Jump to content

Write off #29 (Naroualis vs Deodonus)


nikosal
 Share

Recommended Posts

edit 7/1/09: ένδειξη poll Naroualis 14 Deodonus 3

 

 

 

Η εισαγωγή του nikosal, την οποία έπρεπε να ακολουθήσουν οι δύο διαγωνιζόμενοι:

 

Το χιόνι τη χτυπούσε στο πρόσωπο αλύπητα αναγκάζοντάς την να κρατά τα μάτια μισόκλειστα. Ήξερε ότι για να μη χάσει τον προσανατολισμό της έπρεπε να βαδίζει κόντρα στον άνεμο. Σε αυτά τα πλάτη ο άνεμος δεν άλλαζε ποτέ κατεύθυνση, ερχόταν πάντα από το βορρά και ήταν παγωμένος και μονότονος. Όσο και αν τη δυσκόλευε όμως παρακαλούσε να μην σταματήσει, γιατί τότε δεν θα είχε κανένα τρόπο να βρει το δρόμο, ούτε φυσικά να γυρίσει πίσω. Θα χανόταν κάτω από το χιόνι και αν ήταν τυχερή θα την έβρισκαν την άνοιξη όπως είχε συμβεί με το θείο της τότε που το Γκιζμ πέρασε από τη μια οικογένεια στην άλλη.

Σε κάθε βήμα της οι δερμάτινες μπότες χώνονταν βαθιά στο φρέσκο χιόνι δυσκολεύοντας το περπάτημα. Μα εκείνη συνέχιζε σταθερά, υπολογίζοντας να φτάσει στον Οίκο σε λίγες ώρες. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε τη διαδρομή και στα αυτιά της ηχούσαν ακόμα οι λυγμοί της Μαρουλίνας που πιστεύοντας ότι ήταν πολύ μικρή για να τα καταφέρει, την είχε προκαταβολικά ξεγράψει. Δεν γνώριζε φυσικά ότι εκείνη προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια. Κάθε βράδυ, όταν ξάπλωνε, έκλεινε τα μάτια και βάδιζε κόντρα στις ριπές του χιονιού, μέχρι που έχανε την αίσθηση του χρόνου και δεν ήξερε αν ο Οίκος ήταν ακόμα μακριά ή λίγα μέτρα πιο κάτω. Κάποιες φορές τον αντίκριζε, έτσι όπως τον είχαν περιγράψει ο πατέρας και ο αδελφός της, άλλοτε πάλι απελπιζόταν, καθόταν στα γόνατα και τη ρουφούσε γλυκά το χιόνι μέχρι που τιναζόταν όρθια από τις φωνές της Μαρουλίνας, ανακουφισμένη που η αποτυχία της ήταν εφιάλτης και το Γκιζμ βρισκόταν ακόμα στην οικογένεια.

 

Ακολουθούν τα δύο κείμενα.

Edited by Nienor
Link to comment
Share on other sites

Το χιόνι τη χτυπούσε στο πρόσωπο αλύπητα αναγκάζοντάς την να κρατά τα μάτια μισόκλειστα. Ήξερε ότι για να μη χάσει τον προσανατολισμό της έπρεπε να βαδίζει κόντρα στον άνεμο. Σε αυτά τα πλάτη ο άνεμος δεν άλλαζε ποτέ κατεύθυνση, ερχόταν πάντα από το βορρά και ήταν παγωμένος και μονότονος. Όσο και αν τη δυσκόλευε όμως παρακαλούσε να μην σταματήσει, γιατί τότε δεν θα είχε κανένα τρόπο να βρει το δρόμο, ούτε φυσικά να γυρίσει πίσω. Θα χανόταν κάτω από το χιόνι και αν ήταν τυχερή θα την έβρισκαν την άνοιξη όπως είχε συμβεί με το θείο της τότε που το Γκιζμ πέρασε από τη μια οικογένεια στην άλλη.

 

Σε κάθε βήμα της οι δερμάτινες μπότες χώνονταν βαθιά στο φρέσκο χιόνι δυσκολεύοντας το περπάτημα. Μα εκείνη συνέχιζε σταθερά, υπολογίζοντας να φτάσει στον Οίκο σε λίγες ώρες. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε τη διαδρομή και στα αυτιά της ηχούσαν ακόμα οι λυγμοί της Μαρουλίνας που πιστεύοντας ότι ήταν πολύ μικρή για να τα καταφέρει, την είχε προκαταβολικά ξεγράψει. Δεν γνώριζε φυσικά ότι εκείνη προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια. Κάθε βράδυ, όταν ξάπλωνε, έκλεινε τα μάτια και βάδιζε κόντρα στις ριπές του χιονιού, μέχρι που έχανε την αίσθηση του χρόνου και δεν ήξερε αν ο Οίκος ήταν ακόμα μακριά ή λίγα μέτρα πιο κάτω. Κάποιες φορές τον αντίκριζε, έτσι όπως τον είχαν περιγράψει ο πατέρας και ο αδελφός της, άλλοτε πάλι απελπιζόταν, καθόταν στα γόνατα και τη ρουφούσε γλυκά το χιόνι μέχρι που τιναζόταν όρθια από τις φωνές της Μαρουλίνας, ανακουφισμένη που η αποτυχία της ήταν εφιάλτης και το Γκιζμ βρισκόταν ακόμα στην οικογένεια.

