Jump to content

Write off #30 (Balidor vs month)


Deodonus
 Share

Recommended Posts

edit 7/1/09: ένδειξη poll Balidor 4 Month 8

 

 

 

Εισαγωγή by Deodonus:

 

 

Το μικρό λυχνάρι μετά βίας φώτιζε το σκοτεινό εργαστήρι, γεμάτο με σκονισμένα βιβλία, διάφορα χαρτιά με σημειώσεις και λογιών λογιών δοχεία με πολύχρωμα μίγματα, όλα σκορπισμένα άτσαλα επάνω στα μεγάλα τραπέζια. Από το μεγάλο παράθυρο, έμπαινε το λιγοστό φως της ημισελήνου, με τα αστέρια να λαμπιρίζουν στον νυχτερινό ουρανό.

 

Κοντά στην φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Μάγος, με τα μακριά γκρίζα γένια και τα ατημέλητα κατάλευκα μαλλιά να πέφτουν στο σκαμμένο από τα χρόνια πρόσωπό του, που το λιγοστό φως γέμιζε με σκιές. Στο μισοσκόταδο, δύο μάτια όλο φωτιά, να κοιτάζουν με ένταση το γυάλινο μπουκάλι στο τραπέζι. Ένα πράσινο υγρό κόχλαζε, βγάζοντας μία απαλή χρυσή αύρα γύρω του, ενώ από το στόμιο του μπουκαλιού ξεχύνονταν πυκνός άσπρος καπνός. «Είναι σχεδόν έτοιμο», σκέφτηκε.

 

Η μεγάλη ξύλινη πόρτα έτριξε ανοίγοντας και εμφανίστηκε ο υπηρέτης, κρατώντας ένα χρυσό κηροπήγιο με τρία κεριά. «Κύριε», είπε, «είναι εδώ.»

Edited by Nienor
Link to comment
Share on other sites

«Και πολύ άργησε.» ο Ευκλαύμωνας ο Λευκότριχος έδωσε διαταγή στον 18χρονο καλλίγραμμο άντρα να αποχωρήσει. Μισούσε την μόδα να προσλαμβάνονται μοντέλα για υπηρέτες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα για να το αλλάξει. Έχε χάρη που η κρεβατομουρμούρα είναι πιο δυνατή κι από ξόρκι «Σιωπής»! Ύστερα από λίγο συμπλήρωσε.

 

«Πες του να περάσει και μην ξεχάσεις να σφίξεις τα μάνταλα όταν θα κλείνεις την θύρα της αποβάθρας. Ο Άγιος Βασίλης θα κοιμηθεί εδώ απόψε… ααααα και ταΐσε τους ταράνδους, δωστους από το καινούργιο το 'ενισχυμένο' »

Πιάνει το δοχείο με το πράσινο υγρό που κόχλαζε, βάζει το χέρι του πάνω στο στόμιο αυτού και ψιθυρίζει ένα ξόρκι, το υγρό σταματά να κοχλάζει αλλά η χρυσή λάμψη γίνεται ακόμα πιο δυνατή. Μόλις και η τελευταία φουσκάλα βγήκε στην επιφάνεια ο Ευκλαύμωνας βουτάει με αγωνία το μικρό του δάκτυλο μέσα στο δοχείο με το υγρό και ύστερα το τοποθετεί ανάμεσα στα χείλη του. Η φλόγα της αναμονής στα μάτια του έσβησε και το φως της ημισελήνου χάθηκε πίσω από κάποια σύννεφα που ήρθαν όταν είδαν το χαμόγελο του Μάγου του Λεύκοτριχου να ζωγραφίζει την χαρά στο πρόσωπό του.

 

«Κάπου πρέπει να είναι ρε γαμώτο…» αναστενάζει… κοιτά στο δάπεδο μπροστά από την μεγαλόπρεπη βιβλιοθήκη του, αποκρίνει τα βιβλία που είναι στην κορυφή μιας στοίβας από δαύτα και φανερώνεται το σκονισμένο πλυντήριο πιάτων. Το ανοίγει και διαλέγει ένα στρογγυλό μπουκάλι, τοποθετεί εκεί το πράσινο υγρό, το κλείνει με το πώμα του και ύστερα το περνά σε μια θήκη μέσα στην ρόμπα του έτσι ώστε να μην φαίνεται. Ακούει την πόρτα του σαλονιού να κλείνει κι έτσι αποφασίζει να καλωσορίσει τον καλεσμένο του.

 

«Καλησπέρα Μπίλυ, τι γίνεσαι βρε;»

«Μια χαρά βρε παλιοσειρά, εσύ πες μου τα νέα σου.»

«Ξέρεις μωρέ, μπουρμπουλήθρες εδώ μπουρμπουλήθρες εκεί. Τα ίδια και τα ίδια… Μου φαίνεται όμως ότι φέτος ήρθες λίγο νωρίς για την προμήθεια;»

«Κοίτα τα βρίσκω λίγο σκούρα τώρα με τις νέες αποικίες που έγιναν και στην Σελήνη αλλά να’ναι καλά η διαφορά της ώρας. Είναι μεγάλο το ταξίδι ως εκεί αλλά έχει ωραία θέα.»

«Τότε γιατί βρίσκεσαι εδώ βρε, αν οι τάρανδοι σου δεν χρειάζονται ενισχυτικό;»

«Να μωρέ ήρθα για να σου ζητήσω μια χάρη για έναν από τους βοηθούς μου»

«Εεεεεεεε θέλεις να κάνει πιο…. γρήγορα; Τι στο διάολο, έναν ολόκληρο χρόνο δεν προλαβαίνουν να φτιάξουν τα δώρα;»

«Όχι, όχι δεν είναι αυτό…» ένας επίμονος βήχας διακόπτει τα λόγια του χοντρούλη αλλά παρ’ όλα αυτά χαριτωμένου παππούλη. «Από πέρυσι έχω αυτόν τον βήχα ρε συ Εύκλη παλιόφιλε, δεν μου φτάνουν οι σκοτούρες που έχω στο κεφάλι μου έχω και αυτ…» Πριν προλάβει να τελειώσει την πρόταση του ο Λευκοτρίχης φίλος του τον διακόπτει ευγενικότατα.

 

«Έλα Μπίλυ έχω ότι χρειάζεσαι, θα γίνεις περδίκι αμέσως και είναι και πολύ δυνατό, σε χρόνο ντετέ γίνεσαι κουρούμπελο.» Ο Ευκλαύμωνας λυγίζει σιγα σιγά το χέρι του και στρέφει τον καρπό στην θήκη όπου είχε φυλάξει το μπουκάλι με το πράσινο υγρό.

