Jump to content

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

1. ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Η πομπή των Τερτιλιανών πλοίων δεν συνοδευόταν από στρατιωτική προστασία. Διέσχιζαν μια περιοχή έτη φωτός από τον τομέα των συγκρούσεων και ήταν κυρίως επιβατηγά και νοσοκομειακές ναυαρχίδες γεμάτες τραυματίες πολέμου. Δεν περίμεναν λοιπόν την επίθεση που δέχτηκαν, την τόσο παράλογη και εγκληματική. Επιδρομείς της Καρθάγης, σκάφη λεπτά σαν λέπια ερπετού από χαρακτηριστικό κατάμαυρο ατσάλι, ξεπετάχτηκαν από τη ζώνη του Μόρφα, του νεκρού πλανήτη, και βούτηξαν στο κονβόι φτύνοντας το γαλάζιο τους δηλητήριο. Η επιδρομή τους ήταν όντως ο εφιάλτης που περιέγραφαν ψιθυριστά και με δέος οι βετεράνοι των μαχών. Οπτικά ήταν δύσκολο να τα διακρίνεις, ήταν σχεδόν αόρατα ενάντια στο φόντο του σύμπαντος. Και τις κοφτές, γαλάζιες ριπές τους, ήταν εύκολο να τις μπερδέψεις με τα αστέρια που σε περιέβαλαν μέχρι που ήταν πλέον πολύ αργά. Τα ραντάρ και οι αισθητήρες μπορούσαν να τα πιάσουν στις οθόνες τους μόνο περιοδικά, όταν το σκάφος τους σχημάτιζε την κατάλληλη γωνία αντανάκλασης με το πλησιέστερο αστέρι. Το φολιδωτό τους σχήμα ρουφούσε το περισσότερο φως αλλά όχι όλο.

 

Η αντίσταση των Τερτιλιανών ήταν αδύναμη και ανίκανη να τους σταματήσει. Το ένα μετά το άλλο, μεγάλα, υπερήφανα σκάφη κόπηκαν στα δύο γεμίζοντας τη ζώνη του Μόρφα με σιδερικά και πτώματα. Το Άπεξις, νοσοκομειακή φορτηγίδα, πρόλαβε να εκτοξεύσει στο διάστημα διακόσιες σαρκοθήκες πριν χαθεί μέσα σε μια εντυπωσιακά μεγάλη πύρινη έκρηξη. Κάθε σαρκοθήκη ήταν και ένα μικρό σκάφος διαφυγής εξοπλισμένο με ένα κομπιούτερ περιορισμένων καθηκόντων, ένας αστρικός νοσοκόμος που είχε στην φροντίδα του τον ασθενή που είχε ενσωματωμένο στο σύστημα του. Δεν διέφεραν από τα φέρετρα βολίδες που χρησιμοποιούνταν σε κηδείες εν πτήση. Ο υπολογιστής τους παρακολουθούσε τις οργανικές λειτουργίες του τραυματία και επενέβαινε σε κάθε εκδήλωση κρίσης ενώ παράλληλα ήταν προγραμματισμένος να πλοηγεί τη σαρκοθήκη προς την πλησιέστερη σωτηρία. Μετά την καταστροφή της πομπής οι Καρθαγιανοί κυνήγησαν μία-μία της σαρκοθήκες και τις εξόντωσαν με σαδιστικό ζήλο.

 

Η ΑΝΟ-15 διέφυγε όλως τυχαία. Συνέχισε την πορεία της ανεπηρέαστη από την τραγωδία που άφηνε πίσω της, χωρίς να μπορεί να νιώσει τον οποιοδήποτε πανικό για τον κίνδυνο τού να την προλάβει ο εχθρός. Διατήρησε την ταχύτητα για την οποία ήταν προγραμματισμένη και σκάναρε τον ορίζοντα για Τερτιλιανά σήματα. Έπιασε κάποιο από αυτά, το κοντινότερο δυνατόν, και διόρθωσε την πορεία της για εκείνη την κατεύθυνση. Ο ασθενής που μετέφερε βρισκόταν σε κώμα. Επρόκειτο για κάποιον φαντάρο που είχε συμμετάσχει στην εκκένωση του Νόπα, του μεγαλύτερου πλανήτη της ομοσπονδίας, και της πιο οικτρής ήττας των Τερτιλιανών. Είχε τραυματιστεί φριχτά σε κάποια έκρηξη και ζούσε σαν από θαύμα. Κρατιόνταν πλέον στη ζωή μόνο χάρη σε μηχανική υποστήριξη. Το μεγαλύτερο μέρος του σώματος του ήταν καμένο και η ΑΝΟ-15 του χορηγούσε σταθερά ορούς και υγρά που τον διατηρούσαν μέχρι την αναγκαία επέμβαση σε κάποιο πλήρες εξοπλισμένο νοσοκομείο. Τα άκρα του, χέρια και πόδια, είχαν μεγάλη ανάγκη επισκευών, ή και αντικαταστάσεων. Είχε χάσει και τα δύο του μάτια και αυτό δεν ήταν σίγουρο αν διορθωνόταν. Το κύριο πρόβλημα όμως ήταν το κάταγμα στο κεφάλι με το αιμάτωμα που είχε δημιουργηθεί και που οι οροί διατηρούσαν αραιό για να εμποδίσουν την θρόμβωση.

