Jump to content
Sign in to follow this  
Naroualis

Κόμπες ο Ντερλικοτής

Recommended Posts

Naroualis

Όνομα Συγγραφέα:Ευθυμία Δεσποτάκη (aka Naroualis).

Είδος: μια κλασσική Κονανοειδής περιπέτεια, με τάσεις σάτιρας.

Βία; Ναι, θα προκύψει παρακάτω.

Σεξ; Ναι, κι αυτό θα προκύψει.

Αριθμός Λέξεων: 820

Αυτοτελής; Οχι. 1ο κεφάλαιο, θα ακολουθήσουν περίπου 25000 λέξεις ακόμη.

Σχόλια: Κάποτε ο Araquel με ρώτησε με ποια ιστορία μου την έχω ψωνίσει. Ε, ιδού.

 

 

Α.

 

-Ε, πθιτ, κύριοθ…

 

Ο Κόμπες ο Ντερλικοτής κοκκάλωσε σε μια στάση που πόρω απείχε από την κομψότητα. Είχε το ένα του πόδι σηκωμένο στον αέρα προς τα πίσω –σα χορεύτρια που κρατάει ισορροπία-, το αριστερό του χέρι στα αχαμνά του και το δεξί σε σχήμα αρπάγης, έτοιμο από τη μια να βουτήξει ανεδαίστατα το Ρουμπίνι του Ντεό-Νταό από το βωμό, και από την άλλη ν’ αρπάξει το σπαθί σε περίπτωση ανάγκης. Αν συνδυάσει κανείς τη στάση αυτή με τα ρούχα του –ζακέτα γούνα αλεπού και σωβρακάκι χρώμα βρωμιλί, με αξεσουάρ μαγικά χαϊμαλιά να παιζοκουδουνίζουν με τις τρίχες της κοιλιάς- γίνεται αμέσως αντιληπτή η έλλειψη της κομψότητας στο όλο σκηνικό.

 

Βέβαια, όλα αυτά δεν ήταν παρά μέτρα προφύλαξης ενάντια σε ό,τι θα μπορούσε να τον εμποδίσει να πάρει το Ρουμπίνι. Ήταν όπως πίστευε ενενήντα εννιά κόμμα εννιά εννιά εννιά τοις εκατό προετοιμασμένος για ο,τιδήποτε συναντούσε, όμως αυτή η τραβηχτή ψευδή φωνή, που ερχόταν απ’ τα σκοτάδια πίσω από το βωμό τον έκανε ν’ ανατριχιάσει. Έμεινε εντελώς ακίνητος, βλαστημώντας το Βυζβόρουν σιωπηλά, κι όταν τελείωσε με το θεό του, πέρασε ένα χέρι και όλες τις υπόλοιπες σεξουαλικές δυνάμεις του Σύμπαντος.

 

-Ε, πθιτ, εθένα λέω, με το γουνάκι…

 

Στο σκοτάδι πίσω από το βωμό του Ρουμπινιού, εκεί όπου η μοναχική δάδα που είχε φέρει μαζί του ο κλέφτης δεν έφτανε να ρίξει φως, άναψαν ξαφνικά δυο πράσινα φωτάκια, σα φωσφορίζοντα μάτια φιδιού. Ο Κόμπες τα χρειάστηκε. Αναρωτήθηκε αν η ευκοίλια βγαίνει εύκολα στο πλύσιμο.

 

-Καλε ‘θυ, φωνή δεν έχειθ; Μουγγόθ είθαι;

 

Ο Κόμπες κατέβασε πολύ αργά το πόδι που είχε στον αέρα και το δεξί του χέρι ως τη λαβή του σπαθιού του, αφήνοντας το αριστερό στην αρχική του θέση. «Ό,τι και να σου τύχει, τ’ αρχίδια σου και τα μάτια σου, παιδί μου» τον είχε ευλογήσει ο πατέρας του, πριν τον διώξει από την πατρική εστία κλοτσηδόν.

 

-Ποιος είναι; Τόλμησε να ρωτήσει. Βγες στο φως.

 

Ένας ήχος σα σύρσιμο ακούστηκε κι ύστερα πάνω από το Ρουμπίνι και γύρω από τα φωτάκια υλοποιήθηκε το κεφάλι ενός φιδιού τόσο μεγάλο, που θα μπορούσε να καταπιεί τον κλέφτη με ένα και μοναδικό γκλουπ.

 

Ο Κόμπες τα ξαναχρειάστηκε. Κι επειδή όταν του προκύπτουν την ίδια μέρα δύο επικίνδυνες καταστάσεις που δεν τις περίμενε, παύει να αιματώνεται ο εγκέφαλός του, τράβηξε χωρίς να έχει λόγο το σπαθί του κι όρμισε αλαλάζοντας «ουουουουουου!!!» στο φίδι.

 

Πρόλαβε να σκίσει τον αέρα μπροστά τη μύτη του φιδιού πριν δεχτεί μια σφαλιάρα ηγεμονικών διαστάσεων από την ουρά του ερπετού και σκάσει στον απέναντι τοίχο. Τα χαϊμαλιά κουδούνισαν ευχάριστα, μια νότα αναίτιας αισιοδοξίας.

 

-Καλά, τρελόθ είθαι, παιδί μου; Τι ουρλιάδειθ έτθι, «ουουου»; Θεθ να κθυπνήθειθ τον Ντεό-Νταό και να ‘χουμε άλλα;

 

Ο Κόμπες δεν απάντησε αμέσως, αφενός γιατί η σύγκρουση με τον τοίχο του είχε κόψει την ανάσα και αφετέρου διότι και μόνο η σκέψη του Ντεό-Νταό θα μπορούσε να του κόψει την ανάσα. Δεν ήταν κι ό,τι πιο ευχάριστο να τα βάλεις με εκείνον που ορίζει τη Μοίρα των Παιδιών. Ένας θεός πρέπει να είναι σκληρός και άκαρδος για να αποφασίζει ποιο παιδάκι θα ζήσει και ποιο θα πεθάνει. Κι όταν κάποιος είναι σκληρός και άκαρδος με τα παιδιά, πώς θα συμπεριφερόταν σε κάποιον που πάει να του κλέψει το Ρουμπίνι που φυλάει;

 

Το φίδι έφερε το κεφάλι του κοντά στον κλέφτη, αλλά το περισσότερο από το σώμα του έμεινε στη σκιά. Αντίθετα από τα φυσιολογικά φίδια, δεν είχε φολίδες. Το δέρμα του ήταν γαλαζωπό κι έμοιαζε με ανθρώπινο, η μύτη του ήταν χοντρή και τα μάτια του –τα δυο πράσινα φωτάκια- ήταν τόσο κοντά το ένα στο άλλο που έμοιαζε να πάσχει από παθολογική ηλιθιότητα.

 

-Τι τα θεθ αυτά τα καραγκιοδιλίκια; Έκανε με κάζουαλ ύφος. Δε θου είπανε ότι τα κθόρκια προθταθίαθ έχουν κθεθυμάνει;

 

-Ποιος είσαι; Τόλμησε να ρωτήσει ο Κόμπες κάνοντας ταυτόχρονα μια νοερή σημείωση να μαυρίσει στο ξύλο τον Πετρεξού για τις πίπες πληροφορίες.

 

-Με λένε Δήθη.

 

-Δήθη;

 

-Όχι Δήθη, καλέ. Δήθη.

 

Ο Κόμπες κοίταξε το φίδι για λίγα δευτερόλεπτα γέρνοντας το κεφάλι δεξιά, με το σαγόνι προτεταμένο και το δεξί μάτι μισόκλειστο.

 

-Ζήση; Έκανε διστακτικά.

 

-Ε, ναι, εγώ τι είπα;

 

«Α, μάλιστα», σκέφτηκε ο κλέφτης και χαλάρωσε ασυναίσθητα το αριστερό του χέρι.

 

-Και τι κάνεις εδώ; Είσαι φύλακας του Ρουμπινιού;

 

-Περίπου. Είμαι φύλακαθ του Ντεό-Νταό που είναι φύλακαθ του Ρουμπινιού.

 

-Δεν την ήξερα έτσι αυτή την ιστορία.

 

-Ε, δεν νομίδω ότι την κθέρει κανέναθ. Εκτόθ ίθωθ από τον ίδιο το Ντεό-Νταό. Να, όταν τον καταράθτηκαν να φυλάει αυτό το Ρουμπίνι μέχρι την επόμενη ενθάρκωθη του Μπουβού-Καμπά, κι επειδή είναι πολύ υπναράθ, με έπιασε αιχμάλωτο και με υποχρέωθε να κάνω εγώ τη δουλειά του φύλακα, μέχρι την ώρα εκείνη. Αν δω κάτι, τον κθυπνάω κι εκείνοθ κάνει τα υπόλοιπα.

 

-Και… γιατί δεν τον ξύπνησες και τώρα;

 

-Γιατί… Αθ πούμε ότι βαρέθηκα αυτό το παιχνιδάκι. Αν με βοηθήθειθ ν’ απαλλαγώ από τον Ντεό-Νταό θα θ’ αφήθω να πάρειθ το Ρουμπίνι χωρίθ να τον κθυπνήθω.

 

-Και πώς θα σε βοηθήσω;

 

Το φίδι με το μυστηριακό όνομα Ζήσης του εξήγησε.

Edited by naroualis
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Και μετά; ΚΑΙ ΜΕΤΑ;! «Έγραψες» πάλι Ευθυμία! (Εύχομαι να μην ανήκω πλέον στην μαύρη σου λίστα ο κολασμένος.)

 

Είμαστε στην αρχή βέβαια αλλά έχω εμπιστοσύνη στην γραφή σου. Θυμάμαι κάποτε παλιά, όταν πήγαινα σινεμά να δω τα έργα αγαπημένων μου σκηνοθετών, Κάρπεντερ, Σπίλμπεργκ κλπ, με το που έσβηναν τα φώτα και ξεκινούσαν οι τίτλοι βυθιζόμουν σε μια ζεστή απόλαυση, τόσο σίγουρος ήμουν πως με περίμεναν δύο ώρες άψογης ψυχαγωγίας. Κάπως έτσι διάβασα και το κείμενο σου. Με κέρδισε ο ήρωας, αλλά και ο Ζήσης, μακάρι να κολλήσουν κάπως αυτοί οι δύο.

 

Αν και δεν ήμουν ποτέ αναγνώστης του κόμικ Spirit, πάντα με γοήτευαν τα σκίτσα, τα εξώφυλλα του. Ένας αγχωμένος ήρωας μπλεγμένος σε ένα σωρό επικίνδυνες καταστάσεις, πάντα στη τρέξιμο και την πάλη σε λαγούμια και στενοσόκακα. Ο Κόμπες μου θυμίζει τον Spirit αλλά στην βάρβαρη πλευρά. Εννοώ φυσικά πως θα γινόταν απίστευτο κόμικ.

 

Λοιπόν, τέλειο, και δεν έχω να πω άλλα πλην…μην μας τυραννάς στην αναμονή.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ευχαριστώ για τα λόγια σου Ντίνο, με κολακεύεις αφάνταστα! Ο Κόμπες (παρόλο που το όνομά του δε μου πολυαρέσει και μάλλον πρέπει να το αλλάξω) δεν είναι ο αγαπημένος μου ήρωας, αλλά εκείνος με τον οποίο έκανα τη συγγραφική μου υπέρβαση. Με τον Κόμπες άρχισα να γράφω ελευθερόστομα (εννοώντας αθυρόστομα) και χωρίς να έχω στο μυαλό μου τις συμβάσεις του 20ου αιώνα. Ελπίζω να σου αρέσει και το υπόλοιπο. Αλλά τι λέω; Ο άνθρωπος που μίλησε για Τρέκκερ Ορμόνες δε θα ευχαριστηθεί με τη στάση ζωής του Κόμπες, ή τουλάχιστον με την κραυγή του της ταβέρνας;

 

 

B.

 

Ο Κόμπες ο Ντερλικοτής μπήκε στην ταβέρνα της Ινολίκ σπάζοντας την πόρτα. Αυτό αρκούσε για να στρέψει τα βλέμματα πάνω του, αλλά είχε και το βοηθητικό της αμφίεσης –ζακέτα γούνα αλεπού και σωβρακάκι και μέσα από τη ζακέτα να στραφταλίζουν χαϊμαλιά μπερδεμένα με τρίχες. Τρέκλισε φανερά ταραγμένος ως το πλησιέστερο στη φωτιά τραπέζι, το άδειασε από πελάτες μ’ ένα μουγκρητό που θα φόβιζε και γκαμήλ και κάθησε ουρλιάζοντας (για να βρει τον εαυτό του) τη χαρακτηριστική του κραυγή της ταβέρνας:

 

-Φαγιά! Βυζιά!

 

Η ταβερνιάρισσα τον κοίταξε με στενεμένα μάτια. Ήταν η νεότερη ταβερνιάρισσα όλης της πόλης, μια μπόλικη κι αφράτη καστανή με πράσινα μάτια που πετούσαν αστράκια. Πέταξε την πατσαβούρα της στον πάγκο καθώς τον κοιτούσε με στενεμένα μάτια.

 

-Να πας να πεις σ’ αυτόν το χοντροβούβαλο ότι δε σερβίρουμε χοντροβούβαλους σ’ αυτό το μαγαζί, είπε στον άντρα της.

 

Ο ταβερνιάρης, χλωμιάρης κι αχαμνός σαν κουλούρι χωρίς σουσάμι, έτρεμε από ώρα, αλλά δε μπόρεσε να μη ρωτήσει.

 

-Ινολίκ καλή μου, μήπως δεν πρέπει να εξερεθίζουμε τον κ. Κόμπες…;

 

-ΤΩΡΑ! Ήταν η απάντησή της.

 

Παρόμοιου ύφους απάντηση πήρε και από τον Κόμπες.

 

-ΦΑΓΙΑ! (Παύση για να το εμπεδώσεις.) ΒΥΖΙΑ!

 

Το ανθρωπάκι γύρισε στην Ινολίκ και της έριξε ένα παρακλητικό, μισοκακόμοιρο βλέμμα. Η ταβερνιάρισσα έγινε θηρίο. Μάζεψε την πατσαβούρα της και στάθηκε τσαμπουκαλεμένη λίγα εκατοστά από τη μύτη του Κόμπες.

 

-Τι θες, κύριος; Ούρλιαξε.

 

-Α, περίεργο! Ανάποδα σερβίρετε εδώ. Πρώτα τα βυζιά κι ύστερα τα φαγιά;

 

Και δυο χερούκλες όλο κάλους από το σπαθί και το τσεκούρι χούφτωσαν παιχνιδιάρικα το μπούστο της. Λίγα λεπτά αργότερα, η Ινολίκ έφευγε μαύρη από την τσαντίλα της να φέρει το μαραγκό, ο κλέφτης έφτυνε γελώντας την πατσαβούρα που του είχε χώσει στο στόμα η γυναίκα και το ανθρωπάκι του έφερνε ψητό κρέας, τυρί και ψωμί.

 

-Συγχωρήστε την, παρακαλώ, κ. Κόμπες, έκανε σερβίροντάς τον κρασί. Έχει φλογερό ταμπεραμέντο η Ινολίκ μου.

 

-Καλά, ρε Μπούρτου, πώς την αντέχεις;

 

-Ε… Μπόρτου, κ. Κόμπες, Μπόρτου με λένε. Μπούρτου θα πει κλανιά.

 

Ο κλέφτης του έριξε ένα βλέμμα που έλεγε «σιγά τη διαφορά».

 

-Είπα: πώς αντέχεις να είσαι παντρεμένος με μια τέτοια…;

 

-Ε, τι να κάνουμε, τυχερά είναι όλα. Μην κοιτάτε που εσείς δεν έχετε ανάγκη από μια γυναίκα. Θέλετε να στείλω μια κοπέλα στο δωμάτιό σας;

 

-Μπα, όχι σήμερα. Λέω σήμερα να τη βρω με φαντασιώσεις. Κι όπως καταλαβαίνεις θα χρειαστώ ηρεμία, ε;

 

-Μείνετε ήσυχος.

 

-Και να στείλεις να φωνάξουν αυτόν τον κερατά τον Πετρεξού, το μάγο. Σε τρεις-τέσσερις ώρες να ‘ναι δω.

 

-Ναι, ναι. Πείτε πως έγινε κιόλας.

 

Ο Κόμπες γέλασε τρανταχτά και χτύπησε τον ταβερνιάρη στην πλάτη, που παραλίγο να τον γκρεμίσει στο πάτωμα.

 

-Γεια σου, ρε Μπούρτου! Είσαι λεβεντιά!

 

-Ευχαριστώ, ευχαριστώ, αλλά… Μπόρτου κ. Κόμπες, Μπόρτου.

 

Ο άλλος του έριξε ξανά το βλέμμα που έλεγε «σιγά τη διαφορά».

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Τέλειο! (Τι έγινε ο Ζήσης;)

 

Αγαπημένη μου naroualis, με έχεις διπλοσυγκινήσει. Δεν ξέρεις πως είναι μια ζωή το κεφάλι σου να είναι γεμάτο πάθος και πόθο για το ωραίο, και μόλις εκφράζεις μια σταγόνα από τον ωκεανό που κρύβεις, ο άλλος (ή ακόμα χειρότερα, η άλλη) να γυρνάει και να λέει «Μπα; Ο Ντίνος το είπε αυτό; Για δες τα σιγανά ποταμάκια.» Η μεγαλύτερη, πιο επαίσχυντη προσβολή που με πλήγωνε όσο δεν μπορείς να φανταστείς. Και τώρα, εδώ, να έχω για πρώτη φορά… «φήμη»;

 

ΦΑΓΙΑ! ΒΥΖΙΑ! Γουστάρω. My Hero!

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Ντίνο σε νιώθω. Γιαυτό έχω δηλώσει χρόνια τώρα ότι δεν πάω καλά!

 

Αλήθεια τι έγινε ο Ζήσης; Και ακόμα πιο σημαντικό το πατσαβούρι ποιος το μάζεψε; Θα συνεχίσης να μας πειράζεις με αποσπάσματα; Give us something full dammit!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Μέχρι τις 25000 λέξεις έχετε ακόμη μέλλον. Υπομονή, ανυπόμονα αγόρια! Ο Κόμπες ποτέ δεν πρόδωσε τον εαυτό του. Ίσως το βραδάκι σας έχω ένα κομμάτι ακόμη. Όσο για το Ζήση, ε, αυτός θα επανέλθει στα τελευταία τρία κεφάλαια, υποθέτω. Κι όχι μόνο θα επανέλθει αλλά θα κάνει και τη μεγάλη έκπληξη.

 

(Ω, θε μου, καλά έκανα και δεν την ανέβαζα αυτήν την ιστορία. Τώρα δε φτάνει που την είχα μόνο εγώ ψωνίσει με την παρτη της, την ψώνισαν κι οι άλλοι... Κόζα φατσιάμο όρα, κάρο;)

 

Μια ερώτηση, για όποιον το διαβάσει: Επειδή η γλώσσα θα γίνει πολύ πιο σκληρή αργότερα, μήπως να έβαζα και κάποια σήμανση "για ενηλίκους"; Πώς μπορώ να το κάνω αυτό;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Γ.

 

Ανεβαίνοντας στο δωμάτιό του (το οποίο και αποτελούσε τη μόνιμη κατοικία του), έκλεισε την πόρτα πίσω του, πέταξε στο πάτωμα τη ζακέτα, τα χαϊμαλιά και το σώβρακο και πήδηξε σαν αίλουρος στο κρεβάτι, πάνω στην Ινολίκ που τον περίμενε χαμογελαστή και ολόγυμνη. Της δάγκωσε παιχνιδιάρικα τον ώμο, πριν φιλήσει το κόκκινο στόμα της.

 

-Κι εγώ που νόμιζα ότι μου κρατάς μούτρα… της είπε.

 

-Μούτρα; Εγώ; Στον Ντερλικοτή μου; Ποτέ! Διαμαρτυρήθηκε με αθώο ύφος η Ινολίκ.

 

Και με το ίδιο αθώο ύφος πρόσθεσε:

 

-Δυο χρυσά για την πόρτα.

 

-Καμμιά φορά αναρωτιέμαι αν σε στέλνει επίτηδες ο Μπούρτου για να μου τρως λεφτά.

 

Η γυναίκα ξέσπασε σε συνωμοτικά γέλια.

 

-Μπόρτου, μάνα μου! Όχι Μπούρτου τον καημένο!

 

-Το ίδιο μου κάνει. Πάντως ξέρεις τι λένε.

 

-Τι;

 

-Ότι μετά από καυγά είναι καλύτερο το…

 

-Λες;

 

-Κοπελάρα μου, εγώ κι εσύ είμαστε το ζωντανό παράδειγμα…

 

Παραδειγματίστηκαν για καμμιά ώρα κι ύστερα η Ινολίκ έφυγε από το παράθυρο, όπως είχε έρθει («μέρα νύχτα δουλεύει ο μαραγκός, Μπόρτου μου, τόσο κόσμο ούτε η ταβέρνα μας δεν έχει»). Ο Κόμπες κοιμήθηκε κανένα δίωρο κι ύστερα κατέβηκε στην ταβέρνα να πιει ένα κρασί και να παίξει κάι-κάι. Ο Πετρεξού ήρθε μια ώρα αργότερα. Ήταν ένα χαρακτηριστικό δείγμα νεαρού μάγου, μαυριδερός και στεγνός με μάτια που θύμιζαν ερπετό κι ένα μικρό περιποιημένο μουσάκι. Φορούσε κόκκινο μεταξωτό σαλβάρι, κόκκινο μεταξωτό φέσι, ρόμπα πολύχρωμη με μπορντούρα μαύρο βελούδο και πασούμια πορτοκαλιά με γυριστές μύτες. Πλατάγισε τα χείλη του πίνοντας μια γουλιά κρασί, χαμογέλασε σαν ποντικός κι είπε:

 

-Λοιπόν; Το έχεις;

 

Αντί άλλης απάντησης, ο Κόμπες του έδειξε τα χαϊμαλιά που φορούσε νωρίτερα κι ύστερα με μια κίνηση τα έκανε θρύψαλα ανάμεσα στις παλάμες του.

 

-Αχ! Έκανε ο μάγος σα να τον μαχαίρωναν. Το Φυλαχτό του Δοντιού του Γυμνοσάλιαγκα! Το Ελιξίριο της Αορατότητας σε Μάτια Καταβροχθιστών! Η Πέτρα Αλλαγής Σαρκικής Γεύσης, για να μη σε δαγκώνουν τα Βαμπίρια!

 

-Και η Μαγική Φολίδα ενάντια στο Δρακοφτέρνισμα και το Στιφάδο από Λαγοπόδαρα του Αγρού κι η Προφυλακτική Αλοιφή για Πριγκηπική Βλεννόρροια.

 

-Μα… γιατί;

 

-Άλλη φορά να μη μου δίνεις χαϊμαλιά για ξεθυμασμένα μάγια.

 

Ο Πετρεξού ξεροκατάπιε.

 

-Μα οι πληροφορίες μου…

 

-Πίπες πληροφορίες, τον έκοψε ο Κόμπες.

 

-Παρακαλώ;

 

-Λέω: πίπες πληροφορίες. Σαν αυτές που μου έδωσες τις προάλλες και μόνο ο Βυζβόρουν ξέρει πώς γλύτωσα τον τρυπανιστή κρανίων. Τα ξόρκια προστασίας στο Ναό του Ρουμπινιού ήταν ξεθυμασμένα.

 

Ο μάγος σάλεψε στη θέση του νευρικά. Τυλίχτηκε στη ρόμπα του πιο σφιχτά και είπε:

 

-Δηλαδή τελικά το πήρες.

 

-Όχι, αλλά ξέρω πώς θα το πάρω. Δε μου λες, τι ξέρεις για την Ανάσα της Φραγκόκοτας;

 

-Ε… είναι ένα φιαλίδιο όπου ένας συνάδελφος μάγος είχε κρατήσει την τελευταία ανάσα της πιο επικίνδυνης φραγκόκοτας που υπήρξε ποτέ. Λένε ότι μπορεί να ξυπνήσει τις δυνάμεις ενός δράκου, αλλά και να λύσει πολλών ειδών ξόρκια-κλειδαριές.

 

-Πού είναι και πώς θα το πάρω;

 

-Στην Ανατολή. Μεταξύ Θαγγηλείας και Καπερνιφλόρας. Υπάρχει μια αρχαία εγκαταλελειμμένη πόλη, η περίφημη Δρου και στο νεκροταφείο της είναι θαμμένος ο συνάδελφος που σου είπα. Τον έχουν μουμιοποιήσει και έχουν βάλει στα χέρια της μούμιας το φιαλίδιο με την Ανάσα και το Διλημματικό Κουτί.

 

-Πώς φτάνω ως εκεί και τι θα χρειαστώ;

 

Ο Πετρεξού έδειξε τα θρύψαλα από τα χαϊμαλιά κι έκανε ενοχλημένος:

 

-Θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις το Στιφάδο από Λαγοπόδαρα του Αγρού. Και την Πέτρα Αλλαγής της Σαρκικής Γεύσης. Αλλά τα ‘σπασες και τα δύο. Το μόνο που μπορώ να σου δώσω τώρα είναι ένας Ανεμόμυλος Χειρός κι ένα Ζάρι για Τζογαδόρους Καλικάντζαρους. Ίσως και κάποιο βοτάνι, πιθανόν βρωμόχορτο. Το σημαντικό βέβαια δεν είναι τα φυλαχτά, αλλά τι θα φοράς.

 

Ο Κόμπες του έριξε ένα δηλητηριώδες βλέμμα.

 

-Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι κάθε φορά με ξεβρακώνεις για να γελάς, είπε μουτρωμένος.

 

-Όχι σε διαβεβαιώ. Το αποψινό ξεβράκωμα ήταν απολύτως απαραίτητο. Έπρεπε η Μυξοπάρθενη Πριγκήπισσα να σε δει ξεβράκωτο για να σου ορμίσει πρώτη και τότε χρησιμοποιώντας την προφυλακτική αλοιφή, να την κάνεις σκλάβα σου.

 

Ο κλέφτης δε μίλησε, βράζοντας από αγανάκτηση. Η Πριγκήπισσα ήταν οχτακοσίων χρονών και θα ορμούσε ακόμη και σε τηγανητό λουκάνικο, μεταμφιεσμένο σε τσιροσαλάτα. Ίσα-ίσα την πρόλαβε να μην του σκίσει το σώβρακο. Αναρίγησε στην ανάμνηση του αποστεωμένου, μουμιοποιημένου χεριού της να σφίγγεται γύρω από τ’ αρχίδια του, λίγες στιγμές πριν της πετάξει την Αλοιφή κατάμουτρα και την κόψει στα δύο με μια σπαθιά. Κατάπιε την οργή του κι είπε:

 

-Λέγε τι χρειάζεται και πώς θα φτάσω στο νεκροταφείο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Δ.

 

Ο Κόμπες δεν καταδέχτηκε να χρησιμοποιήσει άλογο. Έφυγε αξημέρωτα, με γοργό βηματισμό, χοπ-χοπ, χοπ-χοπ, χοπ-χοπ, χοπ, και με ελαφρύ εξοπλισμό: Γούνινες μπότες, κοντό χιτώνα, σπαθί-τσεκούρι-στιλέτο κι ένα μυστήριο σύστημα από δερμάτινες λουρίδες στερεωμένες στη ζώνη και τους ώμους, που έμοιαζε με χάμουρα αλόγου. Μέσα από το χιτώνα, σε μια τσέπη από ύφασμα είχε ένα παγούρι με νερό, λίγο παστό κρέας, ένα σακουλάκι με βότανα, έναν Ανεμόμυλο Χειρός και ένα Ζάρι για Τζογαδόρους Καλικάντζαρους.

 

Είναι γεγονός ότι ο Κόμπες δεν ήταν το χαρακτηριστικό δείγμα Νότιου βάρβαρου, όπως ήθελε να πιστεύει κι ο ίδιος. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα ενώ στη φυλή του κυριαρχούσε το ξανθό. Τα μάτια του ήταν σκούρα μπλε, ενώ οι υπόλοιποι ήταν γκριζομάτηδες. Κι όσον αφορά τη σωματοδομή, ε, εκεί δεν είχε καμμία σχέση. Όποιος περίμενε ένα χτιστό κορμί, με μούσκουλα σαν τα μπούτια του γκαμήλ και χοντρό σβέρκο, μάλλον έτεινε να απογοητευτεί. Ήταν μεν ψηλός και γεροδεμένος, αλλά λιπόσαρκος και νευρώδης, με τις φλέβες να διαγράφονται σε χέρια και λαιμό. Η Ινολίκ πολλές φορές είχε αναρωτηθεί πού πήγαινε όλο αυτό το φαΐ που καταβρόχθιζε ο κλέφτης. Όταν ο Κόμπες έλεγε «φέρε κάτι να τσιμπήσω», συνήθως εννοούσε ένα κιλό ψητό κρέας, μισό κεφάλι άσπρο τυρί κι ένα καρβελάκι ψωμί, άντε και δυο τρεις ντομάτες κι οπωσδήποτε ένα κρεμμύδι στουμπηχτό.

 

Τα πιο χαρακτηριστικά του γνωρίσματα όμως ήταν η μύτη του, το καρύδι του λαιμού και τα χέρια. Η μύτη ήταν ένα θαύμα της ουράνιας μηχανικής, ένα μοναδικό αξεσουάρ, που στα σχέδια του Πλάστη των Ανθρώπων δεν είχε όμοιό του. Ήταν τουλάχιστον δύο φορές μεγαλύτερη από κάθε άλλου ανθρώπου, λεπτή όμως και χαριτωμένη και περίπου στη μέση της διαδρομής από τα μάτια προς τα κάτω έκανε μια χαρακτηριστικότατη γωνία. Το καρύδι του ήταν μεγάλο και εξαιρετικά προτεταμένο. Και τα χέρια του ήταν γνωστά σε όλο το Ζουμζερί (και σε άλλες πόλεις), γιατί ήταν μεγάλα σα φουρναρόφτυαρα κι όταν αποφάσιζαν να κατευθυνθούν προς κάποιο σβέρκο με πρόθεση να σφαλιαρίσουν, έπρεπε να κόψουν ταχύτητα για να μην κάνουν καμμιά ζημιά.