 

Τρομακτικό. Αυτό έλεγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους. Τρομακτικό πλάσμα. Κι όμως εκείνη σχεδόν το λυπόταν. Τι να ένιωθε ολομόναχο, αθάνατο κι αγέραστο, αιώνια αιχμάλωτο μιας ξένης γι’ αυτό φυλής; Τι να περνούσε από το μυαλό του, κάθε φορά που κάποιος χανόταν στη χιονοθύελλα εξαιτίας του; Κάθε φορά που οι Παλαιοί το έδιναν σε μια άλλη οικογένεια, άλλαζε χρώμα στα μαλλιά και τα μάτια του, παίρνοντας τα χρώματα εκείνων που πέθαναν. Πανηγύριζε που σκότωνε τους δεσμοφύλακές του; Κι ήταν όντως πανηγυρισμοί ή μήπως ήταν τύψεις, που γινόταν αφορμή να πεθαίνουν τόσοι άνθρωποι; Ή μήπως ήταν όντως ένα ζώο, όπως νόμιζε η Μαρουλίνα;

 

Η Μαρουλίνα δε μπορούσε να ήταν αντικειμενική. Η οικογένειά της έχασε το Γκιζμ, όταν πέθανε η δίδυμη αδελφή της στο δρόμο για τον Οίκο. Την έλεγαν Καροτίνα, αλλά δεν έμοιαζαν σχεδόν καθόλου. Η μία ήταν μελαχροινή, σαν τους καρπούς της καστανιάς. Η άλλη ήταν κοκκινομάλλα κι είχε τα πιο πράσινα μάτια που θα μπορούσε ποτέ να έχει άνθρωπος. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν οι μεγαλύτεροι. Κι όταν το Γκιζμ πέρασε από την οικογένεια των δίδυμων σ’ εκείνη του θείου της, τότε το χρώμα της γούνας του άλλαξε κι έγινε κόκκινο, σαν το χρώμα των μαλλιών της Καροτίνας. «Έτσι κάνει το Γκιζμ,» της είχε πει η μητέρα της πριν πεθάνει. «Θυμάται εκείνον που πέθανε, παίρνοντας το χρώμα των μαλλιών του και το χρώμα των ματιών του.»

 

Ο άνεμος συνέχισε να την χτυπάει κατά πρόσωπο. Το χιόνι συνέχισε να βουλιάζει κάτω από τα πόδια της. Είχε προετοιμαστεί για τη στιγμή που από την κούρασή της δε θα έδινε πια σημασία σε τίποτα, αλλά ήταν σίγουρη για τον εαυτό της. Ήξερε πως ότι κι αν συνέβαινε, θα συνέχιζε να περπατάει κόντρα στον άνεμο, μέχρι να φτάσει στον Οίκο, να παραδώσει τον εαυτό της και τη μοίρα του Γκιζμ στα χέρια των Παλαιών.

 

Ήταν σα να το ‘βλεπε μπροστά της, μαλλιαρό, σαν αρκούδι, ψηλό όσο ένας άνθρωπος, με πελώρια καστανά μάτια. Η Μαρουλίνα το φοβόταν, ο πατέρας κι ο αδελφός της το φοβόνταν, ακόμη κι η μητέρα της όσο ήταν ζωντανή ίσως να το φοβόταν. «Μας μισεί,» έλεγαν όλοι. «Κάθε αιχμάλωτος μισεί τους δεσμοφύλακές του.» Η ίδια δεν ήξερε αν έπρεπε να το φοβηθεί. Κι ούτε ήξερε αν όντως εκείνο μισούσε τους ανθρώπους.

 

Ποτέ δεν έκανε κάτι κακό το Γκιζμ. Ποτέ δεν πλήγωσε κανέναν, καθόταν ήσυχο κάτω από ένα δέντρο όλη μέρα και κοιτούσε στο άπειρο. Το έβλεπε κάθε μέρα, ήρεμο, σχεδόν μελαγχολικό, κάτω από την καστανιά του κήπου τους, να λιάζει τη γούνα του, να κοιτάζει ψηλά στο τίποτα και ν’ ανασαίνει βαθιά. Κάποιες φορές, όσο η μητέρα της ήταν ακόμη ζωντανή, πίστευε ότι τα μάτια του έλαμπαν με μια λάμψη σχεδόν ανθρώπινη, αλλά ήταν πολύ μικρή και πίστευε τα πιο απίθανα πράγματα. Κι ύστερα ήταν και κάποιες άλλες φορές που το Γκιζμ κοιτούσε προς το μέρος της και τότε πίστευε πραγματικά ότι το πλάσμα δεν είχε ποτέ μισήσει τους ανθρώπους.

 

Το χιόνι ήταν παντού. Κάτω από τα πόδια της, μέσα στις μπότες της, πάνω στους ώμους της. Ριπές ανέμου και στροβιλισμοί το έσπρωχναν κάτω από τη φούστα της, το συσσώρευαν στα φρύδια της και στο μαντήλι που κάλυπτε τα μαλλιά, το στόμα και τη μύτη της. Χοντρές, σκληρές νιφάδες προσπαθούσαν να χωθούν ανάμεσα στα κουμπιά της κάπας της, να διεισδύσουν στη ζεστασιά του κορμιού της και να λιώσουν εκεί, αφήνοντάς της την παγωνιά τους.

 

Αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Ήταν πια γυναίκα κι όχι παιδί. Ακόμη κι η Μαρουλίνα το είχε πια παραδεχτεί, δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τα πρώτα της έμμηνα είχαν εμφανιστεί την άνοιξη κι η απουσία του κατάλληλου τελετουργικού για την είσοδό της στους κόλπους των γυναικών του χωριού δεν την έκανε λιγότερο γυναίκα από εκείνες. Είχε κάθε δικαίωμα και κάθε υποχρέωση να υπερασπιστεί το Γκιζμ και την τιμή της οικογένειάς της, με την ίδια τη ζωή της. Δεν ήταν πια παιδί.