 

Το πρώτο σήμα που ακολούθησε η σαρκοθήκη αποδείχτηκε παραπλανητικό. Ήταν Τερτιλιανό, αλλά αυτό που συνάντησε η ΑΝΟ-15 ήταν ένας άλλος κατεστραμμένος στόλος, θωρηκτά και ναυαρχίδες αυτή τη φορά. Οι Τερτιλιανοί δεν είχαν ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο, δεν έφταιγαν, έχαναν όμως σε έναν ανώτερο εχθρό που γνώστης της δύναμης του είχε βαλθεί να επιβληθεί. Το σήμα ερχόταν από την γέφυρα ενός κατεστραμμένου σκάφους που έπλεε αποκομμένη ανάμεσα σε άλλα συντρίμμια. Πριν επανασχεδιάσει την πορεία της, η σαρκοθήκη είχε και άλλες διατάξεις να εκτελέσει. Έψαξε και βρήκε το γεμάτο ντεπόζιτο κάποιου καταδρομικού και ερχόμενο σε επαφή με την υποδοχή του ρούφηξε όσα καύσιμα χρειαζόταν για να μπορέσει να συνεχίσει. Στην συνέχεια έπλευσε μέσα στο ξεκοιλιασμένο κήτος ναυαρχίδας και με τους μικρούς βραχίονες που ήταν εξοπλισμένη για να μπορεί να επισκευάζει τον εαυτό της αφαίρεσε τσιπ και συσσωρευτές που ήταν ακόμα ενεργά. Οι συσσωρευτές αποθηκεύτηκαν για περίπτωση έκτακτης ανάγκης ενώ τα τσιπ ενσωματώθηκαν αμέσως στον ηλεκτρονικό της εγκέφαλο. Η πλοήγηση και το σύστημα ανάνηψης που διέθετε κάθε μονάδα ΑΝΟ ήταν περιορισμένης χωρητικότητας αλλά από τύχη η εταιρία που είχε εγκαταστήσει το λογισμικό σε αυτή την ομάδα είχε χρησιμοποιήσει κανονικές κυψέλες με πολύ μεγαλύτερη χωρητικότητα. Η σαρκοθήκη ήταν προγραμματισμένη να έρχεται σε ασύρματη επικοινωνία με πληρώματα ή κεντρικούς υπολογιστές διαστημοπλοίων, και σε περίπτωση σαν και αυτή, όταν δηλαδή συναντούσε κάποιο ναυάγιο, να αφαιρεί τα αρχεία του υπολογιστή για να βρει πιθανές οδηγίες προς μονάδες ΑΝΟ (γιατί όλα τα σκάφη διέθεταν τέτοια μηνύματα) και να διασώσει τις πιθανές αιτίες της καταστροφής για μελέτη από τις κατάλληλες αρχές αργότερα. Εξαιτίας αυτής της διαδικασίας, η ΑΝΟ-15 δεν βρήκε να την περιμένουν οδηγίες αλλά ο εγκέφαλος της γέμισε με αστρικούς χάρτες και λογισμικά στρατηγικής και πολέμου. Τουλάχιστο τώρα δεν θα χρειαζόταν να κυνηγάει στα τυφλά κάθε Τερτιλιανό σήμα αλλά θα μπορούσε να σχεδιάσει πορεία προς τον πλησιέστερο και καταλληλότερο πλανήτη. Και αυτό ακριβώς έκανε.