 

Άρχισε να βλαστημάει δύο ώρες αργότερα, όταν ένιωσε τα δάχτυλα των ποδιών του να βράζουν μέσα στις γούνινες μπότες. Βλαστημούσε χωρίς ιδιαίτερο πάθος, με χαμηλή φωνή και στο ρυθμό, χοπ-χοπ, του βηματισμού του. Ξεκίνησε με τον Πετρεξού και τα χαϊμαλιά του, πέρασε χωρίς κόπο στο φίδι Ζήση και τον Ντεό-Νταό, για να καταλήξει στην ταβερνιάρισσα κι όλες τις βυζαρούδες του Σύμπαντος. Και μιας κι ανέφερε την συλλαβή βυζ- να θυμηθεί να περάσει ένα χεράκι και το Βυζβόρουν.

 

-Σκατά στο βωμό σου και το αρτοφόριό σου, Βυζβόρουν πούστη, που χαϊδεύεις εσύ τα βυζιά, για να ταλαιπωρούμαστε εμείς εδώ κάτω, χλεχλέ, παλιολούγκρα, εγώ έπρεπε να ήμουν ο θεός των σεξουαλικών δυνάμεων και θα σας είχα ξεκωλιάσει όλους, φουστανάκηδες, κωλοσφυρίχτρες, μαλακοσβούριδες, που κλάνετε στα ίδια σας τα μούτρα-

 

Το λιβάνισμα διακόπηκε απότομα από μια ντουζίνα κραυγές μάχης, εξαιρετικά όμοιες με κραυγές χήνας. Χωρίς να το καλοσκεφτεί, τράβηξε το τσεκούρι του κι άρχισε να το σβουρίζει γύρω από το κεφάλι του, βγάζοντας ταυτοχρόνως την πολεμική του κραυγή –«ουουουουου!»-. Το τσεκούρι βρήκε σε κάτι μαλακό και ο αέρας γέμισε λευκά πούπουλα. Αίμα πιτσίλισε τον Κόμπες καταπρόσωπο, αλλά αυτό δεν τον ενόχλησε καθόλου. Σβούριξε άλλη μια φορά το τσεκούρι του, νέο αίμα και πούπουλα.

 

Ένας παρατηρητής, ο οποίος θα παρακολουθούσε αποστασιοποιημένος τη σκηνή, θα έλεγε ότι ο Κόμπες είχε ένα πολύ περίεργο ύφος, όση ώρα πάλευε μ’ αυτούς που του επιτέθηκαν. Ένα ύφος που θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει με το ύφος ενός υπουργού, που υπογράφει χασμιώμενος κρυφίως την ημερήσια αλληλογραφία του. Και θα είχε δίκιο ο παρατηρητής, διότι οι Χηνάνθρωποι –οι επιτιθέμενοι- είχαν καταντήσει φολκλορικό στοιχείο στην καριέρα του Κόμπες. Αλλά αυτό ήταν καθαρά θέμα γεωγραφίας, οπότε θα το συζητήσουμε μια άλλη στιγμή.

 

Προς το παρόν ο Κόμπες εξακολουθεί να πετσοκόβει με το τσεκούρι. Με τις πρώτες δυο στροφές, ένας Χηνάνθρωπος έχει χάσει ένα χέρι κι ένας δεύτερος το δεξί φτερό. Οι υπόλοιποι τέσσερις δεν πτοούνται και κάποιος –ιδιαίτερα τολμηρός- καταφέρνει να γρατζουνίσει τον Κόμπες στην πλάτη. Το αποτέλεσμα δεν είναι βέβαια καθόλου ευχάριστο: Νέος χείμαρρος βρισιές εκτοξεύεται, με κύριο στόχο τους Χηνάνθρωπους, αυτή τη φορά με δυνατή φωνή.

 

Όταν τελείωσε με τους Χηνάνθρωπους -τρεις νεκροί, ένας βαριά τραυματισμένος, οι υπόλοιποι να τρέχουν κλαψουρίζοντας- έριξε ακόμη ένα γύρο βλαστήμιες, για διάφορους λόγους: τα πούπουλα που του έμπαιναν στο στόμα, το αίμα των Χηνάνθρωπων που είναι κάπως πιο πηχτό από το ανθρώπινο και κολλάει σα ψαρόκολλα, τους ίδιους τους Χηνάνθρωπους δεύτερη φορά, γιατί δε φοράνε ρούχα και δεν είχε που να σκουπίσει το σπαθί του κλπ, κλπ, κλπ.

 

Γενικά ο Κόμπες είχε μια ρουτίνα στις αποστολές που του ανέθετε ο Πετρεξού. Μια ρουτίνα αδιατάρακτη τα δύο χρόνια της συνεργασίας τους, που συνοψιζόταν σε λίγες λέξεις: βρίσιμο, Χηνάνθρωποι, βρίσιμο, γριά, βρίσιμο, Μαγέκα (στάση για κρασί και περιστασιακό μπανιστήρι), χαλαρό βάδην ως τον προορισμό του. Κι όλο το νταβαντούρι γινόταν ως να βγει από την κοιλάδα του Ζουμζερί στις ανοιχτές πεδιάδες του υπόλοιπου κόσμου. Αυτήν τη χαριτωμένη ρουτίνα την ακολουθούσε πιστά, είτε μόνος είτε στις σπάνιες περιπτώσεις που ο μάγος τον συνόδευε μαζί με όλα του τα τσουμπλέκια.

 

Και αυτήν την ρουτίνα θα ακολουθούσε και σε αυτήν του την περιπέτεια. Μετά τους Χηνάνθρωπους, πέρασε χωρίς να σταματήσει από το σπίτι της γριάς. Εκεί δέχτηκε χωρίς να κάνει ούτε κιχ, όλο το χείμαρρο από κατάρες που εξαπέλυσε ξοπίσω του η γριά, μια φαφούτα, σταφιδιασμένη ασχημόφατσα, που ούτε στα νιάτα της είχε ωραιότερο πρόσωπο και που είχε βάλει σκοπό της ζωής της να μην αφήσει κανέναν να περάσει από το καλύβι της χωρίς να του ευχηθεί όλες τις πιθανότητες να πάθει χολέρα, τύφο, πανούκλα, οστρακιά, ευλογιά και μαγουλάδες, ενώ η γυναίκα του κυλιόταν στα σοκάκια με τον έναν και με τον άλλο και τα ανεπρόκοπα τα παιδιά του έτρωγαν την περιουσία του στα ζάρια και τις παστρικιές. Ο Κόμπες την είχε σα σημάδι ότι όλα πήγαιναν καλά: Έβριζε η γριά; Πάμε παρακάτω. Δεν έβριζε; Στοπ και ξανασκέψου το, μήπως κάτι δεν έχεις προβλέψει.

 

Η επιβεβαίωση μέσω του πλουσιότατου λεξιλογίου της γριάς ότι όλα πήγαιναν καλά, έκανε τον Κόμπες να σταματήσει προς στιγμήν το βρίσιμο. Και λέω προς στιγμή διότι δεν είναι και τόσο εύκολο να μείνεις ήρεμος ενώ τα πόδια σου βράζουν σαν πατσάς μέσα στις γούνινες μπότες. Ευτυχώς, όχι πολύ μακρυά από το καλύβι της γριάς ήταν το εξοχικό των Μαγέκα κι ο θυμός του καταλάγιασε εύκολα.

 

Οι Μαγέκα ήταν τέσσερις αδελφές με σπουδές στην ερωτική τέχνη, που είχαν γίνει γνωστές με το όνομα της δασκάλας τους, στη σχολή πορνείας στη Βίντισσα –η Μαγέκα η Μαργιόλα, που Ήξερε τα Κόλπα Όλα. Τον δέχτηκαν όπως πάντα, γελώντας πρόσχαρα και χαϊδολογώντας τον, σα να ‘ταν ο τελευταίος άντρας του κόσμου. Του έδωσαν νερό να πλυθεί από τα αίματα των Χηνάνθρωπων, τον κάθησαν να πιει λίγο κρασάκι στο κιόσκι του αχανούς κήπου τους και η μία από τις τέσσερις έπαιξε για χατίρι του ένα περίεργο όργανο που έμοιαζε με γκιούμι και το έλεγαν μπεντίρ. «Ποτέ δε θα συνηθίσω τις διασκεδάσεις αυτού του τόπου,» αναστέναξε καθώς το μπεντίρ δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια πήλινη στάμνα που βοούσε φριχτά στ’ αυτιά του. Αυτή τη φορά δεν ήταν τυχερός, δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι στο εξοχικό των Μαγέκα, οπότε χάρισε στην καθεμία τους από ένα περιποιημένο γλωσσόφιλο και έφυγε, αφήνοντάς τες να μυξοκλαίνε.

 

Από την ώρα που άφηνε τις Μαγέκα, τα πράγματα έστρωναν κάπως. Η απόσταση ως την έξοδο της κοιλάδας του Ζουμζερί ήταν πολύ μικρή, μόλις τρεις ώρες με βήμα περιπάτου και ο Κόμπες πάντα έκανε αυτό το τελευταίο ξέγνοιαστο κομμάτι της διαδρομής με βήμα περιπάτου. Βοηθούσε βέβαια και το γεγονός ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή το έδαφος ήταν σχετικά κατηφορικό, ενώ από το εξοχικό των Μαγέκα και μετά, τα πράγματα έρχονταν και γίνονταν πιο επίπεδα. Στην έξοδο της κοιλάδας έριξε πίσω του μια χούφτα χαλίκια για καλή επιστροφή, όπως συνήθιζαν οι πειρατές του λαού του, πριν βγουν από το λιμάνι. Ε, ναι, ήταν και προληπτικός, αλλά ποιος μπορούσε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό;

 

Ίσως η κοιλάδα του Ζουμζερί δε θα έπρεπε να λέγεται κοιλάδα. Στην πραγματικότητα ήταν τόσο στενή και τα όριά της τόσο απότομα, που μερικές φορές ο Κόμπες νόμιζε ότι περπατούσε μέσα σ’ ένα τερατώδες αυλάκι. Η ίδια η πόλη του Ζουμζερί ήταν χτισμένη ακριβώς στο σημείο όπου άρχιζε το αυλάκι αυτό, εκεί όπου ο ομώνυμος ποταμός, έπαυε να κυλά τεμπέλικα κι έπεφτε από το Οροπέδιο του Σογκούλ με έναν εντυπωσιακό καταρράκτη. Ο Κόμπες συχνά αναρωτιόταν τι έκανε τους Ζουμζεριώτες να χτίσουν την πόλη τους σε ένα τόσο κλειστοφοβικό μέρος και μάλιστα με την πρόσβαση στον έξω κόσμο δύσκολη εξαιτίας των Χηνάνθρωπων. Αλλά πάλι πού αλλού θα μπορούσαν να τη χτίσουν, αν όχι εκεί όπου θα μπορούσαν να ελέγχουν τις Πηγές της Μαγγανείας;

 

Με τα πολλά, βγήκε στην ανοιχτή πεδιάδα. Εκεί το φολκλορικό στοιχείο τελείωνε κι άρχιζαν τα ζόρια, γιατί ο Κόμπες δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι θα μπορούσε να τον περιμένει. Στους φαρδιούς και επίπεδους δρόμους που ένωναν την κοιλάδα με τις υπόλοιπες πόλεις του κόσμου κυκλοφορούσαν ένα σωρό κίνδυνοι: Καραβάνια απατεώνων, αγύρτες ή κακόβουλοι μάγοι, πόρνες με όλες τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες αρρώστιες που υπήρχαν και ανθρωποφάγοι μεταμφιεσμένοι σε φιλήσυχους ταξιδιώτες. Ακόμη κι οι περιπλανώμενοι παραμυθάδες δεν ήταν για πολλές συναναστροφές, γιατί προκειμένου να μάθουν μια καινούργια ιστορία μπορούσαν να σε πιάσουν αιχμάλωτο (ταξίδευαν πάντα τρεις-τρεις) και να σε υποβάλλουν σε περίτεχνα μαρτύρια ώστε να μην ξεχάσεις να τους πεις ούτε μία από τις αναμνήσεις σου. Για να μην αναφερθούμε και στα λογής-λογής υπερφυσικά όντα που λυμαίνονταν τον τόπο, από καλικάντζαρους και ξωτικά, μέχρι βαμπίρια και λυκάνθρωπους και δράκους όλων των μεγεθών.

 

Κι όλα αυτά για χάρη της Μέρσας, της λάγνας κι ερωτιάρας μαιτρέσσας του Πετρεξού. Ο μάγος είχε πάθει μεγάλη ζημιά όταν τη γνώρισε πριν από τρία χρόνια και της είχε προσφέρει ό,τι μπορούσε να της προσφέρει ένας μάγος, δηλαδή σχεδόν τα πάντα. Αλλά η Μέρσα είχε μία και μόνη φιλοδοξία στη ζωή της: να ‘χει να ξοδεύει. Κι έτσι κάθε που το βαλάντιο του Πετρεξού έφτανε πάτο, ο μάγος έστελνε τον Κόμπες να του κλέψει κάποιο πολύτιμο αντικείμενο που θα κρατούσε τη σπάταλη ερωμένη για λίγους ακόμη μήνες στην αποκλειστική του διάθεση.

 

Έτσι και τώρα, όπως κάθε φορά, βγαίνοντας την πεδιάδα, ο Κόμπες απέφυγε έντεχνα να συναντηθεί με το καραβάνι των δήθεν εμπόρων που είδε να πλησιάζει από μακρυά και απείλησε με το σπαθί του την πόρνη που θέλησε να τον ξελογιάσει με πολύ πιεστικό τρόπο. Στο Σταυροδρόμι των Τεσσάρων Σημείων του Ορίζοντα πήρε τον ανατολικό δρόμο και στη συμβολή της δημοσιάς της Θαγγηλείας με εκείνη της Καπερνιφλόρας έστριψε βόρεια. Είχε αποφασίσει ότι ήταν πιο εύκολο να φτάσει ως τη Θαγγηλεία κι από κει να πάρει έξτρα πληροφορίες από τους ντόπιους για το αρχαίο νεκροταφείο. Δεν ήταν ότι δεν εμπιστευόταν τις γεωγραφικές γνώσεις του Πετρεξού αλλά μετά το δεύτερο κάζο που είχε πάθει ο μάγος με τα ξεθυμασμένα ξόρκια προστασίας είχε αποφασίσει ότι στο εξής θα έπαιρνε τα μέτρα του.

 

Η Θαγγηλεία ήταν όπως τη θυμόταν από την προηγούμενη φορά: ρυπαρή και φωνακλού. Οι κάτοικοι των γύρω πόλεων έλεγαν ότι ίσως η ράτσα των Θαγγήλειων να ήταν στο σύνολό της σχετικά κουφή, όμως ο Κόμπες ήξερε ότι απλά και μόνο γούσταραν τη βαβούρα. Αυτό βέβαια δεν ήταν καθόλου δυσάρεστο γι’ αυτόν, που μεγάλωσε ουρλιάζοντας τις λέξεις του για να ακουστεί πάνω από το βουερό άνεμο της πατρίδας του. Η Θαγγηλεία ήταν γι’ αυτόν ένα μέρος που τον γέμιζε νοσταλγία, αλλά ποτέ δεν είχε επιτρέψει στον εαυτό του να παρασυρθεί. Με το που έφτασε, τρεις μέρες μετά την αναχώρησή του από το Ζουμζερί, κατευθύνθηκε χωρίς άλλη στάση προς την κεντρική αγορά κι εκεί μίλησε με έναν παλιό γνωστό.

 

-Βρε καλώς τον! Έκανε ουρλιάζοντας πρόσχαρα ο Πικολίνος. Πώς από τα μέρη μας;

 

Πολλοί βλέποντας τον Πικολίνο δεν τον είχαν και σε πολύ μεγάλη εκτίμηση. Ήταν γεγονός ότι η πρώτη εντύπωση που άφηνε ο κοιλαράς έμπορος δεν ήταν και ό,τι καλύτερο. Από τα λιγδιασμένα σταχτιά μαλλιά μέχρι τα μικρά γουρουνίσια μάτια, μέχρι τα δάχτυλα των χεριών που έμοιαζαν με καλογεμισμένα λουκάνικα και μέχρι το λιπαρό μουστάκι με τις αραιές τρίχες, όλα πάνω του έδιναν την εντύπωση ενός καλοπερασάκια τεμπελάκου με περιορισμένες διανοητικές ικανότητες. Όμως ήταν όλα ένα καλοσχεδιασμένο καμουφλάζ, που έκρυβε από τους ευυπόληπτους συμπολίτες του τις παράνομες κλεπταποδοχικές του δραστηριότητες.

 

Εδώ ο Κόμπες είχε ένα μικρό πρόβλημα, πάντα το είχε με τη Θαγγηλεία και τους φωνακλάδες της. Πώς να μιλήσει σε κάποιον χωρίς να τους ακούσουν κι όλοι οι υπόλοιποι στην αγορά;

 

-Βολτίτσα! Βρυχήθηκε το ίδιο πρόσχαρα. Να ξεμουδιάσουμε λίγο από την απραξία! Βρήκα κάτι στο δρόμο και είναι γραμμένο στη γλώσσα των Νοτίων και δεν την ξέρω! Δεν του ρίχνεις μια ματιά;

 

Ο Πικολίνος έπιασε το υπονοούμενο, άλλωστε το ίδιο θέμα είχε προβληματίσει και τον ίδιο πριν από μερικούς μήνες όταν ο Κόμπες είχε ξαναχρειαστεί τις υπηρεσίες του. Τυλίχτηκε στην πολύχρωμη ρόμπα του, έβηξε διακριτικά –ίσα που τον άκουσαν στο διπλανό μαγαζί-, έτριψε με ένα παχουλό σαν καρβελάκι χέρι το αριστερό του μάτι και πήρε την περγαμηνή που του έδωσε ο άλλος. Διάβασε σχεδόν βιαστικά, ύστερα πήρε φτερό και μελάνι και σημείωσε κάτι εξίσου βιαστικά, κάτω από το κείμενο με τα ορνιθοσκαλίσματα του Κόμπες.

 

-Μπα! Μούγκρισε χαρωπά. Δεν είναι Νότια γλώσσα! Δεν μπορώ να καταλάβω τι γλώσσα είναι! Όταν γυρίσεις στο Ζουμζερί, δείξ’ το στον παλιοκερατά τον Πετρεξού! Αυτός μπορεί να ξέρει!

 

Ο Κόμπες ευχαρίστησε με μια φιλική γροθιά στο σαγόνι κι ο Πικολίνος, παρόλο τον όγκο του ανταπέδωσε στα ίσια. Ήπιαν κρασί, έφαγαν τηγανητά συκωτάκια για μεζέ κι ύστερα χωρίστηκαν ανταλλάσσοντας υπονοούμενα για τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ε.

 

Ο Κόμπες ξεκουράστηκε αρκετά στη Θαγγηλεία. Έπιασε δωμάτιο σε κάποιο χάνι, ήπιε όσο μπορούσε λιγότερο, έφαγε έναν σκασμό και χούφτωσε όποια σερβιτόρα πέρασε σε απόσταση δύο μέτρων από τη χούφτα του. Ύστερα κοιμήθηκε τουλάχιστον δέκα ώρες απρόσκοπτα και ροχαλίζοντας σαν κάρο με σκουριασμένες σούστες και πριν καλά-καλά ξημερώσει ήταν πάλι στο δρόμο. Δεν πήρε τη δημοσιά, γιατί δεν ήθελε να συναντηθεί με κανένα. Έκοψε μέσα από τα χωράφια, μην παραλείποντας ωστόσο να δοκιμάσει μερικά ώριμα μήλα, που εντελώς τυχαία και προς μεγάλη του προσποιητή έκπληξη βρέθηκαν στα χέρια του.

 

«Μην πας στο νεκροταφείο,» είχε γράψει ο Πικολίνος στην περγαμηνή που του είχε δώσει. «Εδώ το λένε Προσευχητάρι, γιατί όλος ο κόσμος προσεύχεται να μην βρεθεί εκεί ούτε πεθαμένος. Η κοντινότερη είσοδος στην κοιλάδα του νεκροταφείου είναι στενή, όπως στην κοιλάδα του Ζουμζερί και φυλάγεται από μια στρατιά καλικαντζάρων, δεμένων με το μέρος με μια απίστευτη κατάρα. Άσε που πρωτύτερα θα πρέπει να διασχίσεις ένα ρουμάνι που τέτοιο δεν έχεις ξαναδεί. Μην τολμήσεις να βρίσεις δυνατά όσο είσαι μέσα στο ρουμάνι. Πάντως, αν είσαι αποφασισμένος να πας, καλό θα ήταν μην πας από τη δημοσιά, να κόψεις μέσα από τα χωράφια και να συναντήσεις όσους λιγότερους ανθρώπους μπορείς. Υπάρχουν όντα με πολύ οξεία όσφρηση στο Προσευχητάρι, που μπορούν να μυρίσουν έναν άνθρωπο στα χίλια μέτρα. Όσο πιο πολύ απομακρυνθείς από άλλους ανθρώπους, τόσο λιγότερο έντονη θα είναι η μυρωδιά σου. Ο συναγελασμός με ανθρώπους κάνει τη μυρωδιά κάποιου πιο δυνατή. Αν είσαι κάμποσο καιρό μόνος, θα μυρίζεις περισσότερο σα ζώο.»

 

Παρακάτω ο Πικολίνος ανέφερε κι άλλα σχετικά με τα όντα με την οξεία όσφρηση. Ο Κόμπες θεώρησε ότι δεν ήταν ώρα να ασχοληθεί με αυτά, μέχρι να έρθει η στιγμή να τα συναντήσει. Πού ξέρεις, μπορεί και να μην τα συναντήσω, σκέφτηκε, τσαλαπατώντας, χοπ-χοπ-χοπ, ώριμα στάχια. Ήξερε βέβαια ότι κάτι τέτοιο ήταν μάλλον απίθανο, αλλά το γεγονός δεν τον πτόησε καθόλου.

 

Οι μπότες ήταν προς το παρόν το μεγάλο του πρόβλημα. Το άρτι αφιχθέν καλοκαίρι δεν έκανε την κατάσταση ευκολότερη, αν και η υπόλοιπη αμφίεσή του ήταν αρκετά δροσερή. Ο Ανεμόμυλος Χειρός στην τσέπη του είχε κάτσει κάπως περίεργα το πρωί κι οι άκρες της πτερωτής τον τσιμπούσαν στην κοιλιά. «Σκατά,» σκέφτηκε κι έκανε ν’ αρχίσει να βρίζει. Θυμήθηκε όμως τις οδηγίες του Πικολίνου και το απέφυγε, όχι χωρίς προσπάθεια.

 

Τα χωράφια έδωσαν τη θέση τους σε ένα δάσος από άγριες ελιές. Ο Κόμπες δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του κάτι τέτοιο και παραξενεύτηκε. Και με το δίκιο του, αφού στη Θαγγηλεία η ελιά θεωρείται μεγάλο αγαθό και ο οποιοσδήποτε έβρισκε μια άγρια ελιά προσπαθούσε να την οικειοποιηθεί και να τη μπολιάσει στην πρώτη καλή ευκαιρία. Ένα ολόκληρο δάσος από άγριες ελιές απείραχτες από ανθρώπινο χέρι ήταν λοιπόν σημάδι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

 

Κοντοστάθηκε λίγο, πριν αποφασίσει να μπει με χίλιες προφυλάξεις ανάμεσα στα δέντρα. Οι κορμοί τους ήταν στρεβλοί και άγριοι και στο σημείο που χάνονταν στο χώμα φύτρωναν αναρίθμητα μικρά κλαριά. Το φύλλωμα τους ήταν ακατάστατα φυτρωμένο, σαν παρωδία αχτένιστου κεφαλιού, μικρά σκουροπράσινα φύλλα που δε θύμιζαν σε τίποτε τις σπαθάτες και κομψές καλλιεργήσιμες ελιές που ο Κόμπες είχε δει στα ταξίδια του. Τα άνθη τους, μικρά και λευκά, τον κοιτούσαν αδιάφορα. Ανάμεσα στα δέντρα, που φύονταν άτακτα, χωρίς μονοπάτι να τα διατρέχει, μικροί θάμνοι με σκούρα φύλλα και άγριες τριανταφυλλιές προσπαθούσαν να δουν λίγο ήλιο. Κάποιοι θρασείς κισσοί είχαν προσπαθήσει ν’ ανέβουν στις ελιές, χωρίς απτά αποτελέσματα.

 

Ο κλέφτης ένιωσε όλες τις τρίχες του κεφαλιού του να σηκώνονται. Η αίσθηση εκείνη που τον ειδοποιούσε ότι κάτι υπερφυσικό συνέβαινε –αίσθηση ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στη φυλή του κι ακόμη πιο ανεπτυγμένη στον ίδιο- έκανε μια φλέβα στη βάση του λαιμού του να χτυπάει σαν τρελή. «Γαμώ το αρτοφόριό σου, Βυζβόρουν,» σκέφτηκε αλλά δεν τόλμησε να το πει δυνατά.

 

Δεν ήταν μαγεία αυτό που πλανιόταν στον αέρα. Ήταν μάλλον μια ύπαρξη, σαν το δάσος να είχε τη δική του ζωή, ένα υπερφυσικό ον που παρακολουθούσε τη διέλευση του Κόμπες από κάποια απόσταση και με περιορισμένο ενδιαφέρον. Βέβαια, όπως πολύ οδυνηρά είχε κάποτε μάθει ο κλέφτης, κάτι τέτοιες οντότητες δεν ήθελαν πολύ να εξαγριωθούν με ασήμαντες αφορμές και να σου επιτεθούν ψάχνοντας για τη σφαγίτιδα φλέβα με τα δόντια τους. Γι’ αυτό κι ο Κόμπες δεν τολμούσε να τσακίσει ούτε κλαράκι χωρίς να το κάνει πολύ-πολύ ευγενικά και με τρομερές τύψεις.

 

Το δάσος δε φαινόταν να έχει διάμετρο μεγαλύτερη από ένα-δυο χιλιόμετρα, αλλά του χρειάστηκαν δύο ώρες να το διασχίσει. Στα τελευταία εκατό μέτρα η αίσθησή του του υπερφυσικού είχε αρχίσει να τον τρομάζει για τα καλά. Και με το δίκιο του γιατί στο όριο της ακοής του άρχισαν να φτάνουν ψίθυροι άγριων πεινασμένων φωνών και κάτι σα γουργουρητό ενός τεράστιου νηστικού από διμήνου στομαχιού. Έκανε ν’ ανοίξει το βήμα του. Μια ανοιχτή έκταση τον χαιρετούσε κοροϊδευτικά ανάμεσα στα φυλλώματα των τελευταίων δέντρων, αλλά η θέα της αντί να γίνεται πιο σαφής σκοτείνιαζε κι εξαφανιζόταν. «Τα δέντρα πυκνώνουν,» σκέφτηκε, «μετακινούνται χωρίς να το βλέπω.» Εντελώς προληπτικά τράβηξε το τσεκούρι του και το ζύγιασε στο δεξί του χέρι, χωρίς ωστόσο να παραλείψει να άρει το απαγορευτικό του βρισίματος που είχε ο ίδιος θέσει στον εαυτό του. Βέβαια ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να κρατήσει τη φωνή του τόσο χαμηλή, που να μην την ακούει ούτε ο ίδιος.

 

-Γαμημένες ελιές και σκρόφα μάνα-φύση, και πούστικα φυλαχτά του κερατά του Πετρεξού, που είθε να τον κερατώνει η Μέρσα στον αιώνα τον άπαντα κι εκείνος να τη βλέπει…

 

Ο γουργουρητός ήχος έγινε πιο καθαρός κι οι φωνές που τον συνόδευαν ευκρινέστερες. Ο Κόμπες μπορούσε τώρα ν’ ακούσει καθαρά μια λέξη που τον έκανε να αγχωθεί κάπως:

 

-Μμμμμααααααμμμμμμ…

 

Ο κλέφτης θεώρησε πως ήταν ακριβώς η κατάλληλη στιγμή για ν’ αρχίσει να τρέχει. Η φωνή έγινε πιο δυνατή, «μμμαααμμμ!» κι έμοιαζε να βγαίνει από το λαρύγγι κάποιου τερατώδους πλάσματος νηπιακής ηλικίας. Μόνο που ο Κόμπες ήξερε ότι κάποια τερατώδη πλάσματα είναι πιο τερατώδη όταν έχουν μόλις βγει από το αυγό. Η φωνή άρχισε να τον πλησιάζει, πριν ακουγόταν από κάπου στο βάθος του δάσους, τώρα είχε φτάσει να μουγκρίζει λίγα μέτρα πίσω του.

 

Η ανοιχτή έκταση είχε χαθεί από το οπτικό του πεδίο. Έβλεπε μόνο τους στρεβλούς κορμούς των αγριελιών, τα μικρά σα δόντια καρχαρία φύλλα τους και πού και πού λίγο από το γαλάζιο τ’ ουρανού να τον κοροϊδεύει που έσπασε τα φυλαχτά του μάγου.

 

-Αχ, Ινολίκ, εσύ φταις για όλα, εσύ και τα βυζιά σου, συνέχισε αθόρυβα να στολίζει ό,τι του περνούσε από το μυαλό.

 

Η φωνή ήταν τώρα λίγα εκατοστά από τ’ αυτιά του, αν και το πλάσμα δεν ήταν ορατό. «ΜΜΜΑΑΑΜΜΜ!» κουδούνισε η μόνη λέξη κι ο αντίλαλος ανάμεσα στα δέντρα την έκανε πιο τρομακτική απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Ο Κόμπες εκνευρίστηκε.

