Jump to content

Write off #31 (Anergos Xaros vs Nihilio)


Nienor
 Share

Recommended Posts

edit 7/1/09: ένδειξη poll anergos_xaros 5 Nihilio 6

 

 

Πρόλογος:

 

Επέπλεε, δεν κολυμπούσε. Κρατούσε το αντικείμενο στα χέρια του, σχεδόν με ευλάβεια, κι αισθανόταν τη θέρμη που έβγαινε από το εσωτερικό του να μουδιάζει τις αρθρώσεις του. Προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν κάνοντας λογικούς συλλογισμούς, μα κοιτάζοντας γύρω του όσο του επέτρεπε το ημίφως, έβλεπε μόνο θάλασσα να τον περικυκλώνει και τούτο τον μπέρδευε. Σε λίγο τα μέλη του θα άρχιζαν να κρυώνουν κι η υποθερμία ίσως τον σκότωνε πριν προλάβει να σκεφτεί και να αντιδράσει. Την επόμενη στιγμή κοιτάζοντας κάτω, προς το βυθό, Την είδε!

 

 

Επανάληψη: Έχετε μία εβδομάδα (από τη στιγμή που επιλέγετε ότι θα αρχίσετε), το όριο λέξεων είναι 2000 με 3000, το πολ ανοίγει για ψήφους από τη στιγμή που και οι δύο ιστορίες θα έχουν ποσταριστεί.

 

 

Καλή σας διασκέδαση :)

Edited by Nienor
Link to comment
Share on other sites

  • 2 weeks later...

Είδος: φανταστικός τρόμος

Βία; Ναι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 2041

Αυτοτελής; Ναι

------------

 

Ζαρ-Αμβιν

 

Επέπλεε, δεν κολυμπούσε. Κρατούσε το αντικείμενο στα χέρια του, σχεδόν με ευλάβεια, κι αισθανόταν τη θέρμη που έβγαινε από το εσωτερικό του να μουδιάζει τις αρθρώσεις του. Προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν κάνοντας λογικούς συλλογισμούς, μα κοιτάζοντας γύρω του όσο του επέτρεπε το ημίφως, έβλεπε μόνο θάλασσα να τον περικυκλώνει και τούτο τον μπέρδευε. Σε λίγο τα μέλη του θα άρχιζαν να κρυώνουν κι η υποθερμία ίσως τον σκότωνε πριν προλάβει να σκεφτεί και να αντιδράσει. Την επόμενη στιγμή κοιτάζοντας κάτω, προς το βυθό, Την είδε!

Παγερή και ξένη, φτιαγμένη από κόκκαλο και ξεραμένο δέρμα και μέσα στον κρυστάλλινο θόλο της, η Ζιρ-Αμβίν, η τρομερή ακρόπολη των δαιμόνων, ανυψωνόταν από τα βάθη της υπόγειας μαύρης θάλασσας του Άχρινον. Μια πόλη μυθική, που και μόνο το όνομά της αρκούσε για να παγώσει το αίμα στις φλέβες των ανθρώπων. Βλέποντάς την, ο Ιμπάν Αλ-Ραζμάν θυμήθηκε πού βρισκόταν.

Μόνο μια φορά κάθε πέντε χρόνια η φριχτή αυτή πόλη έβγαινε στην επιφάνεια, και μόνο για μία ημέρα. Την ημέρα εκείνη μόνο μπορούσε κάποιος προσκυνητής να επισκεφτεί την πολιτεία και να ζητήσει από τους τερατώδεις κατοίκους της να τον διδάξουν την απαγορευμένη σοφία που κατείχαν.

Το ταξίδι για να φτάσει κανείς από την παγωμένη έρημο του Ταλχράντ, από όπου και ο Ιμπάν καταγόταν, μέχρι την υπόγεια θάλασσα ήταν μακρύ και επικίνδυνο. Ο μάγος χρειάστηκε να διασχίσει την τρομερή οροσειρά του Ζαντόρ και να αποφύγει τα τερατώδη όρνια που κατοικούσαν στις κορυφές της, την κοιλάδα του Μιρντ, όπου οι ίσκιοι ήταν πολύ πιο θανάσιμοι από τα λιοντάρια και τους ληστές της, τη Θεοκρατία του Μόρντοξ, όπου φωτιά και ατσάλι απειλούσε τους μύστες των σκοτεινών τεχνών, μέχρι που, μέσα από το στοιχειωμένο σπήλαιο του Ζαλ-Αχάρ, να φτάσει στην υπόγεια πόλη του Ράαχντ και τις όχθες της θάλασσας.

Ο φρικιαστικός νάνος που κατοικούσε εκεί και που του είχαν πει ότι γνώριζε το μυστικό της Ζιρ-Αμβίν ήταν και αυτός που του έδωσε το κόκκαλο που κρατούσε στα χέρια του. Ένα κόκκαλο, που θα μπορούσε να ήταν ανθρώπινο αν δεν ήταν τόσο μακρύ μακρύ, με ρουνικά σύμβολα σκαλισμένα στην επιφάνειά του. Κρατώντας το, έπρεπε να βουτήξει στη σκοτεινή θάλασσα και να κλείσει τα μάτια του και η μαγεία του θα τον έφερνε στο σημείο εκείνο όπου η ακρόπολη θα σηκωνόταν από το βυθό. Έτσι κι έκανε και αυτή τη στιγμή, οι Παλαιότατοι μόνο ξέρουν μετά από πόσο καιρό, είχε την τιμή να παραβρεθεί σε μία από τις θρυλικές αναδύσεις της αρχαίας πόλης.

Και δεν ήξερε αν έπρεπε να χαίρεται ή να μετανιώνει για αυτό. Πρώτα η μυτερή σαν λόγχη κορυφή του ψηλότερου κτίσματος, ενός πύργου από έβενο που προεξείχε του κρυστάλλινου θόλου, έσκισε στα δύο το σκοτεινό νερό και στη συνέχεια η καμπύλη του χοντρού κρυστάλλου άρχισε να παραμερίζει τα μαύρα ύδατα, καθώς η ακρόπολη ξεπρόβαλε.

Όταν πια και το τελευταίο από τα ανίερα κτίσματα της είχε βγει στην επιφάνεια ο Ιμπάν Αλ-Ραζμάν δε μπορούσε παρά να μείνει άφωνος από τη μακάβρια μεγαλοπρέπεια των φρικιαστικών κτηρίων που αντίκριζε. Όμως ήξερε πως δεν έπρεπε να χάσει στιγμή. Με το κορμί του πιασμένο από τη μυστικιστική νάρκη στην οποία είχε πέσει άρχισε να κολυμπά προς τα βράχια.