 

Στα μισά της πτήσης ο ασθενής είχε μια ξαφνική επιδείνωση. Η ΑΝΟ-15 άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε προς στην αποικία Θέτα. Ανήκε σε ουδέτερη επικράτεια που δεν είχε εχθρικές διαθέσεις προς τους Τερτιλιανούς και διέθετε ιατρικό κέντρο. Η έκπληξη στον Θέτα ήταν δυσάρεστη. Αιματηρές μάχες με Καρθαγιανούς εισβολείς και αποίκους διεξάγονταν εκείνη την στιγμή στην επιφάνεια του φλεγόμενου πλανήτη. Η σαρκοθήκη δεν είχε την δυνατότητα να προσγειωθεί ούτε κάποιος θα διακινδύνευε να απογειωθεί για να την παραλάβει. Κρυμμένη κάτω από το στομάχι ενός από τα μητρικά σκάφη των εισβολέων, η ΑΝΟ-15 ήρθε σε επαφή με τον κεντρικό υπολογιστή του ιατρικού κέντρου της αποικίας και σε συνεχή σύνδεση μαζί του επιχείρησε μια πολύ παράτολμη εγχείρηση.

 

Αναγκάστηκε να διακόψει κάθε παροχή βοήθειας στα καμένα και κατεστραμμένα μέλη του ασθενή για να παρακάμψει τους ορούς προς τα βασικά όργανα καθαρισμού και κυκλοφορίας του αίματος. Δεν είχε να ανησυχεί για το οξυγόνο το οποίο μπορούσε να αναπαράγει εσαεί. Άνοιξε το κρανίο και ακολουθώντας μια λεπτεπίλεπτη επέμβαση που κράτησε ώρες κατάφερε να αφαιρέσει το αιμάτωμα. Με την επιπρόσθετη αντιβιοτική δράση αλλά και τις φυσικές διεργασίες του οργανισμού, υπήρχε κάποια ελπίδα και για την επούλωση του κατάγματος. Ο υπολογιστής πήρε και μια σημαντική απόφαση, βασισμένη στη ψυχρή λογική και χωρίς καμία συναισθηματική έξαρση. Κράτησε το κεφάλι και τα απαραίτητα εκείνα όργανα του ασθενή που ήταν αρκετά να τον διατηρήσουν ζωντανό και απέβαλε όλο το περίσσευμα που ήταν ήδη άχρηστο από τον τραυματισμό του. Με την υπ’ ευθύνη του ζωή εξασφαλισμένη, η ΑΝΟ-15 σχεδίασε νέα πορεία και αποχώρησε από το πεδίο της μάχης αθέατη μέσα από φλεγόμενα συντρίμμια.

 

Στο ταξίδι για τον Τριτέρτη-3 έπεσε σε κύμα αστεροειδών που της προκάλεσαν μεγάλη ζημιά στο εξωτερικό κάλυμμα. Είχε ανάγκη από άμεση επισκευή αλλιώς δεν θα κατάφερνε να φτάσει και στον πιο κοντινό κατοικήσιμο πλανήτη. Έχανε σταθερά καύσιμα από μια βαθιά τομή στα πλευρά της. Οι αισθητήρες της έπιασαν μια μεγάλη συλλογή ιπτάμενων αντικειμένων αρκετά κοντά στην τοποθεσία της και ανακάλυψε άλλο ένα νεκροταφείο διαστημοπλοίων. Ήταν όμως μόνο μεγάλα σκάφη με υποδοχές καυσίμων στις οποίες ήταν αδύνατον να προσαρμοστεί. Η γέφυρα ενός από τα θωρηκτά έχασκε ξεσκέπαστη. Ίσως αν ερχόταν σε επαφή με το σύστημα επικοινωνίας του μεγάλου πλοίου να μπορούσε να στείλει αρκετά μακριά κάποιο σήμα που να ζητάει βοήθεια. Το σκάφος ήταν Μαρονιανό. Ήταν μια περίεργη φυλή μισθοφόρων που είχαν αγαπημένη συνήθεια να αλλάζουν τα μέλη τους με μηχανικά εξαρτήματα σαν δείγμα κύρους και αντρείας. Ο πιλότος ήταν νεκρός και ακόμα στη θέση του στο κέντρο της γέφυρας. Ο μισός οργανικός εαυτός του ήταν προσαρμοσμένος απευθείας με το κάθισμα του και κατά συνέπεια με τον κεντρικό υπολογιστή που έλεγχε όλες τις βασικές λειτουργίες της πλοήγησης. Χρησιμοποιώντας τους βραχίονες της, η ΑΝΟ-15 αποκόλλησε κομμάτι-κομμάτι όλον τον Μαρονιανό πιλότο και συνδεόμενη με τα γυμνά καλώδια εκτίμησε το πλιάτσικο της. Είχε καταφέρει να έρθει σε πετυχημένη επαφή με τον Μαρονιανό υπολογιστή αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα. Για να λειτουργήσει το σύστημα χρειαζόταν οργανικός εγκεφαλικός παλμός. Ο ασθενής στην σαρκοθήκη ήταν αναίσθητος αλλά είχε ένα αδύναμο, εγκεφαλικό σήμα. Συνδέοντας το κέντρο παρακολούθησης του ασθενή της με τον κεντρικό υπολογιστή του Μαρονιανού θωρηκτού κατάφερε να επαναλειτουργήσει το σύστημα. Οι νέες πληροφορίες που έλαβε της φόρτωσαν μια νέα προοπτική. Υπήρχε δυνατότητα μερικής λειτουργίας του προωθητικού συστήματος του θωρηκτού, το οποίο είχε τα ντεπόζιτα του γεμάτα. Η ΑΝΟ-15 μπορούσε εύκολα να συνδεθεί μόνιμα με τη γέφυρα του μεγάλου σκάφους.