 

«Φανερώσου τουλάχιστον, ξεσκισμένο πουστράκι!» σκέφτηκε και τράβηξε μια τυχαία τσεκουριά σ’ ένα τυχαίο κορμό.

 

Και το πλάσμα του έκανε τη χάρη. Αμέσως ο κλέφτης το μετάνιωσε, αλλά τώρα ήταν πλέον αργά. Έξι σειρές από εκατό μυτερά δόντια η κάθε μία, ίδια κι απαράλλαχτα στο σχήμα και το χρώμα με τα φύλλα των αγριελιών, κύκλωσαν το πρόσωπο του Κόμπες και παραπίσω ακολουθούσε ένα μαύρο λαρύγγι γεμάτο φλύκταινες που έζεχναν πύο. Το πλάσμα δεν έλεγε πια «μαμ», μόνο στρίγκλιζε με τον ήχο ενός τυφώνα που σφυρίζει ανάμεσα στα δέντρα. Ο Κόμπες αποτόλμησε μια δεύτερη τσεκουριά σε ένα ακόμη κορμό και τότε το πλάσμα έκλεισε το φρικώδες στόμα του, χαμήλωσε το τερατώδες κεφάλι του και τον κοίταξε με δυο μάτια φωσφοριζέ, πράσινα, μικρά και ηλίθια που κάτι του θύμιζαν.

 

-ΓΙΙΙΙΙΙΙΑΤΙ ΧΤΥΠΑΣΣΣΣΣΣΣ ΤΟ ΔΕΝΝΝΝΝΝΝΤΡΟ; Έκανε με παιδική απορία η ανατριχιαστική φωνή.

 

-Εσύ γιατί λες συνέχεια μαμ; Αυθαδείασε ο κλέφτης.

 

-ΠΕΙΝΑΑΑΑΑΑΑΑΩ! ΜΜΜΜΜΜΑΜΜΜΜΜ!

 

-Και σαν τι θα ‘θελες να φας;

 

Το πλάσμα, πρασινομπλέ και γλοιώδες σα γυμνοσάλιαγκας με δόντια, γουργούρισε με λαιμαργία.

 

-ΣΤΙΦΦΦΦΦΦΑΑΑΑΑΔΔΔΔΔΟΟΟΟΟ!!!

 

Εκεί ο Κόμπες το πήρε τελεσίδικα απόφαση ότι κακώς, κάκιστα είχε καταστρέψει τα χαϊμαλιά του Πετρεξού. Εκείνο το –πώς το έλεγε;- Στιφάδο Από Λαγοπόδαρα Του Αγρού ήταν κατά πώς φαίνεται ένα κι ένα για να τη γλιτώσει επί της παρούσης. Αλλά… «Βλάκα Κόμπες κι εσύ κι ο θεός σου, που να χέσω μέσα στα βυζιά που χαϊδεύει…» άρχισε το νοερό λιβανιστήρι. Έβγαλε την κραυγή του της μάχης, «ουουουουουου!!!» και με μια απότομη κίνηση, κάρφωσε το τσεκούρι του στο κεφάλι του πλάσματος και το ‘βαλε στα πόδια.

 

Εντάξει, κάνεις ό,τι μπορείς για να σκοτώσεις το τέρας κι αρχίζεις να τρέχεις, λογικό φαίνεται σα σκέψη. Πλην όμως η εφαρμογή έχει τα προβλήματά της. Διότι παραδείγματος χάρην, όταν τραβάς μια τσεκουριά στο κεφάλι ενός τέρατος, είσαι εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι πεθαίνει με μια τσεκουριά στο κεφάλι; Κι αν όντως πεθαίνει με μια τσεκουριά στο κεφάλι, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι μπορεί αυτή η μια και μοναδική τσεκουριά που του τράβηξες να είναι και θανάσιμη; Και εντάξει, πες ότι το σκότωσες εν τέλει και τρέχεις μπας και σκάσει μύτη κανένα άλλο μέλος της οικογένειας. Και πας πού;

 

Όλο το σάλιο του Σύμπαντος δεν ήταν αρκετό για να φτύσει ο Κόμπες τον εαυτό του κατάμουτρα με τον τρόπο που ήθελε. Διότι δε φτάνει που το πλάσμα δεν πέθανε με τη τσεκουριά, δε φτάνει που όρμηξε καταπάνω του ουρλιάζοντας με όλα του τα δόντια σε κοινή θέα, δε φτάνει που άρχισε ν’ ακούγεται μια δεύτερη φρικιαστική φωνή ανάμεσα στα δέντρα, αλλά και το μονοπάτι της φυγής ήταν στρωμένο με θάμνα, άγριες τριανταφυλλιές, τρικλοποδιάριδες κισσούς και αγριελιές με σπουδές στο μαστίγωμα. Κι από προσανατολισμό πώς πάμε;

 

Λίγες μόνο στιγμές μετά την τσεκουριά ο Κόμπες είχε ήδη χάσει κάθε δυνατότητα για λογική σκέψη. Έτρεχε στα τυφλά, σπρώχνοντας αριστερά και δεξιά από το δρόμο του ό,τι μπορούσε να μετακινηθεί. Όταν κάτι δε σάλευε, ένας κορμός ή ένα συνονθύλευμα από κλαδιά και φύλλα τόσο πυκνό που καταντούσε αδιαπέρατο, απλά άλλαζε κατεύθυνση, συνεχίζοντας να τρέχει. Ο χιτώνας του πιανόταν σε θάμνους κι αγκάθια από τριανταφυλλιές κι οι μπότες του είχαν γεμίσει ξερά τριβόλια που του τρυπούσαν τα πόδια. Τούφες από τα μαλλιά του είχαν μείνει στις ελιές και στάλες από το αίμα του πάνω σε κάθε σκληρό τμήμα φυτού που τον άγγιζε. Οι φωνές –μία του τραυματισμένου μικρού τέρατος και μια ακόμη, ωριμότερη, πιθανότατα της μαμάς του- τον ακολουθούσαν καταπόδας, πάντα ένα βήμα πίσω του, ακόμη και τότε που αναγκαζόταν να αλλάξει κατεύθυνση.

 

«Παίζουν!» άστραψε μια σκέψη στο μυαλό του. «Παίζουν! Το μικρό μαθαίνει να κυνηγάει!» Ο θάνατός του ήταν λοιπόν σίγουρος; Θα γινόταν το ποντικάκι που η μάνα γάτα τού σπάει τη ραχοκοκκαλιά για να το δώσει στα γατιά της να το πνίξουν; Ξαφνικά οι νοητικές του ικανότητες επέστρεψαν πλήρεις. Ναι, ήταν ο μεζές εκμάθησης. Αλλά δε θα το έκανε εύκολο για τα τέρατα. Σταμάτησε απότομα να τρέχει, πάτησε γερά τα πόδια του στο χώμα και τράβηξε το σπαθί του. Αίμα έτρεχε από χίλια επιφανειακά κοψίματα σε όλο του το σώμα.

 

«Πού στον κόρακα είμαι;» αναρωτήθηκε περιμένοντας να εμφανιστούν μάνα και γιος. Κλώτσησε νοερά τον εαυτό του. «Αυτά παθαίνει κανείς όταν χάνει την ψυχραιμία του. Πού να σε έβλεπε ο Πετρεξού από καμμιά μεριά, ανεγκέφαλο αρχίδι…» Οι φωνές του δύο τεράτων ακούγονταν τώρα πεντακάθαρα, πλησίαζαν αργά, μένοντας πάντα στην ασφάλεια των κλαδιών, στις σκιές των στρεβλών, διεστραμμένων κορμών των ελιών. «Με περικυκλώνουν.» Ανεγκέφαλο αρχίδι. Σε περικυκλώνουν.

 

Πρώτα εμφανίστηκε το μικρό. Πρασινομπλέ και γλοιώδες, σα γυμνοσάλιαγκας με δόντια, το ορθωμένο τμήμα του σώματός του ήταν περίπου ένα κεφάλι ψηλότερο από τον κλέφτη. Από το στόμα του έτρεχαν σάλια, πράσινα κι αυτά, σα πηχτό βουρκόνερο. Κάθε τόσο έβγαζε ένα ήχο, «γκ…» σα ευτυχισμένο μωρό και έφτυνε μεγάλα κομμάτια από κάτι κίτρινο και στερεό, που μύριζε πύο. Ο ήχος του γουργουρητού από την κοιλιά του ακουγόταν πεντακάθαρα κι ο Κόμπες δε μπόρεσε να μην σκεφτεί ότι ίσως σε λίγο έβλεπε από κοντά όλες τις φρικαλεότητες αυτού του στομαχιού.

 

-Θα σε σκίσω σα σαρδέλα, κωλόπαιδο! Ούρλιαξε στο τέρας ανήμπορος να σκεφτεί κάτι λιγότερο ηλίθιο κι όρμηξε με το σπαθί υψωμένο και βγάζοντας την κραυγή του της μάχης.

 

Πώς να περιγράψει κανείς μια τέτοια σύγκρουση; Η παρομοίωση που είχε νωρίτερα περάσει από το μυαλό του κλέφτη ήταν χαρακτηριστική: Ένα γατάκι που παίζει μ’ ένα ποντίκι με σπασμένη τη ραχοκοκκαλιά. Σπαθιές που δάγκωναν κενό αέρα και μια σαλιωμένη ουρά που χτυπούσε κάθε τρεις και λίγο με παιχνιδιάρικη διάθεση ήταν το ρεπερτόριό τους. Κάποια στιγμή το τερατάκι άρχισε να βρίσκει διασκεδαστικό να του πετάει στο πρόσωπο τους κίτρινους βόλους που έβγαζε απ’ το στόμα του. Ανάμεσα σε δυο σπαθιές ο Κόμπες ξέρασε, μόνο χολή, αλλά ξέρασε. Οι κίτρινοι βόλοι ήταν όντως στερεοποιημένο πύο.

 

Το παιχνίδι κράτησε είκοσι λεπτά. Μετά το μωρό άρχισε να βαριέται. Το γουργουρητό του στομαχιού του δεν είχε πάψει στιγμή, αλλά όπως όλα τα πλάσματα της ηλικίας του, πρώτα έρχεται το παιχνίδι και μετά το φαΐ. Έδωσε μια με την ουρά του στον Κόμπες που τον πέταξε κατάχαμα, του έριξε άλλη μια, έτσι, από πάνω προς τα κάτω, να σιγουρευτεί ότι τον ζάλισε για τα καλά κι έσκυψε πάνω του, με το στόμα ανοιχτό, να τον φάει τώρα που ήταν ακόμη ζεστός.

 

Αλλά δε μπορούσε να ξέρει ότι κάτι τέτοια χτυπήματα ήταν χάδια για τον κλέφτη. Κι έτσι, την ώρα που το τερατάκι έσκυβε πάνω από το κεφάλι του Κόμπες, με το στόμα ανοιχτό, δείχνοντας και τα εξακόσια μικρά και πράσινα δόντια του, ο άντρας βρήκε την ευκαιρία να χώσει το σπαθί του από το γεμάτο φλύκταινες ουρανίσκο, ως τον εγκέφαλο –αν υπήρχε κάτι τέτοιο- του πλάσματος.

 

«Γκ,» έκανε μόνο το μικρό κι ύστερα έπεσε. Ο Κόμπες δε βρήκε σώφρον να μείνει κάτω από το τεράστιο κορμί, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ν’ αφήσει το σπαθί του μέσα στο στόμα του τέρατος. Ήξερε ότι αυτό δεν ήταν νίκη, ήταν απλά παράταση της ήττας, καθώς η μάνα πρέπει να περίμενε κάπου εκεί κοντά και να τους έβλεπε. Κι αν μπόρεσε να σκοτώσει ένα παιχνιδιάρικο μικρό με μια σπαθάρα ένα μέτρο μακριά, τι μπορούσε να κάνει ενάντια σε μια αγριεμένη μάνα με μόνο ένα στιλέτο για όπλο;

 

Σηκώθηκε πάλι όρθιος, στύλωσε τα πόδια του στο χώμα, τράβηξε το στιλέτο του –το μόνο όπλο που του είχε απομείνει. Βήχας τον έπιασε, τόσο δυνατός που νόμιζε ότι κάποια θεότητα του αέρα ήταν κρυμμένη στο στήθος του και προσπαθούσε να βγει έξω. Αλλά δε μπορούσε ν’ ακούσει τον εαυτό του να βήχει. Το ουρλιαχτό της μάνας-τέρατος ήταν τόσο δυνατό, τόσο φρικιαστικό που σκέπαζε κάθε άλλο ήχο. Ένιωσε κάτι απίστευτα μυώδες και σαλιωμένο να τον χτυπάει με λύσσα στα πλευρά. Τα πόδια του έχασαν την επαφή με το έδαφος και κυριολεκτικά απογειώθηκε, για να σκάσει με ορμή πάνω σ’ έναν γέρικο κορμό. Το τέρας έκανε την εμφάνισή του, έμοιαζε αρκετά με το μικρό, μόνο που το μέγεθός του ήταν τρεις φορές μεγαλύτερο, τα δόντια του τρεις φορές περισσότερα και τα μάτια του ήταν μαύρα και μεγάλα, γεμάτα οργή και πόνο.

 

-ΑΑΑΑΑΥΤΟΟΟΟΟ ΓΙΑΤΙ ΕΒΒΒΒΒΡΙΣΕΣΣΣΣ ΜΠΡΟΣΣΣΣΤΑΑΑΑΑ ΣΤΟΟΟΟΟΟΟ ΜΩΡΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ ΜΜΟΥΥΥΥΥΥΥ! Σύριξε το πλάσμα.

 

Δεύτερο χτύπημα, πριν ο Κόμπες προλάβει να συνέλθει. Ένα γερό κλαδί του έκοψε τη φόρα και τον πέταξε στο έδαφος, πάνω σε μια στοίβα σάπια λιόφυλλα.

 

-ΚΙ ΑΥΥΥΥΥΤΟ ΓΙΑΤΤΤΤΤΤΙ ΧΤΎΥΥΥΥΥΥΠΗΣΕΕΣΣΣΣΣ ΤΙΣΣΣΣΣΣ ΕΛΙΕΕΕΕΕΕΕΕΣΣΣΣΣΣ ΜΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥ! Έκανε πάλι το πλάσμα.

 

Αυτή τη φορά ο κλέφτης πρόλαβε να σηκωθεί στα γόνατα και να κάνει πως προτάσει το στιλέτο.

 

- ΚΙ ΑΥΥΥΥΥΤΟ ΓΙΑΤΤΤΤΤΤΙ ΣΚΟΟΟΤΩΩΩΩΣΕΣΣΣΣΣ ΤΟΟΟΟΟΟΟ ΜΩΡΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ ΜΜΟΥΥΥΥΥΥΥ!

 

Η ουρά του τέρατος σηκώθηκε τόσο ψηλά, που ο Κόμπες είχε τη βεβαιότητα πως δε θα πονούσε καθόλου, όταν θα έπεφτε πάνω του. «Θα με λειώσει μια και καλή,» σκέφτηκε, «ούτε που θα το καταλάβω…» Ασυναίσθητα έκλεισε τα μάτια για να δεχτεί το τελικό χτύπημα.

 

Αλλά η ουρά του τέρατος δεν τον ακούμπησε. Έκπληκτος άνοιξε τα μάτια του και το θέαμα του έκοψε την ανάσα.

 

Μια ονειρική, ολόγυμνη γυναίκα στεκόταν ανάμεσα σ’ αυτόν και το τέρας. Δεν ακουμπούσε στο έδαφος, αιωρούταν λίγα εκατοστά από αυτό. Μια σφαίρα από λαμπρό κίτρινο φως την περιέβαλε κι έκανε τη μορφή της κάπως ασαφή. Στο δεξί της χέρι κρατούσε κάτι που έμοιαζε με στιλέτο και το αριστερό ήταν ακουμπισμένο στο γοφό της, σε μια κίνηση αυτοπεποίθησης.

 

«Δικός μου…» ακούστηκε μια απλή, φωνή, σαν ψίθυρος που μετέφερε ο άνεμος. Ο άντρας αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να ακούει τη φωνή της γυναίκας αυτής, αφού η μάνα-τέρας δεν είχε σταματήσει να ουρλιάζει. Κι επίσης, αδιαφορώντας για τη δεινή του θέση, αναρωτήθηκε τι αίσθηση θα είχε αυτό το υπέροχο πεταχτό κωλαράκι μέσα στις χούφτες του.

 

- ΤΟΟΟΟΟ ΜΩΡΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ ΜΜΟΥΥΥΥΥΥΥ! ΣΚΟΟΟΤΩΩΩΩΣΕ ΤΟΟΟΟΟΟΟ ΜΩΡΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ ΜΜΟΥΥΥΥΥΥΥ!

 

«Δικός μου…» ακούστηκε πάλι η ψιθυριστή φωνή της ονειρικής γυναίκας. Μόνο που αυτή τη φορά, ο τόνος της φωνής ήταν επιτακτικός, σχεδόν απειλητικός. «Τώρα αυτό, που με θέλει για δικό της, είναι καλό ή κακό; » σκέφτηκε ο Κόμπες, δύσπιστος για την καλή του τύχη.

 

Το τέρας δε έδειξε να πείθεται ούτε από τα λόγια ούτε από τη στάση της γυναίκας. Το ουρλιαχτό του δυνάμωσε, η σκουροπράσινη ουρά σηκώθηκε στο αέρα να βγάλει από τη μέση το αναπάντεχο εμπόδιο που της στερούσε την εκδίκησή της. Τότε η γυναίκα σήκωσε το χέρι με το εγχειρίδιο λίγο ψηλότερα από το κεφάλι της και με μια μάλλον βαριεστημένη κίνηση το πέταξε με στόχο το κεφάλι του τέρατος. Σαν κάτι να σταμάτησε το χρόνο, ο Κόμπες είδε το τέρας να μένει ακίνητο, το στιλέτο να στριφογυρίζει στον αέρα, αντανακλώντας το φως που εξέπεμπε η κυρά του και να καρφώνεται στο αριστερό μάτι του τέρατος. Το πελώριο πλάσμα έμεινε για λίγες στιγμές ακίνητο κι ύστερα άρχισε να ζαρώνει και να μικραίνει, να μουμιοποιείται με απίστευτη ταχύτητα μέχρι που δεν έμεινε τίποτε από αυτό παρά ένα σκουροπράσινο πετσί, κολλημένο πάνω σε χοντρά φιδίσια κόκκαλα.

 

«Σε προειδοποίησα, γλυκειά μου…» μουρμούρισε γλυκερά η γυναίκα. «Είναι δικός μου…» Το στιλέτο πέταξε από την άδεια κόγχη του κρανίου του πλάσματος ως το χέρι της γυναίκας κι εκεί εξαφανίστηκε μέσα σε μια λάμψη, σαν της αστραπής. Η γυναίκα γύρισε στον Κόμπες και το φως που την περιέβαλε μειώθηκε αισθητά, ώστε ο κλέφτης κατάφερε να δει όλες τις λεπτομέρειες της μορφής της.

 

Ήταν τόσο όμορφη που πονούσε τα μάτια του. Είχε τα πιο τέλεια μαύρα μαλλιά, τα πιο τέλεια μαύρα μάτια, το πιο τέλειο σώμα που είχε δει ποτέ του. Οι πατούσες της ήταν ροζ, σαν μπουμπούκια από τριαντάφυλλα, οι γάμπες της ίσιες και χυτές και οι μηροί της αφράτοι σα ζεστά καρβελάκια ψωμί. Οι τρίχες της ήβης της ήταν μαύρες και μαλακές και γυάλιζαν σα μεταξένιες κι η κοιλιά της σχημάτιζε μια απαλή καμπύλη που σ’ έκανε να θες να κοιμηθείς πάνω της. Τα στήθη της θα μπορούσαν να έχουν σχεδιαστεί μόνο αν ο ουράνιος πλάστης της είχε πάρει για καλούπι τις χούφτες του. Κι εκείνα τα απαλά, άσπρα χέρια που ακουμπούσαν όλο χάρη στους γοφούς της; Κι εκείνο το κόκκινο χαμόγελο που κάρφωνε τις υποσχέσεις του στα σημεία της ανατομίας του που μόνο η Ινολίκ μπορούσε να ελέγξει με επιτυχία;

 

«Νταραντάε…» έκανε απλά η ονειρική γυναίκα. Όχι ότι είχε και πολύ σημασία να του πει το όνομά της, γιατί ο Κόμπες, και Βυζβόρουν να την έλεγαν, πάλι υπέροχο θα το ‘βρισκε. «Αχ, είθε να χαϊδεύεις τα βυζιά μέχρι να λυώσουν,» ευχήθηκε στο θεό του με όλη τη δύναμη της ψυχής του, «αλλά άσε με κι εμένα να χαϊδέψω μια φορά αυτά τα μπουτάκια!»

 

Και τότε συνέβη κάτι που ποτέ δεν του είχε ξανατύχει. Ό,τι είχε αρχίσει να παίρνει την ανηφόρα, σκιρτώντας χαριτωμένα, ντόινκ, ντόινκ, προς το μέρος της γυμνής γυναίκας, ξαφνικά και χωρίς κανέναν λόγο, μαράθηκε και ξανάπεσε στη μιζέρια της ασεξουαλικής ηρεμίας. «Επ, τι γίνεται εδώ;» ανησύχησε ο κλέφτης. «Τι σόι αναίτια πτώση είν’ αυτή; Και μάλιστα τώρα που ήθελα να ευχαριστήσω αυτό το θείο πλάσμα που μου έσωσε τη ζωή;» Το μυαλό του, αν και μετά από τόσες δοκιμασίες, πήρε τις στροφές που χρειαζόταν. «Κάτι θέλει να μου πει ο Βυζβόρουν! Ω μεγάλε θεέ των σεξουαλικών δυνάμεων, τι ξέρεις και δε μπορείς να μου το πεις ευθέως;»

 

-Κόμπες, είπε τάχαμου αδιάφορα. Κόμπες ο Ντερλικοτής.

 

Όμως η γυναίκα είχε χάσει το ενδιαφέρον της για τον υπόλοιπο άντρα και είχε καρφωθεί στο προβληματικό μέλος. «Πριν λίγο όλα φαίνονταν σκληρά και όμορφα…» ψιθύρισε με απογοήτευση. «Τώρα, πού χάθηκε η σκληράδα σου, Μπες-Μπες; Πού πήγε και κρύφτηκε το καμάρι σου;»

 

Ο κλέφτης τα χρειάστηκε. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Δεν είναι και λίγο να ξέρει η οποιαδήποτε ονειρική γυναίκα αυτό το παρατσούκλι.

 

-Μπες-Μπες με έλεγε η γυναίκα που μου πήρε την παρθενιά μου, έκανε σχεδόν τραυλίζοντας. Δεν το έχω πει ποτέ σε κανέναν. Πώς…;

 

«Ξέρω πολλά για σένα, Μπες-Μπες,» γέλασε η οπτασία και τα στήθια της τραντάχτηκαν λαχταριστά στο μουρμουρητό της γέλιο. «Και ξέρω και κάτι που εσύ δεν ξέρεις, και θα το μοιραστώ μαζί σου. Μια μέρα, εγώ κι εσύ…» Έφερε το πρόσωπό της κοντά στο δικό του, τα πόδια της σχεδόν ακούμπησαν στο χώμα, τα στήθη της τρίφτηκαν πάνω στο στήθος του, τα χέρια της γλύστρισαν στους μηρούς του. «Εγώ κι εσύ…» Μια μυτερή ροζ γλώσσα έγλειψε τα χείλη της, ύστερα τα δάγκωσε με λάγνο ύφος, το δεξί της χέρι χάραξε ένα μονοπάτι από χάδια κάτω από το χιτώνα του. «… θα κυλιστούμε στη γούνα του γκαμήλ…» Κόλλησε σχεδόν πάνω του, έχωσε το πρόσωπό της στη ρίζα του λαιμού του κι άφησε μια βαθιά ανάσα της να του χαϊδέψει το αυτί. «…και θα ‘ναι τόσο καλό που δε θα θες καμμιά άλλη εκτός από μένα…» Η γλώσσα της, ζεστή και τραχιά, χάραξε ένα υγρό μονοπάτι από το καρύδι ως την άκρη του σαγονιού του. «…Αλλά πρέπει πρώτα να σε βγάλω από αυτό το απαίσιο μέρος…» Με μια απότομη, σχεδόν πεινασμένη κίνηση άρπαξε το κάτω χείλος του ανάμεσα στα δόντια της σε μια άγρια παρωδία φιλιού. «…εραστή.»

 

Ποτέ ο Κόμπες δε θα καταλάβαινε πώς εξαφανίστηκε. Τη μια στιγμή την είχε κολλημένη επάνω του, μια ολόγυμνη, ζεστή και πρόθυμη γυναίκα, με το χέρι της κάτω από το χιτώνα του και τα στήθια της να τρίβονται πάνω του και την άλλη στιγμή, έτσι, πουφ, είχε εξαφανιστεί. Και μόλις εξαφανίστηκε –«που να κλάσω μες τα μούτρα σου, Βυζβόρουν, ζηλιάρη, που έχεις φάει τον κώλο σου από τη ζήλεια που μου την έπεσε τέτοια γυναίκα»- επανήλθε και η σκληράδα και η ανοδική τάση και τα σκιρτήματα, ντόινκ, ντόινκ, κι όλη η κάψα που θα μπορούσε να του είχε προκαλέσει η ονειρική γυναίκα, αν δεν είχε βάλει το χεράκι του ο ζηλιάρης θεός.

 

Μες το θυμό του και την απογοήτευση, για να μην αναφερθεί και το ενθουσιασμός ανάμεσα στα πόδια του, βάλθηκε να ανοίξει το στόμα του μωρού-τέρατος για να πάρει το σπαθί του. Για το τσεκούρι του δεν είχε ελπίδες, αλλά το σπαθί του δε θα το άφηνε έτσι εύκολα. Με μεγάλη αηδία, που βοήθησε να μετριαστούν λίγο τα αποτελέσματα της γυναίκας επάνω του, μπόρεσε να τραβήξει το σπαθί και να το σκουπίσει από τα υγρά με λίγο χώμα και μια χούφτα φύλλα. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, είδε μια λάμψη, σα μακρινή φωτιά να παίζει με τα κλαδιά των δέντρων. Αποφάσισε να την ακολουθήσει και σύντομα, συντομότερα απ’ όσο περίμενε, βρέθηκε έξω από το δάσος με τις αγριελίες, στην πλαγιά ενός λόφου, με τον ήλιο να θέλει λίγες μόνο στιγμές για να δύσει. Βρήκε ένα μέρος κάπως προστατευμένο, στη ρίζα ενός βράχου και κουλουριάστηκε να κοιμηθεί, χωρίς ούτε να φάει, ούτε να πιει τίποτε, χωρίς καν να αναρωτηθεί πώς πέρασε έτσι η ώρα κι έφτασε η νύχτα. Το μόνο που πέρασε από το μυαλό του λίγο πριν κλείσει τα μάτια του ήταν το όνομα της λαχταριστής, όμορφης γυναίκας που του έσωσε τη ζωή. «Νταραντάε…»

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

ΣΤ.

 

Ο κλέφτης ξύπνησε όπως κάθε μέρα: ανάλαφρος, χορτασμένος από ύπνο και με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Το θέαμα που παρουσίαζε η ανοιχτή έκταση μπροστά του τον ικανοποίησε ιδιαίτερα: Απαλοί λόφοι, παχύ γρασίδι που ακόμη δεν είχε κιτρινίσει από τον ήλιο, σποραδικά άγρια δέντρα με άγουρα φρούτα και μικρές νησίδες από βράχους, ό,τι πρέπει για να κρυφτείς σε μια ανοιχτή έκταση. Έβγαλε τις μπότες του να πάρουν τα δάχτυλά του αέρα και να βγάλει τα τριβόλια που είχαν πιαστεί στη γούνα κι έριξε μια ματιά στις επιπόλαιες γρατζουνιές που του είχε αφήσει η τρεχάλα ανάμεσα στα δέντρα. Ήπιε μια γουλιά νερό από το παγούρι του και μασούλησε κάμποση ώρα μερικές μπουκιές παστό κρέας.

 

Στο μυαλό του γύριζε το παράδοξο του χρόνου που έζησε στο δάσος με τις αγριελιές. Το όλο σκηνικό με τα τέρατα και τη γυμνή ονειρική γυναίκα –«Νταραντάε, να μην το ξεχάσω, να ρωτήσω τον Πετρεξού»- δεν πρέπει να κράτησε πάνω από μια ώρα, ίσως και λιγότερη. Κι όμως όταν μπήκε στο δάσος δεν είχε ακόμη μεσημεριάσει κι όταν βγήκε ο ήλιος κόντευε να δύσει. «Κάτι δεν πήγε καλά,» σκέφτηκε. «Ή μπορεί και να πήγαν όλα καλά και να μην το κατάλαβα.»

 

Σήκωσε τους ώμους. Τέτοιου είδους σκέψεις και ερωτήσεις συνήθως τις άφηνε στο μάγο του, καμμιά φορά και στον Πικολίνο. Αυτός ήταν απλώς ένα εκτελεστικό όργανο και τέτοιο σκόπευε να παραμείνει. «Αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και σα μάγοι, δε θα βρούμε άκρη.» Αναστέναξε με θόρυβο, φόρεσε τις μπότες του όχι χωρίς δυσφορία και πήρε να κατέβει το λόφο.

 

Η κατεβασιά ήταν εύκολη και η μέρα δροσερή και ηλιόλουστη. Είχε αποφασίσει να κατευθυνθεί δυτικά, όχι μόνο για να μην έχει τον ήλιο κατάματα, αλλά και γιατί αυτός, σύμφωνα με τον Πετρεξού ήταν ο συντομότερος δρόμος για το νεκροταφείο. Κάπου, πέρα από τους λόφους και τα οπωροφόρα, κάτι σαν καταχνιά έκοβε κάθετα τη γραμμή του ορίζοντα, σαν τοίχος από ομίχλη.

