημένοι από την μεγάλη νίκη του Κρυμμένου-κάτω από την καθοδήγηση του Πρώτου Ενσαρκωμένου-ξεχύθηκαν σαν θύελλα σε όλες τις χώρες. Σαν ανεμοθύελλα σάρωσαν τα πάντα, έθαψαν στο σκοτάδι τα ανίερα σύμβολα. Εξάγνισαν με την φωτιά το μαύρο ιερατείο, έσπειραν παντού τον καρπό της νέας λατρείας, της νέας ζωής.

 

Οι ατέλειωτες σειρές των ιερών πολεμιστών, με την ιερή φλόγα στο στήθος να θεριεύει την δύναμη τους, και τον υπέρλαμπρο ήλιο πάνω από τα κεφάλια τους να τους αναζωογονεί και να οδηγεί τα βήματα τους, διέσχισαν τις Άγονες Χώρες, πολέμησαν και νίκησαν τα ακατονόμαστα στην όψη θηρία που φώλιαζαν σε αυτά τα μέρη, ανέβηκαν σε απάτητους βράχους και φαράγγια, και πολέμησαν με λύσσα για την δόξα του Κρυμμένου, του Ένα. Ο 702ος ύμνος της Εξάπλωσης αναφέρει χαρακτηριστικά για την ύστατη μάχη των Ευλογημένων, του προσωπικού σώματος του Πρώτου Ενσαρκωμένου.

 

……Και οι Ευλογημένοι προχωρούσαν μέρα με την μέρα όλο και πιο βαθιά στους ερημότοπους. Ο καυτός, αδυσώπητος, ήλιος τους έκαιγε της σάρκες, τα όπλα ζεματούσαν στα χέρια τους-χαράζοντας το σχήμα τους στο καμένο δέρμα. Και εκείνοι περπατούσαν, ψάλλοντας μέσα από τα στεγνά χείλη τους το μάντραμ της Εξιλέωσης, προχωρούσαν πιστοί στο σκοπό τους, πιστοί στο όραμα του Ενός.

 

Και τότε έπεσαν επάνω τους τα τσακάλια της ερήμου-οκτάποδα τέρατα, φοβερά στην όψη, που έπιναν αίμα για νερό, και ανθρώπινο μεδούλι για τροφή. Πετάχτηκαν σαν φαντάσματα, μέσα από τους αμμόλοφους που είχαν για κρυψώνα, διψώντας για ευλογημένο αίμα για να σβήσουν την ανίερη πείνα τους. Πολλοί άντρες, γενναίοι και σοφοί-τιμημένοι πατέρες για πάντα της γενναιολογίας μας- έπεσαν εκείνη την ημέρα. Ο Πρώτος Ενσαρκωμένος, στύλωσε τα πόδια του βαθιά στην άμμο, άρχισε να ψέλνει με την βαθιά επιβλητική φωνή του, και οι άντρες μαζεύτηκαν γύρω του, σχημάτισαν ένα θανατηφόρο δρεπάνι και κλάδεψαν τα φοβερά θηρία σαν, έτοιμα από καιρό, στάχια. Και οι Ευλογημένοι συνέχισαν να προχωράνε πάνω από τα κορμιά των θηρίων, μέσα από τις παγίδες της απάνθρωπης ερήμου. Συνέχισαν να προχωράνε μέχρι που ο ουρανός πήρε μια αλλόκοτη όψη. Μέχρι που η αβάσταχτη λάμψη του τους έκαιγε τα μάτια, τους πυρπολούσε τα μυαλά. Πλάσματα ανάμεσα στην χώρα των ζωντανών και των νεκρών είχαν γίνει πια, αλλά προχωρούσαν, με την πίστη που φώλιαζε στις ψυχές τους να τους δίνει δύναμη.