 

Αλλοπρόσαλλες σκέψεις. Μήπως είχε αρχίσει να κουράζεται; Περπατούσε μόλις δυο ώρες, δεν ήταν ακόμη καιρός για κούραση. Χρειαζόταν όλες της τις δυνάμεις για να φτάσει στον Οίκο. Εκεί οι Παλαιοί, με τα ξόρκια τους και τις μαγικές τους σφαίρες, θα έσωζαν το Γκιζμ και θα ανανέωναν τη συμφωνία τους με τα Τσάμπι. Όσο ο αιώνιος εχθρός των Τσάμπι έμενε αιχμάλωτος των ανθρώπων, θα κρατούσαν την Πύλη του Βορρά κλειστή, κι όλα τα πλάσματα του κρύου φυλακισμένα. Κι ο αιώνιος εχθρός των Τσάμπι ήταν το Γκιζμ. Το μαλλιαρό, σχεδόν ανθρώπινο Γκιζμ.

 

Χιόνι, άνεμος, χιόνι. Άνεμος, χιόνι, άνεμος. Αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί. Είχε αρχίσει η κούραση να την καταβάλει; Όχι ακόμη. Όχι ακόμη. Όταν θα γινόταν αυτό, θα ονομάτιζε απλώς το πόδι που πήγαινε μπροστά. Αριστερό, δεξί. Δεξί, αριστερό. Κρύο, κρύο, κρύο.

 

Κάθε χρόνο, μέσα στο κέντρο του χειμώνα το Γκιζμ έπεφτε βαριά άρρωστο. Έχανε κάθε δύναμη να κινείται, έπεφτε κάτω σαν παράλυτο, ίσα που ανάσαινε. Τότε κάποιος έπρεπε να πάει στον Οίκο, να φέρει το μήνυμα της αρρώστιας του στους Παλαιούς κι εκείνοι να το πουν στα Τσάμπι. «Το Γκιζμ είναι έτοιμο να πεθάνει. Αν πεθάνει, θα ελευθερωθεί. Αν ελευθερωθεί, θα σας κυνηγήσει. Σώστε το Γκιζμ, για να σωθείτε, πλάσματα του Πόλου, πλάσματα της Πύλης.»

 

Ω, πόσο κρύο… Όσο όταν έχασε τη μητέρα της. Όσο όταν έμαθε ότι ο πατέρας της θα παντρευόταν ξανά. Αν φανταζόταν λίγη ζέστη, άραγε θα ζεσταινόταν; Αν θυμόταν τη μητέρα της; Τη μέρα που ήρθε η Μαρουλίνα στο σπίτι –τι ανακούφιση, τι ζεστασιά, μόνο η Μαρουλίνα θα μπορούσε ποτέ να πάρει τη θέση της νεκρής στο άδειο σπιτικό, στην άδεια καρδιά της, στην άδεια καρδιά του αδελφού της, μακάρι όλα τα ορφανά να έχουν τέτοιες μητριές.

 

Αλλά όχι. Δεν έρχεται η ζεστασιά. Κρύο. Άνεμος κοφτερός, σαν ξυράφι. Χιόνι που μπαίνει πρόστυχα παντού, στα μανίκια της, στο γιακά της, κάτω από τη φούστα της. Το Γκιζμ πρέπει να μείνει αιχμάλωτο των ανθρώπων. Τα Τσάμπι πρέπει να κρατούν κλειστή την Πύλη. Εκείνη πρέπει να πάει στον Οίκο το μήνυμα της αρρώστιας του Γκιζμ.

 

Του Γκιζμ με τα καστανά μάτια. Κουράστηκε; Όχι ακόμα. Ο πατέρας κλαίει. Ο αδελφός κλαίει. Γιατί; Εκείνοι τα κατάφεραν, τόσα χρόνια τα κατάφεραν. Κι εκείνη θα τα καταφέρει. Αριστερό, δεξί. Ναι, τώρα κουράστηκε λιγάκι. Λίγο ακόμη και θ’ αρχίσει να μετράει. Πόσες ώρες περπατάει; Τρεις, τέσσερις; Αριστερό, δεξί. Όχι ακόμα. Το Γκιζμ κάτω από την καστανιά. Να λιάζει την καστανή του γούνα. Η λάμψη στα μάτια του, ανθρώπινη;

 

Κι έγινε εκείνο που έτρεμε να μη συμβεί, εκείνο που την ξυπνούσε τις νύχτες και την έκανε να κλαίει. Σταμάτησε να περπατάει. Ο άνεμος την έριξε κάτω, ανάσκελα πάνω στο χιόνι κι ύστερα έκοψε ταχύτητα, για να μπορέσουν οι νιφάδες να τη σκεπάσουν, σαν τρυφερό παγωμένο σεντόνι. Ατίμασε την οικογένειά της. Έκανε τους γονείς της να κλαίνε. Έστειλε το Γκιζμ σε άλλη οικογένεια, σε άλλη φυλακή, σε άλλους δεσμοφύλακες. Ω, το Γκιζμ πρέπει να μας μισεί. Αλλά γιατί δεν το κάνει;

 

Άκουσε φωνές που έρχονταν από μακρυά. Φωνές καβάλα στον άνεμο, φωνές γαντζωμένες στις νιφάδες του χιονιού. Το Γκιζμ αύριο πρωί θα έχει μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Σαν τα δικά της. Πόσο έντονη αντίθεση κάνουν οι μαύρες τούφες πάνω στο χιόνι. Μαύρες τούφες που ξεφεύγουν από το μαντήλι της. Το Γκιζμ θα θυμάται το θάνατό της. Γιατί δε μας μισεί; Τι ξέρει για τους ανθρώπους και δεν τους μισεί;

 

Κάτι κόκκινο και μπλε την πλησιάζει, αλλά τα μάτια της δεν μπορούν πια να δουν καθαρά. Κόκκινο και μπλε, σαν τη ρόμπα που φορούν οι Παλαιοί. Ώστε έφτασε; Ώστε το μήνυμα θα πάει στα Τσάμπι; Πεθαίνει. Το νιώθει. Άραγε το Γκιζμ θα έχει άλλο χρώμα μαλλιά αύριο; Άλλο χρώμα μάτια; Μαύρα και μαύρα; Γιατί δε μας μισεί το Γκιζμ;

 