 

«Μην μου λες τέτοια…» τα μάτια του Άγιου Βασίλη άστραψαν και έγιναν πιο κόκκινα από τα ρούχα που φορούσε, περίμενε να ακούσει την μαγική λέξη, αυτό που θα του έφτιαχνε το κέφι και θα τον έκανε να ξεχαστεί για λίγο από τα βάσανα του.

 

«Τσιπουράκι Τιρνάβου φίλε μου και του έχω προσθέσει και έξτρα γλυκάνισο μαζί με μερικά βοτάνια δικά μου, ξέρεις τις τσαχπινιές που κάνω συνήθως.» βγάζει το μπουκάλι που είχε ετοιμάσει στο εργαστήρι του και ένα αεράκι χαράς έκανε την βόλτα του ανάμεσα από τους δυο άντρες και για να μην χάσει χρόνο ο Μάγος καλεί τον υπηρέτη του.

 

«Μάλιστα κύριε Ευκλαύμωνα, τι θα επιθυμούσατε;»

«Φέρε μας δύο ποτήρια και λίγη λακέρδα, συνέχισε Βασίλη φίλε μου, τι σκοτούρες τυραννάνε το κεφάλι σου, σε τι θα μπορούσα να βοηθήσω εγώ;»

«Ότι μπορεί να γίνει θα πρέπει να γίνει μέσα σε πέντε μήνες το πολύ. Ξέρω ότι αυτή η φόρμουλα είναι μονάχα δοκιμασμένη σε ζώα και στους ταράνδους κάνει απίστευτη δουλειά, κι επειδή σε εμπιστεύομαι και στην δουλειά σου είσαι άψογος, θέλησα να με βοηθήσεις εσύ.» Ένα χαμόγελο αυταρέσκειας δημιουργήθηκε και έκανε τον Ευκλάυμωνα να καίει ολάκερος σαν ένα από τα μίγματά του, αγωνία συνδυασμένη με λίγη δόση σασπένς και περιέργειας.

 

***

 

Εάν ήσουν μια από τις πολλές αράχνες στο εργαστήρι του Ευκλαύμωνα του Λευκοτρίχη θα καταλάβαινες ότι είναι ένας πολύ σοφός και έξυπνος άνθρωπος. Με μεράκι για την δουλειά του και ένας πολύ σωστός και επιτυχημένος επιχειρηματίας. Αν και τα λεφτά δεν ήταν η αδυναμία του αλλά η απόκτηση περισσότερης γνώσης προς τέρψη των ψυχικών του και πνευματικών του αναγκών. Βέβαια και ένα σαββατοκύριακο για σπα στην αγαπημένη του βίλα στην Εκάλη δεν του ‘έπεφτε πλάκωμα’ που λέμε!

 

Λίγες μέρες αφού έκλεισαν την συμφωνία και ο Λευκοτρίχης το είχε σκεφθεί αρκετά, ο Άγιος Βασίλης έβαλε στον μαγικό σάκο (τον οποίο είχε ενισχύσει μαγικά ο Ευκλαύμωνας) τα πράγματα του καθώς και μερικά του φίλου του.

 

«Έφερα τα λεφτά, τα υλικά και το αγαπημένο μου βοηθό, Γίρλας ο Ξωτικός, άντε ας ξεκινήσουμε και καλή μας τύχη μάγκες.» Είπε μπαίνοντας ο Άγιος Βασίλης και προχωρήσανε προς τον πρώτο όροφο. Είχε τροποποιήσει τον επάνω όροφο για τις ανάγκες των δοκιμών, ίσως θα έβλεπες ένα αρκετά μεγάλο τροχό σαν αυτό που τρέχουν τα χάμστερ, έναν τεράστιο πάγκο με φιάλες, φιαλίδια, κάθε λογής μπουκάλια, είτε άδεια είτε με υγρά κάθε λογής χρώματος. Ο Άγιος Βασίλης μαζί με τον Ξωτικό εγκαταστάθηκαν πλέον μόνιμα στο σπίτι του Ευκλάυμωνα μέχρι να διεκπεραιωθεί η αποστολή των τριών ανδρών (έστω των δυο ανδρών και του ενός ξωτικού). Συνεχώς του έλεγε ότι έτσι και πετύχαινε το σχέδιο του, θα έβγαζε τόσα λεφτά ώστε να πάρει σύνταξη και να σταματήσει να κάνει τον ταρίφα χρονιάρες μέρες !

 

Ο καιρός περνούσε και ένας υποβόσκων φόβος το έκανε να σηκώνει τα μανίκια της ρόμπας του πιο ψηλά και πιο σταθερά, έτσι για να εντείνει την προσπάθειά του και να σιγουρευτεί ότι όλα μα όλα θα πάνε καλά. Εκείνες τις τελευταίες μέρες ο φόβος μεγάλωνε δεν ήξερε αν έκανε καλά, το ρίσκο ήταν μεγάλο αλλά η περιέργειά του αν θα πετύχει το πείραμα ήταν το μοναδικό κίνητρο.

 

Μερικούς μήνες αργότερα ή κρίσιμη στιγμή ήρθε, το καλλίγραμμο 18χρονο αγόρι είδε ¨εκείνο¨ το πρωί τον Λευκοτρίχη βιαστικό να μπαίνει μέσα στο σπίτι να παίρνει πολλά πράγματα σε μια τσάντα (σαν αυτή του Άγιου Βασίλη), «Δώσε τα φιλιά μου στην Κυρά σου». Και έφυγε τελείως βιαστικά. Την ίδια μέρα το μεσημέρι ο Υπηρέτης έδωσε μια εφημερίδα στην γυναίκα του Ευκλαύμωνα.

 

 

ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΣΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ

συγκλόνισε την Παγκόσμια Κοινότητα

Ο Άγιος Βασίλης κατηγορείτε ότι χορήγησε σε βοηθό του περίεργη μαγική ουσία στους Ολυμπιακούς Αγώνες 'Γκοτζάβη 2378’. Το χρυσό μετάλλιο έχει ήδη αφαιρεθεί από τον υποψήφιο και καταζητείτε επίσης ο Ευκλαύμωνας ο Λευκοτρίχης ως ηθικός αυτουργός και κατασκευαστής του φίλτρου, ο Μάγος, γνωστός επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης της αλυσίδας “Magic Oil” ακόμα δεν έχει βρεθεί και η αστυνομία έχει ξαπολήσει ανθρωποκυνηγητό.

 

Χιλιάδες παιδάκια έχουν βγεί στον δρόμο και παίζουν μπάλα για συμπαράσταση στον αγαπημένο τους Άγιο.

Και τώρα η πρόβλεψη για τον καιρό....