 

«Υπάρχουν τρεις δρόμοι για να φτάσεις στο νεκροταφείο,» είχε πει ο Πετρεξού. «Ο ένας κατηφορίζει πρώτα ανατολικά και ύστερα γυρίζει νότια για να φτάσει στη Εράσμια Πύλη. Έξι φρουροί τη φυλάνε, όλοι τους σεξουαλικά πεινασμένοι, που δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε αρσενικά ή θηλυκά πλάσματα. Αν θες να διατηρήσεις τον ανδρισμό σου –ο Κόμπες είχε σαλέψει ανήσυχα στη θέση του- τότε πρέπει να αποφύγεις την Εράσμια Πύλη πάσει θυσία. Ο δεύτερος δρόμος είναι υπόγειος, και η είσοδος είναι μια από τις νησίδες βράχων. Οδηγεί στην Γυμνή Πύλη. Βέβαια εκεί θα πρέπει να καταφέρεις να περάσεις από μια στρατιά από φαντάσματα, που έχουν σκοπό της ζωής τους να μην αφήσουν ούτε μια τρίχα πάνω στο κορμί των ζωντανών που συναντούν. Οπότε αν θες να διατηρήσεις το δασύτριχο στέρνο σου –ο Κόμπες έφερε ασυναίσθητα το χέρι του στο στήθος- πρέπει να αποφύγεις και τη Γυμνή Πύλη.»

 

Οπότε του έμενε η τρίτη και πιο εύκολο να την κουμαντάρει πύλη, την περίφημη Πύλη του Χαλκού. Γι’ αυτήν την πύλη ο κλέφτης αποφάσισε να εμπιστευτεί τις πληροφορίες του Πικολίνου. «Οι καλικάντζαροι είναι πολύ περισσότεροι από χίλιοι, αρσενικοί και θηλυκοί, και κάποτε υπήρξαν σκλάβοι ενός από τους μάγους που είναι θαμμένοι στο Προσευχητάρι. Είναι δεμένοι με την πύλη με μια περίεργη κατάρα, για την οποία κανείς δεν ξέρει τίποτε εκτός από τους ίδιους τους καλικάντζαρους. Φαίνεται ότι είναι κάτι φρικτό, γιατί κανείς εδώ και μερικούς αιώνες δεν έχει καταφέρει να τους κάνει να την πουν. Υπάρχουν κάποιες φήμες βέβαια, αλλά δε θα ήθελα να σε προκαταβάλω…»

 

Ο Κόμπες συλλογιζόταν αυτά καθώς διέσχιζε τους λόφους με τον συνηθισμένο του γοργό βηματισμό, χοπ-χοπ-χοπ. Η περιοχή έμοιαζε έρημη, λες κι η φύση είχε απαγορέψει στους ανθρώπους να μιάνουν με την παρουσία τους την ομορφιά της. Ακόμη κι ο ίδιος ο κλέφτης, που κατά τα άλλα η μόνη ομορφιά που μπορούσε να τον συγκινήσει ήταν εκείνη μιας γυμνόστηθης γυναίκας, ένιωθε μια παράξενη αγαλλίαση, όταν το μάτι του ξέφευγε από το δρόμο και πλανιόταν στο απαλό γρασίδι των λόφων. Μικρά ζώα, κυρίως λαγοί και πέρδικες, πετάγονταν μπροστά του κάθε τόσο και τον κοιτούσαν αποσβολωμένα, λες και δεν είχαν ξαναδεί άνθρωπο.

 

Του πήρε τρεις ή τέσσερις ώρες να διασχίσει την ανοιχτή έκταση. Η καταχνιά στον ορίζοντα είχε γίνει πιο σαφής, έμοιαζε με ένα παραπέτασμα από αναίτια ομίχλη, που ξεκουραζόταν σε μεγάλο ύψος πάνω από το έδαφος. Υπολόγισε ότι θα έφτανε στην καταχνιά πριν τη δύση του ήλιου, ίσως και νωρίτερα αν δεν έκανε στάση για ξεκούραση.

 

Έπεσε έξω. Λιγότερο από μια ώρα αργότερα, κάνοντας το γύρο ενός λόφου που παραδόξως ήταν όλο βράχια, βρέθηκε να απέχει μόλις μιας ώρα δρόμο από την άκρη της παράδοξης ομίχλης. Στάθηκε παραξενεμένος, κρύφτηκε πίσω από ένα φουντωτό θάμνο και έψαξε με απέραντη προσοχή για κάποιον αόρατο κίνδυνο. Η αίσθησή του του υπερφυσικού χτυπούσε πάλι τα καμπανάκια της κι ο Κόμπες έβαλε το χέρι του μπροστά τ’ αρχίδια του, από μια απόλυτα δικαιολογημένη παρόρμηση. «Αν είχα τώρα τις Μαγέκα, θα τις έριχνα μπροστά και θα καθάριζαν τους καλικάντζαρους μια κι έξω,» σκέφτηκε. Πράγματι, οι τέσσερις αδελφές είχαν μια μοναδική ικανότητα να ξεμυαλίζουν υπερφυσικά πλάσματα.

 

Τότε ήταν που πρόσεξε μια σκιά μέσα στην καταχνιά. Ήταν κάτι γιγάντιο, σαν τεράστιος γκρεμός, όμως ίσα που φαινόταν, κρυμμένο καλά από τη θολούρα με τρόπο απόλυτα υπερφυσικό. Ήξερε ότι ήταν η μαγική κάλυψη της Πύλης του Χαλκού, γι’ αυτό ήταν σίγουρος. Όμως πώς θα έμπαινε μέσα;

 

Ο Κόμπες αποφάσισε γρήγορα, άλλωστε δεν είχε και πολύ διάθεση να μείνει και να το σκέφτεται. «Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει,» σκέφτηκε μοιρολατρικά. Βγήκε από την κρυψώνα του και διέσχισε γοργά την απόσταση που τον χώριζε από την καταχνιά.

 

Είχε κάνει μόλις λίγα βήματα μέσα στο θολό αέρα όταν κάτι σκληρό, κρύο και μυτερό κόλλησε στο στέρνο του. Μαρμάρωσε στη θέση του, χωρίς να τολμήσει να πάρει ούτε ανάσα. Μια φωνή, χοντρή και κάπως βραχνή, σαν βραχνιασμένου κόρακα, έφτασε ως τ’ αυτιά του:

 

-Μπρε, μπρε, μπρε! Τι ιέχουμ’ ιδώ;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ζ.

 

Τελικά όλα είναι θέμα συνήθειας.

 

Ας πούμε, ο Κόμπες είχε πάντα αλλεργία σε ό,τι είχε να κάνει με δεσμά, σχοινιά, αλυσίδες και πεδούκλια. Η οποιαδήποτε προοπτική να βρεθεί με κατά τι λιγότερη ελευθερία κινήσεων του έφερνε φαγούρα, κυρίως στην παλάμη του δεξιού χεριού. Τη φαγούρα αυτή την καταπολεμούσε αναλόγως της περίστασης, είτε χουφτώνοντας το σπαθί, είτε εκτοξεύοντας προς πάσα κατεύθυνση παλιές, καλές, παραδοσιακές σφαλιάρες. Μια τέτοια τακτική τον είχε πολλές φορές σώσει από όποιον προσπαθούσε να τον δέσει, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψην ότι τα χέρια του ήταν σα φουρναρόφτυαρα και η ελαφρύτερη φάπα μπορούσε άνετα να κάνει τ’ αυτιά ενός γκαμήλ να κουδουνίζουν για μέρες.

 

Αυτήν την αλλεργία ο Κόμπες την ξεπέρασε μόλις πριν μερικούς μήνες, όταν για κάποιες λάθος πληροφορίες του Πετρεξού βρέθηκε αλυσοδεμένος στα υπόγεια του τρυπανιστή κρανίων, δηλαδή του δημόσιου δήμιου του Ζουμζερί. Το γεγονός καθ’ εαυτό δεν θα είχε βοηθήσει καθόλου, αλλά έτυχε εκείνες τις μέρες να βρίσκεται στην πόλη ο πατέρας του με όλο του το τσούρμο των πλατσικολόγων, που τον έψαχναν να τον σφάξουν για καθαρά εμπορικούς λόγους. Η σύλληψή του λοιπόν, όχι μόνο τον εμπόδισε να γίνει πατροκτόνος, αλλά τον προφύλαξε κι από πολλές διαδοχικές μονομαχίες με τους υπόλοιπους συμπατριώτες του. Έκτοτε η αλλεργία του τον έπιανε μόνο όταν τα δεσμά δεν εξυπηρετούσαν κάποιον σκοπό.

 

Έτσι, τώρα που ο αντικειμενικός του σκοπός ήταν να μπορέσει να πείσει τους καλικάντζαρους να τον αφήσουν να περάσει –και αυτό μπορούσε να το κάνει μόνο αν τους άφηνε να τον πιάσουν αιχμάλωτο- δεν δυσφόρησε ιδιαίτερα που καμμιά δεκαριά από δαύτους τον έδεσαν σα σαλάμι και τον τραβολογούσαν. Υπήρξαν βέβαια και στιγμές της πορείας του ως αιχμάλωτος που παραλίγο να μη μπορέσει να επιβληθεί στην αλλεργία του, ιδιαίτερα όταν κάποιος από τους καλικάντζαρους ερχόταν κοντά του και τον τσιμπούσε στα πισινά με την καλοακονισμένη μύτη του ακοντίου του. Και φυσικά-φυσικότατα, η απουσία δυσφορίας δεν αναφέρεται σε καμμία περίπτωση στα συναισθήματα που του προκαλούσαν οι σωματικές οσμές των δεσμοφυλάκων του, λαμβάνοντας πάντα υπόψην ότι είχε βρεθεί στη ζωή σε πραγματικά βρώμικα μέρη.

 

Οι καλικάντζαροι τον οδήγησαν μέσα στο πέπλο της μαγικής ομίχλης. Πίσω από τη θολούρα η ορατότητα ήταν σαφώς καλύτερη. Η Πύλη ήταν κάτι που ο Κόμπες δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Λυωμένος χαλκός ήταν στρατηγικά τοποθετημένος στην είσοδο μιας μακρόστενης κοιλάδας. Κάποιο απίστευτα πολύπλοκο ξόρκι τον κρατούσε σε μια ημίρρευστη κατάσταση. Ο κλέφτης διατήρησε στο μυαλό του τη λέξη κοιλάδα γι’ αυτό που έκρυβε η πύλη, μόνο και μόνο για να αποφύγει να παραδεχτεί ότι επρόκειτο για ένα στενότατο φαράγγι, τόσο στενό που δύο άντρες μετά βίας θα μπορούσαν να βαδίσουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Πάνω από το λυωμένο χαλκό της Πύλης ένας κάθετος γκρεμός ορθωνόταν, λειασμένο μάρμαρο που στραφτοκοπούσε μυστηριακά έως και δυσοίωνα πενήντα μέτρα πάνω από την επιφάνεια του εδάφους.

 

Μπροστά από την Πύλη, σε μια έκταση όχι μεγαλύτερη ενός μέτριου αγροκτήματος, ήταν απλωμένος ο καταυλισμός των καλικάντζαρων. Μιας και οι καλικάντζαροι είναι κυρίως στρατιώτες θα έπρεπε κανείς να το πει στρατόπεδο, όμως η όλη κατάσταση θύμιζε το τσιγγαναρέικο στην Σούμπα κι όχι τακτικό ή έστω άτακτο στρατό. Σκηνές ρυπαρές και κουρελιασμένες από την πολυκαιρία ήταν στημένες μέσα σε λάκκους που δε φαίνονταν να έχουν κάποια χρηστική αξία. Τρίποδα υποστήριζαν καζάνια τόσο βρωμερά, που ταίριαζαν μόνο σε εργαστήρια μάγων και οπωσδήποτε δε θα μπορούσαν ποτέ να φιλοξενήσουν κάτι βρώσιμο. Μια πηγή ανάβλυζε από το έδαφος, καθάριο νερό σα φυσικό σιντριβάνι, όμως γύρω της υπήρχαν όλες οι αποδείξεις ότι οι καταυλισθέντες τη χρησιμοποιούσαν και για να ξεπλένουν τα πισινά τους, μετά από ένα καλό χέσιμο.

 

Η ομάδα των πέντε καλικαντζάρων και του αιχμαλώτου τους πυροδότησε μια σειρά γρυλισμάτων από τη μεριά των συντρόφων τους. Ο Κόμπες δεν ταράχτηκε, παρόλο που τα γρυλίσματα ήταν έντονα και έμοιαζαν πεινασμένα. Ήξερε ότι απλά αυτή ήταν η μητρική τους γλώσσα και μάλιστα όσο πιο πεινασμένοι ακούγονταν τόσο πιο αδιάφοροι ήταν για αυτό που μιλούσαν. Ο ίδιος την είχε διδαχτεί από έναν καλικάντζαρο κάποτε, αλλά δεν ήταν ώρα για νοσταλγικές αναμνήσεις. Διέσχισαν τον καταυλισμό μέσα σ’ αυτήν την κακόφωνη ενορχήστρωση γρυλισμάτων, μέχρι που σταμάτησαν μπροστά σε μια σκηνή που δε διέφερε σε τίποτε από τις υπόλοιπες.

 

-Καπιτάνιο! Έλα να διείς τι μας ήρθι για βίζ’τα!

 

Ομολογουμένως η προφορά των καλικαντζάρων όταν μιλούσαν την κοινή γλώσσα των εμπόρων και των πορνών ήταν μάλλον λίγο βαριά, αλλά ο Κόμπες είχε ακούσει και χειρότερες. Από την κουρελιάρα σκηνή βγήκε ένας καλικάντζαρος διπλάσιος σε μέγεθος από τους υπόλοιπους: έφτανε τα τριάμισι μέτρα ύψος και το ενάμιση μέτρο πλάτος στους ώμους. Ήταν ένα καθ’ όλα εντυπωσιακό δείγμα καλικάντζαρου, με μακρυά μουστάκια ως τον αφαλό, μικρά γουρουνίσια μάτια και χαυλιόδοντες μεγαλύτερους από ενός αγριογούρουνου. Φορούσε την κλασσική στολή των καλικαντζάρων, δερμάτινη περισκελίδα και πουκάμισο χωρίς μανίκια, από πάνω αλυσιδωτό θώρακα και κράνος με κέρατα. Σκούπησε ένα ρυάκι λίπους που έτρεχε από το στόμα του με την ανάστροφη της παλάμης και ρεύτηκε εξαπολύοντας προς πάσαν κατεύθυνση ευωδιές σκόρδου και ψημένου συκωτιού.

 

-Μπρε, μπρε, μπρε! Έκανε πλαταγίζοντας τη γλώσσα του. Τι καλούδια είν’ τούτα;

 

Ψαχούλεψε τα μπράτσα και τα μπούτια του Κόμπες με λαιμαργία.

 

-Άι, δεν είν’ καλό ψαχνό! Δε θα φτάσ’ για ούλους! Σχολίασε ο καλικάντζαρος.

 

Σε κάθε άλλη περίπτωση, αντρικό χέρι πάνω στο πόδι του Κόμπες θα είχε ως συνέπεια τράβηγμα του σπαθιού, αλλά πέρα από το ότι ήταν δεμένος σα σαλάμι, ο αντικειμενικός του σκοπός τον εμπόδισε να αντιδράσει με αυτόν τον τρόπο. Ο κλέφτης πήρε μια ανάσα και προσπάθησε να μιλήσει τη γλώσσα των καλικαντζάρων με οικτρά αποτελέσματα.

 

-Άι, μη μ’λάς καλ(λι)ικατζαρά! Θύμωσε ο αρχηγός. Σα τα μότρα σ’ τα μ’λάς. Στην κοιν(νι)ή, στην κοιν(νι)ή.

 

Ο κλέφτης επανέλαβε τη φράση του στην κοινή, ανακουφισμένος που δε χρειαζόταν να γρυλίζει και να ρεύεται για να συνεννοηθεί.

 

-Είμαι κλέφτης και θέλω να μπω στο νεκροταφείο.

 

Για λίγες στιγμές μετά ο ήχος της φλόγας κάτω από ένα παρακείμενο τσουκάλι ήταν το μόνο που έσπαγε τη σιωπή. Κι ύστερα οι καλικάντζαροι έβαλαν όλοι μαζί τα γέλια. Γελούσαν περίπου όπως ζούσαν και μιλούσαν: χοντρά και βρώμικα. Ο Κόμπες υποψιάστηκε ότι ίσως είχαν και κάτι άλλο στο μυαλό τους, πέρα από το να τον ψήσουν και τον φάνε, όμως καταπίεσε αυτή τη σκέψη. Πήρε ύφος περίπου αδιάφορο και έκανε περιφρονητικά:

 

-Και γιατί νομίζετε ότι μπορείτε να με εμποδίσετε;

 

Δεύτερο κύμα γέλιου τράνταξε τους αλυσιδωτούς θώρακες των καλικαντζάρων. Ο αρχηγός τους σχεδόν έκλαιγε από τα χάχανα. Έφερε την άκρη της γροθιάς του στην άκρη του ματιού του και σκούπισε ένα δάκρυ.

 

-Μπρε, μπρε, μπρε, τι κιλ(λι)ιπούρ’ είσ’ ισύ! Να τον κρατήσουμι κουμμά’, να σκάει του χειλάκι μας!

 

-Έχω να σας δώσω καλό εισιτήριο, έπαιξε το πρώτο χαρτί του ο Κόμπες. Τι, έτσι θα ‘ρχόμουνα;

 

Ήταν η μαγική φράση. Σε χρόνο μηδέν οι καλικάντζαροι του είχαν αδειάσει τις τσέπες, μαλλώνοντας στη γλώσσα τους και κάνοντας τσουχτερά σχόλια για το πόσο μακρύ χέρι είχαν οι υπόλοιποι.

 

-Για να διώ, έκανε ο αρχηγός. Κρίας παστό, δε φτάν’ για ούλους, θα το φάω ιγώ. Νιρό, ιέχουμι, χύστι το. Χουρταράκια σι πουγκί, ουραίου πουγκί, του κρατάου για την κουκόνα μ’. Λιεφτά του Ζουμζερί, βάλτι τα μι τ’ άλλα. Τούτα δω τα σ’μπράγκαλα τι είνι;

 

Έπαιξε στα χέρια του τον Ανεμόμυλο Χειρός, αλλά μη μαντεύοντας τη χρηστική του αξία τον πέταξε αδιάφορα πίσω από τον ώμο του.

 

-Τι ‘ν’ τούτο, μπρε;

 

Ο αρχηγός κρατούσε τώρα το Ζάρι Για Τζογαδόρους Καλικάντζαρους και το γυρνούσε στα χέρια του να καταλάβει όχι τόσο τι ήταν, όσο τι γύρευε στις τσέπες ενός ανθρώπου. Ο Κόμπες δε μιλούσε, περίμενε να κοπάσει η γύρω φασαρία και να του απευθύνουν το λόγο, ώστε να παίξει το δεύτερο χαρτί του.

 

-Τι ‘ν’ τούτο, μπρε τζιγιέρι μ’; τον ρώτησε εντέλει ο αρχηγός προβληματισμένος.

 

-Α, δεν είναι τίποτε σπουδαίο, έκανε τάχα τρομαγμένος ο κλέφτης. Τίποτε σπουδαίο, αλήθεια. Ένα ζάρι.

 

-Ζαρ’; Τι ζαρ’

 

-Πουουουου… εεεε… που παίζουν ζάρια… Μπαρμπούτι…

 

Η προσποιητή ντροπή του Κόμπες ήταν καθ’ όλα δικαιολογημένη. Σε όλες τις ταβέρνες του κόσμου, οι απατεώνες και οι λωποδύτες παίζουν ένα σωρό τυχερά παιχνίδια: κότσια, μπίλιες, κάι-κάι, βότσαλα, σβουριχτό, αλλά μπαρμπούτι δεν καταδέχεται να παίξει κανείς. Θεωρείται απ’ όλους παιχνίδι καλό μόνο για καλικάντζαρους, ξωτικά και θαλάσσια μεταβολίδια. Άνθρωπος που παίζει μπαρμπούτι είναι άνθρωπος φρικτά διεστραμμένος και ανώμαλος και ως εκ τούτου ανάξιος να λέγεται άνθρωπος.

 

-Μπα, μπα; Μπαρμπούτ’; Ιένας άνθρουπος σαν κι σένα; Τσκ, τσκ, τσκ. Κακά πράμματ’ είν’ τα ζάρια. Κακά, σχολίασε ειρωνικά ο καλικάντζαρος.

 

-Δηλαδή δε θα με αφήσετε να μπω στο νεκροταφείο; Θα με φάτε;

 

-Βραστόν. Δε μπουρώ άλλου τα ψ’τά. Είν’ σκλ(λι)ηρά. Κι είσι κι πιτσί κι κόκκαλο.

 

-Δεν έχω τουλάχιστον μια τελευταία επιθυμία; Να πάω ευχαριστημένος; Γιατί ξέρεις αυτό που λένε: το ευτυχισμένο σφάγιο είναι και πιο νόστιμο.

 

Ο αρχηγός έξυσε το κεφάλι του. Αμέσως ανάμεσα στις γουρουνότριχες των μαλλιών του μια ολόκληρη αποικία από ζωύφια ξύπνησε ταραγμένη και καμπόσες παραστρατημένες ψείρες βγήκαν από το χείλος του κράνους του. Βιαστικά εξαφανίστηκαν ξανά πίσω στη ζεστή και μυρωδάτη τους φωλιά, καθώς ο καλικάντζαρος έκανε διστακτικά:

 

-Καλά λιες, αλλά δεν ιέχουμι κουρίτσα ιδώ. Αθρωποκόριτσα. Μόνου καλικαντζαρίνις.

 

-Α, όχι, δε θέλω κορίτσια, είπε ο Κόμπες παίζοντας και το τρίτο του χαρτί. Θέλω… να, πώς να στο πω… Θέλω να παίξω ζάρια.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Η.

 

Ως γνωστόν, οι καλικάντζαροι δε φημίζονται για την πονοψυχιά τους. Για την ακρίβεια δε φημίζονται για τίποτε παρά μόνο για την ικανότητά τους να σφάζουν άτσαλα και κλέβουν ασύστολα. Αλλά μια πρόσκληση σε μια παρτίδα μπαρμπούτι είναι κάτι που κανένας καλικάντζαρος δε μπορεί να αρνηθεί, άσε που είναι σίγουρος ότι θα κερδίσει. Έτσι μέσα σε ελάχιστες στιγμές, ο Κόμπες βρέθηκε λυμμένος από τα δεσμά του και καθισμένος πάνω σε κάτι αηδιαστικό, που ίσως στο παρελθόν να υπήρξε βελέντζα, μέσα στην εξίσου αηδιαστική σκηνή του αρχηγού των καλικαντζάρων. Απ’ έξω οι υπόλοιποι ακόνιζαν μαχαίρια για να τον σφάξουν, μουρμουρίζοντας τραγουδάκια –απαίσιος ήχος- κι ανακατεύοντας βρώμιο νερό και σάπια λαχανικά σε άπλυτα καζάνια.

 

-Ρίχνου πρώτους, είπε ο τελευταίος. Ου ν(νι)ικιτής στα πέντι πιχν(νι)ίδια.

 

-Μισό λεπτό. Τι θα παίξουμε;

 

-Μπαρμπούτ’ δεν είπις;

 

-Εννοώ τι θα ποντάρουμε;

 

-Τι θες να πουντάρ’ς;

 

-Εμμμμ… την ελευθερία μου;

 

-Για κ’τους ψά’εις;

 

-Καλά τότε. Όχι την ελευθερία μου. Θέλω… Τα λεφτά μου πίσω.

 

-Τα λιεφτά; Τι να τα κάν’ς τα λιεφτά άμα τα κουρδώσ’ς;

 

-Α, δεν παίζω για τα λεφτά. Παίζω για τη χαρά του παιχνιδιού.

 

-Ιντάξ’. Αλλά άμα χασ’ς θα σου κόψου του πουλ(λι)ί, και θα του φάμι παριούλα, ιεγώ κι ισύ. Μι αυγά.

 

Ο Κόμπες ένιωσε ξαφνικά μια μικρή αμφιβολία για τις μαγικές ικανότητες του Ζαριού. Ήξερε ότι ήταν δεμένο με το μυαλό του κι ότι όσο ήθελε να κερδίζει θα κέρδιζε. Ξεροκατάπιε, στραβώνοντας τα χείλια, αλλά δεν αρνήθηκε το στοίχημα.

 

Κρακ! έσπασε το Ζάρι μέσα σε ένα ρυπαρό ξύλινο πιάτο. Τέσσερα για τον Κόμπες. Κακή ζαριά, ειδικά όταν μιλάμε για τα κλασσικά ζάρια που έχουν δώδεκα πλευρές. Ο αρχηγός χαμογέλασε –απαίσιο θέαμα- και έπαιξε το Ζάρι, τούκου-τούκου-τούκου, στην τεράστια χούφτα του.

 

Κρακ! Τρία.

 

Ο καλικάντζαρος στραβομουτσούνιασε.

 

-Παίζεις και τον Ανεμόμυλο; Είπε ο κλέφτης.

 

-Πάει. Αλλά για πες, τι ‘ν’ τούτου του μαραφέτ’;

 

-Α, τίποτα σπουδαίο. Μου το χάρισε μια κοπελιά στο χωριό μου, όταν ήμουνα μικρός. Έτρωγα φακές μια μέρα και…

 

Ο καλικάντζαρος ανατρίχιασε σύγκρομος.

 

-Φακιές. Φακιές. Πώς τα τρώτι ισείς οι αθρώπ’ αυτά τα σκατουλ(λι)ίδια; Θα ξιράσου, μα τα ψαχνά του βουδιού.

 

-Γιατί, δεν τρώτε όσπρια;

 

-Φασούλια, ρουβύθια ιντάξ’. Αλλά φακιές ουόχι. Πουτέ. Είν(νι)ι σαν τα κακά απ’ τις γίδις.

 

-Τέλος πάντων παίζεις τον Ανεμόμυλο;

 

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

 

Κρακ! ξανάσπασε το Ζάρι μέσα στο πιάτο. Εφτά. Δύσκολα τα πράγματα για τον καλικάντζαρο. Σειρά του να ρίξει. Το έπαιξε στη χούφτα του, τούκου-τούκου-τούκου, για κάμποση ώρα κι ύστερα με μια κοφτή κίνηση, κρακ! έφερε πέντε.

 

Ο αρχηγός ξεφύσηξε και η μυρωδιά του σκόρδου και του ψημένου συκωτιού έφτασε ως τη μύτη του Κόμπες, μαζί με μια απροσδιόριστη δυσωδία προβληματικής οδοντοστοιχίας.

 

-Τυχηρός είσι.

 

-Ε, το κατά δύναμη. Τι παίζουμε τώρα;

 

-Ιεγώ θέλού ουότι σ’ ζήτησα. Του πουλ(λι)ί σ’ ουμελιέτα. Κι να φας κι ισύ.

 

-Εγώ θέλω… το πουγκί μου, το παγούρι μου γεμάτο νερό και το παστό μου κρέας.

 

-Χάιντε, μπρε. Του πουγκί κι του παγούρι σ’.

 

-Και το παστό.

 

-Κι του παστό, ιντάξ’.

 

Κρακ! Έξι. Τούκου-τούκου-τούκου, κρακ! Άσσος.

 

Ο καλικάντζαρος άρχισε να την ψυλλιάζεται, αλλά δε μπορούσε να αποδείξει τίποτα. Πήρε το Ζάρι στα χέρια του, το στριφογύρισε να το δει καλά, το ζύγισε στο χέρι του, μήπως ήταν βαρύτερο από κάποια μεριά, αλλά δε μπόρεσε να βρει κάτι επιλήψιμο. Ο Κόμπες τον περίμενε υπομονετικά, άλλωστε με αυτά τα πλάσματα πρέπει κανείς να έχει υπομονή.

 

-Τρίτους γύρους;

 

-Πάει. Θέλω το σπαθί μου και το στιλέτο μου.

 

Κρακ! Δέκα. Τούκου-τούκου-τούκου, κρακ! Οχτώ.

 

Ο κλέφτης έπιασε με την άκρη του ματιού του μια νευρική κίνηση του αρχηγού. Κάτι σαν τικ, που έκανε το δεξί του αυτί να κουνιέται σπασμωδικά.

 

-Το Ζάρι μου.

 

-Πάει.

 

Κρακ! Έντεκα. Τούκου-τούκου-τούκου, κρακ! Δύο.

 

Ο καλικάντζαρος άρχισε να κουνάει νευρικά το πόδι του. Κοίταξε τον Κόμπες με μάτια που πέταγαν φλόγες.

 

-Δε μ’ λιες, μήπους σκαρών’ς καννιά μηχαν(νι)ή;

 

-Όχι, καλέ. Να σε θάψω…

 

Ο άλλος δεν πείστηκε. Λογικό, αν και η έννοια του λογικού δεν έχει καμμία απολύτως σχέση με τις σκέψεις ενός καλικάντζαρου.

 

-Τελευταίο παιχνίδι. Θέλω να με αφήσεις να μπω στο νεκροταφείο.

 

Ο άλλος δεν φάνηκε να ευχαριστιέται αυτό το τελευταίο στοίχημα. Όμως ο τζόγος τον είχε ήδη κάνει να λυσσάει. Τον έτρωγε το χέρι του να κάνει αυτόν τον αυθάδικο ανθρωπάκο να χάσει.

 

-Πάει.

 

Κρακ! Τρία. Ζόρικα πράγματα για τον Κόμπες. Πήρε μια έκφραση όσο κοντινότερη στο φόβο μπορούσε να υποκριθεί. Ο αρχηγός έβγαλε ένα θριαμβευτικό «Χα!», εκτοξεύοντας πάλι τη σκορδίλα κατά ριπές. Πήρε το Ζάρι με μεγάλη αυτοπεποίθηση, το έπαιξε στη χούφτα του κάμποση ώρα, τούκου-τούκου-τούκου και με περίσσιο ενθουσιασμό κρακ! ξανάφερε δύο.