Η γαλήνια σα λάδι θάλασσα δεν τον εμπόδισε να φτάσει στην άκρη των βράχων και δε δυσκολεύτηκε να βρει μια σειρά από φυσικά σκαλοπάτια που θα τον βοηθούσαν να σκαρφαλώσει στην κορυφή των βράχων και από εκεί, ακουμπώντας το κόκαλο που κρατούσε στην επιφάνεια του θόλου, όπως του είχε πει ο νάνος, μέσα στην ίδια την πόλη.

Και πράγματι, όταν το κόκαλο ακούμπησε τον θόλο, το κρύσταλλο αναρίγησε και κυματίζοντας άρχισε να απομακρύνεται από το σημείο εκείνο και να σχηματίζει μια κυκλική πύλη που επέτρεπε σε έναν άνθρωπο να μπει στο εσωτερικό του. Ο Ιμπάν τη διέσχισε χωρίς δισταγμό. Η πύλη έκλεισε πίσω του, ενώ αυτός κατευθύνθηκε προς τα πρώτα κτίσματα της πόλης.

Αν μπορούσε να τα πει κανείς αυτά κτίσματα. Κατασκευές παράξενες, από ξεραμένο δέρμα πάνω σε ασπρισμένα από τον χρόνο κόκαλα, που αγνοούσαν την κοινή αρχιτεκτονική με τις παράξενες γωνίες που σχημάτιζαν. Και ανάμεσά τους δρόμοι στενοί, δίχως ίχνος ζωής. Ο μάγος προχώρησε πιο βαθιά στην πόλη, νιώθοντας ανάμεικτο θαυμασμό και αηδία για τα όσα έβλεπε. Κάθε νέο βήμα του του αποκάλυπτε και άλλον έναν αρχαίο τρόμο που τα μάτια ενός ανθρώπου δε θα έπρεπε ποτέ να αντικρίσουν. Πράγματι, η πόλη των δαιμόνων ήταν ένα μέρος εφιαλτικό, κι ας μην φαινόταν να υπάρχει κανένας δαίμονας σε αυτή.

Ο μάγος έπρεπε να περπατούσε για μισή ώρα, χαμένος μέσα στους λαβυρινθώδεις δρόμους της ακρόπολης, όταν είδε το πρώτο ίχνος ζωής, αν μπορούσε να το πει έτσι. Δεν ήταν ούτε κάποιο τερατόμορφο πλάσμα ούτε κάποια από τις σκιές που οι θρύλοι έλεγαν ότι κατοικούσαν στην πόλη. Αυτό που αντίκρισε ήταν ένα κτήριο το οποίο παλλόταν σαν καρδιά. Το θέαμα παραξένεψε τον άντρα, ο οποίος πλησίασε το κτίσμα, ένα οβάλ κατασκεύασμα ύψους τριών μέτρων, χωρίς καμία είσοδο, με μόνο ένα κρανίο να ξεχωρίζει στην κορυφή του, ένα κρανίο που σίγουρα δεν ήταν ανθρώπου. Διστακτικά το πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του πάνω στην επιφάνειά του. Το δέρμα ήταν υγρό, ζεστό και από μέσα ακουγόταν κάποιος ήχος, σαν το κτίσμα να ήταν γεμάτο από κάποιο υγρό. Κάθε δέκα χτύπους της καρδιάς του ένιωθε έναν δυνατό παλμό από το εσωτερικό του κτηρίου. Ψηλαφώντας το, ανακάλυψε ότι σε κανένα σημείο δε φαινόταν να υπάρχει το παραμικρό άνοιγμα, ούτε καν μια τρύπα πάνω στο δέρμα που το περιέβαλε.

Ετοιμαζόταν να φύγει, όταν μια δυνατή αναταραχή έκανε το κτήριο να ταρακουνηθεί σύσσωμο. Ο Ιμπάν ξαναέκανε ένα γύρο και έκπληκτος είδε ότι ένα κοκάλινο μαχαίρι είχε σκίσει το δέρμα από μέσα. Το μαχαίρι ήταν κυρτό, με δόντια στην κόψη του, ενώ από την πληγή έτρεχε ένα παχύρρευστο πράσινο υγρό. Μια δεύτερη μαχαιριά, λίγο πιο πάνω από την πρώτη, έσκισε και σε άλλο σημείο το δέρμα, ενώ ακολούθησαν κι άλλες δύο, κοντά στις προηγούμενες, δημιουργώντας έναν κύκλο από κοψίματα.

Αυτό που ακολούθησε τη σκηνή αυτή ήταν ένα θέαμα πρωτόγνωρο. Τα μαχαίρια άρχισαν να πλησιάζουν το ένα το άλλο, ενώ το πράσινο υγρό χυνόταν όλο και πιο γρήγορα. Όταν τελικά τα μαχαίρια έφτασαν κοντά το ένα στο άλλο, χάθηκαν πάλι μέσα στο κτήριο και έπειτα, με μια βίαιη κίνηση, ένα χέρι ξεπετάχτηκε μέσα από το σκισμένο δέρμα, κόβοντας ένα μεγάλο κομμάτι από την επιφάνειά του. Το χέρι ήταν μακρύ και καλυμμένο από το παχύρρευστο υγρό. Το δέρμα που το κάλυπτε ήταν φολιδωτό, μάλλον σκούρου καστανού χρώματος, ενώ ήταν πάρα πολύ μακρύ για να είναι ανθρώπινο. Η παλάμη του ήταν στενόμακρη και κατέληγε σε τέσσερα κυρτά δάκτυλα, στις άκρες των οποίων μακριά, κοφτερά νύχια από κόκαλο γυάλιζαν στο αδύναμο φως που προερχόταν από τους μύκητες τη οροφής. Τα νύχια αυτά ήταν που ο Ιμπάν είχε περάσει για μαχαίρια.

Ο μάγος πισωπάτησε τρομαγμένος, καθώς το χέρι του πλάσματος άρχισε να σκίζει το δέρμα που το παγίδευε, προσπαθώντας να βγει έξω. Κρυμμένος πίσω από ένα από τα άλλα κτήρια παρακολούθησε με νοσηρό ενθουσιασμό τον δαίμονα να σκίζει το κουκούλι του και να βγαίνει στον αέρα της πόλης. Το πλάσμα ήταν μια ανόσια παρωδία ανθρώπου, καμπουριασμένο, με άκρα επιμηκημένα και λεπτά που κατέληγαν σε τρομερά γαμψώνυχα. Το κρανίο του ήταν κι αυτό παραμορφωμένο, με το σαγόνι του να κρέμεται, αφήνοντας να φανούν στο στόμα του διπλές σειρές από σουβλερά δόντια. Τα κατακόκκινα μάτια του, τοποθετημένα στις άκρες του στενόμακρου προσώπου του, συμπλήρωναν την εικόνα αρπαχτικού.

