Jump to content
Sign in to follow this  
Τζοκόντα

When the music's over

Recommended Posts

Τζοκόντα

Όνομα συγγραφέα: Δανάη Σιέρρα

Είδος: Τηλεφωνικό γέννημα

Βία: Όχι

Σεξ: Εμ...Όχι;

Αυτοτελής: Ναι

Σχόλια: Έμπνευση σε συζήτηση στο τηλέφωνο. Αρχική εικόνα οι καθρέφτες στις τουαλέτες του Divani Caravel.

 

 

Με συγχωρείτε λίγο και έφυγε από το πηγαδάκι των κρασιών στο χέρι και των συγκρατημένων χαμόγελων. Τα παπιόν των άλλων τού θύμιζαν το δικό του, το δικό του τώρα τον έσφιγγε πολύ, το παπιόν το δικό του τον έκανε να νιώθει πια ότι σκάει. Άφησε το ποτήρι του με το κρασί στον μπουφέ και πήγε προς τις τουαλέτες. Στη μικρή διαδρομή δέχτηκε τα βλέμματα πολλών, εξεταστικά από τους άνδρες και προσεγγιστικά από τις γυναίκες. Ανταπέδωσε ανάλογα, με αδιαφορία στους μεν και με εκτίμηση στις δε.

 

Γυναικών...Να των ανδρών. Η πόρτα ανάλαφρη, σπρώχνεις, ανοίγει, κλείνει από μόνη της, ο άλλος πλένει τα χέρια του, φαίνεται να καταφέρνει να μην βρέχει το μανίκι, δεν παίζει να ‘ναι κανάς άλλος μέσα, πολλή ησυχία, το νερό σταμάτησε, ναι, το χαρτί...τέλος. Εγώ εν τω μεταξύ ας απασχολούμαι με την πόρτα που θα επιλέξω. Ο άλλος ανοίγει την πόρτα και αυτή κάνει το ανάλαφρο τεταρτοκύκλιό της. Μόνος; Ναι, μάλλον, μόνος. Ο χώρος είναι απομονωμένος, μέσα γεύονται το φαΐ και τη μουσική και τις γυναικείες φιγούρες. Ας μπω εδώ. Πολύ μάρμαρο, σαν καθρέπτες παντού, στα πατώματα, στους τοίχους...μα μάρμαρα στις τουαλέτες; Για να πετάξεις τα σκατά που έφαγες τόση χλιδή... Ανοίγει το φερμουάρ, κατεβάζει το παντελόνι, περιμένει λίγο, κλείνει τα μάτια του. Εσωτερικό «ουφ», πολύ θα ήθελε να το πει και απ’ έξω του, αλλά δεν τολμούσε. Ο νους του τρέχει για λίγο, θυμάται, χαμογελά, αφαιρείται. Ξεχάστηκε τώρα. Κατεβάζει το σώβρακό του, προετοιμάζεται ψυχολογικά, κατόπιν σωματικά, τα χέρια του πλησιάζουν το όργανό του, έτοιμο πια για τη διαδικασία. Τώρα παύει να τη σκέφτεται, είναι αυτός και η οργανική του πια ανάγκη, αυτός και η ικανοποίηση, η ηδονή, ο οργασμός...Κατά την αποκορύφωση πιέστηκε να ανοίξει τα μάτια του, κοίταζε γύρω του καθώς το μισό του κορμί ψευτο-έλιωνε, γύρω του το μάρμαρο, ο καθρέπτης, ο εαυτός του τριγύρω του να τον κοιτάζει με τη ματιά της απόλαυσης και κατόπιν του υπολείμματος της μαλακίας. Ο οργασμός υποχώρησε απότομα, τα χέρια έμειναν εκεί χαλαρά, το σώμα ξέσπασε αλλά εκείνος εγκλωβίστηκε μέσα σε ένα παιχνίδι που ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει. Τελικά η κίνηση αυτή είναι πολύ ευαίσθητη, πρέπει να γίνεται υπό αυστηρές προσωπικές συνθήκες. Είναι κίνηση επικίνδυνη. Επικίνδυνη; Τι επικίνδυνη, ρε, μια ζωή μαλάκας, έτσι και τώρα, μαλάκας είσαι, να αρχίσεις να σού παίρνεις και πίπες! Και όλα αυτά υπό επήρεια, αυτή, αυτή, να πού έφθασα για αυτή. Ώστε «αυτή» πια;Έγινε «αυτή»; Έπεσαν δηλαδή τα ονόματα και η προσοχή και τα βάθρα; Για αυτή λοιπόν, για μια από τις πολλές «αυτές» με ειδα να ξεφτιλίζομαι. Δεν έκανα έρωτα μαζί της, ούτε καν σεξ. Ήμουν μόνος μου εδώ και αυθυποβαλλόμουν ότι είμαι μαζί της.