 

Edited by Balidor
Link to comment
Share on other sites

Το μικρό λυχνάρι μετά βίας φώτιζε το σκοτεινό εργαστήρι, γεμάτο με σκονισμένα βιβλία, διάφορα χαρτιά με σημειώσεις και λογιών λογιών δοχεία με πολύχρωμα μίγματα, όλα σκορπισμένα άτσαλα επάνω στα μεγάλα τραπέζια. Από το μεγάλο παράθυρο, έμπαινε το λιγοστό φως της ημισελήνου, με τα αστέρια να λαμπιρίζουν στον νυχτερινό ουρανό.

Κοντά στην φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Μάγος, με τα μακριά γκρίζα γένια και τα ατημέλητα κατάλευκα μαλλιά να πέφτουν στο σκαμμένο από τα χρόνια πρόσωπό του, που το λιγοστό φως γέμιζε με σκιές. Στο μισοσκόταδο, δύο μάτια όλο φωτιά, να κοιτάζουν με ένταση το γυάλινο μπουκάλι στο τραπέζι. Ένα πράσινο υγρό κόχλαζε, βγάζοντας μία απαλή χρυσή αύρα γύρω του, ενώ από το στόμιο του μπουκαλιού ξεχύνονταν πυκνός άσπρος καπνός. «Είναι σχεδόν έτοιμο», σκέφτηκε.

Η μεγάλη ξύλινη πόρτα έτριξε ανοίγοντας και εμφανίστηκε ο υπηρέτης, κρατώντας ένα χρυσό κηροπήγιο με τρία κεριά. «Κύριε», είπε, «είναι εδώ.»

«Α! Επιτέλους! Φέρε τους μέσα γρήγορα, δεν θυμάσαι τις εντολές που σου είχα δώσει;» είπε ο μάγος καθώς σηκωνότανε από την καρέκλα του με την βοήθεια του ραβδιού του.

«Κύριε μου είχατε πει για δύο άτομα, τον αλχημιστή και τον βάρβαρο. Έχουν μαζί τους και μια γυναίκα. Τι να κάνουμε;» ρώτησε ο υπηρέτης, προσέχοντας το κερί να μην στάξει πάνω στο πάτωμα ή στα χαλιά.

«Δεν έχει σημασία. Πες τους ότι η αγιότητα του θα τους δεχτεί αμέσως, και φέρε τους στο επίσημο δωμάτιο.» ο μάγος περπάτησε με αργά, υπολογισμένα βήματα προς μια ντουλάπα και έβγαλε τα ιερά άμφια που φορούσε όταν εκτελούσε τις τελετουργίες της εκκλησίας του. Ένα ανελέητο χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπό του καθώς σκεφτότανε το τι θα έκανε όταν θα γινότανε πραγματικά Θεός.

 

 

 

«Γκουίντορ, σε παρακαλώ πες μου για το μέρος αυτό.» είπε με φωνή τόσο μελωδική, που έκανε τους περισσότερους άντρες να λιώνουν για αυτήν, η Αθανασία, η κοπέλα που συναντήσανε στο λημέρι του δράκου. Ο Ρέρικ ήταν απασχολημένος με το να κρύβει το τσεκούρι του μέσα στα ρούχα που φορέσει, μιας και τους είχανε διατάξει να πετάξουνε τα όπλα τους. Τα ρούχα ήτανε άβολα και τον κάνανε να νιώθει σαν γορίλας. Οι φρουροί του μάγου, ή του υψηλού ιερέα της εκκλησίας του Θείου Φωτός, κοίταζαν την Αθανασία με τέτοιο τρόπο, που κανείς δεν αμφισβητούσε με ποιο μέρος του σώματός τους σκεφτόντουσαν τώρα. Ο Γκουίντορ χαμογέλασε από μέσα του μιας και αυτή η ελάχιστη προσοχή που είχανε δώσει σε αυτό και τον σύντροφό του, τον βόλευε απίστευτα.

 

«Λοιπόν βρισκόμαστε στην εκκλησία του Θείου Φωτός, μια από τις μεγαλύτερες οργανωμένες θρησκείες στον κόσμο μας. Το κτίριο είναι τυπικό για εκκλησία της θρησκείας τους, ένα τετράγωνο με τρούλο, μόνο που είναι πιο λαμπρό και έχει κάποιους επιπλέον χώρους για τις διοικητικές υπηρεσίες. Μπορείς να δεις τις τοιχογραφίες που περιγράφουν την εκδήλωση του Θείου Φωτός στον πρώτο αρχιερέα του. Ιδρύθηκε πριν από εκατό περίπου χρόνια και έχει γίνει η μόνη αναγνωρισμένη θρησκεία της αυτοκρατορίας του Ντάρναρ. Έχουν υπάρξει τρεις αρχιερείς από την ίδρυσή της, και ο κάθε ένας από αυτούς έχει πάρει το όνομα Εωσφόρος, ο δότης του φωτός, για να υπάρχει μια αίσθηση συνέχειας και σταθερότητας.» κοίταξε κλεφτά γύρω του και ψιθυριστά συνέχισε.

"Στην πραγματικότητα, μόνο ένας έχει κάτσει στον θρόνο. Ο αρχηγός τους είναι μάγος, όπως και το μεγαλύτερο μέρος των υψηλών θέσεων του ιερατείου. Όσον αφορά το κυνήγι που κάνουν ενάντια στους μάγους, είναι μια βιτρίνα για να διώξουν τον ανταγωνισμό. Πρόσεχε τα λόγια σου μπροστά του.» Η κοπέλα άνοιξε το στόμα της για να απαντήσει, όταν ο υπηρέτης που τους είχε πει να περιμένουν γύρισε. Ήταν ένας άντρας γύρω στα πενήντα του χρόνια, τα μαλλιά του γκριζαρισμένα από την ηλικία και το πρόσωπό του μια απρόσωπη μάσκα.

 

«Ο Μεγας ιερέας του Θείου Φωτός θα σας δεχτεί τώρα. Ακολουθήστε με παρακαλώ.» είπε και προχώρησε προς το πίσω μέρος της εκκλησίας, πίσω από το ιερό όπου μια λαμπρή φωτιά έκαιγε μέσα σε ένα βωμό.