 

Και τότε έφτασαν στο ύστατο όριο. Έφτασαν στο μεγάλο γκρεμό, στο χάσμα των δύο κόσμων. Έφτασαν και κοίταξαν στο χάος, στην άβυσσο, στον κόσμο των πνευμάτων. Κενό, άυλο, ανύπαρκτο, τρομακτικό, σπείρες, λευκές, κόκκινες, μαύρες, τεράστιες, περιστρέφονταν. Εκτυφλωτικές λάμψεις, σκιώδεις φιγούρες, απατηλές σκιές, υπόκωφοι ήχοι, ανείπωτα ουρλιαχτά. Φίδια και σκορπιοί κυλούσαν αργά, νωχελικά, στις σκοτεινές πλαγιές τις αβύσσου αφήνοντας αδιόρατα σημάδια και κάνοντας ανατριχιαστικούς θορύβους. Αόρατα τέρατα κρυμμένα στις σκιές του χάους ξερνούσαν φοβερές γλώσσες φωτιάς που άφηναν μια αβάσταχτη μπόχα, που έκανε όποιον την μύριζε να αδειάσει το στομάχι του, να πνίγεται μέσα σε μια ζωντανή φρίκη. Και το χορτάρι, εκείνο το κολασμένο χορτάρι, που φύτρωνε σε εκείνο τον τόπο της φρίκης. Εκείνη η σαγηνευτική μυρουδιά που σε προκαλούσε να γευτείς τις ακατονόμαστες χάρες της. Εκείνο το χορτάρι…. Κοίταξαν, και οι πιο αδύναμοι τρελάθηκαν. Πέταξαν τα όπλα, έπιασαν το κεφάλι τους και άρχισαν να ουρλιάζουν. Το σώμα τους ήταν στην γη των ζωντανών αλλά το πνεύμα τους είχε περάσει στην χώρα των νεκρών για πάντα.

 

Και οι πιο γενναίοι, οι πιο ηρωικοί συνέχισαν. Συνέχισαν μέχρι το ύψωμα του σκότους, του μαύρου Ερέβους-που δέσποζε στον ορίζοντα, στα όρια των δύο κόσμων, αψηφώντας τους νόμους της φύσης, και την θέληση του Ενός.

 

Και οι Ευλογημένοι άρχισαν να σκαρφαλώνουν τα δυσπρόσβατα, γλιστερά, βράχια ενώ η μαύρη φρουρά τους έλουζε με ζωντανή φωτιά. Με πίστη στην ψυχή τους, αψηφώντας τις φλόγες που χάιδευαν τα κορμιά τους ανέβηκαν τις απάτητες πλαγιές και τα κρυφά μονοπάτια και σαν η ζωντανή οργή της Θείας Δικαιοσύνης έπεσαν επάνω στην μαύρη σφηκοφωλιά και την αφάνισαν.

 

Και τότε βγήκε ο ήλιος, και οι ζωογόνες αχτίνες του για πρώτη φορά, εδώ και άπειρα χρόνια, διαπέρασαν το μαύρο δίχτυ που σκέπαζε τον βράχο του Ερέβους και έσπειραν νέα ζωή στην κάποτε ανίερη μήτρα."

 

Link to comment
Share on other sites

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και η θερμοκρασία είχε πέσει αισθητά. Ύστερα από μία ώρα που πάλευα με τον εαυτό μου, αποφάσισα να κατέβω να πάρω τσιγάρα. Ήξερα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθώ πριν ξημερώσει – γι’ άλλη μια φορά. Είχα άλλες δύο ώρες πριν γίνει αυτό κι είχα ξεμείνει. Ήθελα καύσιμα.

 

Παρά τη χαμηλή θερμοκρασία, βγήκα έξω με το σορτς και το φανελάκι. Ναι, καλά ακούσατε. Σορτς και φανελάκι. Πέντε βαθμούς μόλις πάνω απ’ το μηδέν. Έχετε προσέξει ποτέ ότι οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στο κρύο; Κάποιοι είναι πολύ κρυουλιάρηδες. Με το που πέφτει κάτω από τους είκοσι βαθμούς χώνονται μέσα στα παλτά τους. Άλλοι πάλι δεν κρυώνουν ποτέ. Έχει δέκα βαθμούς και σου λένε ότι ζεσταίνονται. Ή βγαίνουν – καλή ώρα – με το σορτς στους πέντε. Έτσι είμαι κι εγώ. Απλά δεν κρυώνω. Δεν ξέρω γιατί. Βλέπω το θερμόμετρο να κατεβαίνει και δε με νοιάζει καθόλου. Όσοι με ξέρουν μ’ έχουν τρελάνει στην καζούρα – ο Γιάννης ο θερμάστρας, ο Γιάννης η αρκούδα, ο Γιάννης η σόμπα, και ούτω καθεξής. Εδώ που τα λέμε, κι εγώ έχω αναρωτηθεί. Είναι σαν να έχω μια εσωτερική πηγή θερμότητας. Δε χρειάζομαι εξωτερικές.