Ο δαίμονας, ακίνητος στη μέση μιας λίμνης από το πηχτό υγρό που τον περιέβαλε στην εφιαλτική μήτρα του (γιατί μήτρες ήταν αυτά που ο μάγος είχε περάσει για κτήρια, μήτρες που είχαν χρησιμοποιηθεί πριν από πολλά χρόνια), μύριζε με προσοχή τον αέρα. Ο Ιμπάν ένιωσε να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Άραγε το πλάσμα θα τον ανακάλυπτε;

Τελικά οι φόβοι του μάγου δεν επιβεβαιώθηκαν, αφού ο δαίμονας, με ακανόνιστα βήματα, άρχισε να κατευθύνεται προς έναν από τους δρόμους που οδηγούσε βαθύτερα μέσα στην πόλη. Ο μάγος, γνωρίζοντας ότι αυτό που έκανε ήταν κάτι περισσότερο από παράτολμο, τον ακολούθησε από μακριά, παραμένοντας κρυμμένος πίσω από τις γωνίες που σχημάτιζαν οι κάποτε γενέθλιοι σάκοι των κατοίκων της πόλης αυτής.

Τελικά ο δαίμονας έφτασε σε ένα άπλωμα, έναν κυκλικό χώρο άδειο από τα μακάβρια κτίσματα από οστά και δέρμα. Ο Ιμπάν Αλ-Ραζμάν, κρυμμένος πίσω από μία γωνία, τον παρακολουθούσε να στέκεται ακίνητος, σα να περίμενε κάτι. Και ύστερα αυτό που αντίκρισε τον άφησε κατάπληκτο: από όλες τις πλευρές του κύκλου σκιές άρχισαν να ρέουν προς το μέρος του δαίμονα, άμορφες σκιές που σταδιακά άρχισαν να σηκώνονται, παίρνοντας ανθρωποειδείς μορφές, μέχρι που τη θέση τους πήραν τερατώδεις μορφές.

Ο μάγος μπορούσε να διακρίνει τουλάχιστον άλλους είκοσι δαίμονες να περιβάλλουν το νεογέννητο αδερφό τους και κάθε ένας από τους δαίμονες αυτούς δεν έμοιαζε με κανέναν από τους υπόλοιπους. Άλλος είχε ένα πιθηκοειδές σώμα, ογκώδες και γεμάτο με μύες και άλλος ήταν εντελώς σκελετωμένος, λες και το κορμί του ήταν φτιαγμένο μόνο από κόκαλα και δέρμα, όπως η μήτρα που τον ξέβρασε σε αυτή την πόλη. Άλλος δεν είχε χέρια ή πόδια ή κεφάλι ή μάτια ή στόμα, άλλος είχε δύο στόματα, το ένα στο πρόσωπο και το άλλο στην κοιλιά του και άλλος είχε στόματα στη θέση των ματιών και ένα μεγάλο μάτι στη θέση του στόματος. Άλλος ένας είχε και τα γεννητικά όργανα και των δύο φύλων, και μάλιστα διογκωμένα σε υπερθετικό βαθμό, ενώ άλλος δεν είχε κανένα σημάδι που να δείχνει ότι ανήκε σε κάποιο από τα δύο φύλα. Και οι τερατώδεις αυτές φιγούρες σχημάτιζαν έναν κύκλο γύρω από το πλάσμα που ο Ιμπάν Αλ-Ραζμάν είχε ακολουθήσει ως εκεί.

Ο μάγος περίμενε να δει τις αντιδράσεις των δαιμόνων, και δε χρειάστηκε να περιμένει για πολύ. Σύντομα ο κύκλος που είχε σχηματιστεί γύρω από το πλάσμα άνοιξε και μια νέα σκιά προχώρησε στο εσωτερικό του, μια σκιά που δεν άργησε να υλοποιηθεί σε μια επιβλητική μορφή. Ο νέος αυτός δαίμονας ήταν ψηλός, με παγερά χαρακτηριστικά στο πρόσωπό του, μακριά χέρια και μυώδες κορμί που το κάλυπτε πυκνό τρίχωμα. Τα μακριά πόδια του του επέτρεπαν να περπατάει με ξεχωριστή χάρη, ενώ οι κινήσεις του έμοιαζαν με έναν υπνωτιστικό χορό που παγίδευε τις αισθήσεις του μάγου.

Ο νέος αυτός δαίμονας στάθηκε μπροστά από το πλάσμα και το κοίταξε σκεπτικός. Το πλάσμα δεν αντέδρασε. Ο δαίμονας άπλωσε το χέρι του και το ακούμπησε στο κεφάλι του πλάσματος στοργικά, σαν πατέρας που υποδέχεται στην οικογένειά του τον γιο του. Ο Ιμπάν Αλ-Ραζμάν ένιωσε να ανατριχιάζει με το θέαμα που έβλεπε, όμως ένιωθε ανίκανος να φύγει μακριά από τη σκηνή που παρακολουθούσε. Και τότε ο αρχιδαίμονας, με το χέρι του ακόμα στο κεφάλι του νέου μέλους της πόλης τους, γύρισε προς το μέρος του μάγου.

Τι θες ανάμεσά μας άνθρωπε; άκουσε ο μάγος να του λέει μια φωνή μέσα στο κεφάλι του.

Για μια στιγμή πάγωσε. Δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Καταλαβαίνοντας πόσο μάταιο ήταν να κρύβεται, βγήκε από την κρυψώνα του και κατευθύνθηκε προς τον κύκλο. Οι δαίμονες-σιωπηλοί θεατές που τον αποτελούσαν άνοιξαν τον κλοιό που είχαν σχηματίσει γύρω από τον αρχηγό τους και άφησαν τον άνθρωπο να μπει μέσα του. Ο μάγος έφτασε μπροστά από τον αρχηγό και ταπεινά γονάτισε μπροστά του και του είπε με κατεβασμένο το κεφάλι και δυνατή φωνή:

“Μεγαλειότατε, κι εσείς Αρχαία Πλάσματα του Σκότους, ήρθα στην πόλη σας για να σας παρακαλέσω ταπεινά, όπως αρμόζει σε έναν άνθρωπο μπροστά στην ανωτερότητα της ύπαρξής σας, να με διδάξετε τη Γνώση που σας έχει παραχωρηθεί από τους Παλαιότατους.”

Το πλάσμα που στεκόταν μπροστά του δεν του απάντησε. Αντίθετα έγνεψε καταφατικά και τότε ο κύκλος που τους περιέβαλε έκλεισε γύρω από τον μάγο.

Πρώτα έχασε το δέρμα του, αφού με προσοχή τα πλάσματα του κύκλου το χάραξαν με τα νύχια τους και το τράβηξαν από τη σάρκα του.

Έπειτα έχασε τη σάρκα του, την οποία οι δαίμονες καταβρόχθισαν λαίμαργα, ξεγυμνώνοντας τα κόκαλά του και από το τελευταίο ίχνος της.

Στη συνέχεια έχασε τα κόκαλά του, με τα οποία οι δαίμονες έχτισαν ένα κλουβί, όχι πολύ διαφορετικό από αυτό που είχε δει πριν λίγο να γεννά έναν από τους κατοίκους της καταραμένης ακρόπολης,, και να το σκεπάζουν με το δέρμα που μόλις του είχαν αφαιρέσει, τοποθετώντας στην κορυφή του κουκουλιού του το κρανίο του.