 

Έπρεπε όμως πρώτα να τακτοποιηθούν άλλες εκκρεμότητες. Η γέφυρα χρειαζόταν να προστατευτεί με νέο σκέπαστρο και ήταν ζωτικό η κεντρική κυψέλη της σαρκοθήκης να έχει συνεχή επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον. Στο κεντρικό υπόστεγο υπήρχαν ανέπαφοι «κοριοί», ρομπότ για εξωτερικές επισκευές, κάποια αυτοματοποιημένα, άλλα με θέση για χειριστή. Με την φόρτωση κατάλληλου λογισμικού κατάφερε να έρθει σε ασύρματη επαφή με όλα και να τα θέσει σε λειτουργία. Είχε πολύ δουλειά να κάνει αλλά η σύνδεση της με το θωρηκτό της παρείχε τουλάχιστο ανανεωμένη ενέργεια. Οι κοριοί εξαπλώθηκαν σε όλο το νεκροταφείο και άρχισαν να μαζεύουν όποιο εξάρτημα η ΑΝΟ-15 θεωρούσε χρήσιμο. Κατ’ αρχήν, η σαρκοθήκη προσαρμόστηκε και πήρε περίοπτη θέση στη γέφυρα. Η σύνδεση ήταν τόσο άψογη που θα νόμιζε κανείς πως η τεχνολογία ήταν ομοιογενής. Το σκέπαστρο της γέφυρας άρχισε να υλοποιείται αργά και σταθερά. Σε λίγο η ΑΝΟ-15 θα ήταν τελειωτικά εγκλωβισμένη στο νέο της κάλυμμα. Οι κοριοί μάζεψαν στο υπόστεγο τορπίλες, πυραύλους και θήκες πρωτονίων, που προς στιγμήν τους ήταν άχρηστα γιατί δεν διέθεταν εκτοξευτήρες. Όταν ξεγύμνωσαν τα κουφάρια των ναυαγίων από ότι είχαν και δεν είχαν, τα έργα είχαν τελειώσει. Οι κοριοί μαζεύτηκαν στους θαλάμους τους και η ΑΝΟ-15 άναψε τις καινούργιες μηχανές της. Η μία κεντρική οδηγία που ακόμα κουβαλούσε και την οποία έπρεπε να υπακούσει ήταν να παραδώσει έναν ασθενή στις επίσημες Τερτιλιανές ιατρικές αρχές.

 

2. ΑΝΑΡΧΟΥΣ

 

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού λάβαινε ειδήσεις από όλα τα μέτωπα. Οι Καρθαγιανοί νικούσαν, ο ένας ελεύθερος κόσμος μετά τον άλλον έπεφτε στην καταστροφική μανία του κατακτητή. Η ΑΝΟ-15 άλλαζε συνέχεια την πορεία της προσπαθώντας να προλάβει τις εξελίξεις, να βρει κάποιο ελεύθερο λιμάνι αλλά η κακή τύχη έμοιαζε να την καταδιώκει. Στο τέλος η κυψέλη υπολόγισε πως η νίκη κατά του εχθρού ήταν πλέον αδύνατη και πως όλοι οι κόσμοι ήταν καταδικασμένοι να χαθούν στο πέρασμα του. Η ΑΝΟ-15 δεν είχε να πάει πουθενά. Έσβησε τις μηχανές της και έμεινε ακίνητη να περιμένει. Δεν ήξερε τι, απλώς περίμενε κάποιο εξωτερικό ερέθισμα που θα της έδινε μια νέα κατεύθυνση.