 

Όπως και να ‘χει, αυτό έχει και το πλεονέκτημά του. Για παράδειγμα δε χρειαζόταν να ντυθώ και να βάλω παλτά για να βγω έξω – μείωνε λίγο τη βαρεμάρα του θέματος, όπως και να το κάνεις. Απλά σηκώθηκα από τον καναπέ, έχωσα λεφτά και κλειδιά στην τσέπη μου και βγήκα έξω.

 

Οι δρόμοι ήταν φυσικά έρημοι. Συνοικία, περασμένη ώρα, ψωφόκρυο, ε, τι άλλο περίμενα; Και το κοντινό περίπτερο κλειστό. Λογικό. Ξεκίνησα τη βόλτα μέχρι τον κεντρικό δρόμο, πέντε στενά στην ευθεία.

 

Η ώρα ήταν απόλυτα κατάλληλη να σκεφτώ τα προβλήματά μου. Σ’ αυτό ήμουν ένας απόλυτα φυσιολογικά νέος – βόλτα μέσα στη νύχτα για να καθαρίσει το κεφάλι σου, ο,τι καλύτερο για έναν μελαγχολικό τύπο σαν κι εμένα. Χμμ, οκ, όχι και τόσο μελαγχολικός. Για την ακρίβεια αυτό ακριβώς ήταν το θέμα. Δεν ήμουν ποτέ μελαγχολικός. Με προέκταση – προφανώς – ότι δεν ήμουν ποτέ ευαίσθητος. Εγώ δεν το πίστευα βέβαια. Αλλά η Ελένη είχε άλλη γνώμη. Η Ελένη δήλωσε ότι ό,τι ζεστασιά που είχαν κληρώσει την έτρωγα όλη στο να με κρατάει ζεστό. «Γι’ αυτό δεν κρυώνεις ποτέ!» φώναζε. «Είσαι ένας αναίσθητος!». Γελοίο φυσικά. Τι σχέση είχε το ένα με το άλλο; Και δεν ήμουν αναίσθητος! Δηλαδή… απλά δε μπορούσα να δω τι σχέση είχε το ότι κλείνουμε 7 χρόνια σχέσης και δεν…δεν τι; Αυτό δεν το κατάλαβα πολύ καλά. Πώς να το καταλάβω έτσι όπως έκλαιγε συνέχεια;

 

Τα φώτα του κεντρικού δρόμου πλησίαζαν. Σκατά, ήδη τη βαρέθηκα τη βόλτα. Τα ίδια τα σκεφτόμουν και στον καναπέ. Τελοσπάντων, είχα ήδη βγει, τι να γίνει. Είναι αργά για αναδρομική βαρεμάρα.

 

Ο Γιάννης ο Θερμάστρας. Χμ. Εδώ που τα λέμε, ίσως και να χε δίκιο η Ελένη. Λες αυτή η έξτρα θερμότητα που έχω να με εμποδίζει από κάτι; Δηλαδή, χμμμ. Κι αν υποθέσουμε ότι σ’ αυτό το θέμα λειτουργούμε τελείως ενστικτωδώς; Κάνει κρύο, καιρός για δύο, δε λένε; Κι αν κάποιος κρυώνει – κι εδώ που τα λέμε η Ελένη δεν ήταν κρυουλιάρα; Ναι σίγουρα ήταν – κι αν κάποιος κρυώνει θέλει απεγνωσμένα κάποιον να τον ζεσταίνει. Μπα, δε μας κάνει. Αν ήταν έτσι θα ήμασταν το τέλειο ζευγάρι. Εκτός αν όντως την τρώω όλη για πάρτη μου, χαχαχα. Μαλακίες.