Και τέλος έχασε την ψυχή του, που, παγιδευμένη μέσα στη δαιμονική μήτρα της, γινόταν βορρά στο Σκότος κομμάτι-κομμάτι, μέχρι να αφανιστεί εντελώς στην επόμενη ανάδυση της καταραμένης ακρόπολης και να προσθέσει ένα νέο κάτοικο στον καταραμένο πληθυσμό της.

Link to comment
Share on other sites

Κάπως βιαστικά και πρόχειρα...

Κάποτε ίσως να καθήσω να το γράψω καλύτερα.

 

Επέπλεε, δεν κολυμπούσε. Κρατούσε το αντικείμενο στα χέρια του, σχεδόν με ευλάβεια, κι αισθανόταν τη θέρμη που έβγαινε από το εσωτερικό του να μουδιάζει τις αρθρώσεις του. Προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν κάνοντας λογικούς συλλογισμούς, μα κοιτάζοντας γύρω του όσο του επέτρεπε το ημίφως, έβλεπε μόνο θάλασσα να τον περικυκλώνει και τούτο τον μπέρδευε. Σε λίγο τα μέλη του θα άρχιζαν να κρυώνουν κι η υποθερμία ίσως τον σκότωνε πριν προλάβει να σκεφτεί και να αντιδράσει. Την επόμενη στιγμή κοιτάζοντας κάτω, προς το βυθό, Την είδε!

 

Ήταν μια από τις Θέαινες. Μια γυναίκα, με μακριά καστανά μαλλιά, τυλιγμένα σε περίτεχνες κοτσίδες και στολισμένα με ασημένιες χάντρες. Φορούσε ένα γαλάζιο, μεταξένιο φόρεμα και από πάνω είχε ριγμένο έναν λεπτό μανδύα, στο χρώμα της χλόης. Τα μάτια της ήταν πράσινα, σαν σμαράγδια.

 

Ήταν η Νεφέλη- η πρώτη από τις Θέαινες. Ήταν η αγγελιοφόρος, αυτή που ερχόταν κάθε φορά να προϋπαντήσει τους απεσταλμένους και να τους οδηγήσει στην Καρδιά.

 

Ο Τέρα υποκλίθηκε, όσο του επέτρεπε η εύθραυστη ισορροπία που διατηρούσε το εξασκημένο του σώμα πάνω στην επιφάνεια του νερού.

 

«Ημέρα γαλήνια, Αρχόντισσα. Είμαι ο Τέρα, της ένδοξης φυλής των Αλκαίων. Είμαι ο απεσταλμένος της Δέκατης εποχής... Εννέα άντρες προηγήθηκαν εμού και ο δρόμος τους είναι σπαρμένος με τιμή και δόξα. Ήρθα να επιτελέσω το καθήκον μου».

 

Η γυναίκα, που αιωρούταν απαλά στην επιφάνεια της Σιωπηλής θάλασσας, του χαμογέλασε και του έκανε νόημα να σηκωθεί.

 

«Οι Φορμόριοι», συνέχισε ο Τέρα, «απειλούν ξανά το βασίλειο μας με τις δαιμονικές τους ορδές. Ήρθα οικειοθελώς να προσφέρω την ύστατη θυσία μου, ώστε να απλώσετε τις θεϊκές σας φτερούγες και να προστατεύσετε τα σπίτια και τις ζωές μας... Ταξίδεψα πολύ και αντιμετώπισα κινδύνους που βασάνισαν την ψυχή και το σώμα μου, αλλά τελικά κατάφερα να βρω το Νησί της Άκρης και να βαδίσω πάνω στα κύματα της Σιωπηλής θάλασσας, αναζητώντας την Καρδιά. Φέρω μαζί μου το Τμίρ».

 

Και λέγοντας αυτά, σήκωσε το αντικείμενο που κρατούσε στα χέρια του.

 

Ήταν ένα αριστοτεχνικά πλασμένο τεχνούργημα, από χρυσάφι και χαλκό που θύμιζε αμυδρά πυξίδα. Είχε ένα βέλος, τέσσερα χαραγμένα σύμβολα και ένα κλειδί, με το οποίο μπορούσες να περιστρέψεις το βέλος στο σύμβολο που επιθυμείς.

 

Η Νεφέλη τον έπιασε από το χέρι και του μίλησε με καθάρια φωνή.

 

«Ακολούθησε με, νεαρέ απεσταλμένε. Η Καρδιά βρίσκεται βαθιά μέσα μας, και μας περιμένει μεγάλο ταξίδι».

 

Και λέγοντας αυτά, τύλιξε τον μανδύα της γύρω του, γεμίζοντας τον με γαλήνια θερμότητα. Μαζί, βούτηξαν αθόρυβα μέσα στην Σιωπηλή θάλασσα.

 

Κολύμπησαν ώρες και ώρες, περνώντας από τοπία θαυμαστά και πανέμορφα. Από τους κήπους της Αβύσσου όπου τα φύκια λάμπουν σε όλες τις γνωστές και άγνωστες αποχρώσεις. Μέσα από σμήνη πολύχρωμων ψαριών που κολυμπούσαν σε πολύπλοκους σχηματισμούς. Δίπλα από περήφανα πλοιάρια ναυαγισμένα αιώνες πριν, που κείτονταν τώρα ανάμεσα στα βράχια σκεπασμένα με κοχύλια...

 

Και τελικά, έφτασαν στην Καρδιά.

 

Ήταν μια σφαίρα, φτιαγμένη από μαγεία που η γνώση της έχει χαθεί προ πολλού. Από έξω, φαινόταν σαν μια λαμπερή μάζα, ένας γαλάζιος ήλιος αφημένος στα βάθη της θάλασσας.

 

Το εσωτερικό της, ήταν η κατοικία των Τεσσάρων Θέαινων. Ένα παλάτι πλασμένο από άγνωστα υλικά, με μια πελώρια αίθουσα στο κέντρο του, την αίθουσα της Θυσίας.

 

Η Νεφέλη τον οδήγησε εκεί.

 

«Είναι το μοναδικό σημείο του παλατιού που επιτρέπεται να εισέλθει θνητός», του εξήγησε αυστηρά.

 

Το πάτωμα της αίθουσας, ήταν φτιαγμένο από ψηφίδες που σχημάτιζαν άπειρες εικόνες, ατελείωτες διηγήσεις που προκαλούσαν την περιέργεια του Τέρα. Αλλά είχε έλθει ως εκεί για μια αποστολή... Σήκωσε την ματιά του από το πάτωμα, και στάθηκε στο κέντρο της αίθουσας. Οι τέσσερις Θέαινες ήταν καθισμένες γύρω του, μια σε κάθε πλευρά της αίθουσας.