 

Ξαφνικά σε κάποιον ανύποπτο χρόνο, οι εγκεφαλικοί παλμοί του ασθενή άλλαξαν συχνότητα, προδίδοντας συνειδητή σκέψη. Ο άρρωστος είχε ξυπνήσει. Χάρη στη σύνδεση μέσω του Μαρονιανού υπολογιστή η ΑΝΟ-15 ήταν σε θέση να συνομιλήσει μαζί του. Μετά τους τραυματισμούς που είχε υποστεί, ο ασθενής ήταν έλλογος αλλά δεν είχε μνήμη της προηγούμενης του προσωπικότητας. Έπρεπε να τιθασευτεί γρήγορα καθώς ο πανικός και η αναστάτωση δημιουργούσαν δυσλειτουργίες στο σκάφος. Η ΑΝΟ-15 χορήγησε χαλαρωτικούς ορούς και συνομιλώντας με τον οργανικό εγκέφαλο κατάφερε να τον ηρεμήσει. Η συνείδηση του άντρα άκουγε την φωνή του υπολογιστή σε θηλυκή χροιά, μια ψευδαίσθηση που ήταν δικής του επιλογής καθώς ο υπολογιστής ούτε φωνή διέθετε αλλά ούτε καν λέξεις. Μετέδιδε τα μηνύματα του με αριθμούς και μόνο. Ο άντρας άκουγε πότε την γλυκιά φωνή μιας μάνας ή εναλλακτικά το παιχνιδιάρικο νάζι κάποιας ερωμένης. Η ΑΝΟ-15 του απευθυνόταν με τον πιο κατανοητό και απλοϊκό τρόπο, σαν να μιλούσε σε μικρό παιδί. Του έμαθε εκ νέου για τον πόλεμο, τους τρομερούς Καρθαγιανούς και τον αγώνα επιβίωσης που τον περίμενε. Κάποια στιγμή, ο άντρας που είχε μπερδεμένες εικόνες μνήμης στο μυαλό του, αποσπάσματα παιδικής ζωής σε κάποιον πράσινο πλανήτη, μια συλλογή από άγνωστα πρόσωπα και φλεγόμενα τοπία, ρώτησε γιατί ήταν τώρα όλα βυθισμένα στο σκοτάδι.

 

Με μια μικρή επέμβαση, χρησιμοποιώντας Μαρονιανή τεχνική και τεχνολογία, η σαρκοθήκη συνέδεσε οπτικές ίνες με το ένα οπτικό νεύρο του ασθενή, παρέχοντας του την δυνατότητα πρόσβασης σε όλες τις εξωτερικές και εσωτερικές κάμερες του σκάφους. Και είδε ο άντρας το αστρικό σύμπαν που τον περιέβαλλε και ένιωσε ασφαλής. Είχε μια ξαφνική σιγουριά και αίσθηση δύναμης για τον εαυτό του. Ήταν κάτι που πήγαζε από τον άγνωστο ψυχισμό του άντρα για τον οποίο ο κεντρικός υπολογιστής δεν ήξερε τίποτα και ούτε ήταν ικανός να επηρεάσει. Η κυψέλη και ο οργανικός εγκέφαλος συνομιλούσαν ασταμάτητα και ακούραστα για μήνες, ανταλλάσσοντας πληροφορίες μέχρι που ο διάλογος σιγά-σιγά έσβησε, οι δύο εγκέφαλοι ήταν πλέον ένας. Με τον οργανικό εγκέφαλο η ΑΝΟ-15 ανακάλυψε νέες δυνατότητες. Έπαιρνε αποφάσεις και λειτουργούσε τις προεκτάσεις της ταχύτερα, μπορούσε να πάρει πρωτοβουλίες σε οποιαδήποτε απρόσμενη κατάσταση χωρίς να ακολουθεί προγραμματισμένα πρωτόκολλα. Και ο ασθενής δεν αντιλαμβανόταν τον εαυτό του σαν την μικρή συλλογή οστών και σάρκας που ήταν, ούτε καν σαν κατάκοιτος «ασθενής» πλέον, παγιδευμένος σε μια σαρκοθήκη που τον κρατούσε ζωντανό. Ήταν ολάκερος ένα Μαρονιανό θωρηκτό φορτωμένο με πολεμοφόδια αρκετά για να αφανίσουν ένα μικρό φεγγάρι. Ήταν ένα ον που ζούσε και επιβίωνε στο κενό του διαστήματος, εξοπλισμένο με ένα ατσάλινο καύκαλο για δέρμα και ένα τρομερό κεντρί από θανατηφόρα όπλα.

 

Κοίταξε τον ορίζοντα, αναγνώρισε τα δίδυμα άστρα του Δράκοντα και αμέσως είχε μια εικόνα του αστρικού χάρτη της περιοχής τους. Με το που σκέφτηκε πως ήθελε να πάει εκεί πήραν φωτιά οι τουρμπίνες και ξεκίνησε η μάζα του προς επιθυμητή κατεύθυνση.