 

Ο περιπτεράς κόντευε να κοιμηθεί. Με κλειστή την πόρτα και κλειστό το τζαμάκι, έπρεπε να του χτυπήσω για να με πάρει χαμπάρι. Το τζαμάκι είχε θαμπώσει από μέσα. Κι άλλος με τη ζέστη. Ώρες ώρες ένιωθε σαν εξωγήινος.

 

Άναψε τσιγάρο και ξεκίνησε πάλι για το σπίτι. Η σκέψη του πήγε πάλι στην Ελένη. Άλλο αυτό – με το τσιγάρο. Τον έπρηζε να το κόψει. Αμάν πια! Ελεύθερη χώρα δεν έχουμε; Τι την ένοιαζε τελοσπάντων; Έπλενε τα δόντια του δεκαπέντε φορές τη μέρα. Αλλά όοοχι! «Πουφ, βρωμάς!». Όταν κάπνιζε κι εκείνη ήταν εντάξει ε; Όταν έτρεχε ν’ ανάψει τσιγάρο κάθε τρία λεπτά εκείνη δε βρωμούσε έτσι; Αλλά ναι, συγγνώμη. Είπαμε. Εκείνος δε χαμπάριαζε, ήταν αναίσθητος. Ήταν ο Γιάννης η Αρκούδα. Ήταν ο άχρηστος που δεν έπιανε δουλειά της προκοπής. Οκ, δεν είχε πει αυτό ακριβώς, αλλά σίγουρα το είχε υπονοήσει. Χώρια το άλλο που είχε πετάξει ότι και καλά τον απατούσε. Χα! Λες να μην το είχε πιάσει το υπονοούμενο; Όλα αυτά για το «αν δε βάλεις μυαλό, θα δω κι εγώ τι θα κάνω»; Αι σιχτίρ! Καθόταν κι ασχολούνταν κιόλας και ξενυχτούσε. Ναι κυρία μου, καπνίζω! Και μένα μ’ αρέσει να είμαι υπάλληλος με τις τρεις κι εξήντα. Τι σε κόφτει; Και θα χαλάω όλη τη ζέστη μου για πάρτη μου όσο θέλω, που θα μου πεις ότι είμαι αναίσθητος. Ναι, κυρία μου είναι αναίσθητος. Ορίστε, τώρα ζεστάθηκα. Τι κρύο και μαλακίες, εγώ ιδρώνω στους πέντε βαθμούς και γούστο μου και καπέλο μου, εντάξει; Άντε γαμηθείτε όλοι με τις σόμπες σας. Εγώ έχω δική μου σόμπα άμα λάχει και – .

 

Τι ήταν αυτό;

 

Σταμάτησε, δύο στενά από το σπίτι. Κάτι ακούστηκε δεξιά του. Κοίταξε γύρω του. Τι ήταν αυτό, εκεί στις σκιές; Δίπλα απ’ τον σκουπιδοτενεκέ; Περίμενε. Δεν ξανακούστηκε κάτι.

 

Όριστε τι παθαίνω άμα ξενυχτάω, σκέφτηκε. Κούνησε το κεφάλι κι έκανε να ξεκινήσει. Και τότε κάτι τον πλάκωσε. Κάτι ήρθε από πίσω του με απίστευτη δύναμη και τον σώριασε στο χώμα. Κάτι σκοτεινό και άμορφο. Πάλεψε να ξεφύγει, αλλά δε μπορούσε καν να κουνηθεί. Κάτι τον πλάκωνε, δεν έβλεπε τίποτα, δεν αισθανόταν τίποτα, αλλά δε μπορούσε να κουνηθεί, κάτι…κάτι…κάτι κρύο; Ναι. Ο Γιάννης ο θερμάστρας κρύωνε για πρώτη φορά στη ζωή του. Δεν ήταν δυνατόν, κι όμως συνέβαινε. Κρύο… κρύωνε, πάγωνε, όλη του η ζέστη έφευγε από μέσα του σα νερό που κυλάει, σαν κάτι να τη ρουφούσε, δεν….