 

«Γνωρίζεις το Τελετουργικό της Συνουσίας και της Θυσίας?», τον ρώτησε η Νεφέλη.

 

Ο Τέρα έγνεψε. Είχε εκπαιδευτεί χρόνια ολάκερα γι’ αυτή την στιγμή. Κρατώντας σφιχτά στα χέρια του το Τμιρ, προχώρησε προς την Νεφέλη που καθόταν πάνω σε ένα μεταξένιο χαλί.

 

«Γαλανή κυρά», της είπε. «Τι προσφέρεις και τι ζητάς?»

 

Και η Νεφέλη μίλησε.

 

«Είμαι η Αρχόντισσα της γαλήνης, της ομορφιάς, και της Αρχαίας Σοφίας. Αν έλθεις σε εμένα, θα κάνουμε έρωτα, και θα μου προσφέρεις ένα φιλί και την αφοσίωση σου. Θα είμαι ο πρώτος και ο τελευταίος σου έρωτας- ποτέ δεν θα ξαναγαπήσεις γυναίκα στην ζωή σου. Και σε αντάλλαγμα, εγώ θα υψώσω τείχη απόρθητα και αδιαπέραστα, και θα γεμίσω τον δρόμο των εχθρών σας με γρίφους και μονοπάτια που δεν οδηγούν πουθενά. Και το Βασίλειο των Αλκαίων θα σωθεί».

 

«Να διαλέξεις την Νεφέλη», τον είχε συμβουλέψει η μητέρα του πριν φύγει. «Η Γαλάζια Αρχόντισσα πάντα προστάτευε το σπιτικό μας».

 

Ο Τέρα το σκέφτηκε για λίγο, κι έπειτα προχώρησε στην επόμενη Αρχόντισσα.

 

Ήταν μια κοπέλα ξαπλωμένη πάνω σε βελούδινα μαξιλάρια. Ήταν γυμνή, και τα πορφυρά της μαλλιά τυλίγονταν γύρω από το σώμα της σαν φίδια. Τα μάτια της ήταν κεχριμπαρένια, και τον κοίταζαν παιχνιδιάρικα.

 

«Κόκκινη κυρά», της είπε. «Τι προσφέρεις και τι ζητάς?»

 

Και η Αστάρτη μίλησε, με φωνή μικρού παιδιού.

 

«Είμαι η Αρχόντισσα του πάθους, της τρέλας και της Αιώνιας Ροής. Αν έλθεις σε εμένα, θα κάνουμε έρωτα και θα μου προσφέρεις το άγγιγμα σου και την τέχνη σου. Τα δάχτυλα σου ποτέ δεν θα πιάσουν ξανά την λαβή του σπαθιού ή τις χορδές ενός λαούτου. Όλη σου η δεξιοτεχνία θα χαθεί μέσα σε μια στιγμή. Και σαν αντάλλαγμα, εγώ θα ανάψω φωτιές ανεξέλεγκτες στις ψυχές των εχθρών σας, και όλα τους τα όνειρα θα γίνουν στάχτη και θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Και το Βασίλειο των Αλκαίων θα σωθεί».

 

«Να διαλέξεις την Αστάρτη», τον είχε συμβουλέψει ο Κεννάριος, ο βάρδος που του είχε διδάξει την Τελετουργία, τα μικρά λόγια της δύναμης και την ευγένεια. «Η Πορφυρή Αρχόντισσα αγαπάει με πάθος και μισεί με πάθος- ότι χειρότερο για τους εχθρούς μας».

 

Ο Τέρα το σκέφτηκε για λίγο, κι έπειτα προχώρησε στην επόμενη Αρχόντισσα.

 

Ήταν μια γυναίκα, καθισμένη πάνω σε ένα σκουριασμένο σκαμνί. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα, κομμένα ως τους ώμους της. Φορούσε ένα πελώριο μαύρο φόρεμα και έναν βαρύ, γκρίζο μανδύα. Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα και σκοτεινά.

 

«Γκρίζα κυρά», της είπε. «Τι προσφέρεις και τι ζητάς?»

 

Και η Εκάτη μίλησε, με ψιθυριστή φωνή.

 

«Είμαι η Αρχόντισσα της σιωπής, της ομίχλης και του Αόρατου νήματος που ενώνει τις ψυχές των θνητών. Αν έλθεις σε εμένα, θα κάνουμε έρωτα και θα μου προσφέρεις λέξεις αγάπης και την μιλιά σου. Ποτέ ξανά δεν θα βγει κουβέντα από το στόμα σου. Θα συνεχίσεις την ζωή σου σιωπηλός, και δεν θα μπορείς να εκφράζεις αυτά που νιώθεις στους γύρω σου. Και σαν αντάλλαγμα, θα υφάνω ένα πλέγμα από ομίχλη και σκιές και φόβους ανείπωτους που θα πνίξει τους εχθρούς σας. Και το Βασίλειο των Αλκαίων θα σωθεί».

 

«Να διαλέξεις την Εκάτη», τον είχε συμβουλέψει η Αράχνη, η μάντισσα που του δίδαξε τα μυστικά του έρωτα και των εκατό φίλτρων. «Η δύναμη της είναι αθέατη στα μάτια των θνητών, και θανάσιμη για τους εχθρούς μας».

 

Ο Τέρα το σκέφτηκε για λίγο, κι έπειτα προχώρησε στην επόμενη Αρχόντισσα.

 

Ήταν μια γριά, που καθόταν γονατιστή στο παγωμένο έδαφος. Ήταν σκεπασμένη με ένα λευκό πέπλο, και δεν ξεχώριζε τίποτα από την μορφή της εκτός από τα ρυτιδιασμένα της χέρια.

 

«Λευκή κυρά», της είπε. «Τι προσφέρεις και τι ζητάς?»

 

Και η Λήθη μίλησε, με φωνή σκληρή και απόμακρη.

 

«Είμαι η Αρχόντισσα του ψύχους, του σεβασμού και του Κύκλου της ζωής και του θανάτου. Αν έλθεις σε εμένα, θα κάνουμε έρωτα και θα μου προσφέρεις μια ματιά κάτω από τα πέπλα μου και την όραση σου. Δεν θα ξανακοιτάξεις ποτέ τις ομορφιές και τις παραξενιές του κόσμου ετούτου, και σιγά σιγά οι εικόνες του παρελθόντος θα σβηστούν και αυτές και στο κεφάλι σου θα μείνουν μονάχα λέξεις. Και σαν αντάλλαγμα, θα στείλω ένα κύμα παγωνιάς και τρόμου στους εχθρούς σας που θα γυρίσουν στα σπίτια τους ή θα θαφτούν σε αιώνιους τάφους. Και το Βασίλειο των Αλκαίων θα σωθεί».