 

 

 

«Καλός ήρθατε στο εργαστήριό μου. Ελπίζω να μην σας ενοχλούν οι μυρωδιές, όμορφη μου δεσποινίς. Καθίστε όλοι, ελπίζω να είναι άνετα για σας. Και τώρα ήρθε η ώρα να μου δώσετε το αντικείμενο που σας έστειλα να πάρετε.» Ο γέροντας ήταν ντυμένος με λαμπερές άσπρες ρόμπες, τα χρυσά ένθετα και ρουμπίνια που ήταν ραμμένα πάνω τους σχηματίζανε έναν ήλιο. Στο κεφάλι του φορούσε ένα μεγάλο ωοειδές καπέλο, με λινό ύφασμα να κρέμεται στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Στα χέρια του ένα ραβδί από μαύρο όνυχα, το κεφάλι του ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του σχηματίζοντας δυο κουλούρες, φτιαγμένο από σμαράγδι. Τα μάτια του φιδιού ήταν δυο σμαράγδια που λάμπανε με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνανε το φίδι να μοιάζει με ζωντανό. Ήταν καθισμένος σε έναν θρόνο που επέβλεπε όλο το δωμάτιο, γεμάτο με σωλήνες και τα διάφορα εργαλεία της τέχνης του. Στα αντιδραστήρια, το καθάριο υγρό που για πέντε χρόνια τώρα σιγόβραζε έσταζε σιγά-σιγά σε ένα μικρό φιαλίδιο από το καθαρότερο γυαλί που θα μπορούσε ποτέ να δημιουργηθεί. Η Αθανασία κρύφτηκε πίσω από τον Ρέρικ, ο μεγαλόσωμος πολεμιστής κοίταζε τον Γκουίντορ, και ο αλχημιστής έκανε ένα βήμα μπροστά.

 

«Φέραμε το υλικό που ζητούσες γηραιέ. Τώρα θέλω την ανταμοιβή μου και την υπόσχεσή σου ότι θα φύγουμε χωρίς να μας πειράξεις.» είπε ελέγχοντας τον φόβο του.

 

«Α! Δυστυχώς εδώ θα πρέπει να διαφωνήσω μαζί σου. Βλέπεις ξέρετε το μυστικό της θρησκείας που ξεκίνησα. Με θλίβει αλλά θα πρέπει να σας… βγάλω από την μέση. Τώρα το φιαλίδιο, αλλιώς το τέλος σας θα είναι αργό και οδυνηρό.» είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο ο μάγος.

 

«Δηλαδή πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε ένα γρήγορο και έναν αργό θάνατο; Μάγε, νομίζω ότι ο γέρος τα έχει χάσει!» είπε ο Ρέρικ με αυθάδεια.

 

«Γκουίντορ. Και για να σου πω την αλήθεια έχει την δύναμη να μας αναγκάσει να κάνουμε ότι λέει.» απάντησε ο αλχημιστής όσο πιο ήρεμα μπορούσε.

"Αν και τα πράγματα μπορεί να πάνε κάπως διαφορετικά απ’ ότι υπολογίζει.»

 

Ο μάγος σηκώθηκε από τον θρόνο του και με μια λέξη του μπλε φως τύλιξε τους τρεις συντρόφους.

«Θα βρείτε ότι το να κινηθείτε είναι αρκετά πιο δύσκολο τώρα απ’ ότι πριν.» Καθώς μιλούσε πλησίασε τον Γκουίντορ και άρχισε να ψάχνει τα πράγματά του.

«Και ιδού! Βρήκα το μπουκάλι με το τελικό υλικό για το φίλτρο μου!» Άνοιξε το μπουκαλάκι και το μύρισε.

«Καθαρό Νερό. Ή προϋπάρχουσα ύλη. Ή αρχέγονη σούπα, αν προτιμάτε. Έχει τόσες ονομασίες αυτό το κομμάτι αρχέγονης ύλης, σχεδόν τόσες όσες έχω και εγώ.» χαμογέλασε φιλικά προς τους τρεις κρατούμενούς του.

«Ξέρετε τι ισχύ μπορεί να δώσει αυτό το μικρό φιαλίδιο υγρού σε οποιοδήποτε φίλτρο μπορεί να φτιαχτεί με αλχημιστικές και μαγικές μεθόδους; Έχετε ιδέα πόσο πολύτιμο είναι; Μόνο τέσσερις τοποθεσίες έχουν μείνει σε όλο τον κόσμο μας που έχουν έστω και λίγο από αυτό. Και οι τέσσερις φυλάσσονται από τρομακτικούς φρουρούς, αλλά το ήξερα ότι εσείς οι δύο θα τα καταφέρνατε. Θα είναι πραγματικά κρίμα να σας σκοτώσω, αλλά έτσι τα φέρνουν οι μοίρες. Αλλά πρώτα… Πρώτα θα γίνετε μάρτυρες της γέννησης ενός Θεού.» Οι τρεις δεν κουνήθηκαν από την θέση τους καθόλου, και ο μάγος τους κοίταξε τώρα με ένα δαιμονικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.

«Βλέπετε έχω καταφέρει και έχω φτιάξει ένα φίλτρο που σε συνδυασμό με την ύλη αυτή θα μου δώσει την δυνατότητα να ελέγχω τις ενέργειες της ίδιας της γης! Επιτέλους θα εξαφανίσω αυτά τα σκουλήκια τους Δρυίδες που μου ξεφεύγουνε τόσο καιρό!» γύρισε την πλάτη του και έκανε ένα βήμα προς το αντιδραστήριο. Και τότε άκουσε το γέλιο της Αθανασίας, γέλιο που δήλωνε πόσο διασκέδαζε τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν μπροστά της. Ξαφνιασμένος γύρισε για να βρει τον Ρέρικ να έχει βγάλει το τσεκούρι του από την κρυψώνα του, σκίζοντας τα ρούχα του στην διάρκεια, τον αλχημιστή να έχει δυο μπουκαλάκια με υγρό πυρ στα χέρια του, και την γυναίκα να χαμογελάει με τέτοιο τρόπο που του έδειχνε ότι το διασκέδαζε πραγματικά.

 

«Είσαι ανόητος… Ιάπετε.» Ο μάγος κοίταζε την γυναίκα έκπληκτος.

«Ω μα ξέρω ποιος είσαι ανόητο και άτακτο αγοράκι. Φαίνεται ότι τα τελευταία τριακόσια χρόνια άρχισες να πιστεύεις ότι είσαι κάτι, χμμμ; Δεν νομίζεις ότι ήρθε η ώρα να σταματήσεις τις ανοησίες σου;» η Αθανασία προχώρησε με σαγηνευτική χάρη προς το μέρος του, ενώ με την γλώσσα της έγλειψε ελαφρά τα κόκκινα χείλη της. Το χαμόγελο δεν έφυγε ποτέ από το πρόσωπό της, ούτε από τα σμαραγδένια μάτια της.

«Τώρα θέλω το ραβδί μου και το υγρό. Γρήγορα, πριν αποφασίσω να σε τιμωρήσω!» συνέχισε με φωνή που θύμιζε γονιό που κατσάδιαζε το παιδί του.

 

«Μα… εσύ… φυλακισμένη… πως… Όχι!» είπε στο τέλος με δύναμη ο μάγος. Τα χέρια του έσφιξαν απεγνωσμένα το ραβδί του.