 

Ο περιπτεράς έκλεισε νωρίτερα σήμερα. Δεν είχε πάει ακόμα έξι, αλλά είχε τόσο κρύο που κρύωνε ακόμα και όταν δεν κρύωνε. Κάτι ψυχολογικό. Έτρεχε γρηγορα προς το σπίτι του όταν πρόσεξε τον νεαρό που χε πάρει τσιγάρα λίγο πριν. Ήταν σωριασμένος στο δρόμο κι έτρεμε. Έτρεμε σαν το ψάρι. Είχε μπλαβιάσει από το κρύο, τα χέρια του ήταν μελανιασμένα. Ψέλλιζε μόνο κάτι λέξεις, κάτι που φάνηκε στον περιπτερά σαν «Ελένη». ¨Ετρεξε να πάρει το 166. Μα τι περιμενε, έτσι όπως βγήκε στο δρόμο; Δεν ήταν δα και αρκούδα!

Edited by trillian
Link to comment
Share on other sites

Είδος: τρομοκωμωδια

 

Πίστευε ότι η ζωή είναι μια ρουτίνα.

Ότι όλοι από την ώρα που θα γεννηθούν μέχρι και να πεθάνουν θα είναι καταδικασμένοι να ζουν το απόλυτο τίποτα.

Ξυπνάς το πρωί, κοιμάσαι το βράδυ και αυτό είναι όλο.

Απαρνιόταν κατηγορηματικά κάθε φήμη που κυκλοφορούσε στόμα με στόμα και είχε σκοπό να σπάσει τη ρουτίνα. Υπήρχαν άνθρωποι που ήθελαν και καλά να αφυπνίσουν τα πλήθη.

Θεωρίες συνωμοσίας, εξωγήινοι, ξεματιάσματα, καφετζούδες, μέντιουμ, κυνηγοί φαντασμάτων, αστικοί θρύλοι, ζωντανοί νεκροί.

Υπήρχαν τόσες και τόσες ιστορίες αλλά εκείνος δεν πίστευε καμία.

Ούτε σε θεούς ούτε σε δαίμονες.

 

Μπορεί μέσα στη μιζέρια της ζωής να σου τύχαινε κάποιο τρακάρισμα, ίσως κανένας ληστής, να μελάνιαζες το μάτι σου σε κάποιον καυγά που δεν έφταιγες, άντε να σε απειλούσαν και με όπλο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αλλά ως εκεί.

Δεν πίστευε σε τίποτα πέρα από την καθημερινή ζωή, η οποία δεν ήταν διατεθειμένη να σταματήσει για κανένα u.f.o. και για κανένα λυκάνθρωπο.

 

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην φοβάται το σκοτάδι, τα νεκροταφεία, τις βλασφημίες προς τα θεία, να χλευάζει όσους του έλεγαν πως ήταν ματιασμένοι και αν τυχόν κάποιος του έλεγε ότι δήθεν μια φορά είδε στον ουρανό πάνω από την Καλαμπάκα ένα ιπτάμενο δίσκο μπορεί και να τον σκότωνε.

 

Ζούσε γιατί κάποιος επέλεξε να τον φέρει στη ζωή και δεν είχε καμία όρεξη για αυτό.

Κανείς δεν τον ρώτησε αν θέλει να υπάρξει, να γεννηθεί, να πονάει, να πρέπει να πάει στο σχολείο, να διαβάσει, να βρει δουλειά, να παντρευτεί, να έχει τόσες υποχρεώσεις χωρίς να ξέρει καν το γιατί.

 

Δεν είχε ανάγκη κανέναν και τίποτα.

 

Τα βράδια γυρνούσε στο σπίτι και κλεινόταν στο δωμάτιό του. Δεν έψαχνε τις ντουλάπες για διαρρήκτες, δεν κρεμούσε εικόνες, δεν προσευχόταν πριν κοιμηθεί.