Οι φωνές τώρα είναι πολύ κοντά της. «Είναι νεκρή,» λέει μια από αυτές. «Ναι, αλλά ήρθε. Ξεκινήστε τη διαδικασία.» Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι ακόμη ζωντανή, ότι τους ακούει, τη μεταφέρουν στα χέρια ως τον Οίκο, τι κρίμα να μη μπορεί να τον δει, τα μάτια της έχουν πια σβήσει. «Κακόμοιρο Γκιζμ,» λέει μια τρίτη φωνή. «Τι θα κάνει τώρα; Το ξόρκι θα γίνει, αλλά το κορίτσι πέθανε. Άλλος ένας θάνατος στη συνείδησή του.» «Εκείνο το διάλεξε,» απαντά η πρώτη φωνή. «Να προσποιείται τον αιχμάλωτο, για να αναγκάζει τους ανθρώπους να το κρατούν κοντά τους. Αν ήξεραν ότι τα Τσάμπι θα τους κατασπάραζαν, αν έβγαινε από τη μέση το Γκιζμ, τότε ίσως να μην το αγαπούσαν τόσο, ίσως να ήταν καχύποπτοι απέναντί του.» «Κανείς δε θα μάθει ότι το Γκιζμ κρατάει κλειστή την Πύλη κι όχι τα Τσάμπι.» Κακόμοιρο Γκιζμ.

 

 

Το χέρι της κρέμεται στον αέρα. Δεν το ορίζει. Δεν μπορεί να δει ή να ακούσει άλλο, δε νιώθει τίποτε. Το χιόνι κι ο άνεμος δεν την βασανίζουν πια. Νιώθει μια ζεστασιά μέσα της, σα να ‘χει ανάψει στα σπλάχνα της ένας μικρός ήλιος που χαμογελά. Νομίζει ότι ακούει το γέλιο της μάνας της κι ύστερα το γέλιο του αδελφού της, του πατέρα της, της Μαρουλίνας. Είναι με τους ζωντανούς ή τους νεκρούς; Κι ύστερα τα μάτια της μπορούν και πάλι να δουν και βλέπει μόνο κάτι λευκό και στη μέση του λευκού στέκεται ένα ανθρωπόμορφο πλάσμα, μαλλιαρό σαν αρκούδι. Είναι το Γκιζμ. Και της χαμογελά σαν άνθρωπος. Κι έχει μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια.

Link to comment
Share on other sites

Το χιόνι τη χτυπούσε στο πρόσωπο αλύπητα αναγκάζοντάς την να κρατά τα μάτια μισόκλειστα. Ήξερε ότι για να μη χάσει τον προσανατολισμό της έπρεπε να βαδίζει κόντρα στον άνεμο. Σε αυτά τα πλάτη ο άνεμος δεν άλλαζε ποτέ κατεύθυνση, ερχόταν πάντα από το βορρά και ήταν παγωμένος και μονότονος. Όσο και αν τη δυσκόλευε όμως παρακαλούσε να μην σταματήσει, γιατί τότε δεν θα είχε κανένα τρόπο να βρει το δρόμο, ούτε φυσικά να γυρίσει πίσω. Θα χανόταν κάτω από το χιόνι και αν ήταν τυχερή θα την έβρισκαν την άνοιξη όπως είχε συμβεί με το θείο της τότε που το Γκιζμ πέρασε από τη μια οικογένεια στην άλλη.

 

 

Σε κάθε βήμα της οι δερμάτινες μπότες χώνονταν βαθιά στο φρέσκο χιόνι δυσκολεύοντας το περπάτημα. Μα εκείνη συνέχιζε σταθερά, υπολογίζοντας να φτάσει στον Οίκο σε λίγες ώρες. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε τη διαδρομή και στα αυτιά της ηχούσαν ακόμα οι λυγμοί της Μαρουλίνας που πιστεύοντας ότι ήταν πολύ μικρή για να τα καταφέρει, την είχε προκαταβολικά ξεγράψει. Δεν γνώριζε φυσικά ότι εκείνη προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια. Κάθε βράδυ, όταν ξάπλωνε, έκλεινε τα μάτια και βάδιζε κόντρα στις ριπές του χιονιού, μέχρι που έχανε την αίσθηση του χρόνου και δεν ήξερε αν ο Οίκος ήταν ακόμα μακριά ή λίγα μέτρα πιο κάτω. Κάποιες φορές τον αντίκριζε, έτσι όπως τον είχαν περιγράψει ο πατέρας και ο αδελφός της, άλλοτε πάλι απελπιζόταν, καθόταν στα γόνατα και τη ρουφούσε γλυκά το χιόνι μέχρι που τιναζόταν όρθια από τις φωνές της Μαρουλίνας, ανακουφισμένη που η αποτυχία της ήταν εφιάλτης και το Γκιζμ βρισκόταν ακόμα στην οικογένεια.

 

 

 

Ξάφνου, ο αέρας σταμάτησε. Αμέσως κοκάλωσε: είχε γίνει αυτό που φοβόταν. Έχοντας χάσει κάθε προσανατολισμό, κοίταξε γύρω της προσπαθώντας να βρει κάποιο σημάδι που να της υποδείξει τον δρόμο προς τον βορρά – μάταια όμως. Γύρω της δεν υπήρχε παρά πηχτό σκοτάδι. Και χιόνι. Πολύ χιόνι. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν το έδαφος καλυμμένο με ένα κατάλευκο πέπλο χιονιού και τριγύρω να πέφτουν απαλά και σιωπηλά μυριάδες κάτασπρες νιφάδες. Το φεγγάρι και τα αστέρια είχαν κρυφτεί πίσω από τα βαριά σύννεφα – από πού ερχότανε όμως αυτό το μυστηριώδες γαλάζιο φως που έκανε το χιόνι να μοιάζει τόσο ψυχρό και απόκοσμο; Και γιατί ξαφνικά η λύσσα του αέρα μετατράπηκε σε πλήρη άπνοια;