«Σε έστειλα στην φυλακή σου πριν από τριακόσια χρόνια, και τώρα που έχω αυξήσει την δύναμή μου μπορώ να σε εξοντώσω!» Σήκωσε το ραβδί του ψηλά και άρχισε να μιλάει γρήγορα τα λόγια ενός από τα πιο ισχυρά ξόρκια καταστροφής που ήξερε. Η Αθανασία απλά χαμογέλασε και ένευσε προς τον Ρερικ, ο οποίος με δύο βήματα, σχεδόν άλματα, στήθηκε μπροστά της. Ο μάγος τελείωσε το ξόρκι του και το εξαπέλυσε προς τον στόχο του, μια κόκκινη αύρα καταστροφής έτοιμη να ρουφήξει την ζωή από μέσα τους. Η γυναίκα είπε μια λέξη και το τσεκούρι έλαμψε έντονα, ενώ μια ασπίδα από πράσινο φως δημιουργήθηκε μπροστά τους. Το ξόρκι του μάγου έπεσε πάνω στο φως και εξαφανίστηκε χωρίς να προκαλέσει ζημιά.

 

«Ανόητο αγοράκι, πάνω στην βιασύνη σου να γίνεις Θεός ξέχασες να τους ρωτήσεις τι συναντήσανε εκεί. Βλέπεις έκανες ένα λάθος στους υπολογισμούς σου. Δεν ήμουνα εγώ ο φύλακας. Όχι. Ένας από τους αρχαίους το φύλαγε. Ο μεγάλος πράσινος.» το χαμόγελο της, όπως και η φωνή της γίνανε σκληρά.

«Και μάντεψε τι έκανε ο παπούλης πράσινος. Με δίδαξε πολλά πράγματα. Καινούργια ξόρκια που… Όταν μιλάω θα ακούς!» φώναξε με δύναμη. Ο μάγος που προσπαθούσε να κάνει ένα καινούργιο ξόρκι πισωπάτησε ξαφνιασμένος, ενώ το ξόρκι του χάθηκε στο πουθενά.

«Έχεις χάσει τον δρόμο σου Ιάπετε! Προσπαθείς να ελέγξεις δυνάμεις που είναι πέρα από την κατανόησή σου! Κυνηγάς αυτούς που εξασκούν την τέχνη με τον δικό τους τρόπο, και το κάνεις αυτό στο όνομα του ψεύτικου Θεού που προσπαθείς τώρα εσύ να γίνεις.»

 

«Δεν μπορείς να με σκοτώσεις! Οι γητειές μου ισχύουν ακόμα από τότε!» ούρλιαξε πανιασμένος, ενώ προσπαθούσε να θυμηθεί τα λόγια ενός αλλού ξορκιού, με την ελπίδα να κερδίσει αρκετό χρόνο για να φύγει.

 

«Εγώ όχι. Αλλά ο Γκουίντορ;» είπε ενώ δυο φιαλίδια γεμάτα πύρινη κόλαση εξαπολύθηκαν εναντίον του. Ο μάγος χαμογέλασε, καθώς πολλά χρόνια πριν είχε φτιάξει τα ρούχα που φορούσε εκείνη την στιγμή, ρούχα που τον κάνανε απρόσβλητο σε οποιοδήποτε θνητό όπλο ή κατασκεύασμα. Τα φιαλίδια έπεσαν μπροστά του και θρυμματίστηκαν, απελευθερώνοντας την μανία της ανάσας του Πράσινου Δράκου που είχε βοηθήσει στην κατασκευή τους. Φωτιά κάλυψε όλο του το σώμα, φωτιά που έσπασε τις μαγικές του άμυνες τόσο εύκολα, όσο και ένα παιδί σπάει τον ιστό μιας αράχνης.

«Ο φύλακας του υγρού σου στέλνει την αγάπη του.» είπε η γυναίκα περπατώντας προς τον μάγο, μάγο ο οποίος με δυσκολία στεκότανε όρθιος. Η φωτιά είχε κάψει τα ρούχα του και σχεδόν όλο του το σώμα. Το μόνο που τον κράταγε όρθιο και ζωντανό ήτανε το ραβδί του. Η Αθανασία πήρε το ραβδί στα χέρια της και το φίδι άρχισε να λάμπει καλωσορίζοντας τον πραγματικό του αφέντη.

«Μου έλειψες και μένα.» είπε στο κενό και το τράβηξε από τα χέρια του μάγου με βία. Η μάζα από σάρκα και κόκαλα που ήταν ο μάγος έπεσε με δύναμη στο πάτωμα, το φιαλίδιο με το υγρό ακόμα στο χέρι του. Η Αθανασία το πήρε και αυτό με ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη της.

«Είδες Ιάπετε; Τελικά μπορώ να σε σκοτώσω. Και με τον πιο σκληρό τρόπο που μπορώ να σκεφτώ αυτή την στιγμή.» γύρισε προς τους συντρόφους της.

«Πάμε να φύγουμε. Αυτό το κουφάρι μας απασχόλησε αρκετά.» είπε και μπήκε ανάμεσά τους. Σαν από συμφωνία και οι δύο την πιάσανε από τους ώμους της και εξαφανιστήκανε από το μέρος εκείνο. Ο χώρος έμεινε κενός και νεκρός, μόνο οι σπασμωδικές προσπάθειες ενός καταδικασμένου ανθρώπου να ανασάνει έσπαγαν την ησυχία.

 

Οι τρεις τους εμφανίστηκαν μπροστά στον βωμό του πράσινου δράκου. Ο δράκος νωχελικά άνοιξε το ένα του βλέφαρό.

«Ελπίζω να περάσατε καλά στην πρώτη σας δοκιμασία;» είπε με σοβαρότητα.

 

«Ναι ω γηραιέ, αλλά τώρα πια δεν υπάρχει λόγος να περάσουμε τις άλλες δυο, δεν νομίζεις;» είπε κάπως αδύναμα ο αλχημιστής.

 

«Ναι, ναι, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν υπάρχει λόγος.» τους κοίταξε και τους τρεις.

 

«Αλλά αν τις περάσετε, τότε θα ελευθερώσω την Αθανασία από το καθήκον της.» Η γυναίκα τον κοίταξε έκπληκτη, και μετά γύρισε προς τον Ρέρικ.

 

«Σε παρακαλώ! Βοήθησέ με!» είπε, και έσκυψε και ψιθύρισε κάτι στο αυτί του. Ο πολεμιστής έμεινε ακίνητος για λίγο και μετά γύρισε προς τον αλχημιστή.

 

«Θα την βοηθήσουμε!» είπε εμφατικά, ενώ η γυναίκα χαμογελούσε.