Παιχνίδι δεύτερο τώρα. Η νέα αυθυποβολή. Το «αυτή» ήταν αυθόρμητο, μα και μια δικαιολογία αναγκαία για την άφεση της κίνησής του.Θα μπορούσα να είχα πάει με πουτάνα. Αλλά το έκανα σκεπτόμενος εκείνη, αυτό είναι προδοσία για το τότε, για εμένα, για το τώρα. Και τώρα που κορέστηκε η σάρκα εκτιμώ τις στιγμές μαζί της, εκτιμώ την ίδια, επιθυμώ να μού μιλήσει, να με κοιτάξει, να την αγκαλιάσω σφιχτά και να επιζητήσω να με αγκαλιάσει κι εκείνη. Θέλω εκείνη την αύρα γύρω από τις μορφές μας όταν στέκονταν δίπλα, εκείνα τα συναισθήματα που πάλλονταν σαν πόδια ψηλόλιγνης αράχνης, τόσο αιθέρια και ανάλαφρα όσο και τρομαχτικά. Όχι, δεν είσαι αυτή. Αλλά δεν είσαι και εδώ και εγώ ζητούσα ένα εδώ. Δεν μετάνοιωσα τελικά, αλίμονο. Το ήθελα και το έκανα. Δεν υπάρχει λόγος να μετανοιώσω για κάτι που ήθελα.

 

Βγήκε από την πόρτα έτοιμος. Το παπιόν στην τσέπη, τα μανίκια του πιτσιλημένα από νερό, τα χέρια του χωρίς ένα ποτήρι ή κάτι τις να τα απαλλάσσει από την αμηχανία. Περπατούσε στην αίθουσα δεξιώσεων απολαμβάνοντας τον πιανίστα, ναι, είναι πολύ καλός, τον εναπομείναντα μπουφέ, τα φώτα στην κορυφή του ψηλοτάβανου δωματίου, το ζάλισμα από το κεφάλι να κοιτάζει ψηλά, το γκαρσόνι

«Θα πιείτε κάτι;» - «Όχι, τίποτα.»

Edited by Τζοκόντα

Share this post


Link to post
Share on other sites
month

Περίεργο κείμενο, πολύ περίεργο. Καταλαβαίνω τι λέει καταλαβαίνω και γιατί το λέει. Και το λέει σωστά.

 

Προσωπικά θα ήθελα τις σκέψεις του, λίγο πιο διαχωρισμένες, ο εσωτερικός μονόλογος πιο ευδιάκριτος. Όχι σαν να λέει ποίημα ένα παιδί 1ης τάξης του δημοτικού, σχεδόν χωρίς ανάσα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Τζοκόντα

Χμ, πράγματι. Και ειδικά τον μονόλογο τον είχα γράψει μία φορά, αλλα δεν έβγαζε νόημα και χρειάστηκε να τον ξαναγράψω σχεδόν εκ νέου. Σε αρκετά σημεία του η ροή χάνεται.

 

Νομίζω πως άρχισε με όλη την καλή διάθεση, αλλά κάπου στη μέση...σαν να κόπηκε.

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Δε λέω, έχει κάποιο ενδιαφέρον, αλλά κάπου χάνεται ανάμεσα στις φλου περιγραφές και (κυρίως) στο μονόλογο.