 

Μία αστραπή φώτισε τους αιθέρες και αμέσως ακολούθησε μία τρομαχτική βροντή. Απέραντη ησυχία απλώθηκε παντού. Μία δεύτερη αστραπή αποκάλυψε στιγμιαία ένα αλλόκοτο τοπίο, ίσως μία παραίσθηση. Αλλά όχι – τα σύννεφα παραμερίσανε και άφησαν το θολό φως του ολόγιομου φεγγαριού να πλημμυρίσει τον χώρο. Μπροστά της βρισκόταν το Μεγάλο Δένδρο, ο Αιώνιος Προστάτης, το Σπίτι των Πνευμάτων, ο Οίκος. Το απαλό φως της σελήνης φώτιζε το χιόνι πάνω στα πελώρια κλαδιά του, που ορθωνόντουσαν ψηλά στον αέρα πάνω από τον γιγάντιο κορμό. Από πάνω τους κρεμόντουσαν χοντρές κλωστές, που στήριζαν τα Φαρκλ, τα ιερά φυλακτά πλεγμένα με φτερά κορακιού και άσπρα τριαντάφυλλα, που ανεμίζανε αργά στον αέρα. Τριγύρω επικρατούσε πλήρη άπνοια και σιωπή, ενώ οι νιφάδες του χιονιού είχαν εξαφανιστεί.

 

Μία γηραιά μορφή, η Σεβάσμια Μητέρα εμφανίστηκε πίσω από τον κορμό και την πλησίασε. Η νεαρή κοπέλα αμέσως χαμήλωσε το βλέμμα και λύγισε τα γόνατά της. «Σεβάσμια Μητέρα…» κατάφερε να ψελλίσει, έχοντας κυριευτεί από φόβο, δέος και μακαριότητα. «Καλώς ήρθες στον Οίκο» της απάντησε, με έναν βαθύ και απαλό τόνο. «Σήκω πάνω, ποτέ μου δεν ζήτησα καμία υποταγή και φόβο». Η κοπέλα σηκώθηκε και με δισταγμό ύψωσε το βλέμμα της και την είδε. Το ανάστημά της ψηλό, με τα κατάλευκα μακριά μαλλιά της να αντανακλούν το απαλό γαλάζιο φως του φεγγαριού. Στο γερασμένο πρόσωπό της, μία απερίγραπτη γλυκύτητα, μία απέραντη αγάπη, μία θεϊκή ομορφιά. Το μαύρο φόρεμά της σερνόταν στο χιονισμένο χώμα, ενώ πάνω του διέκρινε εδώ και εκεί μικρά στολίδια που λαμποκοπούσαν, σαν μικροσκοπικά μαύρα διαμάντια.

 

«Τι σε έφερε ως εδώ;» ρώτησε με την απαλή της φωνή.

«Ήρθα να προσφέρω το Ιερό Γκιζμ, να το καθαγιάσετε και να λάβω την Μεγάλη Ευλογία, Σεβάσμια Μητέρα.»

 

Η κοπέλα ξεκρέμασε από τον λαιμό της την ασημένια αλυσίδα, που στην άκρη της ήταν δεμένη μία ιριδίζουσα πράσινη πέτρα, που την αγκάλιαζε μία απαλή αύρα. Με τρεμάμενα χέρια προσέφερε το Ιερό Φυλαχτό στην γηραιά γυναίκα. Εκείνη το πήρε στο δεξί της χέρι και το έσφιξε μέσα στην γροθιά της. Άρχισε να περπατάει αργά και σταθερά σε κύκλους, άλλοτε σταματώντας για λίγο, άλλοτε ακουμπώντας το δένδρο με το χέρι της αναστενάζοντας. Στο τέλος γύρισε και της μίλησε:

 

«Μαγδαλένα, κόρη του Μπέργουλφ και απόγονος της ιερής φυλής των Χαρμετών… γνωρίζω ότι αυτό που περιμένεις τώρα δεν είναι παρά να τελέσω την Τελετουργία της Καθαγίασης του Γκιζμ και να στο δώσω πίσω, μαζί με την Χάρη του Οίκου.»

«Μάλιστα, Σεβάσμια Μητέρα.»

«Ο πατέρας σου είναι ο Ιεροφάντης της πόλης.»

«Μάλιστα, Σεβάσμια Μητέρα. Όπως ήταν και ο πατέρας του και ο πατέρας του πατέρα του, έως τις απαρχές της φυλής μας, Σεβάσμια Μητέρα.»

«Και για πες μου, ποια είναι τα καθήκοντά του;» Η φωνή της είχε πάρει μία ψυχρή απόχρωση ενώ οι λέξεις τώρα προφερόντουσαν κοφτά.

«Φροντίζει για τον εξαγνισμό των υδάτων, την προστασία της πόλης από το κακό, τους χρησμούς των ηλιοστασίων και την θεραπεία των ασθενών, Σεβάσμια Μητέρα.»

«Και την γνώση αυτή από πού την έλαβε;»

«Από τον πατέρα του.» Η κοπέλα αρχίσει να απορεί με αυτές της ερωτήσεις. «Και ο πατέρας του από τον πατέρα του. Μέχρι τον Ρίμιλφ, τον Υιό Σας, που στείλατε στην γη για να μας λυτρώσει από τα σκοτεινά πνεύματα, Σεβάσμια Μητέρα.»

«Και σε πόσους έχει διδάξει αυτή την γνώση ο πατέρας σου;»

 

Η κοπέλα ξαφνιάστηκε. Ήταν ίσως το μοναδικό πράγμα που δεν περίμενε να ακούσει από την Σεβάσμια Μητέρα. Η γνώση πάντα μεταδιδόταν από τον πατέρα στους εκλεκτούς υιούς του. Κανένας άλλος δεν επιτρέπονταν να είχε πρόσβαση σε αυτήν.