 

«Ρέρικ, σκέψου με το κεφάλι σου!» φώναξε νευριασμένος ο αλχημιστής.

 

«Με το κεφάλι μου σκέφτομαι!» απάντησε ο Ρέρικ.

 

«Λάθος κεφάλι τότε, ηλίθιε!» ξέσπασε πια ο αλχημιστής.

Ο δράκος γέλασε από μέσα του. Ο κόσμος θα γινότανε πολύ πιο ενδιαφέρον για τα επόμενα λίγα χρόνια…

 

 

 

Αν δεν καταλαβαίνετε τι γίνετε διαβάστε το τι έχει προηγηθεί εδώ, και στο καινούργιο κεφάλαιο ποθ προστεθεί εντος ολίγων ημερών! (μου ήρθε στο μυαλό το τι έγινε πριν όταν έγραφα το μέρος αυτό.)

το δάσος

 

το προπύργιο της ομίχλης

 

το υπόγειο

Link to comment
Share on other sites

Λοιπόν ας κάνω την αρχή με μικρό review των ιστοριών.

 

Balidor: πρωτότυπη ιστορία, χιουμοριστικού περιεχομένου και παλαβό τέλος! Σε μερικά σημεία πρέπει να προσέξεις το κείμενο, ύστερα από το write-off να διορθώσεις κάποια σημεία όπου δεν δένει καλά το κείμενο.

 

Month: κλασσική ιστορία με μάγους και πολεμιστές. Ωραία δοσμένη, καλοφτιαγμένοι χαρακτήρες. Μπορώ να πώ ότι θα διαβάσω και τα επόμενα/προηγούμενα.

 

Ψήφισα του Balidor, ακριβώς για την παλαβομάρα και πρωτοτυπία που επέδειξε. Ντοπαρισμένα ξωτικά, και Άγιοβασίληδες προπονητές εμπρός...

Link to comment
Share on other sites

Ποια είναι αυτά τα σημεία ;

(να το έχω υπόψιν μου)

Link to comment
Share on other sites

Εντιπωσιάστικα για τον τρόπο που ο Βαλιδόριος μεταχειρίστικε την εισαγωγή και τα έφερε όλα τούμπα! Αλλά, από εκεί και πέρα, εκτός από μερικές στιγμές χιούμορ, ομολογώ ότι δεν έμεινα ευχαριστημένος.

 

Από την άλλη, ο Μόνθιος ακολούθισε την "κλασσική" γραμμή, αυτήν που είχα κατά νου όταν έγραφα την εισαγωγή. Όμως, σε αρκετά σημεία έπασχε το κείμενο λεκτικά και εκφραστικά (να αναφέρω απλώς το "...περπατώντας προς τον μάγο, μάγο ο οποίος με δυσκολία..."). Επίσης δεν μου έδωσε την εντύπωση του αυτοτελούς. Από την άλλη μου άρεσε η ανατρωπή, αν και θα μπορούσε να έρθει πιο ωραία.

 

Καθαρά σχετικά, ψυφίζω τον Μόνθιο: το κείμενό του μου φαίνεται ότι έχει δυνατότητες, ενώ αυτό του Βαλιδόριου μετά βίας βγάζει σε μένα ένα επίπεδο παραπάνω από αυτό της προχειρότητας και του πειραματισμου (ξαναεπισημαίνω βέβαια ότι μου άρεσε η όλη "αλλαγή πορείας" στην εισαγωγή).

 

Αυτάα...

 

 

Υ.Γ.: Τέλει και εγκώ σκόλιο....

Link to comment
Share on other sites

Τώρα βρίσκω το εξής σημείο:

 

Η φλόγα της αναμονής στα μάτια του έσβησε και το φως της ημισελήνου χάθηκε πίσω από κάποια σύννεφα που ήρθαν όταν είδαν το χαμόγελο του Μάγου του Λεύκοτριχου να ζωγραφίζει την χαρά στο πρόσωπό του.

 

«Κάπου πρέπει να είναι ρε γαμώτο…»

Link to comment
Share on other sites

Πρώτα για την εισαγωγή του Δεδόνιου:

 

Το μικρό λυχνάρι μετά βίας φώτιζε το σκοτεινό εργαστήρι, γεμάτο με σκονισμένα βιβλία, διάφορα χαρτιά με σημειώσεις και λογιών λογιών δοχεία με πολύχρωμα μίγματα, όλα σκορπισμένα άτσαλα επάνω στα μεγάλα τραπέζια. Από το μεγάλο παράθυρο, έμπαινε το λιγοστό φως της ημισελήνου, με τα αστέρια να λαμπυρίζουν στον νυχτερινό ουρανό.

 

Κοντά στην φλόγα που τρεμόπαιζε, ο Μάγος, με τα μακριά γκρίζα γένια και τα ατημέλητα κατάλευκα μαλλιά να πέφτουν στο σκαμμένο από τα χρόνια πρόσωπό του, που το λιγοστό φως γέμιζε με σκιές. Στο μισοσκόταδο, δύο μάτια όλο φωτιά, να κοιτάζουν με ένταση το γυάλινο μπουκάλι στο τραπέζι. Ένα πράσινο υγρό κόχλαζε, βγάζοντας μία απαλή χρυσή αύρα γύρω του, ενώ από το στόμιο του μπουκαλιού ξεχύνονταν πυκνός άσπρος καπνός. «Είναι σχεδόν έτοιμο», σκέφτηκε.

 

Η μεγάλη ξύλινη πόρτα έτριξε ανοίγοντας και εμφανίστηκε ο υπηρέτης, κρατώντας ένα χρυσό κηροπήγιο με τρία κεριά. «Κύριε», είπε, «είναι εδώ.»

 

Παρατηρήσεις: Θα προτιμούσα λιγότερα επίθετα Δεδόνιε, ούτε καν το ένα τέταρτο από όσα έχεις βάλει. Τα επίθετα, οι μετοχές και οι συνεχείς προσδιορισμοί μεγέθους, χρώματος, πυκνότητας, οτιδήποτε, δεν φτιάχνουν εικόνες και ατμόσφαιρα, την εκβιάζουν. Πχ. το λυχνάρι είναι μικρό, το εργαστήρι σκοτεινό, τα βιβλία σκονισμένα (φαίνεται η σκόνη στο σκοτάδι... ; ), τα μίγματα πολύχρωμα (... και τα χρώματα φαίνονται; Εδώ νοθεύεις ολότελα την ατμόσφαιρα του σκοταδιού), τα δοχεία άτσαλα σκορπισμένα, το παράθυρο μεγάλο (τι χρειάζεται να το προσδιορίσεις;), το φως της ημισελήνου λιγοστό (δεν θα μπορούσε της ημισελήνου να είναι και λαμπρό, ε;), ο ουρανός νυχτερινός (δεν το ξέρουμε ήδη;), τα γένια μακριά και γκρίζα, τα μαλλιά ατημέλητα και κατάλευκα, το φως πάλι λιγοστό και πάει λέγοντας.