 

«Να διαλέξεις την Λήθη», τον είχε συμβουλέψει ο Αίαντας, ο μονομάχος που του δίδαξε τις τεχνικές του Χορού των Λεπίδων και της Απαστράπτουσας Μάχης. «Μονάχα η σκληρότητα της θα μας σώσει από τα μιλούνια των Φορμόριων».

 

Ο Τέρα στάθηκε στο κέντρο του κύκλου, και άρχισε να συλλογίζεται τις επιλογές του. Στα χέρια του κρατούσε το Τμιρ, με τα τέσσερα σύμβολα, τις τέσσερις επιλογές του. Ένα άνθος, για τη Νεφέλη. Μια φλόγα, για την Αστάρτη. Ένα δάκρυ, για την Εκάτη. Μια σπείρα, για την Λήθη.

 

Περιεργάστηκε το Τμιρ. Το έπαιξε στα χέρια του- φαινόταν τόσο ελαφρύ, τόσο εύθραυστο. Τι θα γινόταν άραγε αν του έπεφτε απ’ τα χέρια, κατά την διάρκεια του ταξιδιού του ως εδώ? Αν γινόταν χίλια κομμάτια? Ποια επιλογή θα είχε τότε?

 

Σαν να διάβασαν το μυαλό του, οι Θέαινες χαμογέλασαν ειρωνικά.

 

«Λοιπόν, νεαρέ?», ρώτησε η Εκάτη.

 

«Ποια είναι η επιλογή σου?», ρώτησε η Αστάρτη.

 

«Ο χρόνος περνάει», είπε η Λήθη.

 

«Το Βασίλειο σου κινδυνεύει», συμπλήρωσε η Νεφέλη. «Μην ξεχνάς...»

Ο Τέρα τις κοίταξε μια μια. Κάτι είχε σφηνωθεί βαθιά μέσα στο μυαλό του- μια εξωφρενική ιδέα. Σήκωσε διστακτικά το χέρι του...

 

«Τι πας να κάνεις?», είπαν και οι τέσσερις μαζί.

 

Κατέβασε το χέρι του με δύναμη στο πάτωμα, θρυμματίζοντας το Τμιρ! Ο χρόνος κύλησε αργά, έβλεπε μπροστά του τα κομμάτια του τεχνουργήματος να κυλάνε ανάμεσα στις ψηφίδες, άκουγε το απόμακρο γέλιο των Θέαινων. Και τις φωνές τους...

 

«Επιτέλους, κάποιος πιο τρελός από τους υπόλοιπους!».

 

«Ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε ανάμεσα στους Λησμονημένους, μέχρι να έλθει ξανά η ώρα μας. Τώρα είναι σειρά τους να κάνουν παιχνίδι...»

 

«Όμορφος νεαρός. Κρίμα που δεν επέλεξε...»

 

 

 

...

 

 

 

 

 

Επέπλεε, δεν κολυμπούσε. Κρατούσε το αντικείμενο στα χέρια της, σχεδόν με ευλάβεια, κι αισθανόταν τη θέρμη που έβγαινε από το εσωτερικό του να μουδιάζει τις αρθρώσεις της. Προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν κάνοντας λογικούς συλλογισμούς, μα κοιτάζοντας γύρω της όσο της επέτρεπε το ημίφως, έβλεπε μόνο θάλασσα να την περικυκλώνει και τούτο την μπέρδευε. Σε λίγο τα μέλη της θα άρχιζαν να κρυώνουν κι η υποθερμία ίσως την σκότωνε πριν προλάβει να σκεφτεί και να αντιδράσει. Την επόμενη στιγμή κοιτάζοντας κάτω, προς το βυθό, Τον είδε!

 

Ήταν ένας από τους Θεούς. Ένας άντρας, με καστανά μαλλιά, τυλιγμένα σε περίτεχνες κοτσίδες και στολισμένα με γαλάζιες χάντρες. Φορούσε ασημένιο θώρακα με σκαλίσματα και μανδύα στο χρώμα των ξεραμένων φύλλων. Τα μάτια του ήταν πράσινα, σαν σμαράγδια.

 

Ήταν ο Όρκος- ο πρώτος από τους Θεούς. Ήταν ο αγγελιοφόρος, αυτή που ερχόταν κάθε φορά να προϋπαντήσει τους απεσταλμένους και να τους οδηγήσει στην Καρδιά.

 

Η Θλίς υποκλίθηκε, όσο της επέτρεπε η εύθραυστη ισορροπία που διατηρούσε το εξασκημένο της σώμα πάνω στην επιφάνεια του νερού.

 

«Ημέρα γαλήνια, Άρχοντα. Είμαι η Θλις, της ένδοξης φυλής των Φορμόριων. Είμαι ο απεσταλμένος της Πρώτης εποχής... Ήρθα να επιτελέσω το καθήκον μου. Οι Αλκαίοι, απειλούν το βασίλειο μας με τις δαιμονικές τους ορδές. Ήρθα να προσφέρω οικειοθελώς την ύστατη θυσία μου, ώστε να στείλετε τις θεϊκές σας λεπίδες και να προστατεύσετε τα σπίτια και τις ζωές μας... Ταξίδεψα πολύ και αντιμετώπισα κινδύνους που βασάνισαν την ψυχή και το σώμα μου, αλλά τελικά κατάφερα να βρω το Νησί της Άκρης και να βαδίσω πάνω στα κύματα της Σιωπηλής θάλασσας, αναζητώντας την Καρδιά. Φέρω μαζί μου το Τμίρ!».

 

Ο Όρκος της χαμογέλασε.

 

«Έλα», της είπε. «Σε περιμέναμε εδώ και πολύ, πολύ καιρό».

 

Edited by Anergos Xaros
Link to comment
Share on other sites

Fuck! Sorry!

 

Τα σχόλια μου θα επιστρέψουν μετά την ανακοίνωση του νικητή.

Edited by DinoHajiyorgi
Link to comment
Share on other sites

Ερώτηση: Μέχρι πότε ψηφίζουμε;

Να πούμε μέχρι την άλλη Κυριακή;

Link to comment
Share on other sites

Να το πούμε, γιατί περιμένουν και τα σου φου Μαΐου να διαβαστούν

Link to comment
Share on other sites

Δεν βλέπω και μεγάλη συμμετοχή πάντως...

Τόσο απαράδεκτα γράψαμε κ οι δυό μας? :whistling:

Link to comment
Share on other sites

Υπομονή. Οι περισσότεροι περιμένουμε τελευταία στιγμή προτού ψηφίσουμε ειδικά όταν πρόκειται για πολύ καλές ιστορίες (και παίζουν και άλλα projects όπως ο Διαγωνισμός που αναφέρθηκε πιο πάνω). ;)

Edited by Dain
Link to comment
Share on other sites

Γιααααααααααχ!!!! Δεν ψήφισα! Δεν ψήφισα!!!!!! Δεν ψήφισα!!! ΑΑΑΑΑγκρρρ! (σσδφργεσξγητε υαεθτηρεαγ )

....