 

«Σε κανέναν, Σεβάσμια Μητέρα. Η Γνώση και η Σοφία έχει διαφυλαχθεί καλά από γενιά σε γενιά. Μόνο οι εκλεκτοί υιοί των Ιεροφάντων επιτρέπονται να την γνωρίζουν, Σεβάσμια Μητέρα.»

 

 

«Κακώς!» φώναξε η γηραιά γυναίκα. Ταυτόχρονα ένας κεραυνός άστραψε, ενώ αέρας άρχισε να φυσάει ολοένα και πιο δυνατά. Η Σεβάσμια Μητέρα στεκόταν τώρα ακριβώς μπροστά από το δέντρο. Ο άνεμος μπέρδευε τα μακριά άσπρα μαλλιά της και ανέμιζε το κατάμαυρο φόρεμά της.

«Σας έστειλα τον μονάκριβό μου Υιό, το ίδιο μου το Αίμα, τον θυσίασα, τον έστειλα στον Κάτω Κόσμο για να μπορέσει το γένος σας να σωθεί. Αλλά εσείς τα λάβατε όλα λάθος. Τα διαστρεβλώσατε όλα. Τα καταστρέψατε!»

 

Ο αέρας λυσσομανούσε γύρω της, τεραστία κύματα από χιονονιφάδες χτυπούσαν την κοπέλα, που είχε πέσει στα γόνατα και μετά βίας κατάφερνε να φυλαχτεί με τα χέρια της. Αστραπές και βροντές γέμισαν το τοπίο με τρομαχτικές σκιές, τα Φαρκλ μετά βίας δεν σπάσανε από τον αέρα, ενώ στην μέση, μπροστά από το Ιερό Δέντρο, η Σεβάσμια Μητέρα, γεμάτη οργή και θυμό, με τα κατάμαυρα μάτια της να σκορπάνε σπίθες, να τείνει προστακτικά το χέρι της και να λέει με βροντερή φωνή:

 

«Πήγαινε στην πόλη σου και πες ό,τι είδες και ό,τι άκουσες. Αρκετά χρόνια υπέμεινα, αρκετά χρόνια συγχωρούσα την ανοησία των ανθρώπων και την δίψα τους για δύναμη και εξουσία. Ο Υιός μου δεν θυσιάστηκε για καμία «επίλεκτη» γενιά ανθρώπων, δεν μαρτύρησε για τους λίγους και τους «εκλεκτούς». Ήρθε να σώσει όλους τους ανθρώπους, αντιμετωπίζοντας τους όλους ίσους μεταξύ τους και ίσους προς τα Μεγάλα Πνεύματα. Πήγαινε και στο πατέρα σου και πες του αυτό: ήρθε η εποχή που η Γνώση και η Σοφία θα απελευθερωθούν από κάθε δέσμευση και μυστικότητα, ήρθε η εποχή που οι «επίλεκτοι υιοί» θα είναι όλα τα παιδιά των Ανθρώπου, ήρθε η εποχή που ο Υπέρτατος Λόγος των Πνευμάτων θα ακουστεί σε κάθε γωνιά της γης. Αυτά πες του και άμα αρνηθεί, πες του ότι τον προστάζω να παρουσιαστεί ενώπιόν μου και ενώπιον όλων των Μεγάλων Πνευμάτων. Ήρθε η ώρα που κάθε καρδιά των ανθρώπων θα γίνει το Ιερό Γκιζμ, που κάθ’ ένας θα λάβει την Ευλογία των Πνευμάτων.»

 

Η κοπέλα είχε πλέον κυλιστεί χάμω από την χιονοθύελλα και τον φόβο. Το κουβαριασμένο της κορμί έτρεμε από την ταραχή και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Όταν ο αέρας κόπασε και κατάφερε να ξανασηκωθεί, συνάντησε το γνωστό τοπίο: την απέραντη χιονισμένη έκταση, με έναν ελαφρό βόριο αέρα να σκορπίζει νωχελικά της νιφάδες και το ολόγιομο φεγγάρι να ξεπροβάλει διστακτικά, πίσω από τα βαριά σύννεφα. Το Μεγάλο Δέντρο είχε εξαφανιστεί, μαζί με την Σεβάσμια Μητέρα, το Γκιζμ και την θεϊκή οργή της. Τίποτα δεν υπήρχε πια εκεί.

 

 

 

Μία μικρή ενόχληση, σαν τσίμπημα στο στήθος της την έκανε να βάλει γεμάτη απορία το χέρι μέσα από τα βαριά της ρούχα, για να βγάλει το πιο όμορφο πράγμα που είχε συναντήσει ποτέ στον κόσμο. Εκεί που πριν από λίγο κρεμόταν το Ιερό Γκιζμ, τώρα βρισκόταν ένα μικρό, ολόλευκο τριαντάφυλλο, με τις μικρές νιφάδες του χιονιού να έχουν σταθεί στα ευαίσθητα ροδοπέταλά του, αντανακλώντας το θολό γαλάζιο φως του φεγγαριού.

Link to comment
Share on other sites

Υπενθυμίζω για τους νεότερους:

 

Αφού διαβάσετε τις δύο ιστορίες, πηγαίνετε στην κορυφή αυτού του τόπικ για να ψηφίσετε ποια σας άρεσε περισσότερο. Κάθε μέλος, προφανώς, έχει δικαίωμα να ψηφίσει μια φορά μόνο (το σύστημα δεν επιτρέπει δεύτερη ψήφο). Αν έχετε ήδη ψηφίσει, αυτό που βλέπετε στην κορυφή είναι το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ως εκείνη τη στιγμή. Οι δύο συγγραφείς είχαν μια βδομάδα για να ολοκληρώσουν, ακολουθώντας την εισαγωγή. Επίσης έπρεπε να μην υπερβούν συγκεκριμένο αριθμό λέξεων.