 

Ένας απαράδεκτος συνδυασμός ουρλιαχτού, γρυλλίσματος και μουγκρητού ξέφυγε από το στήθος του αρχηγού των καλικαντζάρων. Το πιάτο με το Ζάρι τραντάχτηκε από τον ήχο, μαζί κι ολόκληρη η κουρελιάρα σκηνή. Απ’ έξω, οι σύντροφοί του τινάχτηκαν επάνω κι απάντησαν με όμοιους ήχους. Καμμιά δεκαριά από αυτούς μπούκαραν στη σκηνή έτοιμοι να περάσουν τον Κόμπες από λεπίδι κι ύστερα από ένα ελαφρύ τηγάνισμα, αλλά ο τερατώδης αρχηγός τους τούς είχε προλάβει. Το χέρι του, ίσο στο μέγεθος με κουπί πολεμικού πλοίου, έσφιγγε με μανία το λαιμό του κλέφτη, σηκώνοντάς τον ένα μπόι ψηλά στον αέρα.

 

-Κλ(λι)έβ’ς!

 

-Όχι… είπε ο Κόμπες.

 

Οι λέξεις έβγαιναν από το λαιμό του σα ρόγχος. Τα πόδια του κλωτσούσαν κενό αέρα και μια απαλή σαν πουπουλένιο σύννεφο σκοτοδίνη είχε αρχίσει να σχηματίζεται γύρω του. Πάλεψε με τον εαυτό του και την ασφυξία και μπόρεσε να πει ακόμη τρεις λέξεις.

 

-Δοκίμασε… με… άλλον…

 

Ο καλικάντζαρος τον άφησε να πέσει κάτω.

 

-Τι; Έγρουξε.

 

Ο κλέφτης έβηξε να οξυγονωθεί ο εγκέφαλός του κι ύστερα έκανε μισοκακόμοιρα:

 

-Αν νομίζεις ότι κλέβω παίξε με κάποιον άλλον ή άσε με να παίξω εγώ με κάποιον άλλον. Θα δεις ότι ήταν εντελώς τυχαίο.

 

Ο άλλος προσπάθησε να το σκεφτεί, αλλά δεν τα κατάφερε.

 

-Μι δουλ(λι)εύ’ς;

 

-Φυσικά και όχι. Στο κάτω-κάτω, θα με φάτε έτσι κι αλλιώς. Δεν έχω να κερδίσω τίποτε. Μόνο τη χαρά του παιχνιδιού.

 

Οι υπόλοιποι καλικάντζαροι άρχισαν να γρυλλίζουν και να ρεύονται, υποστηρίζοντας την ιδέα του Κόμπες. Όχι ότι τους έπεισε, αλλά η προοπτική να μπουν κι αυτοί στο παιχνίδι ήταν ό,τι ονειρευόταν ο καθένας τους ξεχωριστά για τον εαυτό του.

 

-Σκασμός, ζαγάρια! Τους επανέφερε στην τάξη ο αρχηγός τους. Ισύ, ου άσχημους, ιέλα διω.

 

Ο Κόμπες αναρωτήθηκε αν η έκφραση άσχημος είχε κανένα νόημα σ’ αυτόν τον καταυλισμό, αλλά δε μίλησε, κρατώντας μια μάλλον διπλωματική στάση. Ο… άσχημος πλησίασε τον αρχηγό του τρίβοντας τα χέρια του.

 

Την επόμενη ώρα, το μπαρμπούτι έδινε κι έπαιρνε. Έπαιξε πρώτα ο αρχηγός με τον άσχημο, έπειτα ο Κόμπες με τον άσχημο, μετά ήρθε δεύτερος άσχημος που έπαιξε πρώτα με τον Κόμπες (που επεδίωξε να χάσει) κι ύστερα με τον αρχηγό και τέλος ο πρώτος κι ο δεύτερος άσχημος έπαιξαν μεταξύ τους. Διαφόρων ειδών αντικείμενα και αγγαρείες άλλαξαν κάτοχο μέσα σ’ αυτά τα πέντε παιχνίδια, με τους νικητές να εναλλάσσονται ακανόνιστα από παιχνίδι σε παιχνίδι κι από αντίπαλο σε αντίπαλο. Στο τελευταίο παιχνίδι, ο πρώτος άσχημος κέρδισε όπως κι ο Κόμπες την πρώτη φορά: με πέντε-μηδέν.

 

-Είδες που σου έλεγα την αλήθεια; Έκανε ο κλέφτης στον αρχηγό.

 

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι με θαυμασμό.

 

-Μπρε, μπρε, μπρε, για διες κάτι πράμματα. Κι ιγώ να μη σι πιστέψου μπρε τζιγιέρι μ’. Είσι τίμιους τζογαδόρους τιλ(λι)ικά.

 

-Μα φυσικά. Με παρεξήγησες, αλλά δεν πειράζει. Γίνονται αυτά. Δε μου δίνεις τα πράγματά μου τώρα να πηγαίνω;

 

Οι καλικάντζαροι έχουν όλα τα κακά του κόσμου επάνω τους. Είναι ανόητοι, βάρβαροι, βρωμιάρηδες, μπεκρήδες, τζογαδόροι, κλέφτες και μερικοί από αυτούς έχουν και αιμορροΐδες. Για ένα όμως πράγμα δε μπορείς να τους κατηγορήσεις, ότι δεν πληρώνουν τα χρέη τους στα ζάρια, τις εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις που χάνουν. Έτσι ο Κόμπες ήταν σίγουρος ότι ο αρχηγός θα κρατούσε το λόγο του και του επέστρεφε τα πράγματά του, αφήνοντάς τον να μπει στο νεκροταφείο. Δεν υπολόγισε όμως τη λύσσα του άλλου να ρεφάρει τη χασούρα.

 

-Παίζεις μια τελ(λι)ευταία ριξά; Ούλα ή τίπ’τις;

 

-Όλα μου τα πράγματα;

 

-Κι του πουλ(λι)ί σ’. Μη ξιχνιόμαστι.

 

-Κι εγώ τι κερδίζω;

 

-Τι θιες;

 

Ο Κόμπες σκέφτηκε για λίγο. Αυτήν την προοπτική, ενός τελευταίου παιχνιδιού δεν την είχε σκεφτεί. Αναρωτήθηκε τι θα μπορούσε να πάρει από τον καλικάντζαρο που να είχε κάποια χρηστική αξία για τον ίδιο ή για τον Πετρεξού. Κι όπως σκεφτόταν, θυμήθηκε τα λόγια του Πικολίνου: «Είναι δεμένοι με την πύλη με μια περίεργη κατάρα, για την οποία κανείς δεν ξέρει τίποτε εκτός από τους ίδιους τους καλικάντζαρους. Φαίνεται ότι είναι κάτι φρικτό, γιατί κανείς εδώ και μερικούς αιώνες δεν έχει καταφέρει να τους κάνει να την πουν». Πήρε την απόφασή του.

 

-Θέλω να μου πεις ποιος και για ποιο λόγο σας έχει δέσει με την πύλη του νεκροταφείου.

 

Σιωπή έπεσε στην ομήγυρη. Οι καλικάντζαροι κοίταξαν τον αρχηγό τους με τρόμο, κατακόκκινοι από ντροπή, ενθυμούμενοι εκείνην την αποφράδα μέρα. Ο αρχηγός ξερόβηξε αμήχανα, έξυσε το κεφάλι του προκαλώντας μια δεύτερη αναταραχή στους πληθυσμούς των ζωυφίων που φιλοξενούσε εκεί κι είπε διστακτικά:

 

-Να σ’ δώσου την κουκώνα μ’ τη βυζαρού που πουλ(λι)ύ την κάνου κέφ’;

 

-Τι να την κάνω;

 

-Ε, αντρούκλα είσι, κάτ’ θα βρεις να της σκαρώσ’ς. Ου Δρακουαφέντ’ς βρήκι κάτ’ να σκαρώσ’ σι μια κόκκιν(νι)η δράκινα κι δε θα βρεις ισύ, που σ’ αρέσ’ του μπαρμπούτ’;

 

-Πώς το πες αυτό; Ο Δρακοαφέντης πήγε με μια κόκκινη δράκαινα; Μα ο Δρακοαφέντης είναι μπλε, δε μπορεί να πάει με κόκκινες, που το απαγορεύουν οι νόμοι των Αρχαίων Δράκων.

 

-Άι, κρυφά πήγι. Κι της σκάρωσι κι ιένα μπαστάρδ’.

 

-Πότε έγινε αυτό;

 

-Κουτσουμπόλ(λι)η! Ούλα θιες να τα ξερ’ς! Είν(νι)ι χρουόνια. Μπουρεί τριάντα, μπουρεί σαράντα.

 

Άλλη μια νοερή σημείωση για τον Πετρεξού. «Μόνο τα παρελκόμενα αυτής της αποστολής θα με κάνουν αρκετά χρυσά πλουσιότερο,» σκέφτηκε ο Κόμπες.

 

-Τέλως πάντων, δε θέλω την κοκώνα σου. Δε μπορώ να πάω με καλικαντζαρίνα, θα μου πέσουν τα δόντια.

 

-Να σ’ δώσου τότενες ιένα τσουβάλ(λι)ι λ(λι)ίρις της Καπιρν(νι)ιφλόρας;

 

-Α πα πα. Πού να το κουβαλάω μες τους τάφους…

 

-Ιπιμέν’ς για το…;

 

-Επιμένω.

 

Ο αρχηγός ξεφύσηξε κοιτώντας το Ζάρι που τόση ώρα χουζούρευε πάνω στο ξύλινο πιάτο.

 

Ο Κόμπες έπαιξε και το τελευταίο του χαρτί.

 

-Και για να το κάνω πιο ενδιαφέρον, δε θα παίξουμε ποιος θα φέρει ζαριά πιο κοντά στο δώδεκα, αλλά θα ποντάρω ακριβώς στο νούμερο που θα ‘ρθει.

 

Ένας αέρας ανακούφισης πλανήθηκε στο καλικαντζαρέικο. Φυσικά και δεν πέρασε από κανενός το μυαλό ότι ο κλέφτης είχε πολύ, πάρα πολύ μεγάλη πίστη στην ζαριά του, ώστε να παίξει τη ζωή του και το πουλ(λι)ί του για να μάθει το μεγάλο μυστικό τους.

 

-Χάιντε. Νιώθου τυχηρός. Πάει.

 

-Ρίξε εσύ. Παίζω το οχτώ.

 

Ο αρχηγός των καλικαντζάρων πήρε το Ζάρι στη χούφτα του και μέσα σε απόλυτη σιγή το έπαιξε για λίγο και το έσπασε στο πιάτο.

 

Και φυσικά ο Κόμπες χαμογελούσε πριν δει το αποτέλεσμα.

 

Μόνο ο αρχηγός των καλικαντζάρων τόλμησε να πάει μαζί του στην πύλη του νεκροταφείου. Όλοι οι υπόλοιποι είχαν χωθεί σε σκηνές και λάκκους να κρύψουν την ντροπή τους, δαγκώνοντας τα δάχτυλά τους να μην κλάψουν. Ο Κόμπες ήταν πολύ ευδιάθετος, αλλά προσπαθούσε να μην το δείχνει, έτσι, από σεβασμό στον καημό τους. Φτάνοντας στην πύλη, ο αρχηγός έσκυψε και του ψιθύρισε στ’ αυτί την αιτία της κατάρας που κουβαλούσε μέσα του τόσους αιώνες. Ο άλλος γούρλωσε τα μάτια, μην μπορώντας να πιστέψει στ’ αυτιά του.

 

Ο καλικάντζαρος έβαλε τα χεριά του μέσα στο λυωμένο μεταβαλλόμενο χαλκό. Ένα άνοιγμα γεννήθηκε από το τίποτα λίγους πόντους πιο κάτω κι ο κλέφτης γλίστρησε μέσα στην κοιλάδα του νεκροταφείου, έτοιμος να αντιμετωπίσει το άγνωστο.

 

reason for edit: Ανακολουθία με τα παρακάτω, ο Δρακοαφέντης πρέπει να είναι μπλε.

Edited by naroualis

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Θ.

 

Το φαράγγι του νεκροταφείου ήταν ακριβώς όπως όλα τα υπόλοιπα φαράγγια του κόσμου, δηλαδή στενό κι απότομο, σα μαχαιριά στα σωθικά της γης. Τα τοιχώματά του άστραφταν στο φως του μεσημεριανού ήλιου. Το λευκό μάρμαρο, λειασμένο από τα στοιχεία της φύσης είχε την όψη ενός λευκού, απέραντου καθρέφτη. Ο Κόμπες στάθηκε, ήπιε λίγο νερό, μασούλησε μια μπουκιά παστό και προσπάθησε να κάνει το πλάνο του υπολοίπου της ημέρας.

 

Είχε δύο επιλογές. Μπορούσε να μείνει εκεί, στην είσοδο του φαραγγιού ως το επόμενο πρωί, να ξεκουραστεί και να πάρει δυνάμεις, έχοντας κατά νου ότι δεν ήταν και το πιο ασφαλές μέρος του κόσμου. Ή μπορούσε να συνεχίσει, την πορεία του, διακινδυνεύοντας όμως να τον βρει το βράδυ όσο ήταν μέσα στον τάφο του μάγου, προσπαθώντας να κλέψει το φιαλίδιο με την Ανάσα της Φραγκόκοτας.

 

Έφερε στο μυαλό του τις οδηγίες του Πετρεξού και τις αντιπαρέβαλε με τις πληροφορίες που του είχε δώσει ο Πικολίνος στη Θαγγηλεία. Πάνω κάτω συμφωνούσαν, όσον αφορά τη διαδρομή καθώς και το πώς θα αντιμετώπιζε τα πλάσματα που θα συναντούσε. Όμως η φύση των πλασμάτων αυτών δεν ήταν ακριβώς ξεκάθαρη. Ο Πετρεξού υποστήριζε ότι επρόκειτο για βαμπίρια. «Αν δεν είχες σπάσει την Πέτρα Αλλαγής Σαρκικής Γεύσης, θα σου φαινόταν πολύ χρήσιμη, όταν θα προσπαθήσουν να σου μασήσουν την καρωτίδα,» είχε πει πικρόχολα. «Τώρα το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το παίξεις αδιάφορος και να φας λίγο βρωμόχορτο, μήπως και τα ενοχλήσει η μυρωδιά.» Ο Πικολίνος με τη σειρά του μιλούσε για ηχοφαντάσματα. «Τα τραβάει η ανθρώπινη μυρωδιά. Αν δεν έχεις συναντήσει άλλους ανθρώπους για μια-δυο μέρες, η μυρωδιά σου θα ξεθυμάνει κάπως. Για καλό και για κακό, μάσα λίγο βρωμόχορτο, όχι ότι θα κάνει πολλά πράγματα, αλλά έτσι, για να μη λες ότι δεν προσπάθησες.»

 

Κανείς από τους δύο δεν είχε αναφέρει τίποτε για την ώρα της ημέρας που τα βαμπίρια ή τα ηχοφαντάσματα βγαίνουν να κάνουν το σουλάτσο τους. Ο Κόμπες το ζύγισε λίγο ακόμη στο μυαλό του. Αν είχε να κάνει με ζώα, θα ήξερε ότι κατά πάσα πιθανότητα θα έβγαιναν το απογευματάκι για κυνήγι, οπότε το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μείνει εκεί και να ξεκινήσει το πρωί. Αλλά με τα υπερφυσικά πλάσματα δε μπορούσε να ξέρει.

 

Αναμνήσεις από παράδοξα όντα με παράδοξες για τους ανθρώπους συνήθειες έκαναν μια περατζάδα από το μυαλό του. Στο Ζουμζερί, όπου οι Πηγές της Μαγγανείας τραβούσαν σα μαγνήτης κάθε έκφανση του υπερφυσικού, είχε κάνει πολλές γνωριμίες με το άγνωστο. Ακόμη κι αν δεν είχε αυτή τη μόνιμη συνεργασία με τον Πετρεξού, η ταβέρνα της Ινολίκ ήταν χτισμένη πάνω σε ένα από τα υπόγεια ποτάμια, φορτωμένα με μαγική ενέργεια, που κατέληγαν στις Πηγές, στο Πετρωμένο Άλσος. Μάγοι και γητευτές της Γερουσίας της πόλης είχαν στήσει γύρω από τις Πηγές ένα πολύπλοκο δίχτυ από ξόρκια και μαγγανείες, για να μη διαρρεύσουν τα μυστικά των υπόγειων ποταμών στους εχθρούς του Ζουμζερί, όμως τίποτε δε σταματούσε διάφορα ακατονόμαστα πλάσματα να συρρέουν στην κοιλάδα του ποταμού Σογκούλ και ως εκ τούτου να έχουν ατυχείς συναντήσεις με τον Κόμπες.

 

Τελικά πήρε την απόφασή του. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, ή μάλλον και τα δυο μαζί. Θα κατασκήνωνε για βράδυ έξω από τα τείχη της πόλης και το πρωί θα πήγαινε για το νεκροταφείο. Έβγαλε τις μπότες του («καταραμένο γουναρικό και πούστη Πετρεξού,» καιρό είχε να βρίσει και το καταφχαριστήθηκε) και ξεκουράστηκε για μια ωρίτσα. Ύστερα, έβγαλε από το πουγκί του δυο-τρία ξερά φυλλαράκια βρωμόχορτο, τα μούλιασε σε λίγο νερό και τα μάσησε βιαστικά, ίσως και με κάποια αηδία.

 

Διέσχισε το φαράγγι περπατώντας πολύ προσεκτικά, σιωπηλός σαν αίλουρος που παραμονεύει. Οι γούνινες μπότες, που τόσες βλαστήμιες είχαν υπομείνει όλες αυτές τις μέρες, δεν του κράτησαν κακία και έκαναν τη δουλειά τους: ούτε ένα χαλικάκι δεν διαμαρτυρήθηκε κάτω από την απαλή τους πίεση. Ο ήλιος ήθελε ακόμη πολύ ώρα να δύσει και το φως έφτανε με την ανάκλαση ως το βάθος του φαραγγιού. Μεγάλοι ογκόλιθοι μπλόκαραν πού και πού το μονοπάτι, αλλά για τον Κόμπες δεν ήταν τίποτε σπουδαίο.

 

Ξαφνικά το φαράγγι άρχισε να φαρδαίνει και σύντομα έδωσε τη θέση του σε μια μακρόστενη δασωμένη κοιλάδα, που έμοιαζε πολύ με την κοιλάδα του Ζουμζερί. Ένα ήσυχο ποταμάκι τη διέσχιζε και χανόταν κάπου προς τα δεξιά, κάτω από ένα σύμπλεγμα βράχων, που αποτελούσε μέρος των τοιχωμάτων του φαραγγιού. Ο κλέφτης ένιωσε πιο άνετα. Στα στενά, το κάθε κακόβουλο πλάσμα θα μπορούσε να του επιτεθεί χωρίς εκείνος να μπορέσει να αντιδράσει. Η κοιλάδα, πέρα από τα δέντρα που παρείχαν μια κάποια κάλυψη, του έδινε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει το σπαθί του με μεγαλύτερη άνεση και κατά συνέπεια και με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

 

Από το σημείο που στεκόταν είχε θέα σε ένα μικρό μόνο μέρος της κοιλάδας. Τα δέντρα, κυρίως ιτιές και πλατάνια, έφταναν σε μεγάλο ύψος και τον εμπόδιζαν να δει παραπέρα. Στο βάθος της κοιλάδας, πίσω από τα δέντρα, ξεχώριζαν οι μυτερές σκεπές κάποιων μισογκρεμισμένων κτιρίων. Ο Κόμπες υπέθεσε ότι αυτή θα ήταν η αρχαία πόλη, της οποίας το νεκροταφείο έψαχνε. Χάραξε την πορεία του με στόχο να φτάσει εκεί πριν νυχτώσει.

 

Συνέχισε να περπατάει αθόρυβα, με άπειρη προσοχή. Ο Πετρεξού αλλά και ο Πικολίνος είχαν προσπεράσει αδιάφορα τους κινδύνους μέχρι αυτό το σημείο του ταξιδιού. Αυτό μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα: σκουροπράσινα τέρατα και τζογαδόροι καλικάντζαροι δεν ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι τον περίμενε από δω κι εμπρός. Για καλό και για καλό τράβηξε το στιλέτο από τη ζώνη του.

 

Είχε την εντύπωση ότι ήταν το μόνο ζωντανό πράγμα στην κοιλάδα, αν εξαιρέσει κανείς τα φυτά. Η ησυχία ήταν βαριά σαν ταφόπλακα. Ούτε κελάηδισμα πουλιών, ούτε κραυγές ζώων, ούτε βούισμα εντόμων συνόδευε τους ήχους των φύλλων και του ποταμού. Υπήρχε μια υπόνοια σε κάποιο από τα χειρόγραφα του Πετρεξού ότι τα πλάσματα στην κοιλάδα ήταν βουβά, αλλά κανείς δεν ήξερε γιατί. «Και τι με νοιάζει εμένα;» Καλύτερα. Θα μπορούσε έτσι να ξεχωρίσει ευκολότερα κάποιο κακόβουλο αερικό να πλησιάζει.

 

Δεν είχε διασχίσει ούτε τη μισή απόσταση, όταν με την άκρη του ματιού του είδε κάτι λευκό να λάμπει στιγμιαία στ’ αριστερά του, ανάμεσα στα φυλλώματα. Κοκκάλωσε στη θέση του, αλλά η λάμψη δεν επαναλήφθηκε. Έκανε μερικά βήματα ακόμα, πιο σιωπηλός κι από φίδι που κοιμάται, πιο προσεκτικός κι από λαγό κοντά σε φωλιά αλεπούς. Έπιασε άλλη μια φευγαλέα κίνηση, στα όρια του οπτικού του πεδίου αυτή τη φορά στα δεξιά του, αλλά δε σταμάτησε. Ήταν περικυκλωμένος; Δε μπορούσε να ξέρει. Υπέθετε όμως ότι δεν έπρεπε να ήταν μόνο ένα πλάσμα.

 

Λίγα βήματα ακόμη, άλλη μια υποψία λευκού, μια θολή εντύπωση από ένα πέπλο που σαλεύει στον αέρα. Περίπλοκες αντανακλάσεις εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν ταχύτατα στην επιφάνεια του νερού που κυλούσε όχι μακρυά του. Αν ήταν λίμνη ίσως μπορούσε να ξεχωρίσει το σχήμα του πλάσματος, αλλά το κινούμενο νερό του ποταμού δεν άφηνε περιθώρια για ξεκάθαρους κατοπτρισμούς. Ένιωσε την ανησυχία του να γίνεται κρύος ιδρώτας. Οι φευγαλέες εικόνες των πλασμάτων έγιναν πιο συχνές, αλλά εξακολουθούσαν να κρατούν λιγότερο από μια στιγμή, λιγότερο κι από το ανοιγοκλείσιμο του ματιού. Ο Κόμπες ένιωσε τα πόδια του μέσα στις μπότες να κρυώνουν, τα δάχτυλα των χεριών του να γίνονται δύσκαμπτα γύρω από τη λαβή του στιλέτου.

 

Ένας περίεργος ήχος ήρθε να προστεθεί στις αιτίες του φόβου του. Μια λέξη μόνο, δύο συλλαβές, μια μυστηριακή φωνή, ίδια με εκείνες που ακούει κανείς στη φάση ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο. Δύο συλλαβές, η πρώτη ειπωμένη αργά, συρτά, σαν αντίλαλος, η δεύτερη κοφτά, σα καμτσικιά. Μια λέξη, που φάνταζε να απευθύνεται μόνο στα δικά του αυτιά, «Κόοοοοοοοο-μπες», το όνομά του. Μια ονειρική κατάσταση, φευγαλέες εικόνες, φευγαλέοι ήχοι, στραφταλίσματα του φωτός στο νερό, παιχνίδια με τα φύλλα, μια αντανάκλαση από κάτι λαμπερό στη λάμα του στιλέτου, «Κόοοοοοοοο-μπες», «Κόοοοοοοοο-μπες», «Κόοοοοοοοο-μπες»…

 

-Ποιος είναι εκεί; Τόλμησε να φωνάξει.

 

Και βρέθηκε να κοιτάζει κατάματα τα πιο λευκά πλάσματα του κόσμου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Αναρωτιέμαι αν οι κατάρες του Κόμπε θα πιάσουν ποτέ τον Πετρεξού.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Να μια καλή ιδέα για το τρίτο επεισόδιο, όπου θα εμφανίζεται και η Μέρσα, η κοπελιά του Πετρεξού! Είχα κολλήσει Month, ευχαριστώ, σου χρωστάω μία.

 

(Πάντως είναι φιλαράκια οι δυο τους. Δε νομίζω ότι ο Κόμπες τα εννοεί αυτά που λέει. Ή τουλάχιστον όλα όσα λέει...)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

(Όπου ένας κακός υπολογισμός την υποδοχή ενός μαγικού αντικειμένου αναγκάζει τον Πετρεξού να δει μια άλλη όψη της προσωπικότητάς του και τον Κόμπες να θυμηθεί παλιές καλές εποχές και έναν παλιό, εχμ, γνωστό. Είδε κανείς το πατσαβούρι της Ινολίκ; Ή μήπως τη Μέρσα; Ποιος είναι ο τύπος που σφυρίζει; Και γιατί οι ντομάτες σάλτσας είναι πάντα πιο σκληρές από τις ντομάτες σαλάτας;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Ι.

 

Ήταν τέσσερα ανθρωπόμορφα πλάσματα. Έμοιαζαν με θηλυκά, αλλά τουλάχιστον το ένα ήταν αρσενικό. Ήταν ολόλευκα, από τα μακρυά, ίσια μαλλιά και τα μάτια χωρίς κόρες, ως τα πέπλα που κάλυπταν το σώμα τους. Το δέρμα τους ήταν τόσο λεπτό που έμοιαζε διάφανο. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν λεπτότερα από της πιο ντελικάτης πριγκίπισσας, θύμιζαν τις μορφές στα πορσελάνινα πιάτα του Σογκούλ. Τα πέπλα τους ήταν το πιο περίεργο ρούχο που είχε δει ποτέ του: εφαρμοστά στο λαιμό, τον κάλυπταν τελείως ως τη βάση του κρανίου, κι από κει και κάτω φαρδιά, αέρινα, με δική τους κίνηση που δεν υπάκουε στις ριπές του ανέμου και μακρυά, άφηναν να φαίνονται μόνο οι άκρες των δαχτύλων των χεριών. Δε μπορούσε να δει τα πόδια των πλασμάτων, όμως οι άκρες των πέπλων τους κρέμονταν μισό μέτρο πάνω από το έδαφος, σαλεύοντας αιθέρια. Ανέδυαν μια απαλή, γλυκερή μυρωδιά, σαν αίμα ξεραμένο από χρόνια.

 

«Φοβάσαι, Κόμπες;» Ο κλέφτης τρόμαξε, καθώς αυτές οι σκέψεις δεν ήταν δικές του. Κοίταξε τα πλάσματα ένα-ένα, αλλά κανένα τους δεν έδειξε να έχει μιλήσει ή να έχει διάθεση να μιλήσει.

 

-Μιλήστε με φωνή, τόλμησε να αρθρώσει. Αφήστε το κεφάλι μου ήσυχο.

 

«Έχεις ακούσει ποτέ ηχοφάντασμα να μιλάει;» έκανε η ξένη σκέψη μέσα στο κεφάλι του.

 

-Τα ηχοφαντάσματα είναι πολύχρωμα και μυρίζουν βανίλια. Κι όταν κάποιος μιλάει μπροστά τους καταπίνουν τον ήχο για να τραφούν.

 

Ένα κύμα θυμηδίας πλημμύρισε το μυαλό του. Τα πλάσματα γελούσαν.

 

«Επίσης είναι πολύ ερωτιάρικα και δεν αρνούνται να χαρίσουν λίγες στιγμές ηδονής σε οποιονδήποτε.»

 

Μια υποψία πέρασε από το νου του κλέφτη.

 

-Ακόμη κι ένα βαμπίρο;

 

Δεύτερο κύμα θυμηδίας, ανάμεικτο με μια δόση εκτίμησης.

 

«Έξυπνος θνητός. Αταίριαστα έξυπνος για τη σωματική του διάπλαση. Ω, και, η τυχερή μας μητέρα… Αξιώθηκε να απολαύσει έναν λευκό βαμπίρο. Κι εκείνος πριν την κάνει κτήμα του, της επέτρεψε να μας φέρει στον κόσμο.»

 

-Να την κάνει κτήμα του; Νόμιζα ότι τα βαμπίρια δεν τρώνε ηχοφαντάσματα.

 

«Είναι κάτι που οδήγησε και τους δυο τους σε μια ανώτερη σφαίρα ύπαρξης…»

 

Ο Κόμπες το σημείωσε νοερά στο μυαλό του για να το πει στον Πετρεξού. Ήταν μια πληροφορία που ο μάγος ίσως πλήρωνε καλά για να τη μάθει.

 

-Τι θέλετε από μένα; Έκανε τελικά.

 

«Κρίμα… Έξυπνος θνητός, αλλά όχι τόσο έξυπνος όσο θα έπρεπε. Δεν έχεις καταλάβει ακόμη, ανθρωπάκι; Δύο φύσεις πρέπει να ικανοποιηθούν, δύο πλάσματα στο ίδιο σώμα έχουν τις ίδιες ανάγκες με τους γεννήτορές τους…»

 

Ο άντρας δε μίλησε, δεν τόλμησε καν να σκεφτεί κάτι. Η θέση του ήταν δύσκολη, πιο δύσκολη κι απ’ όταν η μάνα τέρας ερχόταν καταπάνω του με τα δυο χιλιάδες δόντια της έτοιμα να τον ξεσκίσουν. Το βρωμόχορτο δεν έδειχνε να κάνει δουλειά κι ακόμη κι ο Πικολίνος δεν είχε προβλέψει μια τέτοια πιθανότητα.