Με δυο λόγια το πρόβλημα: Η γραφή σου είναι τόσο πληθωρική, που ξεχειλίζει, μπουκώνοντας και κουράζοντας τον αναγνώστη. Δοκίμασε πιο απλά και πιστεύω θα δεις τις (καλές) ιδέες σου να βγαίνουν πιο άνετα.

Edited by nikosal
Link to comment
Share on other sites

Ναι ναι σωστό Νταρκτσίλντε ...

πολύ σωστό !

Edited by Balidor
Link to comment
Share on other sites

Αφού έγραψα για την εισαγωγή, προσθέτω μερικά σχόλια για τα δύο κυρίως κείμενα.

 

Το διήγημα του Balidor έχει κάτι που μου άρεσε: Αντί να ακολουθήσει το αναμενόμενο μοτίβο φέρνει τα πάνω κάτω με ύφος ρέμπελο και χιουμοριστικό. Να μια καλή στιγμή του:

Μισούσε την μόδα να προσλαμβάνονται μοντέλα για υπηρέτες αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα για να το αλλάξει. Έχε χάρη που η κρεβατομουρμούρα είναι πιο δυνατή κι από ξόρκι «Σιωπής»!

Αλλά, από την άλλη, η γραφή του έχει μεγάλες αδυναμίες. Δεν είναι ότι θέλει ένα πέρασμα ακόμα, που γράφει η Νταρκ, θέλει πολλά περάσματα αλλά κυρίως θέλει προσοχή σε στοιχειώδη, όπως πχ. ότι δεν μπερδεύουμε τους χρόνους:

Πιάνει το δοχείο με το πράσινο υγρό που κόχλαζε, βάζει το χέρι του πάνω στο στόμιο αυτού και ψιθυρίζει ένα ξόρκι, το υγρό σταματά να κοχλάζει αλλά η χρυσή λάμψη γίνεται ακόμα πιο δυνατή. Μόλις και η τελευταία φουσκάλα βγήκε στην επιφάνεια ο Ευκλαύμωνας βουτάει με αγωνία το μικρό του δάκτυλο μέσα στο δοχείο με το υγρό και ύστερα το τοποθετεί ανάμεσα στα χείλη του. Η φλόγα της αναμονής στα μάτια του έσβησε και το φως της ημισελήνου χάθηκε πίσω από κάποια σύννεφα που ήρθαν όταν είδαν το χαμόγελο του Μάγου του Λεύκοτριχου να ζωγραφίζει την χαρά στο πρόσωπό του.
Πιάνει το δοχείο (...) βάζει το χέρι του (...) η τελευταία φουσκάλα βγήκε στην επιφάνεια (...) βουτάει με αγωνία (...) η φλόγα της αναμονής στα μάτια του έσβησε (...) και αλλού.

Θέλει επίσης προσοχή στη χρήση φράσεων που δεν κολλάνε, που είναι λογοτεχνικά άκαιρες. Παραδείγματα στην ίδια παράγραφο: "Βάζει το χέρι του πάνω στο στόμιο αυτού" ή παρακάτω "βουτάει με αγωνία το μικρό δάκτυλο μέσα στο δοχείο με το υγρό και ύστερα το τοποθετεί ανάμεσα στα χείλη του". Ούτε στο στόμιο "αυτού" λέμε, ούτε "τοποθετεί", τοποθετεί θα πει το βάζει εκεί μόνιμα. Υπάρχουν πολλά ανάλογα παραδείγματα σε όλο το διήγημα.

Γενικότερα το διήγημα του Balidor δείχνει κάποιον που έχει καλές ιδέες, δυνατότητες για κάτι καλό, αλλά χρειάζεται ακόμα πολύ πολύ εξάσκηση και πολύ διάβασμα για να τις εκφράσει. Δεν πειράζει, το καλύτερο στη ζωή είναι να έχεις δυνατότητες να εξελιχθείς, σωστά;

 

Πάνω κάτω τις ίδιες παρατηρήσεις έχω για τη γραφή του Month, εδώ όμως δεν βρήκα καν κάτι στην προσέγγιση, στην ιδέα ή το ύφος που να μου αρέσει. Όχι ότι είναι εύκολο να βγουν στον αέρα οι "μεγάλες" ιδέες σε ένα διήγημα που γράφεται εντός μιας βδομάδας, αλλά κάτι περισσότερο μπορεί να βρεθεί από το "μπήκαν οι τρεις τους, ο μάγος τους απείλησε, αυτοί όμως ήταν προετοιμασμένοι, τον αιφνιδίασαν και του την έφεραν".

Από κει και πέρα, όπως ανάφερα, το κείμενο είναι προβληματικό, έχει στοιχειώδη λάθη και δεν τσουλάει. Ένα παράδειγμα:

«Θα βρείτε ότι το να κινηθείτε είναι αρκετά πιο δύσκολο τώρα απ’ ότι πριν.» Καθώς μιλούσε πλησίασε τον Γκουίντορ και άρχισε να ψάχνει τα πράγματά του.

«Και ιδού! Βρήκα το μπουκάλι με το τελικό υλικό για το φίλτρο μου!» Άνοιξε το μπουκαλάκι και το μύρισε.

«Καθαρό Νερό. Ή προϋπάρχουσα ύλη. Ή αρχέγονη σούπα, αν προτιμάτε. Έχει τόσες ονομασίες αυτό το κομμάτι αρχέγονης ύλης, σχεδόν τόσες όσες έχω και εγώ.» χαμογέλασε φιλικά προς τους τρεις κρατούμενούς του.

Διάλογοι μη ρεαλιστικοί, λόγια που δεν μπορεί να βγαίνουν από το στόμα ενός μάγου όπως αυτός που περιγράφεται και μάλιστα τη συγκεκριμένη στιγμή, άσε που ξαφνικά τους χαμογελά... φιλικά.

 

Αλλού πάλι ο Month παραθέτει χονδροειδή κοινότοπα και τηλεοπτικά σχόλια, όπως

Οι φρουροί του μάγου, ή του υψηλού ιερέα της εκκλησίας του Θείου Φωτός, κοίταζαν την Αθανασία με τέτοιο τρόπο, που κανείς δεν αμφισβητούσε με ποιο μέρος του σώματός τους σκεφτόντουσαν τώρα.
ή
«Ρέρικ, σκέψου με το κεφάλι σου!» φώναξε νευριασμένος ο αλχημιστής.