Link to comment
Share on other sites

Ας κάνω την αρχή με τα σχόλια, διότι ενώ έχει ψήφους (και συνήθως λέγαμε και μια κουβέντα για αυτές τις ψήφους), δεν έχει κουβεντούλα :p

 

Naroualis από μένα. Και οι δύο ιστορίες συνεχίζουν ωραία τον πρόλογο και δε δημιουργούν χάσμα. Και οι δύο είναι ολοκληρωμένες (αρχή μέση τέλος), καλογραμμένες και ομοιόμορφες. Προσωπικά, με κέρδισε της Naroualis από πλευράς ενδιαφέροντος. Αυτό δε σημαίνει πως του Deodonus δεν έχει ενδιαφέρον, σε καμία περίπτωση δε σημαίνει αυτό. Απλά στην άλλη κρατούσα την ανάσα μου σε περισσότερα σημεία και μέσα από την αφαιρετική διαδικασία του τέλους, έκλεισα την ιστορία με το μυαλό μου. Έγινε προσωπική υπόθεση.

 

Μπράβο παιδιά :)

 

edit: και αφού ξαναξεκινάμε από την αρχή, κι αφού ο Νίκος ρώτησε έτσι κι αλλιώς, ας λέμε και για τους προλόγους (πράγμα που δεν κάναμε προηγουμένως): Νίκο ωραίος πρόλογος. Τουλάχιστον τρία ανοιχτά ζητήματα, καλό μέγεθος, κανένας περιορισμός.

Edited by Nienor
Link to comment
Share on other sites

Και τα δικά μου σχόλια:

 

ΟΙ δύο ιστορίες είναι καλογραμμένες, και με όσες λεπτομέρειες χρειάζεται, χωρίς περιττές αναφορές.

 

Ψήφισα της naroualis για την πρωτοτυπία που παρουσίασε με το Γκιζμ΄δεν το έκανε φυλακτό ή κάτι παρόμοι όπως θα έκαναν ίσως οι περισσότεροι.

 

Εκείνο επίσης που πρόσεξα στην ιστορία του Deodonus είναι η φανερή επιρροή του από την όλη ιστορία με τον NickMarvel (ο υιός που εστάλει κλπ.)

Link to comment
Share on other sites

Πρώτα μια γενική παρατήρηση: Το write off έχει -όπως καταλαβαίνετε όλοι, πολλοί μάλιστα από πρώτο χέρι- δυσκολίες. Οι δύο συγγραφείς που θα πάρουν μέρος πρέπει να ακολουθήσουν την εισαγωγή ενός τρίτου, που μπορεί να μην τους εμπνεύσει καθόλου, ενώ επίσης έχουν μόλις μια βδομάδα για να γράψουν, βρουν δεν βρουν τις κατάλληλες συνθήκες και το χρόνο. Για αυτό κάθε προσπάθεια παίρνει έπαινο, ειδικά αν στέκεται από ένα επίπεδο και απάνω. Μπράβο λοιπόν και στους δύο συγγραφείς του #1.

 

Τώρα πιο συγκεκριμένα:

 

Η ιστορία του Deodonus μου άρεσε λιγότερο. Δεν ήταν αδιάφορη, κάθε άλλο. Η Σεβάσμια Μητέρα (ουπς! λέτε να ήταν και Μπένε Τζέζεριτ;) θυμώνει με τη στενοκεφαλιά των ανθρώπων που κατά κάποιο τρόπο, αν καταλαβαίνω καλά, κρατάνε την ιερή γνώση από πατέρα σε γιο, χωρίς να την ανοίγουν σε όλη την κοινωνία. Έτσι έχει δημιουργηθεί μια κάστα ιερέων και η Μητέρα τα βάζει μαζί της. Γιατί τόσο αργά; Ε, κάποια εξήγηση θα υπάρχει, το διήγημα είναι μικρό και δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα. Θα ήθελα όμως να έχει λάβει υπόψη του ότι κάποια στιγμή ο θείος είχε αποτύχει να βαδίσει στον προορισμό και το Γκιζμ είχε αλλάξει οικογένεια (βλ. εισαγωγή) ενώ δεν εξηγείται γιατί δεν στάλθηκε γιος στην πορεία, παρά κόρη. Όμως αυτά είναι σχετικά δευτερεύοντα, το κύριο πρόβλημα του Deodonus είναι ότι πρέπει να δουλέψει περισσότερο τη γλώσσα του (πχ. να κόψει τα πολλά "που" όπως στο: Η κοπέλα ξεκρέμασε από τον λαιμό της την ασημένια αλυσίδα, που στην άκρη της ήταν δεμένη μία ιριδίζουσα πράσινη πέτρα, που την αγκάλιαζε μία απαλή αύρα), να ρέει πιο στρωτά ο λόγος και το κυριότερο να προσπαθήσει να αναπτύξει τη δική του προσωπική γραφή, γιατί η συγκεκριμένη μου φάνηκε κάπως κλισαρισμένη, καρμπόν από φάνταζι έργα. Πάντως η προσπάθεια του Deodonus δεν ήταν καθόλου κακή. [Μπράβο D.]

 

Η ιστορία της Naroualis μου άρεσε πολύ και φυσικά την ψήφισα. Η Ναρουάλις παίρνει την εισαγωγή και την απογειώνει. Δεν στέκεται στα προφανή, αλλά πλάθει μια αναπάντεχη ιστορία για το Γκιζμ που αλλάζει χρώμα, για την οικογένεια της ηρωίδας κλπ. μια ιστορία που ο αναγνώστης παρακολουθεί με κομμένη ανάσα. Γιατί και εμπνευσμένη είναι και πολύ καλογραμμένη. Λίγα λέω, η Ναρουάλις έχει εξαιρετική πένα. [Μπράβο Ν.!] Η τελευταία παράγραφος για παράδειγμα, είναι τόσο καλογραμμένη που πετυχαίνει άνετα το στόχο της, να κλείσει συγκινητικά την ιστορία. Μακάρι αυτά τα εμφανή χαρίσματα της Ναρουάλις να μας δώσουν και μεγαλύτερα έργα στο κοντινό μέλλον.