 

Τα πλάσματα γελούσαν ακόμη, ή μάλλον δε γελούσαν, μειδιούσαν, διασκεδάζοντας με την κατάσταση. Τα άσπρα χωρίς κόρες μάτια τους έμοιαζαν καρφωμένα πάνω του με όλη την προσμονή δυο πεινασμένων φύσεων στο ίδιο σώμα. Ρώτησε ποια τελικά θα ήταν η τύχη του αλλά κανείς ήχος δε βγήκε από το στόμα του. Τα πλάσματα έκλεισαν τα μάτια τους κι ένα συναίσθημα απόλαυσης έφτασε ως αυτόν.

 

Είχαν αρχίσει. Πρώτα θα έτρωγαν τους ήχους των φωνητικών του χορδών, όσο εκείνος θα προσπαθούσε να μιλήσει, ύστερα, όταν θα κουραζόταν και θα σιωπούσε, έστω και μια στιγμή, θα έτρωγαν κάθε άλλο ήχο που θα έβγαινε από το σώμα του. Όταν κάποια στιγμή θα έφταναν να φάνε τους χτύπους της καρδιάς του, εκείνη θα σταματούσε και ο κλέφτης θα έπεφτε νεκρός, κοροϊδίστικα σκοτωμένος από τέσσερα μπασταρδεμένα ηχοφαντάσματα. Κι ύστερα, ευτυχώς αφού θα είχε πεθάνει, θα έπεφταν πάνω του να πιούν το αίμα του, ενώ ήταν ακόμη ζεστό.

 

Ο από μηχανής θεός δεν ήταν κάτι που ο Κόμπες είχε συνηθίσει. Το αντίθετο, η ζωή τον είχε μάθει να βασίζεται μόνο στις δικές του δυνάμεις κι όταν κάτι ήταν αναπόφευκτο, ήξερε ότι είχε κάνει ότι ήταν δυνατόν. Κι όμως δεύτερη φορά μέσα στην ίδια περιπέτεια, κάτι που έμοιαζε με από μηχανής θεό ήρθε για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση.

 

Ένα απίστευτα δυνατό φως τον τύλιξε, ένα φως αρκετά γνωστό αλλά όχι οικείο. Ήταν τόσο δυνατό που τον έκανε να ουρλιάξει από πόνο, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια του για να μην τυφλωθεί. Στ’ αυτιά που έφτασε μια γυναικεία φωνή, που δεν ξεπερνούσε τον ψίθυρο αλλά έμοιαζε να κρύβει μια υπεράνθρωπη δύναμη.

 

«Δικός μου,» είπε η φωνή. Ο Κόμπες τη γνώρισε μέσα στον πόνο του. Ήταν η Νταραντάε, η ονειρική γυναίκα που τον είχε σώσει στο δάσος με τις αγριελιές. Ουρλιαχτά μίσους γέμισαν το μυαλό του, τα ηχοφαντάσματα δεν παραιτούνταν έτσι εύκολα από την τροφή τους. «Δικός μου, είπα, κάντε πίσω…» ξανάπε η γυναίκα. Το φως δεν έλεγε να μειώσει την έντασή του, ο κλέφτης έφερε τα χέρια του στα μάτια μήπως μπορέσει να τα προστατέψει, αλλά μάταια.

 

Ένιωσε ένα απαλό, γυμνό σώμα ν’ αγγίζει το δικό του. Η Νταραντάε είχε κολλήσει την πλάτη της στο στήθος του, σκεπάζοντας τον με το φως της. Φαίνεται ότι αυτή η εκτυφλωτική λάμψη μπορούσε με κάποιο τρόπο να τον προστατέψει από τα ηχοφαντάσματα. Τα τέσσερα πλάσματα ούρλιαξαν πάλι νοερά, οι σκέψεις τους του τριβέλιζαν τα λογικά. «Κάνεις λάθος ιπτάμενη έρπουσα! Είναι δικός μας, σ’ αυτήν την κοιλάδα δεν έχει θέση η γενιά σου!» Το φως δυνάμωσε κι άλλο, τώρα μπορούσε να το νιώσει να του καίει τα ματοτσίνορα. «Το λάθος είναι δικό σας, που τα βάζετε μαζί μου! Δε βλέπετε ποια είμαι; Δε μπορείτε να το δείτε στο μυαλό μου;»

 

Για λίγες στιγμές ακόμη κι οι κραυγές των ηχοφαντασμάτων έπαψαν. Ήταν σαν να ‘χε κουφαθεί, σαν το τυρρανικό φως να είχε κάνει κακό και στην ακοή του. Κι ύστερα τέσσερις κραυγές, πραγματικές κραυγές κι όχι νοερές έσκισαν τον αέρα της κοιλάδας. Ακούστηκε ένας ήχος σαν πουφ! κι όλα έμοιασαν να ‘χουν αλλάξει.

 

Το φως έσβησε μονομιάς. Ο Κόμπες ένιωσε τα χέρια της Νταραντάε να τραβούν τα δικά του από τα μάτια του και παραξενεύτηκε που μπορούσε ακόμη να βλέπει. Τα μισοβαμπίρια-μισοηχοφαντάσματα είχαν εξαφανιστεί, προφανώς η γυναίκα ήταν πολύ πιο δυνατή από τα ίδια. «Μη φοβάσαι, η αύρα μου δε μπορεί να σου κάνει κακό, Μπες-Μπες…» Ξεροκατάπιε και την κοίταξε.

 

Ήταν όπως και την προηγούμενη φορά: ολόγυμνη και λαχταριστή. Τα μάτια της ήταν υγρά και γεμάτα ένα σωρό επιθυμίες. Τα χείλη της ήταν πιο κόκκινα κι από το πιο κόκκινο τριαντάφυλλο. Όπως τα χέρια του κατέβαιναν, σκάλωσαν σαν από μόνα τους στους γοφούς της κι ο Κόμπες ένιωσε μια τέτοια θέρμη σ’ όλο του το κορμί που φοβήθηκε ότι θα σταματήσει η καρδιά του.

 

-Είναι η δεύτερη φορά που μου σώζεις τη ζωή, έκανε.

 

«Θα σου σώσω τη ζωή όσες φορές χρειαστεί. Σου είπα, είναι το γραφτό μας. Μια μέρα θα βρεθείς ξαπλωμένος στις νυφικές σου γούνες κι ανάμεσά τους θα είμαι κρυμμένη εγώ…» Πέρασε τη γλώσσα της από τα χείλη της να υγρανθούν, ροζ και μυτερή και τραχιά σαν της γάτας, κι ο άντρας ένιωσε τον κόσμο να γυρίζει γύρω από το υπογάστριό του. «Και θα ‘ναι καλά, αχ, πόσο καλά… Γλυκά και τρυφερά στην αρχή, κι ύστερα σκληρά και άγρια και στο τέλος θα ουρλιάζουμε ενωμένοι για πάντα…» Τα χέρια του ψαχούλεψαν το μεταξένιο δέρμα των γοφών της, γλίστρησαν στους γλουτούς της, την ένιωσε ν’ ανατριχιάζει κι ανατρίχιασε κι ο ίδιος. «Αλλά όχι ακόμα; Όχι ακόμα;» Το αίμα σφυροκοπούσε στα μηνίγγια του, πάλευε να τρέξει ως εκείνο το σημείο όπου ήταν πιο χρήσιμο. Το χέρι της χώθηκε όπως και την προηγούμενη φορά κάτω από το χιτώνα του και τον άγγιξε φευγαλέα εκεί που ο Κόμπες πέθαινε να αγγιχτεί.

 

Μέσα στη ζάλη του ερεθισμού του, ο κλέφτης θυμήθηκε το Βυζβόρουν. Θεός των σεξουαλικών δυνάμεων, θεός που όλα τα σηκώνει κι όλα τα σκληραίνει κι όμως τον είχε κάνει να ηρεμήσει όταν αυτό το χέρι τον είχε πρωτοχαϊδέψει. Τον επικαλέστηκε νοερά και τώρα, πασχίζοντας να προφυλαχτεί από κάτι που δεν ήξερε γιατί έπρεπε να προφυλαχτεί. «Αν είσαι τολμάς, ρε πούστη θεέ, ξανακάν’ το», σκέφτηκε. Κι ο Βυζβόρουν εισάκουσε την προσευχή του κι αμέσως ο Κόμπες ένιωσε την κάψα του να μειώνεται στο μηδέν.

 

«Ο θεός σου είναι ένας χαριτωμένος ζηλιάρης,» έκανε χαμογελώντας δυσαρεστημένη η Νταραντάε. «Αλλά εκείνη τη μέρα, πίστεψέ με, πρώτος εκείνος θα σου δώσει την ευλογία του, όταν θα σε φέρει ο ίδιος δίπλα μου, πάνω μου, μέσα μου…», τον φίλησε πάλι, μ’ εκείνο το ίδιο άγριο, δαγκωτό φιλί της πρώτης τους συνάντησης, «..εραστή.»

 

Κι όπως και τότε, την επόμενη στιγμή ο Κόμπες ήταν μόνος. Με όλον του τον ερεθισμό να έχει επιστρέψει πιο δυνατός από ποτέ.

 

«Ξέρω, είναι για το καλό μου, αλλά μια μέρα θα μου τις πληρώσεις όλες αυτές τις πτώσεις, Βυζβόρουν,» σκέφτηκε προσπαθώντας να ηρεμήσει.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Λόγω των ημερών, δύο κεφάλαια. Άντε και το τέλος δεν απέχει πολύ.

 

 

ΙΑ.

 

Τα μπασταρδεμένα ηχοφαντάσματα δεν τον ξαναενόχλησαν. Αναρωτήθηκε τι ακριβώς ήταν η Νταραντάε και τα τρόμαξε τόσο. Την είχαν αποκαλέσει ιπτάμενη έρπουσα, αλλά η φράση δεν του έλεγε τίποτε απολύτως. Απώθησε κάθε σκέψη από το μυαλό του. Ήθελε να φτάσει στο σκοπό του όσο πιο γρήγορα γινόταν και δε θα τα κατάφερνε αν συνέχιζε να αμπελοφιλοσοφεί.

 

Διέσχισε το δάσος κρατώντας το ποταμάκι στα δεξιά του. Τα ερειπωμένα κτίρια φαίνονταν τώρα πιο καθαρά. Διέκρινε ένα μιναρέ, κάποιες σκεπές με κεραμίδια και σε κάποιο ακαθόριστου σχήματος κτίσμα ένα κουρελιασμένο φλάμπουρο. Οι μπότες άρχισαν πάλι να τον ενοχλούν, αλλά δεν τόλμησε να ανοίξει το στόμα του.

 

Σε κάποιο σημείο, όχι πολύ μακρυά από την ερειπωμένη πόλη, το έδαφος φούσκωσε σε μια παρωδία λόφου. Σταμάτησε για λίγο να ελέγξει τόσο την πορεία του όσο και για πιθανούς κινδύνους. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε –αν και το ήξερε εξαρχής- ότι η Δρου και το νεκροταφείο της ήταν αιχμάλωτη ενός κύκλου από γκρεμούς, όπως εκείνος του φαραγγιού στην Πύλη του Χαλκού. Τα μάρμαρα των γκρεμών είχαν διάφορα χρώματα, από εκτυφλωτικά λευκά έως κόκκινα και πρασινομπλέ. Κάπου-κάπου, η συνέχεια των σχεδίων τους έμοιαζε να διακόπτεται. Ο Πετρεξού έλεγε αυτές τις διακοπές ρήγματα κι υποστήριζε ότι ήταν αποτελέσματα αρχαίων σεισμών.

 

Από το λόφο η πόλη φαινόταν καθαρά. Ο Κόμπες μπορούσε να δει μέσα από τα τείχη, μικρά και μεγάλα σπίτια και πλατείες, ως και κάποιους ναούς, στολισμένους με λιτό γούστο και παράδοξα υλικά. Ο ποταμός τη διέσχιζε τεμπέλικα και πάνω του οι αρχαίοι κάτοικοι είχα χτίσει κομψές γέφυρες, που τώρα κείτονταν άλλες χορταριασμένες κι άλλες μισοκατεστραμμένες. Οι θεοί της Δρου την είχαν εγκαταλείψει πριν από πολλούς αιώνες ίσως και χιλιετηρίδες, αλλά η κομψότητα και η στέρεη κατασκευή των κτισμάτων είχαν διατηρήσει ένα μέρος της αρχαϊκής της ομορφιάς.

 

Ο Κόμπες παρατήρησε και κάτι άλλο, κάτι που όσο ήταν μέσα στα δέντρα δεν ήταν και τόσο εμφανές: είχε τόση ώρα τον ήλιο στα μάτια. Ήξερε ότι κατευθυνόταν δυτικά, όμως η προοπτική να φτάσει την πόλη με τον ήλιο στα μάτια δεν του άρεσε και πολύ. Τον άφηνε εκτεθειμένο. Έτσι όμως όπως τα είχε καταφέρει, στο σημείο που είχε φτάσει, δεν του περίσσευαν και πολλές επιλογές. Βιαστικά, αλλά όχι απρόσεκτα κατέβηκε το λόφο και διέσχισε το δάσος ως τα τείχη.

 

Σταμάτησε λίγο πριν το σούρουπο, σε μια συστάδα δέντρων, όχι μακρυά από τα τείχη. Σε όλη τη διαδρομή είχε αποφύγει να ακολουθήσει τη δυσδιάκριτη δημοσιά που πήγαινε παράλληλα στον ποταμό και τώρα διάλεξε ένα παρόμοιο σημείο για ν’ ανάψει φωτιά. Ήπιε νερό, έφαγε λίγο παστό και για να είναι σίγουρος έφαγε λίγο και βρωμόχορτο. Από το σακούλι με τα βότανα, πήρε ένα περίεργο κλαράκι, το έκαψε στη φωτιά και με το κάρβουνο σχημάτισε γύρω από την κατασκήνωσή του έναν κύκλο στο χώμα. Σύμφωνα με τον Πετρεξού αυτό θα τον κρατούσε ασφαλή για όση ώρα θα κοιμόταν, τόσο από θνητά όσο και από άλλα κακόβουλα πλάσματα.

 

Η φωτιά εμπόδιζε την υγρασία του ποταμού να του χαλάσει τη διάθεση. Ξάπλωσε με προσκεφάλι τις μπότες του και κοιμήθηκε πριν προλάβει να μετρήσει ως το τρία. Τα όνειρά του ήταν γεμάτα βαμπίρια να σεξουαλίζονται με ηχοφαντάσματα και ευχάριστες συναντήσεις με τη Νταραντάε. Θωπείες, γλωσσόφιλα και λοιπές ανταλλαγές σωματικών υγρών τον έκαναν να χαμογελάει μέσα στον ύπνο του, όπως όταν ήταν δώδεκα χρονών, λίγο πριν μια καπάτσα χήρα της φυλής του τού δείξει πόσο ευχάριστη μπορεί να είναι η συντροφιά μια γυναίκας.

 

ΙΒ.

 

Το ξημέρωμα τον βρήκε στο δρόμο. Μπήκε από την ανοιχτή πύλη των τειχών με βήμα περιπάτου, θαυμάζοντας με το θαυμασμό του βάρβαρου την κομψότητα μιας πόλης νεκρής από αιώνες. Όπως είχε δει κι από το λόφο, τα κτίρια, παρ’ όλη την κατάστασή τους διατηρούσαν όλο το μεγαλείο και την ομορφιά τους. Πεζούλες και μπαλκόνια, περίτεχνα σκαλισμένα μαρμάρινα κατώφλια και παράθυρα στολισμένα με κάθε είδους παραστάσεις είχαν διασωθεί από την επίμονη επίθεση του χρόνου. Οι κρήνες κι οι πλατείες είχαν κάτι από την αισθητική των πόλεων του Νότου. Μεγαλόπρεποι ναοί και επαύλεις άφηναν να φανεί κάτι από τον αλλοτινό πλούτο.

 

Ο Κόμπες είχε την αίσθηση μιας χωρίς προηγούμενο αξιοπρέπειας και μιας ακαθόριστης θλίψης, που μετά από τόσο καιρό, έμοιαζε να διαχέεται σε κάθε άψυχο αντικείμενο της πόλης. Η Δρου ήταν πάντα ένα μυθικό μέρος, ακόμη και για τους βάρβαρους της φυλής του, όμως ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα αισθανόταν σεβασμό για κάτι που αφέθηκε να ρημάξει από τους αρχαίους του κατοίκους.

 

Ούτε καν ο Πετρεξού, που είχε άπειρες γνώσεις γύρω από τις αρχαίες πόλεις δεν ήξερε για ποιο λόγο η Δρου είχε εγκαταλειφθεί. Στην ιστορία της είχαν σημειωθεί όλων των ειδών οι συμφορές που θα μπορούσαν να βρουν μια πόλη: Πόλεμοι, εμφύλιες διαμάχες, λιμοί και ξηρασίες, ακόμη σεισμοί και πλημμύρες του ποταμού και επιδημίες ακρίδων, όμως κανένας δεν ήξερε τι είχε κάνει τους Δρους να σηκωθούν μια μέρα και να φύγουν, αφήνοντας πίσω τους τα σπίτια τους, όπως αν είχαν φύγει για ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής.

 

Μόνο μάγοι κατοίκησαν στη Δρου για κάποιο σύντομο διάστημα. Ύστερα την εγκατέλειψαν κι αυτοί, ο καθένας για προσωπικούς του λόγους. Είχαν μείνει πίσω μόνο υπερφυσικά όντα, όπως τα ηχοφαντάσματα κι οι καλικάντζαροι, δεμένοι με την μυστηριώδη κατάρα στην Πύλη του Χαλκού. Από την ανεξιχνίαστη εκείνη φυγή των κατοίκων της είχε μείνει μόνο ένα στοιχείο, μυστηριώδες κι αυτό, αφού ποτέ κανείς δεν ανακάλυψε τι ήταν. Μια λευκή σκόνη, σαν πούδρα γυναίκας, κάλυπτε τους δρόμους της, χωρίς ούτε ένα κόκκος της πούδρας αυτής να μπαίνει μέσα στις γκρεμισμένες πόρτες ήταν τα σπασμένα παράθυρα. Μια σκόνη, για την οποία ο Κόμπες είχε υπομείνει όλες αυτές τις μέρες τις μπότες-βασανιστήριο που του είχε φορτώσει ο Πετρεξού.

 

Περπατώντας στους δρόμους της Δρου, ο κλέφτης φρόντιζε να σκονίσει καλά την εξωτερική γούνα. Ό,τι κι αν ήταν, αποτελούσε ένα σαφές προφυλακτικό μέσο ενάντια στα δηλητήρια που ο νεκρός μάγος είχε φροντίσει να ποτίσει το πάτωμα του τάφου του. Τουλάχιστον σε αυτό ο Πετρεξού ήταν κατηγορηματικός, ακόμη και μετά τις απειλές που δέχτηκε κατά του ανδρισμού του από τον κλέφτη. «Όχι, όχι, δεν είναι όπως στο Ναό του Ρουμπινιού. Είμαι χίλια τα εκατό σίγουρος ότι αυτό θα πιάσει. Αποκλείεται να είναι πάλι λάθος οι πληροφορίες μου, απλά και μόνο γιατί τις ίδιες πληροφορίες τις δίνουν τουλάχιστον τριάντα πέντε συγγραφείς της περιόδου μετά την ερήμωση της πόλης. Δε γίνεται να αμφισβητούμε τους κλασσικούς…» Ο Κόμπες είχε περιοριστεί να γρυλίσει καχύποπτα.

 

Η διαδρομή μέσα στην πόλη δεν κράτησε πολύ. Άλλωστε δε χρειαζόταν να τη διασχίσει ολόκληρη. Είχε μπει από την ανατολική Πύλη και έπρεπε να φτάσει στη νότια, έξω από την οποία ήταν το νεκροταφείο. Δε συνάντησε σοβαρά εμπόδια, τα κτίρια της Δρου ακόμη κι όταν κατέρρεαν το έκαναν με αξιοπρέπεια και κομψότητα. Βγήκε από την νότια πύλη και με αργό βήμα, τόσο για να μην τον πιάσουν στον ύπνο όσο και για να μη φύγει η σκόνη από τις μπότες του, έφτασε στο Προσευχητάρι.

 

Το νεκροταφείο ήταν κι αυτό προφυλαγμένο από ένα χαμηλό τείχος. Η πύλη ήταν από μαύρο σίδερο και καγκελωτή και στολισμένη με καμμιά δεκαριά θλιμμένα ξωτικά. Τους έριξε ένα λοξό βλέμμα, σταματώντας κυρίως στα σπαθιά που κρατούσαν, για να προστατέψουν (σύμφωνα με τον καλλιτέχνη) την ηρεμία των νεκρών. Χρειάστηκε αρκετή ώρα μέχρι να την ανοίξει, το λουκέτο ήταν αρχαίο, σκουριασμένο και πολύπλοκο. Όταν τελικά τα κατάφερε η πύλη άνοιξε με διαπεραστικό τρίξιμο, που παραδόξως δεν έμοιαζε και πολύ απειλητικό.

 

Δε διέφερε και πολύ από τα υπόλοιπα νεκροταφεία του κόσμου, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι τα ταφικά έθιμα έχουν κατά περίεργο τρόπο μείνει σταθερά στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Οι στάχτες των απλών πολιτών χουχούλιαζαν σε λευκές ληκύθους. Κάποιοι πιο πλούσιοι αναπαύονταν σε ζωγραφισμένα αγγεία, με παραστάσεις από τη ζωή του νεκρού. Οι κεφαλές της πόλης καθώς και οι μάγοι προτιμούσαν τα μαυσωλεία, μικρά περίτεχνα στολισμένα κτίσματα, όπου ο επιφανής νεκρός μπορούσε να απολαύσει τα προτερήματα μιας πετυχημένης μουμιοποίησης.

 

Δε χρειάστηκε να ψάξει για να βρει τον τάφο του έψαχνε. Ξεχώριζε από τους υπόλοιπους από τη μινιατούρα ενός μιναρέ που έκανε συντροφιά στο κυρίως κτίσμα του μαυσωλείου. Η πόρτα έλειπε. Είχαν μείνει μόνο οι μεταλλικοί μεντεσέδες, δύο σε κάθε παραστάτη. Προφανώς ήταν δίφυλλη, αλλά η απουσία της ήταν ανεξήγητη. Μπήκε μέσα με όλες του τις αισθήσεις σε επιφυλακή.

 

Η αίσθησή του τού υπερφυσικού δε λειτούργησε αυτή τη φορά. Ήξερε ότι το νεκρικό δωμάτιο ήταν γεμάτο μαγικές παγίδες και ξόρκια προστασίας κι όμως δεν ένιωθε κάποια ανησυχία. Το δωμάτιο ήταν άδειο από κάθε στολίδι, έλειπαν ακόμη κι οι τυπικές τοιχογραφίες με τους δαίμονες και τους θεούς του κάτω κόσμου. Απέναντι από την πόρτα, σα δαιμονικός οικοδεσπότης τον κοιτούσε η μούμια του μάγου, καθισμένη πάνω σε ένα μαρμάρινο θρόνο, ελαφρά υπερυψωμένο. Ο νεκρός ήταν ντυμμένος με μια μαύρη βελούδινη ρόμπα, φορτωμένη με πετράδια. Φορούσε ένα μαύρο σκουφί με φούντα από χρυσοκλωστή και στα δάχτυλα, το λαιμό και τα αυτιά του άστραφταν κοσμήματα από καθαρό χρυσάφι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα μικρό κουτάκι από όνυχα και στο δεξί ένα φιαλίδιο από ροζ και βυσσινί γυαλί.

 

Ο Κόμπες ακολούθησε τις οδηγίες του Πετρεξού κατά γράμμα. Έβγαλε τα δερμάτινα λουριά που φορούσε και τα στερέωσε στην πόρτα, ένα στον αριστερό κι ένα στον δεξί μεντεσέ. Κρατώντας την άλλη άκρη των λουριών, έκανε μερικά προσεκτικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Οι μπότες του έβγαλαν ένα συριστικό ήχο και μια υποψία καπνού. «Γρήγορα,» είπε στον εαυτό του. «Ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει αυτή η σκόνη πριν μου κάψει τα ποδάρια.»

 

Το πρώτο ξόρκι προστασίας λειτούργησε αμέσως. Ένα άνεμος σηκώθηκε ξαφνικά, άνεμος παράδοξος, που φυσούσε μόνο μέσα στο μαυσωλείο. Ο κλέφτης μισόκλεισε τα μάτια του, καθώς η σκόνη που σηκώθηκε προσπαθούσε να τον τυφλώσει. Αλλά δεν ήταν η σκόνη που θα τον εμπόδιζε να πάρει την Ανάσα της Φραγκόκοτας από τα χέρια της μούμιας. Ήταν η κατεύθυνση του ανέμου, που τον έσπρωχνε προς το εσωτερικό του μαυσωλείου, προσπαθώντας να τον κάνει να τσακιστεί πάνω στα πόδια του νεκρικού θρόνου. Αντιστάθηκε, στην κίνηση. Τα δερμάτινα λουριά κρατούσαν κόντρα και όταν θα προσπαθούσε να βγει θα τον βοηθούσαν να τα καταφέρει.

 

Επικεντρώθηκε στην προσπάθειά του να φτάσει στη μούμια. Ο άνεμος συνέχιζε να λυσσομανάει, η ταχύτητά του ήταν τώρα πολύ μεγάλη. Ένα ακόμη ξόρκι προστασίας μπήκε σε λειτουργία: ένα κόκκινο φως φάνηκε στο στήθος της μούμιας, σαν αντανάκλαση του ήλιου πάνω σ’ ένα από τα ρουμπίνια της ρόμπας του μάγου. Το φως παρόλο που δεν ήταν πολύ δυνατό, του πλήγωνε τα μάτια και τον ανάγκαζε να κοιτάει προς τα πού πηγαίνει με μικρά απότομα γυρίσματα του κεφαλιού προς το μέρος του νεκρού.

 

Εκείνο το τμήμα του χαρακτήρα του Κόμπες που τον κάνει να βλαστημάει βγήκε στην επιφάνεια. Μάλιστα καθώς άρχισε να βρίζει ό,τι μπορούσε να του περάσει από το μυαλό, αναρωτήθηκε πώς και είχε μείνει σιωπηλός τόση ώρα. Στην αρχή το ρεπερτόριό του ήταν το κλασσικό: Ξεκινώντας από το Βυζβόρουν, πέρασε χωρίς δυσκολία στην Ινολίκ και τον άντρα της, στόλισε τον Πετρεξού και τη μαιτρέσσα του με άφταστη ευφράδεια και δεν παρέλειψε να περάσει ένα χέρι και τον Πικολίνο, καθώς και όλους τους φωνακλάδες της Θαγγηλείας. Έπειτα σε μια στιγμή έμπνευσης περίλαβε και όλα τα τέρατα που είχε συναντήσει ως τώρα, ξαναγυρνώντας με μεγάλη άνεση στο θεό του, για ένα τελευταίο λιβάνισμα.

 

-Που να χέσω στις ρίζες των άγριων ελιών κι αυτές να κάνουν κακαρέντζες και να τις τρώνε οι καλικάντζαροι την ώρα που γαμιούνται με τη μάνα-τέρας κι εκείνη να γεννήσει άλλο ένα μπάσταρδο, σκατά και χύσια στα μούτρα του βαμπίρου που γάμησε το ηχοφάντασμα για να ταλαιπωρούμαι εγώ, πούστη μάγε, έπρεπε να μη φυσούσε αυτός ο κωλοάνεμος και θα σου έδειχνα εγώ, θα στην ξεκώλιαζα τη μούμια σου, να μείνει κωλογαμημένη στους αιώνας των αιώνων, αλλά δε φταίτε εσείς, όχι, ο Βυζβόρουν φταίει που δε με άφησε να σφυρίξω έναν πούτσο στην πουτανίτσα τη Νταραντάε, ε, ρε και την είχα τώρα, θα την έκανα να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που μ’ έσωζε, αλλά είπαμε εσύ φταις, Βυζβόρουν, μαλακομπούκωμα, που άμα βρεθώ σε ναό σου, χέστρα θα το κάνω το βωμό σου και το αρτοφόριό σου και θα ‘χω φάει και δαμάσκηνα να χέζω ψιλά κι ευκοίλια…

 

Κι όλα αυτά με ενδιάμεσες παύσεις για να φτύνει τη σκόνη που έμπαινε στο στόμα του και με φωνή στεντόρεια, να ακούσει ο κάθε αναφερόμενος ακόμη κι αν είναι έξι μέρες δρόμο μακρυά.

 

Με τούτα και με κείνα, και με μικρά βήματα σχεδόν επί τόπου, κατάφερε να φτάσει αρκετά κοντά στη μούμια. Έβαλε το αριστερό του χέρι στ’ αρχίδια του, μην ξεχνώντας τις πατρικές συμβουλές κι άπλωσε το δεξί να πάρει το φιαλίδιο με την Ανάσα. Ήταν η ώρα να λειτουργήσει και το τρίτο ξόρκι προστασίας. Ένα τσίμπημα που τον έκανε να τρανταχτεί διαπέρασε το σώμα του, ξεκινώντας από το χέρι που ακουμπούσε το φιαλίδιο. Τινάχτηκε πίσω, αλλά αμέσως ξανάπλωσε το χέρι. Το τσίμπημα ήταν τώρα δυνατότερο, η αίσθηση έμοιαζε με το άγγιγμα του γκρίζου χελιού στις λίμνες της πατρίδας του. Έσφιξε τα δόντια του και κατάφερε σχεδόν ουρλιάζοντας από τους πόνους ν’ αποσπάσει το φιαλίδιο από τη μούμια.

 

-Χα! Έκανε θριαμβευτικά.