Η αρχή έχει σίγουρα ενδιαφέρον και δίνει ένα καθαρό στίγμα στο ύφος του κειμένου. Δουλεύει σχετικά καλά, αν και (προσωπικά) θα προτιμούσα μια πιο "προσγειωμένη" περιγραφή.

Ο μονόλογος όμως... ως άντρα δε με έπεισε. Καταλαβαίνω το τι σκέφτεται ο ήρωας, ο τρόπος σκέψης του όμως μου φαίνεται ξένος. Δεν με πείθει. Είναι μπουκωμένος, ασφυκτικός και υπερβολικά... αφηρημένος για να με κάνει να πιστέψω ότι πραγματικά σκέφτεται έτσι (συν ένα κομματάκι Γουντιαλλενικός σε όλα αυτά).

Νομίζω ότι θέλει δουλειά ακόμα για να στρώσει, κυρίως ο μονόλογος σηκώνει ένα καλό "σιδέρωμα".

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Της φαίνεται όντως αρκετά πως είναι πρώτη γραφή και συν τοις άλλοις είναι και δύσκολο το ύφος για να το παρατήσεις μετά από ένα χέρι μόνο. Μου αρέσουν πολύ τα παπιόν σου στην αρχή του και μου αρέσει πάρα πολύ η συνθήκη μανίκι-νερό και ο τρόπος που την χρησιμοποιείς.

 

Τώρα για το νόημα, νομίζω πως του λείπουν κομμάτια. Μου φαίνεται δηλαδή πως ενώ κάπου το πας εξαρχής, μετά αποφάσισες να το κάνεις πιο συγκεκριμένο και χάνεις εκείνο που δημιουργείς στην αρχή. Κι αυτό που δημιουργείς στην αρχή είναι μοναξιά κι όχι "εκείνη που δε θα ξεχάσω" κτλ κι όταν το πηγαίνεις προς τα εκεί, μου το χαλάς. Ενώ μουαρέσει που θέλει μια αγκαλιά μετά, μια παρουσία, δε μου αρέσει που τη συγκεκριμενοποιείς.

 

Ταύτα δεσποινίς :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Τζοκόντα

Νομίζω πως αυτό που τού έλειπε ήταν το ότι ο μόνόλογός του έγινε μονόλογός μου... :tongue:

Και κυρίως πρέπει να το προσέχω στα πεζά, όταν παρουσιάζω ένα ξένο πρόσωπο και όχι εμένα. Να θυμάμαι ότι είμαι ο καθοδηγητής της σκέψης μου και όχι η ίδια η σκέψη μου.

Με την εμπειρία θα τα συμφιλιώσω...

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest Dune

Το διήγημα δείχνει αρκετά παραστατικά την ψυχανλυτική εμπλοκή που έχουν ορισμένοι (άντρες και γυναίκες) με τη μαλακία. Θέλουν να την αιτιολογήσουν οπωσδήποτε. Ευτυχώς πρός το τέλος ο ήρωας ξεμπερδεύεται και δηλώνει ικανοποιημένος. Σίγουρα έπαιξε ρόλο σ'αυτό το μαρμάρινο μπάνιο.

 

Αυτή είναι και η μοναδική μουη ένσταση, η κρίση για το μάρμαρο στο μπάνιο νομίζω ότι είναι άδικη. Που να βαρέσεις μία πετυχημένη μαλακία μέσα στη βρώμα.

Edited by Dune

Share this post


Link to post
Share on other sites
tetartos

Πρωτότυπη ιδέα. Αιφνιδιάστηκα όταν αποκαλύφθηκε τι θα έκανε. Λίγο λαβυρινθώδης ο μονόλογός του. Και δυσκολεύομαι να βρω ένα νόημα, δικό σου, δικό μου...

 

Όμορφη η παρομοίωση με την αράχνη! Και, βέβαια, εντυπωσιακό πόσο οι ορμές επηρεάζουν τη συμπεριφορά: άλλος άνθρωπος μπήκε, άλλος βγήκε...

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..