Η γυναίκα του είχε σταματήσει να του ζητάει να πηγαίνουν τις Κυριακές στην εκκλησία, πήγαινε μόνη της, ο γαμπρός του δεν κουβέντιαζε πια τις θεωρίες συνωμοσίας που επινοούσε μπροστά του και τα παιδιά του αν και ακόμα πήγαιναν στο δημοτικό είχαν πάψει από καιρό να πιστεύουν στον Αϊ Βασίλη.

 

Ήταν Παρασκευή και 13, μέρα δίχως καμιά ιδιαίτερη σημασία για εκείνον. Από το μεσημέρι ένοιωθε έναν άσχημο πονοκέφαλο και καμιά ασπιρίνη από αυτές που είχε πάρει δεν είχαν αποτέλεσμα. Γύριζε σπίτι περπατώντας αργά.

Κοίταξε ψηλά στον ουρανό, το ολόγιομο φεγγάρι.

 

-Είμαστε σοβαροί σκέφτηκε;; Σε ταινία ζω;; Παρασκευή και 13 και πανσέληνος.

 

Ένας σκύλος πετάχτηκε από ένα στενό και άρχισε να του γαυγίζει, εκείνος τρόμαξε στιγμιαία αλλά στη συνέχεια προσπάθησε να κλωτσήσει το σκύλο για να τον τρέψει σε φυγή.

Όταν ο σκύλος σηκώθηκε όρθιος και του γρύλλισε πίσω από μια μουσούδα με ανθρώπινα χαρακτηριστικά, εκείνος πάγωσε.

Ο λυκάνθρωπος τον πλησίασε απειλητικά.

 

Μύρισε κάτι σάπιο από πίσω του. Γύρισε και είδε έναν πανύψηλο άντρα με παλαιομοδίτικα τριμμένα ρούχα, άνοιξε το στόμα του και οι κυνόδοντές του άστραψαν μέσα στο σκοτάδι.

 

Μια στριγκλιά από τον ουρανό και η φιγούρα μιας γυναίκας σε σκουπόξυλο φάνηκε μπροστά από την πανσέληνο και πέταξε γρήγορα προς το μέρος του.

 

Το φτερούγισμα ενός θείου πλάσματος με λευκά ρούχα αλλά και ο υπόγειος ανεπαίσθητος ρόγχος μιας άλλης σκοτεινής ύπαρξης γεμάτης φωτιές ακούστηκαν κάπου κοντά του.

 

Ξάφνου όλα τα νεκρά μέλη της οικογένειάς του εμφανίστηκαν άυλα δίπλα του σαν σιωπηλό ακροατήριο και σαν να μην έφταναν όλα αυτά ένας ιπτάμενος δίσκος πάνω από αιωρήθηκε μερικές δεκάδες μέτρα πάνω από το κεφάλι του και του έριξε μια πράσινη ακτίνα.

 

Ένοιωσε το σώμα του να αιωρείται και άκουσε τα πλάσματα της νύχτας να τσακώνονται.

 

Φωνές, γρυλίσματα, ουρλιαχτά, στριγκλιές έγιναν ένα καθώς άνοιξε τα μάτια του και βρέθηκε να κάθεται στο γραφείο.

 

Η συνάδελφός του η Τούλα με το μουστάκι, έριχνε μια σταγόνα λάδι σε ένα ποτήρι με νερό.

 

Η σταγόνα έπεσε και επέπλευσε στην επιφάνεια χωρίς να διαλυθεί.

 

-Επιτέλους, αγόρι μου, συνήλθες! Έφυγε το μάτι! Ξέρεις πόσες σταγόνες λάδι έριξα και πόσα λόγια είπα; Τώρα είσαι καλά.

 

Με τα δάχτυλά του άγγιξε δυο τρύπες που είχε στο λαιμό του, και το εμφύτευμα πίσω στο σβέρκο του.

 

Έκανε το σταυρό του για να συνέλθει αλλά πριν κάνει και τις τέσσερις γωνίες άκουσε κάπου πίσω του έναν βρυχηθμό που έμοιαζε να έρχεται από τα έγκατα της κόλασης.

Θυμήθηκε το πλάσμα με τις φωτιές και σταμάτησε

 

-Πρέπει να είχες πολύ άσχημο πονοκέφαλο, του είπε η Τούλα.