 

Και σε μια επίδειξη κυριαρχίας, άπλωσε ξανά το χέρι και βούτηξε και το κουτί από όνυχα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Λόγω των ημερών, δύο κεφάλαια. Μόνο με προσοχή παρακαλώ, ειδικά οι ευσεβείς, γιατι η φρασεολογία ΔΕΝ είναι για Μεγάλη Πρασκευή. Άντε και το τέλος δεν απέχει πολύ.

 

 

ΙΑ.

 

Τα μπασταρδεμένα ηχοφαντάσματα δεν τον ξαναενόχλησαν. Αναρωτήθηκε τι ακριβώς ήταν η Νταραντάε και τα τρόμαξε τόσο. Την είχαν αποκαλέσει ιπτάμενη έρπουσα, αλλά η φράση δεν του έλεγε τίποτε απολύτως. Απώθησε κάθε σκέψη από το μυαλό του. Ήθελε να φτάσει στο σκοπό του όσο πιο γρήγορα γινόταν και δε θα τα κατάφερνε αν συνέχιζε να αμπελοφιλοσοφεί.

 

Διέσχισε το δάσος κρατώντας το ποταμάκι στα δεξιά του. Τα ερειπωμένα κτίρια φαίνονταν τώρα πιο καθαρά. Διέκρινε ένα μιναρέ, κάποιες σκεπές με κεραμίδια και σε κάποιο ακαθόριστου σχήματος κτίσμα ένα κουρελιασμένο φλάμπουρο. Οι μπότες άρχισαν πάλι να τον ενοχλούν, αλλά δεν τόλμησε να ανοίξει το στόμα του.

 

Σε κάποιο σημείο, όχι πολύ μακρυά από την ερειπωμένη πόλη, το έδαφος φούσκωσε σε μια παρωδία λόφου. Σταμάτησε για λίγο να ελέγξει τόσο την πορεία του όσο και για πιθανούς κινδύνους. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε –αν και το ήξερε εξαρχής- ότι η Δρου και το νεκροταφείο της ήταν αιχμάλωτη ενός κύκλου από γκρεμούς, όπως εκείνος του φαραγγιού στην Πύλη του Χαλκού. Τα μάρμαρα των γκρεμών είχαν διάφορα χρώματα, από εκτυφλωτικά λευκά έως κόκκινα και πρασινομπλέ. Κάπου-κάπου, η συνέχεια των σχεδίων τους έμοιαζε να διακόπτεται. Ο Πετρεξού έλεγε αυτές τις διακοπές ρήγματα κι υποστήριζε ότι ήταν αποτελέσματα αρχαίων σεισμών.

 

Από το λόφο η πόλη φαινόταν καθαρά. Ο Κόμπες μπορούσε να δει μέσα από τα τείχη, μικρά και μεγάλα σπίτια και πλατείες, ως και κάποιους ναούς, στολισμένους με λιτό γούστο και παράδοξα υλικά. Ο ποταμός τη διέσχιζε τεμπέλικα και πάνω του οι αρχαίοι κάτοικοι είχα χτίσει κομψές γέφυρες, που τώρα κείτονταν άλλες χορταριασμένες κι άλλες μισοκατεστραμμένες. Οι θεοί της Δρου την είχαν εγκαταλείψει πριν από πολλούς αιώνες ίσως και χιλιετηρίδες, αλλά η κομψότητα και η στέρεη κατασκευή των κτισμάτων είχαν διατηρήσει ένα μέρος της αρχαϊκής της ομορφιάς.

 

Ο Κόμπες παρατήρησε και κάτι άλλο, κάτι που όσο ήταν μέσα στα δέντρα δεν ήταν και τόσο εμφανές: είχε τόση ώρα τον ήλιο στα μάτια. Ήξερε ότι κατευθυνόταν δυτικά, όμως η προοπτική να φτάσει την πόλη με τον ήλιο στα μάτια δεν του άρεσε και πολύ. Τον άφηνε εκτεθειμένο. Έτσι όμως όπως τα είχε καταφέρει, στο σημείο που είχε φτάσει, δεν του περίσσευαν και πολλές επιλογές. Βιαστικά, αλλά όχι απρόσεκτα κατέβηκε το λόφο και διέσχισε το δάσος ως τα τείχη.

 

Σταμάτησε λίγο πριν το σούρουπο, σε μια συστάδα δέντρων, όχι μακρυά από τα τείχη. Σε όλη τη διαδρομή είχε αποφύγει να ακολουθήσει τη δυσδιάκριτη δημοσιά που πήγαινε παράλληλα στον ποταμό και τώρα διάλεξε ένα παρόμοιο σημείο για ν’ ανάψει φωτιά. Ήπιε νερό, έφαγε λίγο παστό και για να είναι σίγουρος έφαγε λίγο και βρωμόχορτο. Από το σακούλι με τα βότανα, πήρε ένα περίεργο κλαράκι, το έκαψε στη φωτιά και με το κάρβουνο σχημάτισε γύρω από την κατασκήνωσή του έναν κύκλο στο χώμα. Σύμφωνα με τον Πετρεξού αυτό θα τον κρατούσε ασφαλή για όση ώρα θα κοιμόταν, τόσο από θνητά όσο και από άλλα κακόβουλα πλάσματα.

 

Η φωτιά εμπόδιζε την υγρασία του ποταμού να του χαλάσει τη διάθεση. Ξάπλωσε με προσκεφάλι τις μπότες του και κοιμήθηκε πριν προλάβει να μετρήσει ως το τρία. Τα όνειρά του ήταν γεμάτα βαμπίρια να σεξουαλίζονται με ηχοφαντάσματα και ευχάριστες συναντήσεις με τη Νταραντάε. Θωπείες, γλωσσόφιλα και λοιπές ανταλλαγές σωματικών υγρών τον έκαναν να χαμογελάει μέσα στον ύπνο του, όπως όταν ήταν δώδεκα χρονών, λίγο πριν μια καπάτσα χήρα της φυλής του τού δείξει πόσο ευχάριστη μπορεί να είναι η συντροφιά μια γυναίκας.

 

ΙΒ.

 

Το ξημέρωμα τον βρήκε στο δρόμο. Μπήκε από την ανοιχτή πύλη των τειχών με βήμα περιπάτου, θαυμάζοντας με το θαυμασμό του βάρβαρου την κομψότητα μιας πόλης νεκρής από αιώνες. Όπως είχε δει κι από το λόφο, τα κτίρια, παρ’ όλη την κατάστασή τους διατηρούσαν όλο το μεγαλείο και την ομορφιά τους. Πεζούλες και μπαλκόνια, περίτεχνα σκαλισμένα μαρμάρινα κατώφλια και παράθυρα στολισμένα με κάθε είδους παραστάσεις είχαν διασωθεί από την επίμονη επίθεση του χρόνου. Οι κρήνες κι οι πλατείες είχαν κάτι από την αισθητική των πόλεων του Νότου. Μεγαλόπρεποι ναοί και επαύλεις άφηναν να φανεί κάτι από τον αλλοτινό πλούτο.

 

Ο Κόμπες είχε την αίσθηση μιας χωρίς προηγούμενο αξιοπρέπειας και μιας ακαθόριστης θλίψης, που μετά από τόσο καιρό, έμοιαζε να διαχέεται σε κάθε άψυχο αντικείμενο της πόλης. Η Δρου ήταν πάντα ένα μυθικό μέρος, ακόμη και για τους βάρβαρους της φυλής του, όμως ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα αισθανόταν σεβασμό για κάτι που αφέθηκε να ρημάξει από τους αρχαίους του κατοίκους.

 

Ούτε καν ο Πετρεξού, που είχε άπειρες γνώσεις γύρω από τις αρχαίες πόλεις δεν ήξερε για ποιο λόγο η Δρου είχε εγκαταλειφθεί. Στην ιστορία της είχαν σημειωθεί όλων των ειδών οι συμφορές που θα μπορούσαν να βρουν μια πόλη: Πόλεμοι, εμφύλιες διαμάχες, λιμοί και ξηρασίες, ακόμη σεισμοί και πλημμύρες του ποταμού και επιδημίες ακρίδων, όμως κανένας δεν ήξερε τι είχε κάνει τους Δρους να σηκωθούν μια μέρα και να φύγουν, αφήνοντας πίσω τους τα σπίτια τους, όπως αν είχαν φύγει για ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής.

 

Μόνο μάγοι κατοίκησαν στη Δρου για κάποιο σύντομο διάστημα. Ύστερα την εγκατέλειψαν κι αυτοί, ο καθένας για προσωπικούς του λόγους. Είχαν μείνει πίσω μόνο υπερφυσικά όντα, όπως τα ηχοφαντάσματα κι οι καλικάντζαροι, δεμένοι με την μυστηριώδη κατάρα στην Πύλη του Χαλκού. Από την ανεξιχνίαστη εκείνη φυγή των κατοίκων της είχε μείνει μόνο ένα στοιχείο, μυστηριώδες κι αυτό, αφού ποτέ κανείς δεν ανακάλυψε τι ήταν. Μια λευκή σκόνη, σαν πούδρα γυναίκας, κάλυπτε τους δρόμους της, χωρίς ούτε ένα κόκκος της πούδρας αυτής να μπαίνει μέσα στις γκρεμισμένες πόρτες ήταν τα σπασμένα παράθυρα. Μια σκόνη, για την οποία ο Κόμπες είχε υπομείνει όλες αυτές τις μέρες τις μπότες-βασανιστήριο που του είχε φορτώσει ο Πετρεξού.

 

Περπατώντας στους δρόμους της Δρου, ο κλέφτης φρόντιζε να σκονίσει καλά την εξωτερική γούνα. Ό,τι κι αν ήταν, αποτελούσε ένα σαφές προφυλακτικό μέσο ενάντια στα δηλητήρια που ο νεκρός μάγος είχε φροντίσει να ποτίσει το πάτωμα του τάφου του. Τουλάχιστον σε αυτό ο Πετρεξού ήταν κατηγορηματικός, ακόμη και μετά τις απειλές που δέχτηκε κατά του ανδρισμού του από τον κλέφτη. «Όχι, όχι, δεν είναι όπως στο Ναό του Ρουμπινιού. Είμαι χίλια τα εκατό σίγουρος ότι αυτό θα πιάσει. Αποκλείεται να είναι πάλι λάθος οι πληροφορίες μου, απλά και μόνο γιατί τις ίδιες πληροφορίες τις δίνουν τουλάχιστον τριάντα πέντε συγγραφείς της περιόδου μετά την ερήμωση της πόλης. Δε γίνεται να αμφισβητούμε τους κλασσικούς…» Ο Κόμπες είχε περιοριστεί να γρυλίσει καχύποπτα.

 

Η διαδρομή μέσα στην πόλη δεν κράτησε πολύ. Άλλωστε δε χρειαζόταν να τη διασχίσει ολόκληρη. Είχε μπει από την ανατολική Πύλη και έπρεπε να φτάσει στη νότια, έξω από την οποία ήταν το νεκροταφείο. Δε συνάντησε σοβαρά εμπόδια, τα κτίρια της Δρου ακόμη κι όταν κατέρρεαν το έκαναν με αξιοπρέπεια και κομψότητα. Βγήκε από την νότια πύλη και με αργό βήμα, τόσο για να μην τον πιάσουν στον ύπνο όσο και για να μη φύγει η σκόνη από τις μπότες του, έφτασε στο Προσευχητάρι.

 

Το νεκροταφείο ήταν κι αυτό προφυλαγμένο από ένα χαμηλό τείχος. Η πύλη ήταν από μαύρο σίδερο και καγκελωτή και στολισμένη με καμμιά δεκαριά θλιμμένα ξωτικά. Τους έριξε ένα λοξό βλέμμα, σταματώντας κυρίως στα σπαθιά που κρατούσαν, για να προστατέψουν (σύμφωνα με τον καλλιτέχνη) την ηρεμία των νεκρών. Χρειάστηκε αρκετή ώρα μέχρι να την ανοίξει, το λουκέτο ήταν αρχαίο, σκουριασμένο και πολύπλοκο. Όταν τελικά τα κατάφερε η πύλη άνοιξε με διαπεραστικό τρίξιμο, που παραδόξως δεν έμοιαζε και πολύ απειλητικό.

 

Δε διέφερε και πολύ από τα υπόλοιπα νεκροταφεία του κόσμου, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι τα ταφικά έθιμα έχουν κατά περίεργο τρόπο μείνει σταθερά στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Οι στάχτες των απλών πολιτών χουχούλιαζαν σε λευκές ληκύθους. Κάποιοι πιο πλούσιοι αναπαύονταν σε ζωγραφισμένα αγγεία, με παραστάσεις από τη ζωή του νεκρού. Οι κεφαλές της πόλης καθώς και οι μάγοι προτιμούσαν τα μαυσωλεία, μικρά περίτεχνα στολισμένα κτίσματα, όπου ο επιφανής νεκρός μπορούσε να απολαύσει τα προτερήματα μιας πετυχημένης μουμιοποίησης.

 

Δε χρειάστηκε να ψάξει για να βρει τον τάφο του έψαχνε. Ξεχώριζε από τους υπόλοιπους από τη μινιατούρα ενός μιναρέ που έκανε συντροφιά στο κυρίως κτίσμα του μαυσωλείου. Η πόρτα έλειπε. Είχαν μείνει μόνο οι μεταλλικοί μεντεσέδες, δύο σε κάθε παραστάτη. Προφανώς ήταν δίφυλλη, αλλά η απουσία της ήταν ανεξήγητη. Μπήκε μέσα με όλες του τις αισθήσεις σε επιφυλακή.

 

Η αίσθησή του τού υπερφυσικού δε λειτούργησε αυτή τη φορά. Ήξερε ότι το νεκρικό δωμάτιο ήταν γεμάτο μαγικές παγίδες και ξόρκια προστασίας κι όμως δεν ένιωθε κάποια ανησυχία. Το δωμάτιο ήταν άδειο από κάθε στολίδι, έλειπαν ακόμη κι οι τυπικές τοιχογραφίες με τους δαίμονες και τους θεούς του κάτω κόσμου. Απέναντι από την πόρτα, σα δαιμονικός οικοδεσπότης τον κοιτούσε η μούμια του μάγου, καθισμένη πάνω σε ένα μαρμάρινο θρόνο, ελαφρά υπερυψωμένο. Ο νεκρός ήταν ντυμμένος με μια μαύρη βελούδινη ρόμπα, φορτωμένη με πετράδια. Φορούσε ένα μαύρο σκουφί με φούντα από χρυσοκλωστή και στα δάχτυλα, το λαιμό και τα αυτιά του άστραφταν κοσμήματα από καθαρό χρυσάφι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα μικρό κουτάκι από όνυχα και στο δεξί ένα φιαλίδιο από ροζ και βυσσινί γυαλί.

 

Ο Κόμπες ακολούθησε τις οδηγίες του Πετρεξού κατά γράμμα. Έβγαλε τα δερμάτινα λουριά που φορούσε και τα στερέωσε στην πόρτα, ένα στον αριστερό κι ένα στον δεξί μεντεσέ. Κρατώντας την άλλη άκρη των λουριών, έκανε μερικά προσεκτικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Οι μπότες του έβγαλαν ένα συριστικό ήχο και μια υποψία καπνού. «Γρήγορα,» είπε στον εαυτό του. «Ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει αυτή η σκόνη πριν μου κάψει τα ποδάρια.»

 

Το πρώτο ξόρκι προστασίας λειτούργησε αμέσως. Ένα άνεμος σηκώθηκε ξαφνικά, άνεμος παράδοξος, που φυσούσε μόνο μέσα στο μαυσωλείο. Ο κλέφτης μισόκλεισε τα μάτια του, καθώς η σκόνη που σηκώθηκε προσπαθούσε να τον τυφλώσει. Αλλά δεν ήταν η σκόνη που θα τον εμπόδιζε να πάρει την Ανάσα της Φραγκόκοτας από τα χέρια της μούμιας. Ήταν η κατεύθυνση του ανέμου, που τον έσπρωχνε προς το εσωτερικό του μαυσωλείου, προσπαθώντας να τον κάνει να τσακιστεί πάνω στα πόδια του νεκρικού θρόνου. Αντιστάθηκε, στην κίνηση. Τα δερμάτινα λουριά κρατούσαν κόντρα και όταν θα προσπαθούσε να βγει θα τον βοηθούσαν να τα καταφέρει.

 

Επικεντρώθηκε στην προσπάθειά του να φτάσει στη μούμια. Ο άνεμος συνέχιζε να λυσσομανάει, η ταχύτητά του ήταν τώρα πολύ μεγάλη. Ένα ακόμη ξόρκι προστασίας μπήκε σε λειτουργία: ένα κόκκινο φως φάνηκε στο στήθος της μούμιας, σαν αντανάκλαση του ήλιου πάνω σ’ ένα από τα ρουμπίνια της ρόμπας του μάγου. Το φως παρόλο που δεν ήταν πολύ δυνατό, του πλήγωνε τα μάτια και τον ανάγκαζε να κοιτάει προς τα πού πηγαίνει με μικρά απότομα γυρίσματα του κεφαλιού προς το μέρος του νεκρού.

 

Εκείνο το τμήμα του χαρακτήρα του Κόμπες που τον κάνει να βλαστημάει βγήκε στην επιφάνεια. Μάλιστα καθώς άρχισε να βρίζει ό,τι μπορούσε να του περάσει από το μυαλό, αναρωτήθηκε πώς και είχε μείνει σιωπηλός τόση ώρα. Στην αρχή το ρεπερτόριό του ήταν το κλασσικό: Ξεκινώντας από το Βυζβόρουν, πέρασε χωρίς δυσκολία στην Ινολίκ και τον άντρα της, στόλισε τον Πετρεξού και τη μαιτρέσσα του με άφταστη ευφράδεια και δεν παρέλειψε να περάσει ένα χέρι και τον Πικολίνο, καθώς και όλους τους φωνακλάδες της Θαγγηλείας. Έπειτα σε μια στιγμή έμπνευσης περίλαβε και όλα τα τέρατα που είχε συναντήσει ως τώρα, ξαναγυρνώντας με μεγάλη άνεση στο θεό του, για ένα τελευταίο λιβάνισμα.

 

-Που να χέσω στις ρίζες των άγριων ελιών κι αυτές να κάνουν κακαρέντζες και να τις τρώνε οι καλικάντζαροι την ώρα που γαμιούνται με τη μάνα-τέρας κι εκείνη να γεννήσει άλλο ένα μπάσταρδο, σκατά και χύσια στα μούτρα του βαμπίρου που γάμησε το ηχοφάντασμα για να ταλαιπωρούμαι εγώ, πούστη μάγε, έπρεπε να μη φυσούσε αυτός ο κωλοάνεμος και θα σου έδειχνα εγώ, θα στην ξεκώλιαζα τη μούμια σου, να μείνει κωλογαμημένη στους αιώνας των αιώνων, αλλά δε φταίτε εσείς, όχι, ο Βυζβόρουν φταίει που δε με άφησε να σφυρίξω έναν πούτσο στην πουτανίτσα τη Νταραντάε, ε, ρε και την είχα τώρα, θα την έκανα να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που μ’ έσωζε, αλλά είπαμε εσύ φταις, Βυζβόρουν, μαλακομπούκωμα, που άμα βρεθώ σε ναό σου, χέστρα θα το κάνω το βωμό σου και το αρτοφόριό σου και θα ‘χω φάει και δαμάσκηνα να χέζω ψιλά κι ευκοίλια…

 

Κι όλα αυτά με ενδιάμεσες παύσεις για να φτύνει τη σκόνη που έμπαινε στο στόμα του και με φωνή στεντόρεια, να ακούσει ο κάθε αναφερόμενος ακόμη κι αν είναι έξι μέρες δρόμο μακρυά.

 

Με τούτα και με κείνα, και με μικρά βήματα σχεδόν επί τόπου, κατάφερε να φτάσει αρκετά κοντά στη μούμια κι άπλωσε το χέρι να πάρει το φιαλίδιο με την Ανάσα. Ήταν η ώρα να λειτουργήσει και το τρίτο ξόρκι προστασίας. Ένα τσίμπημα που τον έκανε να τρανταχτεί διαπέρασε το σώμα του, ξεκινώντας από το χέρι που ακουμπούσε το φιαλίδιο. Τινάχτηκε πίσω, αλλά αμέσως ξανάπλωσε το χέρι. Το τσίμπημα ήταν τώρα δυνατότερο, η αίσθηση έμοιαζε με το άγγιγμα του γκρίζου χελιού στις λίμνες της πατρίδας του. Έσφιξε τα δόντια του και κατάφερε σχεδόν ουρλιάζοντας από τους πόνους ν’ αποσπάσει το φιαλίδιο από τη μούμια.

 

-Χα! Έκανε θριαμβευτικά.

 

Και σε μια επίδειξη κυριαρχίας, άπλωσε ξανά το χέρι και βούτηξε και το κουτί από όνυχα.

Edited by naroualis

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

ΙΓ.

 

Ο Κόμπες αφέθηκε να τον τραβήξουν πίσω στην πόρτα τα δερμάτινα λουριά του Πετρεξού. Ντόινννννκ! «Διασκεδαστικό», είπε με το νου του. «Ίσως ζητήσω από τον Πετρεξού να μου τα πουλήσει. Κάτι θα βρω να σκαρώσω με την Ινολίκ…» Ήξερε ότι τώρα έπρεπε να κινηθεί με ταχύτητα αστραπής: Μόλις βρέθηκε έξω από το μαυσωλείο, ξεκρέμασε τα λουριά, τα πέρασε όπως-όπως στον ώμο του, έβαλε το φιαλίδιο και το κουτί στην τσέπη του χιτώνα του κι άρχισε να τρέχει προς την πύλη του νεκροταφείου. Τα ξωτικά στην πύλη είχαν ζωντανέψει και μαύρο σίδερο ξεκολλούσε από τα κάγκελα, για να συνταχθεί σα καρικατούρα στρατού μπροστά στην έξοδο, μπλοκάροντάς του το δρόμο. Τράβηξε το σπαθί του, κλαίγοντας μέσα του που θα κατέστρεφε ένα τόσο ωραίο σπαθί κι έπεσε ανάμεσα τους σα σίφουνας, βγάζοντας την κραυγή του της μάχης.

 

Οι κλαγγές δυο σπαθιών που συναντούν το ένα το άλλο σε μάχη είναι ένας ήχος που κανείς απ’ όσους τον έζησε δε μπορεί να ξεχάσει. Είναι ένας ήχος συριστικός, που τρυπάει τ’ αυτιά και ξυπνάει σε όλους παρόμοια συναισθήματα: σ’ έναν άντρα τη λαχτάρα τη μάχης και σε μια γυναίκα τη λαχτάρα για εκείνον που πολεμάει για χάρη της. Άνθρωποι ήπιοι και ειρηνιστές έχουν μετατραπεί σε πολεμικές μηχανές ακούγοντας και μόνο δυο σπαθιά να συγκρούονται. Σεμνές κυρίες έχουν κυριευτεί από τη φλόγα του πάθους κι έχουν εξαπατήσει σύζυγους κι αρραβωνιαστικούς για χάρη εκείνου που κρατάει σπαθί.

 

Ο Κόμπες δεν είχε ανάγκη να ακούσει αυτόν τον ήχο. Η λαχτάρα της μάχης ήταν μέσα στα κύτταρά του, κληρονομημένη από εκείνον τον πρόγονό του που το ‘σκασε απ’ την Ανατολή και πήγε να εγκατασταθεί στον αφιλόξενο Νότο, πέρα από τη γραμμή των Αιώνιων Πάγων. Χύθηκε ανάμεσα στα μεταλλικά ξωτικά, ζωντανεμένα από τα ξόρκια προστασίας του νεκροταφείου, κρατώντας με το αριστερό χέρι τα λουριά και αποκρούοντας σπαθιές με το άλλο.

 

Τα ξωτικά του έφταναν ως το στήθος, αλλά το ότι δεν σκοτώνονταν ήταν μεγάλο μειονέκτημα για κείνον. Βέβαια δε χρειαζόταν να τα βγάλει εκτός μάχης, απλά να περάσει ανάμεσά τους και βγει από το νεκροταφείο, πριν ξυπνήσουν οι υπόλοιποι μαγικοί φρουροί του. Χρησιμοποίησε τα λουριά σα μαστίγιο, τυλίγοντάς τα γύρω από τα πόδια δυο ξωτικών και τραβώντας τα απότομα. Τα πλάσματα έπεσαν κάτω με θόρυβο παρασέρνοντας άλλους δυο μεταλλικούς πολεμιστές. Ο Κόμπες έσπρωξε περισσότερο παρά χτύπησε άλλα τρία ξωτικά με το σπαθί του και έκανε ακόμη ένα βήμα προς την πύλη.

 

Τέσσερα από τα μεταλλικά πλάσματα έπεσαν επάνω του με άγριες διαθέσεις. Το ανατριχιαστικό της υπόθεσης ήταν ότι τα πλάσματα αυτά ήταν βουβά. Ο μόνος θόρυβος που έβγαζαν ήταν ο ξερός ήχος του σίδερου πάνω σε σίδερο. Δύο ακόμη έπεσαν, τραβηγμένα από τα λουριά, αφήνοντας κλαγγές καθώς συγκρούονταν με συντρόφους τους. Λίγο ακόμη κι ο Κόμπες πέρασε την πύλη του νεκροταφείου. Κάποια από τα πλάσματα προσπάθησαν να τον ακολουθήσουν, αλλά κοκκάλωσαν στο πρώτο βήμα έξω από το τείχος, παίρνοντας γκροτέσκες στάσεις. Ο κλέφτης δε σταμάτησε να δει πίσω του. Όρμησε χωρίς καμμία πλέον προφύλαξη προς τον ποταμό, που χουζούρευε στο βάθος μιας έκτασης όλο βούρλα και χαμηλούς θάμνους με μούρα.

 

Ήξερε ότι δεν έπρεπε να σταματήσει ούτε στιγμή, μέχρι να βρει το δεύτερο φαράγγι, που οδηγούσε έξω από την κοιλάδα της Δρου. Δεν απέφυγε τη δημοσιά, αυτή τη φορά, δεν υπήρχε λόγος να κρύβεται. Όλες οι μαγικές άμυνες της αρχαίας πόλης, που την κρατούσαν απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο είχαν ήδη ξυπνήσει και ακολουθούσαν τυφλά τα αντικείμενα που είχε αφαιρέσει από τον τάφο του μάγου. Ο Πετρεξού είχε πει τις άμυνες αυτές μυρηστήρια ή κάτι τέτοιο και γι’ αυτό του είχε δώσει τον Ανεμόμυλο Χειρός. Κι είχε προσθέσει: «Αν δεν τα δεις δεν κινδυνεύεις. Γι’ αυτό τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Για να μην τα δεις.»

 

Τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά, βροντώντας πάνω στο χώμα ενός δρόμου απάτητου από άνθρωπο για αιώνες. Περίεργοι και ύποπτοι ήχοι τον ακολουθούσαν, αλλά δεν τολμούσε να γυρίσει το κεφάλι του να δει. Στην τσέπη του, Ζάρι, Ανεμόμυλος, κουτί και φιαλίδιο κουδούνιζαν χτυπώντας το ένα στο άλλο και όλα μαζί πάνω στα λίγα χρήματα που είχε. Το παγούρι του χοροπηδούσε στο αριστερό του μηρό, δίνοντας μια ευχάριστη νότα –γκλου, γκλου, γκλου- στην όλη ενορχήστρωση.

 

Έτρεχε χωρίς σταματημό για πάνω από μια ώρα. Ο ποταμός παιχνίδιζε στα δεξιά του, κυλώντας τεμπέλικα. Οι ήχοι πίσω του είχαν αραιώσει, αλλά συνέχιζαν να ακούγονται επικίνδυνα κοντά. Κάποια στιγμή η δημοσιά έστριβε νότια. Πήρε τη στροφή απότομα χωρίς προφυλάξεις κι εκεί, πίσω από μια συστάδα άγριων πια οπορωφόρων, έπεσε πάνω στο πιο ευχάριστο θέαμα της ζωής του.

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Αυτή η τρεχάλα μου θυμίζει το κομικ "Ηρακλής" και την τρεχάλα που έριξε ο ήρωας όταν έδωσε στον Άτλαντα πίσω τον Ουρανό...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Από τα πιο αγαπημένα μου κεφάλαια. Ίσως έγραψα ολόκληρο το σκηνικό με την τρεχάλα μόνο και μόνο για μπορέσω να γράψω τις παρακάτω γραμμές.

 

ΙΔ.

 

Και έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε για τα γκαμήλ.

 

Όταν ο μακάριος θεός των βάλτων, πέρα από τις κοιλάδες και τις πεδιάδες αυτού του κόσμου θέλησε μια μέρα να παίξει –γιατί ως γνωστόν ο θεός των βάλτων έχει μείνει μόνιμα στην διανοητική ηλικία των τεσσάρων ετών- έκανε ό,τι κάνουν όλα τα παιδάκια όταν θέλουν να παίξουν: Άρχισε να στριγκλίζει ανυπόφορα, χοροπηδώντας μπροστά τα πόδια του πατέρα του. Ο πατέρας του, ο Ύψιστος Μαραμπά-Τιράμπ τον ρώτησε τι θέλει κι ο θεός των βάλτων του είπε με το γνωστό του παιδιάστικο, εξαντλητικά εκνευριστικό τρόπο, ότι ήθελε ένα ζωάκι. Ο Ύψιστος Μαραμπά-Τιράμπ σκέφτηκε ότι χρειαζόταν ένα ζώο που να είναι μεν γλυκούλι και χνουδωτό, αλλά και να αντέχει σε όλων των ειδών τις κακουχίες. Είχε δε κατά νου ότι ο γιόκας του δεν ήταν και πολύ ευγενικός με τα παιχνίδια του, ποιο παιδάκι είναι άλλωστε; Έψαξε λοιπόν σε όλα τα πλάσματα που η αμέτρητη σοφία του είχε δημιουργήσει σε όλη τη διάρκεια των εκατομμυρίων ετών που υφίστατο η γη ως πλανήτης, αλλά τα αποτελέσματα ήταν μάλλον απογοητευτικά. Μόνο κάτι τέρατα, στις εσχατιές της ανθρώπινης αντίληψης, που ευθύνονταν για περιορισμένης έκτασης γενοκτονίες στις άγνωστες ηπείρους πέρα από τη Μεγάλη Θάλασσα, θα μπορούσαν ίσως να αντέξουν την κακομεταχείριση, αλλά δεν ήταν αρκετά χνουδωτά, άσε που με τα κέρατα και τα δηλητηριώδη κεντριά μπορούσε ο μικρός να βγάλει κανένα μάτι.