 

Ήταν η εποχή που το διάστημα ήταν γεμάτο από συχνότητες βίας και πολέμου. Κωδικοποιημένες αναφορές μαχών προς κεντρικές διοικήσεις, εκκλήσεις για ενισχύσεις και βοήθεια, μέχρι και ενδοεπικοινωνίες ανάμεσα σε μαχητικά στην κάψα των συγκρούσεων. Στις κρυφές γωνίες του σύμπαντος κινούνταν η ΑΝΟ-15 και τα παρακολουθούσε όλα, διάβαζε και αποκωδικοποιούσε κάθε μήνυμα, έσπευδε στο πλησιέστερο πεδίο μάχης και εκεί περίμενε, σαν παμφάγο όρνεο περίμενε το τέλος της βίας και μετά βουτούσε να καταβροχθίσει τα κουφάρια των πλοίων που ακόμα αιμορραγούσαν φρέσκα τα πτώματα των πληρωμάτων τους. Και μάζευε και προσάρμοζε και μεγάλωνε το σκάφος με τον οργανικό εγκέφαλο στο κέντρο του. Και δεν θύμιζε σε τίποτα πια Μαρονιανό πλοίο, δεν θύμιζε καμία συγκεκριμένη τεχνολογία, ήταν ένα τέρας, ένα συνονθύλευμα από νεκρά κομμάτια. Απόκτησαν και τεχνολογία που τους καθιστούσε αόρατους, την ανακάλυψαν σε κατεστραμμένα καταδρομικά της Καρθάγης, φαίνεται πως οι ικανότητα τους να κρύβονται δεν είχε να κάνει τόσο με τον σχεδιασμό τους.

 

Και ήρθε εκείνη η μέρα που στα όρια τού να ξεμείνουν από καύσιμα, αναγκάστηκαν να φανερωθούν για πρώτη φορά σε μια πομπή Τερτιλιανών φορτηγίδων και να απαιτήσουν εξυπηρέτηση. Ήταν καιρός πολέμου και η εμφάνιση ενός αγνώστου ταυτότητας τρομακτικού θωρηκτού με πειρατικές απαιτήσεις δεν θα προκαλούσε παρά μία αντίδραση. Οι Τερτιλιανοί άνοιξαν πυρ. Οι φορτωμένες μνημονικές τράπεζες της ΑΝΟ-15 είχαν προ πολλού θάψει το ισχνό αρχικό σήμα αναγνώρισης με την Τερτιλιανή ταυτότητα και ο «ασθενής» δεν θυμόταν ποιος ήταν. Ήταν και ο λόγος που δεν είχαν διαλέξει πλευρά σε αυτή τη σύγκρουση, τους άφηναν ασυγκίνητους νικητές και ηττημένοι. Το τερατούργημα ανταπόδωσε με τον τρομερό οπλισμό του και εξαφάνισε όλες τις φορτηγίδες πλην μίας. Υποτάσσοντας τον υπολογιστή της τελευταίας προσκολλήθηκαν πάνω της σαν βαμπίρ και τη ρούφηξαν μέχρι τελικής σταγόνας. Ο καπετάνιος της φορτηγίδας κλάφτηκε πως τους άφηναν σαν ακίνητο στόχο στις ορέξεις των Καρθαγιανών που παραμόνευαν στην περιοχή. Όταν ο καπετάνιος απαίτησε να μάθει το όνομα των επιδρομέων που τους είχαν κάνει αυτό το κακό η ΑΝΟ-15 δεν έδωσε τα διακριτικά της. Την πρόλαβε ο οργανικός, αρσενικός εαυτός της και απάντησε, άγνωστο γιατί, «Ανάρχους!»

 