 

Τον κοίταξε στα μάτια και του φάνηκε πως τα μάτια της κιτρίνισαν λίγο και το μουστάκι της ήταν μεγαλύτερο από πριν.

Edited by iliosporos
Link to comment
Share on other sites

Μπράβο παιδιά. Το τόπικ κλείνει και σε λίγο θα ανοίξω ένα πολλ για να ψηφίσετε τις καλύτερες ιστορίες. :thmbup:

Edited by Dain
Link to comment
Share on other sites

Με μικρή καθυστέρηση, για τεχνικούς λόγους.

 

-

 

Ξύπνησε με ένα βάρος στο στήθος, ιδρωμένη. Έτριψε το μέτωπο της, έκατσε για μερικά λεπτά οκλαδόν στο κρεβάτι, με κλειστά μάτια, και μετά πέταξε το σχεδόν ανύπαρκτο σεντόνι, άναψε το κλιματιστικό και πήγε στο μπάνιο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είδε υπολείμματα δακρύων στα μάγουλα της. Κάγχασε και έκατσε στη λεκάνη. Ενώ κατουρούσε, ακούμπησε το κεφάλι της στον τοίχο και ρίγησε με την αίσθηση του κρύου πλακακιού στο σβέρκο της. Μέσα στον καύσωνα οτιδήποτε δροσερό ήταν ευχάριστο. Έτριψε τους κρόταφους της και έφερε - για ακόμα μια φορά - το ταξίδι στο μυαλό της. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Τουρισμός. Μια βδομάδα. Φτηνό ξενοδοχείο, φτηνό φαί, βόλτες χωρίς χάρτη, μπαρότσαρκα, λίγο τούρκικο πράγμα που την έστειλε - αυτό, όμως, ήταν ακριβό σκέφτηκε και χαμογέλασε - μια επίσκεψη στα βυζαντινά απομεινάρια και πάντα, γύρω της, η γη που όλοι οι συμπατριώτες λένε ότι μυρίζει θάνατο αλλά σε αυτή μύριζε υγρό χώμα, αγρύπνια και σκατά.

 

Αγρύπνια. Πράγματι, είχε να κοιμηθεί σωστά από τότε που πάτησε πόδι στο πλοίο της επιστροφής. Ένας ήχος ή μια φευγαλέα εικόνα έρχονταν πάντα πάνω που γλάρωνε, και τιναζόταν απότομα, και η ένταση έμενε γραπωμένη επάνω της για ώρες αργότερα.

Προσπάθησε να θυμηθεί τι ήταν αυτό που την ξύπνησε τώρα. Ο ψαλμός ενός ιμάμη. Αυτός ήταν και ο πιο συχνός ήχος κατά τη διαμονή της εκεί. Ακόμα και όταν δεν έβλεπε την πηγή, πάντα, κάθε πρωί και κάθε βράδυ και -μερικές φορές- μέσα στη νύχτα η στριγγή, διαπεραστική φωνή την αγκάλιαζε και την ταρακουνούσε.

 

Και την ξύπναγε.

 

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που το άκουσε. Είχε ζαλιστεί και, για να μην πέσει, είχε γονατίσει στη μέση του δωματίου. Τα βλέφαρα της είχαν βαρύνει απότομα. Και στο στόμα της είχε τη μεταλλική μυρωδιά του αίματος, στα αυτιά της η ηχώ σφαγής. Κάπου είχε διαβάσει για κάτι "γενετικές μνήμες", αλλά δεν είχε συγκρατήσει παραπάνω πληροφορίες.

 

Ναι αλλά ήμουν φτιαγμένη τότε, δικαιολογήθηκε στον εαυτό της. Αυτό όμως δεν εξηγούσε και τις επόμενες φορές. Δεν εξηγούσε τους ρευστούς τοίχους κάθε μερικές ώρες, κατά τη διάρκεια των περιπάτων της. Δεν εξηγούσε τα υγιέστατα σκυλιά που τρίβονταν στα πόδια της αλλά έζεχναν σαπίλα και θρυμματισμένο κόκκαλο και πνιγμένες γλώσσες. Δεν εξηγούσε τίποτα, γιατί το τούρκικο της τέλειωσε πολύ νωρίς. Και σίγουρα δεν ήταν παρενέργειες.