«Με το κεφάλι μου σκέφτομαι!» απάντησε ο Ρέρικ.

«Λάθος κεφάλι τότε, ηλίθιε!» ξέσπασε πια ο αλχημιστής.

 

Εν κατακλείδι, δεν μου άρεσε κανένα από τα δύο κείμενα έστω και λίγο, ώστε να μπορέσω να το επιλέξω ως "καλύτερο". Νομίζω ότι τα παιδιά χρειάζονται ακόμα πολύ πολύ εξάσκηση, αλλά -είπαμε- αυτό είναι το ωραίο της υπόθεσης, όπως ελπίζω ότι σιγά σιγά θα ανακαλύψουν μόνοι τους.

Link to comment
Share on other sites

Διάβασα πολύ προσεκτικότερα απ' ό,τι κάνω συνήθως και τα δύο κείμενα. Δε συμφωνώ με τον Νικο στο ότι είναι τόσο χάλια πια... Απλά πιστεύω ότι και οι δυο τους έχουν δώσει πολύ καλύτερα δείγματα.

 

Για τον Balidor, όντως το θέμα έχει μια απίστευτη σπιρτάδα κι η ιδέα είναι εξαιρετική. Όμως δεν έχει μια στρωτή ροή. Πλατιάζει σε κάποια σημεία και περνάει άλλα εξίσου σημαντικά με μια απλή περίληψη, ή και υπερπηδώντας τα. Θέλει να αποκτήσει μια ομοιογένεια στην αφήγηση, για να πεις ότι και η τεχνική υποστηρίζει μια τέτοια καλή ιδέα. Θεωρώ ότι οι εκφράσεις είναι ένα τσακ πιο καθημερινές απ' ό,τι θα πρεπε.. Ειδκά η λέξη "παλιοσειρά" μου χτύπησε κάπως. Χρειάζεται ξανακοίταγμα, για να στρώσει το πρόβλημα της ροής.

 

Για το month, η αφήγηση ήταν όντως πολύ καλύτερη κι οι εκφράσεις του συρμού δεν με ξένισαν καθόλου. Το αντίθετο μπορώ να πω, ήταν τόσο πικάντικες όσο έπρεπε, χωρίς να χυδαιολογούν. Μεγάλο μανίκι αυτό, να μιλάς πρόσττυχα, χωρίς να χυδαιολογείς. Στα μειονεκτήματα, υπήρχαν στιγμές που έλειπε μια φράσουλα για να δέσει η μια παράγραφος με την άλλη, καθώς και κάτι που ναι μεν υπάρχει σε όλο το κείμενο, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτό σου δείνει άφεση αμαρτιών. Μιλάω για τις καταλήξεις των ρημάτων. Ήτανε, κοιτάγανε, κανανε. Αυτό το -ε στο τέλος δεν είναι για χόρταση. Εκτός αν αυτή είναι η τοπική διάλεκτος (γιατί απ' όσο έχω καταλάβει, έχεις μεγαλώσει στην Κρήτη;), αλλά και πάλι δεν δικαιολογείται. Θα ήταν εντάξει αν έγραφες ένα λαογραφικό δρώμενο, όχι τις περιπέτειες του Ρέρικ και των λοιπών.

 

Αυτά από μένα. Ελπίζω να μη σας στενοχώρησα πολύ. Α, και ψήφισα Month.

Link to comment
Share on other sites

Μικρά παρατήρηση, αν και το έχω ξαναπεί: είμαι ο συνήθης editor του Μηνά και, 1ον, δεν περνάμε μαζί καμία ιστορία που είναι για write-off ή ό,τι ανάλογο και, 2ον, τόσον καιρό του λέω αυτά για τα γραμματικά και τα λοιπά, και πάντα καταλήγουμε να τα συζητάμε και, σεβόμενος τη γραφή του, να του κάνω απλώς κάποιες προτάσεις και να βλέπουμε μαζί πώς θα μπορούσε να στρωθεί το κείμενο.

 

Θα συμφωνήσω με τη narualis: όχι, δεν είναι και τόσο κακά πια, nicosal. Έτσι πιστεύω, τουλάχιστον. Σίγουρα επιδέχονται βελτιώσεων, και τους τα λέω και προσωπικά, μιας και ξέρω και το Δημήτρη (πλάκα-πλάκα, είναι από τους καλύτερούς μου φίλους και οι δύο :)), και πολλά πράγματα είναι λάθη κακών συνηθειών ή ατεχνειών που τους χαρακτηρίζουν ακόμα, αλλά δεν είναι κακά κείμενα (πάντα κατ' εμέ).

 

Όσο για τα -ε, ναι, δεν ξέρεις πόση δουλειά έχει το editing, ώρες-ώρες. Το πιο αστείο είναι όταν καταλαβαίνει ο Μηνάς ότι δεν του δείχνω όλα τα λάθη, για να τα βρει αυτός. :rofl2:

Edited by RaspK FOG
Link to comment
Share on other sites

Ξέχασα το σχόλιο για τον Ντεό! Λοιπόν, όμορφη, στρωτή, αρκετά κοινότυπη για να μπορέσει να δώσει πατήματα για ανατροπες και σχετικά επίπεδη, ώστε δε δίνει κατευθυντήριες γραμμές και οι διαγωνιζόμενοι μπορούν (όπως και έκαναν) να αναπρύξουν το δικό τους στυλ. Λίιιιγο φιοριτούρα με τα επίθετα, το είπε κι άλλος άλλωστε, αλλά, ε, κι η φιοριτούρα μερικές φορες εξυπηρετεί.

Link to comment
Share on other sites

Εχμ... Αυτό το -ε στο τέλος έχει περάσει απο τον προφωρικό λόγο, και το κάνω καθαρά ασυναίσθητα. Και στο editing δεν μου φαίνεται λάθος και για τον λόγο αυτό δεν το διορθώνω. Πάντως σύντομα θα γίνει το ξαναγράψιμο της ιστορία απο την αρχή και θα μπορέσω να διορθώσω πολλά τέτοια λαθάκια (ή θα του βάλω λάθη και εκεί που τα είχα διορθώσει!)

Link to comment
Share on other sites

  • 4 weeks later...

Έχει ετοιμαστεί επόμενο ζευγάρι?

Έχω καιρό να γράψω εδώ μέσα, και θα ψηνόμουνα για ένα write off...

Ποιός θέλει? :beerchug:

Link to comment
Share on other sites

Υπομονή, όλο και κάποιος θα προσφερθεί για δεύτερος.

Link to comment
Share on other sites

Βασικά κάνε ένα challenge στο official thread που είναι Pinned στη Βιβλιοθήκη. Εκεί πιθανότερο να σου απαντήσει κάποιος.

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #30 (Balidor vs month)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..