Τώρα το τέρας είχε όνομα και η φήμη του διαδόθηκε σε όλα τα μέτωπα. Και το κτήνος, σαν να γλυκάθηκε από το αίμα που δοκίμασε, έπαψε να κυνηγά πτώματα και άρχισε να επιτίθεται ανοιχτά σε ζωντανούς στόχους. Πολεμικά ή εμπορικά, Τερτιλιανά ή Καρθαγιανά, δεν είχε καμία σημασία. Έμαθαν γρήγορα να τον φοβούνται αλλά και να τον ψάχνουν για να τον καταστρέψουν. Τον Ανάρχους. Έχαναν πλοία, όπλα και αποικίες στην εμφάνιση του, απώλειες όχι λιγότερες από το κόστος του ίδιου του πολέμου. Οι απώλειες έδειχναν βαρύτερες στην Καρθαγιανή πλευρά, αυτό όμως επειδή σαν νικητές του πολέμου είχαν κατακτήσει και τον περισσότερο γαλαξία. Στάλθηκαν γενναίοι καπετάνιοι να τον ξετρυπώσουν, είχαν στην διάθεση τους σκάφη που ήταν τα καμάρια του στόλου τους. Η Καρθάγη έλαβε πίσω μόνο το οικτρό σήμα πανικού πριν την ολοκληρωτική καταστροφή όλης εκείνης της αποστολής. Μια φορά, σε μια τρομερή σύγκρουση των δύο στρατών στα φεγγάρια της Αλίας τα πάντα ήρθαν σε μια στάση, μια απότομη και πανικόβλητη ανακωχή, επειδή μια σκιά κάλυψε για λίγο τις οθόνες των ραντάρ και όλοι ταυτόχρονα έκραξαν το τρομερό του όνομα. Τα λιμάνια και τα καταγώγια τους γέμισαν με ιστορίες που τον αφορούσαν. Ναύτες που υποστήριζαν πως είχαν επιβιώσει την επίθεση του συνεισέφεραν στον μύθο του με αληθινές αλλά και φανταστικές ιστορίες. Αν ήσουν κάποιος κουρελής χωρίς στον ήλιο μοίρα, χωρίς ένα νόμισμα στην τρύπια σου τσέπη, και το λαρύγγι σου διψούσε για αφρώδη μπύρα, μπορούσες πάντα να ισχυριστείς πως ήσουν πρόσφυγας της Φαρκιανής Αποικίας. Μέχρι το τέλος του πολέμου ήταν η χειρότερη καταγεγραμμένη καταστροφή από την μανία του Ανάρχους. Αρχαία αποικία των Τερτιλιανών, ανήκε στην Καρθάγη τα τελευταία διακόσια χρόνια, και οι κάτοικοι τους υπερηφανεύονταν για την διπλή τους προέλευση. Ήταν ο ένας πλανήτης που δεν θα σκεφτόταν να αγγίξει καμία από τις εμπόλεμες παρατάξεις. Δεν είχε στρατιωτική βάση, αντίθετα θεωρούνταν φιλοσοφικό κέντρο του συστήματος και διέθετε την μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του γαλαξία.. Γι αυτή την βιβλιοθήκη ήρθε ο Ανάρχους και απαίτησε την άρση των κωδικών προστασίας για να φορτώσει τα δεδομένα όλων των αρχείων. Οι Φαρκιανοί επιτηρητές αρνήθηκαν και ο Ανάρχους δεν επανέλαβε την απαίτηση του. Εξαπόλυσε τον θάνατο από την τροχιά και έκαψε σχεδόν όλη την επιφάνεια του πλανήτη. Ελάχιστοι επιβίωσαν και η βιβλιοθήκη έχασε τα μισά της βιβλία. Αυτή η καταστροφή συγκίνησε τους πάντες και ήταν η εποχή που ξεκίνησαν οι πρώτες διαπραγματεύσεις ειρήνης.

 

Στάλθηκε άλλη μια αποστολή εναντίον του Ανάρχους, μια ιστορία με μια παράδοξη εξέλιξη. Το καταδρομικό Βακίλα και η συνοδεία του εξοπλίσθηκαν με όπλα τελευταίας τεχνολογίας, πυραύλους με κεφαλές αντι-ύλης, ένα όπλο που οι Καρθαγιανοί φοβούνταν να χρησιμοποιήσουν ακόμα και στον επιθετικό τους πόλεμο. Άλλο κομμάτι της νέας τεχνολογίας ήταν τα ραντάρ εντοπισμού που είχαν την ικανότητα να διαπερνούν και το ίδιο το υποδιάστημα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι ακτίνες να φανερώνουν όχι μόνο πιθανές παρουσίες του Ανάρχους αλλά και πολλά «φαντάσματα», το υποδιάστημα ήταν διάσπαρτο από αυτά. Ενώ πίσω στην πατρίδα η Καρθάγη και η Τερτιλία υπέγραφαν συνθήκη ειρήνης, το Βακίλα κυνηγούσε φαντάσματα. Περιέργως οι επιθέσεις του Ανάρχους είχαν σταματήσει και δεν υπήρχε καμία μαρτυρία της εμφάνισης του για τα επόμενα δέκα χρόνια. Και γι αυτά τα δέκα χρόνια, ένας κουρασμένος καπετάνιος με ένα εξίσου κουρασμένο πλήρωμα, δεν εγκατέλειψαν την αποστολή τους, ψάχνοντας πεισματικά τον στόχο τους. Τον ενδέκατο χρόνο, και ενώ έφτασαν εντολές για την επιστροφή τους στην Καρθάγη, έλαβαν ξαφνικά σήμα από ανιχνευτικό σκάφος. Είχε εντοπίσει τον Ανάρχους στο νεφέλωμα Έρεβος, ένα οριακό σημείο του γαλαξία που δεν τολμούσε να διαπεράσει κανείς. Γιατί πέρα από αυτό βασίλευε το τρομακτικό άγνωστο από το οποίο δεν είχε επιστρέψει ποτέ κανένα σκάφος, ήταν μια απύθμενη περιοχή αδύνατον να εξερευνηθεί παρ’ όλες τις προσπάθειες που είχαν πραγματοποιηθεί. Ο Ανάρχους κατευθυνόταν τώρα προς το Έρεβος και το πλήρωμα δεν θα του επέτρεπε αυτή τη διαφυγή ακόμα κι αν ήταν αυτοκτονία για τους ίδιους.