 

Τι, τότε;

 

Σηκώθηκε, τράβηξε το καζανάκι και έριξε νερό στο πρόσωπο της. Ύστερα γύρισε στο κρεβάτι, γδύθηκε και προσπάθησε να κοιμηθεί. Μάταια, φυσικά. Χάιδεψε την αλυσίδα στο λαιμό της και σκέφτηκε άλλα πράγματα. Μονάχα που τα άλλα πράγματα είχαν κάνει φτερά, είχαν κρυφτεί στις πιο ύπουλες γωνίες του μυαλού της. Έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε εικόνες. Πρώτη ήρθε μια αποτυπωμένη πάνω σε παλιό φωτογραφικό χαρτί, σχεδόν ξεθωριασμένη, σίγουρα φθαρμένη. Έδειχνε έναν λιγνό, μελαψό άντρα που ακουμπούσε νωχελικά πάνω στο κάγκελο μιας βεράντας. Θυμήθηκε ότι τον είχε δει σε ένα μπαρ. Θυμήθηκε ότι είχε αναπνεύσει κοντά του. Θυμήθηκε ότι μύριζε πανέμορφα, κι όμως ήταν σίγουρη πως είχε ίχνος κολώνιας πάνω του. Θυμήθηκε...

 

...και το χέρι της ταξίδεψε από την καμπύλη του λαιμού της, στα στήθη της, στην κοιλιά της, ανάμεσα στα πόδια της -

 

χαμογέλασε, αυτό θα με χαλαρώσει -

 

και πετάχτηκε απότομα, τρομαγμένη, όταν ένιωσε ηλεκτρισμό να χτυπάει τα δάχτυλα της. Τα κοίταξε.

 

Μπλε σπίθες χόρευαν πάνω τους. Γούρλωσε τα μάτια της, και τα πόδια της άνοιξαν ενστικτωδώς.

 

Άκουσε την πόρτα του μπάνιου να ανοίγει, και είδε τον μελαψό νεαρό να βγαίνει, γονατιστός, και να πλησιάζει την άκρη του κρεβατιού. Τα μάτια του σπίθιζαν με τον ίδιο ηλεκτρισμό.

 

Έφτασε μέχρι τα πόδια της, και άπλωσε το χέρι του. Εκείνη δίστασε για μια στιγμή, αλλά το κάψιμο και η ευφορία ήταν τόσο έντονα, ώστε τελικά έτεινε το δικό της. Οι σπίθες γέλασαν άγρια.

 

*

 

"Τι να σας πω, κυρ-αστυνόμε, εγώ άκουσα ένα πράμα λες και έπεσε κεραυνός στον κάτω όροφο, και κατέβηκα να δω τι έγινε. Βρήκα την πόρτα ανοιχτή - και είχε μια κάπνα! Άλλο πράμα! Κοίταξα απέξω και είδα ότι το κρεβάτι είχε πάρει φωτιά, και έτρεξα και κάλεσα. Πολύ με φοβίζουν εμένα κάτι τέτοια!"

 

"...καλή κοπέλα ήτανε, λίγο απόμακρη, αλλά έτσι δεν είναι όλες τους σ'αυτή την ηλικια; Πριν λίγες μέρες γύρισε από ένα ταξίδι στην Πόλη, αλλά ούτε με χαιρέτιζε, όπως το συνήθιζε. Φαινόταν δέκα χρόνια πιο γριά, μα τον Θεό κυρ-αστυνόμε! Κάτι της έκαναν εκεί που πήγε, σας το λέω εγώ. Κωλοφάρα, τι περιμένεις; Μια φορά η ξαδέρφη μου η Μαριγώ..."

Edited by Rikochet
Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to FFL #1 (Guardian of the RuneRing #2 vs Nihilio vs DinoHajiyorgi vs Naroualis vs gema vs Trillian vs iliosporos vs Rikochet)
Guest
This topic is now closed to further replies.
 Share

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..