 

Καθόταν λοιπόν ο Μαραμπά-Τιράμπ πολύ σεκλετισμένος και προσπαθούσε να δει τι θα κάνει, με τον κανακάρη του να χοροπηδάει και να τραντάζεται τσιρίζοντας αδιάκοπα και παίρνοντας τ’ αυτιά κάθε άλλου αθανάτου που ζούσε στο Παλάτι των Αθανάτων. Και δε θα έβρισκε ποτέ λύση στο πρόβλημά του, αν η γυναίκα του η Ζάφα, η θεά του ψωμιού δεν παρατούσε τη σκάφη της (γιατί κι οι θεές βάζουν πού και πού να πλύνουν κανένα σκουτί) και δεν ερχόταν να τον ρωτήσει πανικόβλητη τι έχει το παιδί και κάνει έτσι.

 

-Αχ, άντρες! Αναστέναξε η Ζάφα. Θεοί, θνητοί, δαίμονες όλοι οι ίδιοι είστε. Κάθεσαι και σκας για μια τέτοια βλακεία; Και γιατί δεν του φτιάχνεις ένα καινούργιο πλάσμα του παιδιού, όπως το θέλεις, να ξελυσσάξει και να μας αφήσει να κάνουμε καμμιά δουλειά;

 

Κι έτσι ο Ύψιστος Μαραμπά-Τιράμπ σηκώθηκε χαρούμενος, φίλησε τη γυναίκα του στο πλατύ μέτωπο και έπλασε με μια του μόνο σκέψη το γκαμήλ, που στη γλώσσα των αθανάτων θα πει «ευτυχώς ξενοιάσαμε».

 

Ήταν όντως ότι μπορούσε να ευχηθεί να έχει ένα παιδάκι: ένα ψηλό, χνουδωτό ζωντανό, με τέσσερα πόδια και μια μακρυά ευλύγιστη ουρά, που μπορούσε το ίδιο άνετα να τρέχει στις πεδιάδες και να σκαρφαλώνει στα δέντρα. Έτρωγε μόνο πέτρες και κάθε λίγες εβδομάδες έπινε μια σταλίτσα νερό. Η γούνα του ήταν απαλή και μακρυά και πολύ ζεστή, ταυτόχρονα εφοδιασμένη με ένα σύστημα από θύλακες αέρα που το βοηθούσαν να μένει δροσερό ακόμη και στην πιο άγρια έρημο, στολισμένη με όλα τα χρώματα της ίριδας, ένα τόσο ωραίο και απαλό θέαμα που στις παγωμένες ερημιές του Νότου, χρησιμοποιούταν σαν στρώμα για νεόνυμφους Και τι μπορούσε να πει κανείς για το κεφάλι του, μεγαλούτσικο, στρογγυλό, χωρίς δόντια, με δυο τεράστια κατάμαυρα μάτια γεμάτα λευκές πιτσιλιές και το επίσης μεγάλο στόμα που έμοιαζε να χαμογελά καλοκάγαθα;

 

Το γκαμήλ είχε κι άλλα προτερήματα: Δε δυσανασχετούσε ποτέ, δε θύμωνε ποτέ, δεν τρόμαζε με τίποτε. Μπορούσε να τρέχει με απίστευτη ταχύτητα, να κλωτσάει με απίστευτη δύναμη και ταυτόχρονα να χειρίζεται ντελικάτα αντικείμενα με την ευαισθησία μιας καλλιτέχνιδος. Τα νύχια των ποδιών που μπορούσαν να χρησιμεύουν σα δάχτυλα, επιτρέποντάς του να πιάνουν όπως ακριβώς και τα ανθρώπινα χέρια. Αλλά το πιο σημαντικό του ίσως προτέρημα ήταν η απόλυτα καλόβολη διάθεσή του όταν κάποιος άσχετος προσπαθούσε να το καβαλικέψει..

 

Έτσι, όταν ο Κόμπες βρέθηκε παίρνοντας τη στροφή ανάμεσα σε ένα κοπάδι άγρια γκαμήλ που έβοσκαν αμέριμνα, δε δυσκολεύτηκε να ξεμοναχιάσει ένα ζωηρό, σχετικά νέο ζώο, να του περάσει τα λουριά στο κεφάλι και να το κλωτσήσει διασχίζοντας το φαράγγι για τον έξω κόσμο, κερδίζοντας έτσι ένα αναπάντεχα εύχρηστο μεταφορικό μέσο.

 

Ο κλέφτης χάρηκε πάρα πολύ που μπόρεσε να πιάσει ένα από τα ζώα. Όχι ότι ήταν πολύ δύσκολο, αλλά δεν είχε ξαναδοκιμάσει να καβαλήσει άγριο γκαμήλ και είχε κάποιες μικρές αμφιβολίες για το πόσο άνετο θα ήταν το ταξίδι του, δεδομένης την έλλειψη σέλας. Άφησε πίσω του το φαράγγι και βγήκε στην υπέροχη πεδιάδα της Καπερνιφλόρας. Η πόλη δεν ήταν πολύ μακρυά, με το ζώο θα διέσχιζε την απόσταση σε λιγότερες από τρεις ή τέσσερις ώρες.

 

Στην Καπερνιφλόρα πήγε να επισκεφτεί έναν παλιό, εχμ, γνωστό. Έμεινε εκεί μέχρι το άλλο πρωί, επιβεβαιώνοντας τους παλιούς, εχμ, φιλικούς δεσμούς που τους ένωναν κι έφυγε λίγο πριν το ξημέρωμα, παίρνοντας τη δημοσιά για το Σταυροδρόμι των Τεσσάρων Σημείων του Ορίζοντα και έχοντας αφαιρέσει ένα δυο άχρηστα αντικείμενα από το σπίτι του γνωστού του. Από κει πήρε το δυτικό δρόμο και σε λιγότερο από τρεις μέρες ήταν στο Ζουμζερί, έχοντας προσπεράσει όλα τα φολκλορικά στοιχεία του ταξιδιού –Μαγέκα, γριά, Χηνάνθρωποι. Πούλησε το γκαμήλ σε έναν επιτήδειο (μην παραλείποντας να τσακωθεί μαζί του, γιατί πίστευε ότι τον έριχναν στην τιμή. Ο άλλος βέβαια δεν υποχώρησε, γιατί το ζώο ήταν μουγκό κι αυτό κατά τα λεγόμενα ήταν μειονέκτημα) και μπήκε στην ταβέρνα της Ινολίκ όπως πάντα, σπάζοντας την πόρτα και βγάζοντας την κραυγή του της ταβέρνας:

 

-Φαγιά! Βυζιά!

 

Γιατί ο Κόμπες, πέρα από τις υπόλοιπες τρισχαριτωμένες πτυχές του χαρακτήρα του, ήταν ένας άνθρωπος με υπέρμετρη αγάπη στη ρουτίνα της ζωής.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

ΙΕ.

 

Μετά τη συνηθισμένη είσοδό του στην ταβέρνα –καυγάς με την Ινολίκ, προσβλητική κουβέντα με τον Μπόρτου, φαΐ-, ο Κόμπες βρέθηκε να παίζει κάι-κάι με δυο λεχρίτες, περιμένοντας τον Πετρεξού. Ο μάγος δεν άργησε να φανεί. Φορούσε πάλι τα ίδια ρούχα με την προηγούμενη φορά που συναντήθηκαν: κόκκινο μεταξωτό σαλβάρι, κόκκινο μεταξωτό φέσι, πολύχρωμη ρόμπα με βελούδινη μπορντούρα και πορτοκαλιά πασούμια. Ήταν και αυτό ένα είδος τελετουργικού. Όσο ο κλέφτης έψαχνε να του φέρει κάποιο πετράδι, ο μάγος φορούσε ως το τέλος της ιστορίας τα ίδια ρούχα, στο ίδιο χρώμα με το πετράδι που περίμενε και προς απελπισία της μαιτρέσσας του. Δεν είναι κι ό,τι πιο ευχάριστο να κοιμάσαι στο ίδιο κρεβάτι με κάποιον που έχει να πλυθεί και ν’ αλλάξει ρούχα δέκα μέρες…

 

(Πολλοί έχουν αναρωτηθεί κατά καιρούς από ποια άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής έχουν βγει οι ψυχές των Ζουμζεριωτών. Σε όλον τον κόσμο δεν υπάρχει φυλή ανθρώπων που να τους αρέσει τόσο το πλύσιμο. Κάθε δύο οικοδομικά τετράγωνα υπάρχει ένα χαμάμ, ένα δημόσιο λουτρό ή ένα μέρος όπου μπορεί κανείς να απολαύσει ένα γρήγορο πλύσιμο των ποδιών ή των μαλλιών. Και σαν να μην έφτανε η μανία τους για πλύσιμο, έχουν και την απαράδεκτη ματαιοδοξία, πλούσιοι και φτωχοί αντάμα, να ‘χουν πέντε ή δέκα φορεσιές ο καθένας, και κάθε μέρα να φοράνε κι άλλα ρούχα. Απαράδεκτη ματαιοδοξία σε ένα κόσμο που αν είχες δεύτερη αλλαξιά ήσουν μάλλον ευκατάστατος.)

 

Οι δυο συνέταιροι κάθισαν κάπου παράμερα και παράγγειλαν κρέας και κρασί. Όταν έμειναν μόνοι, ο Κόμπες έβγαλε από την τσέπη του το φιαλίδιο με την Ανάσα της Φραγκόκοτας και το άφησε στο τραπέζι.

 

-Ωραία, έτριψε τα χέρια του ο Πετρεξού. Μπορείς να πας στο Ναό του Ρουμπινιού απόψε;

 

-Ναι. Τώρα που ξέρω το δρόμο, θα έχω γυρίσει πριν τα μεσάνυχτα. Ελπίζω.

 

-Κανένα παράξενο στη Δρου;

 

Ο κλέφτης έμεινε λίγο σκεφτικός, καταπίνοντας αμάσητα και αδιακρίτως ευμεγέθη κομμάτια από κρέατα, τυριά και ψωμιά. Ξέβγαλε το στόμα του με λίγο κρασί, προνοώντας να μη μεθύσει πριν τη βραδυνή του εξόρμηση κι έκανε σοβαρά.

 

-Στο ρουμάνι με τη μάνα τέρας και τον κανακάρη της μου συνέβη κάτι περίεργο. Ή μάλλον δύο περίεργα. Το ένα ήταν ότι μπήκα λίγο πριν το μεσημέρι, κάθισα μέσα λιγότερο από μια ώρα κι όταν βγήκα ήταν ήδη σούρουπο. Έχασα τουλάχιστον τέσσερις ώρες.

 

Ο μάγος χαμογέλασε με ενδιαφέρον.

 

-Αλήθεια; Μπράβο! Ανακάλυψες ένα από τα μέρη που εμείς οι μάγοι τα λέμε Χρονοδόκανα. Υπάρχουν διάσπαρτα σε όλη τη γη, αλλά κανείς δεν έχει καταφέρει να τα χαρτογραφήσει όλα. Θα κάνω μια εισήγηση στη Δημοτική Βιβλιοθήκη και μάλιστα για να δεις τι φίλος είμαι θα του δώσω το όνομά σου: Χρονοδόκανο Ντερλικοτή. Πώς σου φαίνεται;

 

-Αηδία. Αλλά λίγο με νοιάζει η ονοματοδωσία μαγικών τόπων. Μπορείς να μου εξηγήσεις κάτι άλλο που συνέβη μέσα στο ρουμάνι;

 

-Για πες.

 

-Η μάνα τέρας με είχε στριμώξει πολύ άγρια. Είχα μόλις σκοτώσει στο μικρό κι ετοιμαζόταν να με χτυπήσει κάτω σα χταπόδι. Εγώ τα είχα χαμένα κι έτρεχα σα παλαβός. Όταν όμως άρχισα να πιστεύω ότι δε θα τη σκαπούλαρα, εμφανίστηκε ανάμεσα σε μένα και το τέρας μια γυμνή γυναίκα, τυλιγμένη με φως. Σκότωσε το τέρας, είπε κάτι περίεργα, ότι θα γίνω δικός της πάνω στη γούνα του γκαμήλ κι ότι τη λένε Νταραντάε κι εξαφανίστηκε. Και μ’ άφησε και με το πουλί στο χέρι.

 

Ο Πετρεξού συνοφρυώθηκε. Έξυσε το κεφάλι του, αλλά η μνήμη του δεν τον βοήθησε. Κι η μνήμη του ήταν κάτι που τιμούσαν πολλοί, μιας και συνήθως δεν υπήρχε κάτι που να τον ρωτούσες και να μην το θυμόταν.

 

-Όταν μου την έπεσαν τα ηχοφαντάσματα, στην κοιλάδα της Δρου, πάλι εκείνη με έσωσε. Μάλιστα τα ηχοφαντάσματα την είπαν ιπτάμενη έρπουσα. Σου λέει τίποτε αυτό;

 

-Τίποτε. Θα το ψάξω όμως. Ιπτάμενη έρπουσα. Δε μπορεί, κάτι θα βρω.

 

-Άντε κι εγώ για πληρωμή σου έφερα αυτό.

 

Ο κλέφτης έβγαλε από την τσέπη του χιτώνα του το μικρό κουτί από όνυχα.

 

-Τι ‘ν’ αυτό;

 

Ο Κόμπες κατάπιε μια μπουκιά κρέας σα γατοκέφαλο κι έκανε αδιάφορα:

 

-Ένα κουτί. Πώς το είχες πει; Δολωματικό; Δε θυμάμαι. Ήταν μαζί με την Ανάσα κι είπα μιας και έφτασα ως εκεί να στο φέρω. Πού ξέρεις πού μπορεί να χρειαστεί.

 

Ο Πετρεξού πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να τραβάει τις τρίχες από το μούσι του με περισσή απελπισία.

 

-Βρε ανόητε, το Διλληματικό Κουτί μου έφερες; Τι να σου πω τώρα;

 

Ο κλέφτης θύμωσε.

 

-Δε φτάνει που με σούρνεις από τέρας σε καλικάντζαρο κι από ηχοφάντασμα σε βαμπίρι, μου τη λες κι από πάνω; Γρύλισε. Το βρήκα και το πήρα. Δεν το θες; Σκασίλα μου! Θα το πουλήσω στον πρώτο που θα προσφερθεί να το αγοράσει!

 

Ο μάγος έκανε μια ανυπόμονη κίνηση με το αριστερό του χέρι.

 

-Καλά έκανες και το έφερες δε λέω, αλλά έπρεπε να μου το πεις! Το Διλληματικό Κουτί είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα για έναν μάγο. Έπρεπε να έχω κάνει ένα σωρό καθαρμούς και τελετές για να το δεχτώ στα χέρια μου. Τώρα πρέπει να περιμένω την επόμενη έκλειψη ηλίου για να μπορέσω να το δεχτώ και να το κρύψω σε μέρος ασφαλές. Για να μη σου πω ότι κι εσύ πρέπει να κάνεις ένα σωρό τελετές και καθαρμούς για να μπορέσεις να το δώσεις σε οποιονδήποτε.

 

Ο Κόμπες ένιωσε μια ελαφρά κρυάδα στην πλάτη.

 

-Γιατί; Έκανε καχύποπτα. Τι θα πάθω;

 

-Πολύ απλά δε θα μπορείς να αποφασίσεις για τίποτε. Ούτε καν από πια μεριά του κρεβατιού να σηκωθείς το πρωί.

 

-Και πότε είναι η επόμενη έκλειψη ηλίου;

 

-Του χρόνου, τέτοια εποχή.

 

Ο κλέφτης σκέφτηκε για λίγο κι ύστερα ανασήκωσε τους ώμους.

 

-Πάει καλά. Θα το κρύψω κάπου και θα σε ειδοποιήσω του χρόνου να έρθεις να το πάρεις.

 

Ήπιε μια γουλιά κρασί κι αναστέναξε.

 

-Ε, ρε φουκαρά Κόμπες, τι τραβάς για να φοράει η Μέρσα πασουμάκια με φούντες…

 

Ο Πετρεξού θίχτηκε, αλλά δεν άφησε τη στεναχώρια του να φανεί.

 

-Και για να μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα, τον Ανεμόμυλο Χειρός δεν τον χρησιμοποίησα. Δε συνάντησα μυρηστήρια.

 

-Μυρώνια τα λένε, όχι μυρηστήρια. Τα μυρηστήρια είναι προνύμφες από πεταλούδες-σφαγείς.

 

-Δε πα’ να τα λένε όπως θέλουνε; Εγώ πάντως δε συνάντησα τίποτα απ’ αυτά.

 

-Ε, καλά δεν είπα ότι θα συναντήσεις οπωσδήποτε μυρώνια. Ήταν ένα προληπτικό μέτ-

 

-Καλά, καλά. Σου έχω κι άλλα νέα. Αλλά ξέρεις: Αυτά τα πληρώνομαι έξτρα.

 

-Για λέγε.

 

-Για πλήρωνε.

 

Ο Πετρεξού έβγαλε από τις πτυχές της ρόμπας του ένα πουγκί και κοίταξε το περιεχόμενό του με θλίψη.

 

-Δεν έχω πολλά χρήματα πάνω μου, έκανε με παρεξηγήσιμο ύφος.

 

-Ας τα πούστικα. Να βλέπω χρήμα ζεστό.

 

Ο μάγος έβηξε νευρικά και έβγαλε δύο χρυσά νομίσματα. Ο Κόμπες γέλασε σαρδώνια, καταπίνοντας ακόμη μια μπουκιά-θηρίο.

 

-Έλα παλιοτσιγγούναρε, ξηλώσου. Αξίζω τα λεφτά μου.

 

-Ε, δε βγαίνω κι εγώ, διαμαρτυρήθηκε σε ήπιο τόνο ο άλλος. Τόσα έξοδα έχω.

 

-Ναι, να παίρνεις της γκόμενας πασουμάκια με φούντες!

 

Ο Πετρεξού υποχώρησε μουτρωμένος.

 

-Τέσσερα χρυσά. Δεν έχω άλλα.

 

-Βάλε άλλα δύο και θα σου κάνω έκπτωση: Θα σου δώσω δύο πληροφορίες στην τιμή της μιάμισης.

 

-Δε μπορώ να σου δώσω άλλα, δε βγαίνω σου λέω.

 

-Η μία πληροφορία αφορά το Δρακοαφέντη.

 

Ο μάγος σάλεψε ανήσυχα στο κάθισμά του, αλλά τελικά έβαλε το χέρι του στο πουγκί και πήρε άλλα δύο χρυσά.

 

Ο Κόμπες τα τσέπωσε όλα χαμογελώντας πονηρά.

 

-Σε λίγες ώρες που θα έχω το Ρουμπίνι του Ντεό-Νταό, θα έχεις πολλά περισσότερα, φίλε μου, έκανε εύθυμα. Και μπορείς να βγάλεις κι άλλα αν μαθευτεί από σένα ότι ο Δρακοαφέντης έχει ένα παιδί με μια κόκκινη δράκαινα.

 

Ο Πετρεξού χλώμιασε νεκρικά κι άπλωσε το χέρι του, σε μια προσπάθεια να κλείσει το στόμα του Κόμπες ή τουλάχιστον να μειώσει τον τόνο της φωνής του. Φυσικά και ο κλέφτης δε μπόρεσε να επιβληθεί στο ένστικτό του –το ίδιο ένστικτο που τον ανάγκαζε να μοιράζει σφαλιάρες όποτε κάποιος προσπαθούσε να υπονομεύσει την ελευθερία του. Χωρίς να καταλάβει πώς, ο μάγος βρέθηκε στα γόνατα, με το χέρι του γυρισμένο πίσω από την πλάτη του.

 

-Κόμπες! Κλαψούρισε.

 

Ο άλλος έλυσε τη λαβή και τον βοήθησε να σηκωθεί.

 

-Σου έχω πει εκατό χιλιάδες φορές να μην το κάνεις αυτό. Καλύτερα να μου λες «σκάσε».

 

Ο τόνος της συζήτησής τους δεν είχε αλλάξει. Η κίνηση του Πετρεξού ήταν κίνηση προστασίας κι ο Κόμπες το ήξερε και δεν το παρεξηγούσε. Με τη σειρά της, η κίνηση του Κόμπες ήταν αντανακλαστική κι ο Πετρεξού το ήξερε δεν το παρεξηγούσε. Γενικά, δεν είχαν παρεξηγηθεί ποτέ, παρά μόνο μια φορά όταν πρωτογνωρίστηκαν και πάλι κάτω από εξαιρετικά ύποπτες και ομιχλώδεις συνθήκες. Ξανακάθησαν στις θέσεις τους. Οι υπόλοιποι θαμώνες της ταβέρνας, μαζί κι η Ινολίκ κι ο Μπόρτου, δεν τους έδωσαν σημασία. Ψιλά γράμματα για την καθημερινότητα ενός προσώπου όπως ο Κόμπες.

 

-Λέγε τώρα τι έκανα λάθος.

 

-Τα σεξουαλικά συνήθεια του Δρακοαφέντη δεν είναι καλό να αναφέρονται χωρίς κάποιες αποτρεπτικές χειρονομίες. Θα θυμάσαι τη σφαγή στο Γιαγιαγκατουμπού, πριν από μερικά χρόνια. Κάποιος υπήρξε απρόσεκτος και να τα αποτελέσματα.

 

-Εντάξει, μ’ έπεισες. Κάνε εσύ τις χειρονομίες κι εγώ θα μιλάω.

 

-Και για όνομα των θεών χαμήλωσε τον τόνο της φωνής σου. Σε ταβέρνα είμαστε. Όλο και κάποιος ακούει.

 

Ο Κόμπες υπάκουσε.

 

-Οι καλικάντζαροι μου είπαν, σε μια στιγμή απροσεξίας, ότι ο Δρακοαφέντης κοιμήθηκε κρυφά με μια κόκκινη δράκαινα, πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια. Στην αρχή πίστεψα ότι λέγανε ψέματα, άλλωστε το συνηθίζουν οι καλικάντζαροι, αλλά άρχισαν να μου δίνουν λεπτομέρειες. Μου είπαν ότι υπάρχει ένα παιδί από αυτήν την σχέση κι ότι τώρα θα είναι τριάντα ή σαράντα χρονών.

 

-Ποτέ δεν έχει γεννηθεί πολύχρωμος δράκος, έκανε ο Πετρεξού σχηματίζοντας ακατάπαυστα αποτρεπτικά σύμβολα με τα δάχτυλά του. Καμμιά κόκκινη δε θα τολμούσε να κοιμηθεί με ένα μπλε, οι νόμοι των Αρχαίων Δράκων είναι σαφείς: Ακόμη κι αν γεννηθεί ένα τέτοιο πλάσμα, πρέπει να το σκοτώσει η ίδια του η μητέρα. Και σε τελική ανάλυση δεν είναι θέμα νόμων, αλλά επιβίωσης. Δεν υπάρχει Δέντρο-Πηγή απ’ όπου να μπορεί να τραφεί ένας πολύχρωμος δράκος. Θα πεθάνει της πείνας πριν καλά-καλά φυτρώσουν τα φτερά του.

 

-Αυτό σκέφτηκα κι εγώ. Αλλά σου λέω, φάνηκε πως έλεγαν την αλήθεια. Τέλος πάντων, έχε το στο νου σου και ψάξ’ το κι εσύ.

 

-Τελειώσαμε με το Δρακοαφέντη; Είπες ότι είχες κι άλλη μια πληροφορία.

 

Ο Κόμπες χαλάρωσε φανερά, ρεύτηκε ηχηρά, χαμογέλασε στραβά, έβαλε στο ποτήρι του κρασί και του διηγήθηκε τις ερωτικές περιπέτειες ενός ηχοφαντάσματος κι ενός βαμπίρου, που κατά τα λεγόμενα τους οδήγησε σε μια ανώτερη σφαίρα ύπαρξης. Ο μάγος κατενθουσιάστηκε, ξεχνώντας την προηγούμενη τρομάρα του. Για αρκετή ώρα υπολόγιζε εκστασιασμένος τη φήμη που θα αποκτούσε αν κυκλοφορούσε στις βιβλιοθήκες ένα γριμόριο με την υπογραφή του και γαργαλιστικές λεπτομέρειες αυτής της ερωτικής σχέσης. Κι όσο ο Πετρεξού φαντασιωνόταν φιλολογικές τιμές, ο Κόμπες χαμογελούσε σα νυφίτσα κι ετοιμαζόταν για μια ακόμη τραβηχτική από το παχουλό πουγκί του μάγου.

 

-Σου έχω και κάτι ακόμη, έκανε τάχα αδιάφορα. Μια τρίτη πληροφορία.

 

-Α, ναι; Τι πληροφορία; Είπε ο Πετρεξού με προσποιητό ενδιαφέρον, ενώ ήταν φανερό ότι η όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη σε χειρόγραφα και σημειώσεις στα περιθώριά τους από διάσημους ιστορικούς της μαγείας.

 

-Οι καλικάντζαροι.

 

-Μμ; Τι;

 

-Έμαθα την κατάρα που τους κρατάει δεμένους στην Πύλη του Χαλκού.

 

Η έκπληξη του μάγου ήταν τόση που το σαγόνι του κρέμασε, αφήνοντας να φανούν τα μικρά παιδιάστικα δόντια του και μια μυτερή γλώσσα.

 

-Τι ‘πες; Ψέλλισε πεταρίζοντας τα βλέφαρα.

 

-Λέω: κατάφερα να μάθω την κατάρα που τους…

 

-Σοβαρά μιλάς; Δε μου κάνεις πλάκα;

 

-Ούτε πλάκα, ούτε έκπτωση θα σου κάνω.

 

Ο Πετρεξού πέταξε ανυπόμονα πάνω στο τραπέζι δύο χρυσά νομίσματα. Ο Κόμπες παρέμεινε σιωπηλός.

 

-Είσαι αισχροκερδής.

 

-Μπορεί, αλλά μην ξεχνάς ότι στο Νότο ήμουν έμπορος.

 

Άλλα δυο χρυσά νομίσματα κουδούνισαν. Κάποιος από το διπλανό τραπέζι τους έριξε μια ματιά όλο ύποπτο ενδιαφέρον. Ο κλέφτης βιάστηκε να μαζέψει τα λεφτά, μην παραλείποντας ωστόσο να ρίξει μια ματιά στον αδιάκριτο, μια ματιά που μπορούσε κάλλιστα να σημαίνει «το χέρι σου είναι σε κίνδυνο, αν το απλώσεις, θα στο κόψω από τη ρίζα.» Ο άλλος λούφαξε μουτρωμένος.

 

-Λοιπόν;

 

Ο Κόμπες εξακολούθησε να παραμένει σιωπηλός.

 

-Άει στον κόρακα, παλιοκλέφτη, έκανε ο Πετρεξού αηδιασμένος και του έδωσε άλλα δυο χρυσά.

 

Ο κλέφτης χαμογέλασε σχεδόν καλοσυνάτα κι έσκυψε προς το μέρος του μάγου.

 

-Πριν από χίλια ή χίλια διακόσια χρόνια, οι καλικάντζαροι ήταν μισθοφόροι στον μάγο Αρέλα, μουρμούρισε όσο πιο σιγά μπορούσε. Τον βοηθούσαν στις βρωμοδουλειές του, γιατί ως γνωστόν ο Αρέλας ήταν μεγάλο καθίκι κι είχε βάλει στο μάτι το θρόνο της Παλαιάς Καπερνιφλόρας. Δεν του ήταν και πολύ πιστοί όμως, ποιος μισθοφόρος είναι; Στη μάχη για το πεδίο του Αμπελώνα, μεταξύ του Αρέλα και του τότε βασιλιά της Παλαιάς Καπερνιφλόρας, οι καλικάντζαροι δεν πολέμησαν όσο γενναία θα έπρεπε. Συγκεκριμένα προφασίστηκαν έναν ομαδικό κοιλόπονο και την έβγαλαν στα μετόπισθεν, δίπλα σ’ ένα ποταμάκι και με τα βρακιά κατεβασμένα. Όταν ο Αρέλας τους πήρε χαμπάρι, μετά το τέλος της μάχης, τους τιμώρησε με τρόπο φριχτό για καλικάντζαρο: τους καταράστηκε να μπορούν να τρώνε κρέας μόνο όσο στέκουν φρουροί στην Πύλη του Χαλκού. Μην ξεχνάς ότι το λημέρι του Αρέλα ήταν στην ήδη ερειπωμένη Δρου, άρα στην ουσία τους είχε για πάντα φρουρούς του.

 

Ο Πετρεξού γούρλωσε τα μάτια.

 

-Καλά κι αυτοί δε μπορούν να φάνε κάτι άλλο; Πρέπει οπωσδήποτε να τρώνε κρέας;

 

Στα χείλη του κλέφτη σχηματίστηκε ένα χαμόγελο.

 

-Έλα τώρα, αφού ξέρεις ότι το κρέας για τον καλικάντζαρο είναι ό,τι το χρυσάφι για τον τοκογλύφο: απολύτως απαραίτητο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η κατάρα έχει και δεύτερο σκέλος. Αν απομακρυνθούν από την Πύλη, μπορούν να φάνε μόνο ένα πράγμα.

 

-Τι; Ρώτησε ο μάγος.

 

Το χαμόγελο του Κόμπες άγγιξε τα όρια του ξεκαρδίσματος, καθώς έλεγε με καλικαντζαρίστικη προφορά:

 

-Φακιές.

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Φακιές!!!! Άψωγο!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..