 

Φτού! Χίλια συγνώμη παιδιά... το ξέχασα τελειως!!!!

Έχει λήξει ε; Άρα μπορώ να σχολιάσω;

Link to comment
Share on other sites

Νομίζω ότι μπορείς πάντα να ψηφίσεις τριλ, και σε ένα μήνα. Απλά λέμε να μην γίνουν σχόλια από τις πρώτες μέρες, να μην επηρεαστούν τα μέλη από την πρώτη στιγμή. Αλλά όχι ότι δεν μπορείς να ψηφίσεις και τώρα.

Link to comment
Share on other sites

Εννοείται πως όποιος θέλει συνεχίζει να ψηφίζει. Είμαστε 5-3, προηγούμαι εγώ, στο αρχικό στάδιο της ψηφοφορίας. Να σούμε πώς θα εξεληχθούν τα πράγματα αν ψηφίσουν κι άλλοι, ανατροπές έχουν γίνει και σε παλιότερα write-offs.

Και κάπου εδώ οφείλω να ευχαριστήσω τον Χάρο για την "μονομαχία" μας, την Κιάρα για τον πρόλογο και όσους ψηφίσατε ή θα ψηφίσετε.

Link to comment
Share on other sites

Ζόρια που έχουν να κάνουν με τον ελεύθερο χρόνο δε με άφησαν να διαβάσω ούτε το πρόλογο. Εφόσον όμως κρατάτε το πολλ ανοιχτό, μέχρι αύριο βράδυ θα έχετε και την ψηφο και τα σχόλιά μου. :)

Link to comment
Share on other sites

οφείλω να ευχαριστήσω τον Χάρο για την "μονομαχία" μας

 

Αν και νομίζω ότι δεν βάλαμε τα δυνατά μας ;)

Link to comment
Share on other sites

Εντάξει, πέσανε ζέστες, αλλά... Μέχρι και η αναμονή μπαγιάτεψε!

 

Τα σχόλια μου:

 

Αγαπητέ Nihilio, έχεις όλα τα υλικά και το στήσιμο για μια πρώτης τάξεως ιστορία τρόμου, Λαβκραφτικού επιπέδου. Αποτυχαίνεις όμως να με κάνεις να σχετιστώ, να επενδύσω έστω λίγο συναισθηματικά στην ιστορία σου, για να ανησυχώ τουλάχιστο για τον ήρωα σου. Αντ’ αυτού έχουμε μια National Geographic τύπου ξενάγηση στην Ζαρ-Αμβίν. Δεν μου έδωσες σε βάθος τις φιλοδοξίες και τις ελπίδες του μάγου πίσω από τα θέλω του και έτσι δεν μπόρεσα να πω στο τέλος ούτε ένα «αμ, κακόμοιρε, τι περίμενες!»

 

Για να μην πω πως μετά από όλη εκείνη την ενδιαφέρουσα διαδρομή και την αναμονή, μόλις εκφράζει την επιθυμία του, μαζεύεις την ιστορία σου σε μισή μόλις παράγραφο.

 

Μια τελευταία παρατήρηση. Είναι δική μου παραξενιά. Η πόλη που αναδύεται είναι υπέροχη. Ο «γυάλινος θόλος» όμως μου κάθεται λίγο στραβά, σαν να χάνει την γκόθικ εικόνα της η πόλη και να γίνεται πιο ε.φ. και μάλιστα, παλιομοδίτικο ε.φ. Νομίζω πως δεν χρειάζεται ο θόλος. Τα κτίρια μπορούν να στάζουν νερό και φύκια καθώς περιπλανιέται ο ήρωας στα υγρά σοκάκια. Εγώ προσωπικά δεν θα αναρωτηθώ πως επιβιώνουν οι δαίμονες. Είναι δαίμονες. Ίσως να διαθέτουν και βράγχια.

 

Anergos Xaros τώρα. Αρχικά, έχεις ένα παρόμοιο πρόβλημα με τον Nihilio στο ότι δεν μπορώ να ζεσταθώ σωστά τον ήρωα σου και να αγωνιώ μαζί του. Εκεί που η ιστορία σου κερδίζει πόντους είναι όταν ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με τις τέσσερις επιλογές του. Εκεί έχεις την προσοχή μου. Και είναι δύσκολες επιλογές, χωρίς όμως να μας προσφέρεις μια έξυπνη δίοδο ανάμεσα τους, γιατί είχες την πιο εύκολη λύση ήδη έτοιμη. Δεν κάνει καμία επιλογή. Και εδώ νιώθω λίγο χαμένος.

 

Μη διαλέγοντας, καταδίκασε τον λαό του ή η πράξη του έσωσε τον λαό του; Αν τον έσωσε, πως και γιατί; Αν τον καταδίκασε, το νόημα της ιστορίας ποιο ήταν; Αρνήθηκε να θυσιάσει τον εαυτούλη του;

 

Η πράξη του, υποψιάζομαι πως έφερε κάποιες αλλαγές στα πράγματα της Καρδιάς. Αν ναι, δεν τις κατάλαβα.

 

Η εκπρόσωπος των αντιπάλων πάει σε αντίστοιχους θεούς την ίδια στιγμή αλλού ή στο ίδιο σημείο, το οποίο έχει αλλάξει από το σπάσιμο του πρώτου Τμιρ; Κι αυτό επίσης με αφήνει στο σκοτάδι.

 

Επιλέγω να μην ψηφίσω για καμία από τις ιστορίες.

Link to comment
Share on other sites

Ε, ναι πρέπει να μιλήσουμε κάποτε :p Ντίνο έχεις απόλυτο δίκιο.

 

Ούτε κι εγώ ψήφισα όμως για εντελώς άλλους λόγους. Αρχικά, στο τέλος του προλόγου είχα γράψει "είδε την πόλη να αναδύεται". Ύστερα το άλλαξα για να μπορείτε να παίξετε, αλλά ήμουν σαφώς προκατειλλημένη κι ήταν πάρα πάρα πολύ δύσκολο να φτιάξω με το μυαλό μου τη θεά του Χαρου και να παρακολουθήσω τη συνέχεια. Έτσι απλά έδωσα λίγο καιρό και στις δυο και τις ξαναδιάβασα αργότερα. Αργότερα, μου άρεσε περισσότερο του Χάρου. Μήπως όμως συνέβαινε αυτό γιατί την είχα αδικήσει εξαρχής? Και κάπως έτσι αποφάσισα ότι είναι ανούσιο κι ότι δεν παίζει να ψηφίσω :p

 