Link to comment
Share on other sites

Το κείμενο της Narualis μου άρεσε αρκετά, αν και μπορώ να πω πως τ' ότι το Γκιζμ ήταν κάποιο ζώο δε μου έκανε τόσο τρομερή εντύπωση - δεν ήταν αδύναμο, αλλά δε μου έκανε και κάποιο ιδιαίτερο «κλικ,» που λένε. Ευτυχώς ξέφευγε της πεπατημένης, αλλά ούτε αυτό θα μ' ενοχλούσε ιδιαίτερα (άλλωστε, έχω ξαναπεί ότι δεν είναι κακό να χρησιμοποιείς τα προϋπάρχοντα, εκτός αν το κάνεις με άσχημο ή λάθος τρόπο). Από την άλλη, βρίσκω ότι πάσχει λίγο σε θέματα ανάπτυξης, και ο λόγος θα μπορούσε να είναι λιγότερο προβλεπώμενος ανά φάσεις, ενώ πιστεύω πως είναι λίγο βεβιασμένος σε άλλες.

 

Το κείμενο του Deodonus πάσχει από καταφανή στράτευση, χάνοντας στα τεχνικά μέρη τραγικά, αλλά έχει ενδιαφέροντα πράγματα να πει.

 

Τελικά, θεωρώ ότι είναι δύο αξιόλογα κείμενα, αλλά ήθελαν περισσότερη δουλειά. Κάπου θεωρώ ότι μάλλον θα ήταν καλύτερα ν' αποφασίζεται με κάποιο τρόπο αν προτιμάται flash fiction, [1..2000] λέξεις, δηλαδή, ή short story, [2000..5000], δηλαδή.

Link to comment
Share on other sites

Μόλις διάβασα τις δύο ιστορίες αλλά δεν έχω ψηφίσει ακόμα. Δεν ξέρω γιατί σε άλλο τόπικ είπε η Ναρουάλις πως η ιστορία της θα της φανεί "μπαρούφα" όταν την ξαναδιαβάσει! Εϊναι ένα μικρό διαμάντι. Πράγματι πήρε τον πρόλογο και τον απογείωσε, πλάθοντας έναν ολόκληρο κόσμο ολόγυρά του, με "αόρατες ραφές"! Οι χαρακτήρες, οι καταστάσεις, ο ρυθμός της διήγησης άλλοτε ξέπνοος και άλλοτε πιο χαλαρός, χωρίς ποτέ να κάνει κοιλιά, οι λεπτομέρειες στη σωστή θέση και τη σωστή "ποσότητα"... όλα αυτά με έκαναν να λατρέψω την ιστορία αυτή, το παραμύθι αυτό το γεμάτο μυστήριο και ευαισθησία. Δεν μπορώ να βρω το παραμικρό ψεγάδι.

 

Η ιστορία του Deo με άγγιξε με ένα διαφορετικό τρόπο όμως. Ίσως λίγο στερεότυπη σε σημεία, είναι επίσης ένα πανέμορφο παραμύθι, γραμμένο αρκετά ποιητικά, με δυνατές εικόνες - μ'άρεσε πολύ η αντιστοιχία του καιρού με τη διάθεση της Μητέρας - και τοποθετημένη σε ένα καίριο σημείο. Στο σημείο της "αλλαγής" και τον ερχομό μιας καινούργιας εποχής για τον κόσμο. Υπάρχουν σημεία που φαινομενικά είναι απλώς ποιητικά ή διακοσμητικά, αλλά τελικά δεν είναι. Είναι καθαρά συμβολικά για τις αλλαγές στο παραδεδεγμένο - "paradigm shift" επί το Ελληνικότερον :tongue: που πρόκειται να επέλθει και στις οποίες η κοπελιά θα παίξει κάποιο ρόλο μάρτυρα στο μέλλον. Πάντα υπάρχουν μάρτυρες όταν πρόκειται κάτι πολύ βασικό να αλλάξει είτε αυτό αφορά σε ιδεολογία, σε θρησκεία ή και σε επιστήμες.

Είναι ένα ερώτημα βέβαια γιατί η "Θεά" - που από οτι δείχνει δεν θεωρεί τον εαυτό της θεά με την έννοια ενός υπέρτατου όντος πέρα και έξω από τους ανθρώπους - δεν επενέβη νωρίτερα, αλλά δεν με ενοχλεί, "δίκην μύθου!"

 

Πρέπει να σκεφτώ λίγο περισσότερο προτού αποφασίσω σε ποια ιστορία θα δώσω τελικά την ψήφο μου, αλλά συγχαρητήρια και στους δύο!!

Edited by Dain
Link to comment
Share on other sites

Κατ'αρχήν σας ευχαριστούμε όλους που διαβάσατε τις ιστορίες μας, τις σχολιάσατε και τις ψηφίσατε!:beerchug:

 

Αναγνωρίζω ότι το... παραέκανα με τις "ιδεολογικές νύξεις" και την "επιστράτευση". Δεν ήμουν και τόσο επιρρεασμένος από τον μονσιέ μάρβελ, αυτό το θέμα με απασχολούσε αρκετό καιρό πριν. Την επόμενη φορά θα προσπαθίσω να δώσω το όποιο νόημα θέλω πιο "πλάγια", χωρίς να κάνει τόσο μπαμ και πιο εμπλουτισμένο με άλλα στοιχεία.

 

(Υσχύει πάντως ότι ό,τι και να γράψεις, όταν το διαβάζεις μετά από καιρό, όσο καλό και αν σου φαινόταν στην αρχή, βρίσκεις τόσα πολλά σημεία που "πάσχουν", που απορείς στην τελική πώς σου θεωρούσες καλό.B))

 

Αυτά...

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #29 (Naroualis vs Deodonus)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

  • Upcoming Events

    • 1
      10 September 2022 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..