Μιχάλη, συμφωνώ με τον Ντίνο όσον αφορά την ανάπτυξη της, πιστεύω πως έχεις χωρέσει πολύ πράγμα μέσα σε λίγες λέξεις και παρόλο που είναι σεβαστό από άποψη οικονομίας, χάνεται έτσι ένα μεγάλο μέρος των όσων είχες φανταστεί για να καταλήξεις σε αυτό το τέλος. Ξέρω πως γενικά τα όσα δημιουργείς είναι στέρεα και δεν αφήνουν περιθώρια για αμφιβολίες ως προς τι έγινε, γιατί κτλ Εδώ έχω αρκετές. Από την άλλη μη χαλάσεις το "ξόρκι" (την τελετή, τη διαδικασία, δεν ξέρω πως αλλιώς να την πω) με τη σάρκα, το αίμα και τα κόκκαλα, είναι γαμάτη κι όσο σπούκι χρειάζεται. Θα μπορούσες ίσως να έχεις χρησιμοποιήσει το στοργικό χέρι του δαίμονα μετά για να "ελαφρύνεις" λίγο το τέλος. Εμένα μου αρέσει πολύ η περιγραφή της πόλης, όχι και τόσο ο θόλος, μάλλον θα ήθελα κι εγώ να στάζει νερά και φύκια, πάντως είναι ένα υπέροχο κομμάτι περιγραφής. Γράφεις περιγραφές σπάνια, αλλά όταν το κάνεις ... πσσσ.... Θα ήθελα πολύ να το φτιάξεις αυτό το κείμενο όταν θα έχεις όρεξη :)

 

Χάρε, ξεκινάς υπέροχα και με ιντριγκάρεις αλλά μου δίνεις υπερβολικά λίγο. Δε με φτάνει σε καμία περίπτωση η περιγραφή του βυθού μέχρι να φτάσουν, ούτε του "γαλάζιου ήλιου" για να τον δω. Οι επιλογές είναι ωραίες και αυτό που κάνει εμένα μου αρέσει. Πρέπει να το τρενάρεις λίγο και να μας δέιξεις πως φτάνει μέχρι εκεί -ίσως αν μας έλεγες πως δεν είναι και σίγουρο το ότι θα σώσουν την πόλη του ας πούμε ή κάτι τέτοιο- αλλά μ'αρέσει. Μετά όμως δεν έχεις τέλος. Δηλαδή, όντως, τι έγινε με την πόλη του; Δε θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει; Υπονοείς πως πήγε ο πόλεμος τόσο καλά που μετά απειλούσαν τους Φομόριους και χρειάστηκε εκείνοι να στείλουν απεσταλμένο αντίστοιχα; Αν είναι αυτό, χμμμ..., δεν είναι κατανοητό, είναι υπόθεση μετά από αρκετή σκέψη. Κι όπως καταλαβαίνεις, δεν είναι φιλοσοφικό ερώτημα για να σου πω "μπράβο ρε μπαγάσα που με έβελες να σκεφτώ", είναι μέρος της πλοκής σου και θα έπρεπε να είναι περισσότερο καθαρό. Βασικά νομίζω πως κι εσύ δεν ξέρεις τι ακριβώς γίνεται μετά. Κάνω λάθος; Αν είναι έτσι να μάθεις και να τη διορθώσεις :)

Link to comment
Share on other sites

To έγραψα πρόχειρα, αυτό το δήλωσα εξ'αρχής.

Πρώτον, γιατί βιαζόμουνα, η διορία τέλειωνε σε λίγες μόλις ώρες.

Δεύτερον, γιατί όλα αυτά που είχα στο μυαλό μου, δεν χωρούσαν στο όριο των λέξεων.

 

Όσο για το τι έγινε:

 

 

 

Κατέβασε το χέρι του με δύναμη στο πάτωμα, θρυμματίζοντας το Τμιρ! Ο χρόνος κύλησε αργά, έβλεπε μπροστά του τα κομμάτια του τεχνουργήματος να κυλάνε ανάμεσα στις ψηφίδες, άκουγε το απόμακρο γέλιο των Θέαινων. Και τις φωνές τους...
Ο τύπος σπάει το Τμιρ.

 

 

«Ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε ανάμεσα στους Λησμονημένους, μέχρι να έλθει ξανά η ώρα μας. Τώρα είναι σειρά τους να κάνουν παιχνίδι...»

 

Το παιχνίδι που παίζαν οι Θαίενες με τους Αλκαίους τελειώνει και αρχίζει το παιχνίδι των Θεών με τους Φορμόριους.

 

 

Είμαι ο απεσταλμένος της Δέκατης εποχής... Εννέα άντρες προηγήθηκαν εμού και ο δρόμος τους είναι σπαρμένος με τιμή και δόξα.
Αυτό φαίνεται κι εδώ. Η φάση με τους Αλκαίους έχει επαναληφθεί 10 φορές.

Η φάση με τους Φορμόριους μόλις αρχίζει:

 

 

 

Είμαι ο απεσταλμένος της Πρώτης εποχής... Ήρθα να επιτελέσω το καθήκον μου.

 

Ο Όρκος της χαμογέλασε.

 

«Έλα», της είπε. «Σε περιμέναμε εδώ και πολύ, πολύ καιρό».

Link to comment
Share on other sites

Mε μικρή διαφορά και μετά από πολλή σκέψη ψήφισα την ιστορία του Nihilio. Η "μικρή διαφορά" είναι πως τη θεώρησα πιο πλούσια γραμμένη, κάτι που μ'αρέσει γενικά και πιο ολοκληρωμένη. Η ιστορία όμως που με μάγεψε ήταν του Χάρου, αλλά όπως είπαν και άλλοι πιο πάνω δίνει υπερβολικά λίγα, και φοβάμαι πως σε ένα διαγωνισμό, έστω και ανεπίσημο και για τη "φάση", η δικαιολογία "την έγραψα πρόχειρα" δε στέκει. Ακούγεται λίγο "γυμνασιακή". Θα ήταν πολύ προτιμότερο να ζητήσει ο Χάρος μια παράταση της προθεσμίας για να διορθώσει την ιστορία του αφού ήδη είχε επίγνωση πως την είχε γράψει βιαστικά. Ο σκοπός είναι να γραφτούν όσο καλύτερες ιστορίες γίνεται.

Τα υλικά τα είχε όλα η ιστορία του Χάρου. Παραμυθένια μαγευτικότητα, παράξενους χαρακτήρες, ωραία πλοκή, διάφορα twists. Αλλά δεν τα εκμεταλεύεται όσο πρέπει και νιώθεις πως κάτι λείπει από κάτι που είχε όλα τα φόντα να γίνει εξαιρετικό. H επίγευση όμως είναι όμορφη.

Του Nihilio πάλι είναι πιο "straight fantasy" έχει πλούσιες περιγραφές, καλή πλοκή, λίγο "δύσκολη" παραγραφοποίηση που εμπόδιζε την άνεση στην ανάγνωση, και γραμμένη κάπως απνευστί. Όμως χρησιμοποεί τον πρόλογο καλά και πλάθει κάτι ολοκληρωμένο και αρκετά "ατμοσφαιρικό".

Edited by Dain
Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #31 (Anergos Xaros vs Nihilio)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

  • Upcoming Events

    • 1
      10 September 2022 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..