 

Μετά από ένα ανέλπιστο κυνήγι τον πρόλαβαν την στιγμή ακριβός που τον κατάπινε το νεφέλωμα. Εστίασαν τα στόχαστρα τους και εξαπέλυσαν όλο τους τον οπλισμό πάνω του. Το γιγάντιο σκάφος μόλις είχε χαθεί μέσα στο σκοτάδι όταν τον πρόλαβαν οι πύραυλοι. Είδαν τις τεράστιες πρασινοκίτρινες εκρήξεις της αντι-ύλης και μετά σιωπή και ακινησία. Τα ραντάρ δεν μπορούσαν να διαπεράσουν το μαύρο πέπλο και δεν είχαν ιδέα τι είχε συμβεί αλλά ήταν όλοι τους σύμφωνοι πως τίποτα δεν μπορούσε να επιβιώσει την επίθεση της αντι-ύλης. Το Βακίλα και η συνοδεία του γύρισαν στην πατρίδα με νέα νίκης και έλαβαν υποδοχή ηρώων.

 

Επρόκειτο να ακολουθήσει μια χιλιετία ειρήνης και ο κόσμος άλλαξε. Μετανοημένες και ένοχες συνειδήσεις αποζητούσαν να καλύψουν τις οδυνηρές αναμνήσεις του πολέμου. Σε αυτό δεν συμφωνούσαν όλοι και ήταν ένα θέμα έντονων λεκτικών συγκρούσεων που κράτησε πολλά χρόνια. Λόγω της αντιπαράθεσης και της προσπάθειας λογοκρισίας ιστορικών κειμένων ο Ανάρχους ξεχάστηκε από πολλούς και επιβίωσε κυρίως σαν παραμύθι για μικρά παιδιά ή σε τραγούδια ναυτικών λαογραφικού κυρίως ενδιαφέροντος.

 

Συνεχίζεται

Edited by DinoHajiyorgi
Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

3. ΚΑΡΘΑΓΗ

 

Ο ήλιος έλαμπε μεγάλος και λαμπρός στον απέραντο άχρωμο ουρανό. Πότιζε τις ψηλές μπρούτζινες φιγούρες και τις έκανε να μοιάζουν πυρακτωμένες. Τα βασανισμένα τους, σμιλεμένα χαρακτηριστικά έμοιαζαν ρευστά και μεταβλητά μέσα στους κυματισμούς του ζεστού αέρα. Το αγόρι έσφιξε τα βλέφαρα του και σκέπασε με την παλάμη το μέτωπο του για να κόψει το φως. Η φιγούρα του πατέρα του φάνταζε το ίδιο ψηλή και μπρούτζινη όσο και το ψηλότερο από τα αγάλματα της Μετάνοιας.

 

Ο Περόνιος, ναύαρχος στο πολεμικό αυτοκρατορικό ναυτικό, χαμογέλασε στον γιο του και του άπλωσε το χέρι του. Περπάτησαν γύρω από το μνημείο πριν καταλήξουν να καθίσουν σε ένα από τα πολλά σκεπαστά παγκάκια. Υπήρχε αρκετός κόσμος στο πάρκο και μπορούσαν να δουν κι άλλους να εισέρχονται από τις πύλες γύρω-γύρω στον ορίζοντα. Οι περισσότεροι τους ξένοι τουρίστες αλλά και Καρθαγιανοί από τα γειτονικά συστήματα. Ο Περόνιος ζούσε είκοσι χρόνια στον πλανήτη, η σύζυγος του ήταν γέννημα θρέμμα, και στα δέκα χρόνια του γιου του αυτή ήταν η πρώτη φορά που έφερνε τον Κύνα σε αυτό το μέρος. Βρίσκονταν στο κέντρο ενός επίπεδου κύκλου, στο κέντρο του τεράστιου πάρκου της Μνήμης, ένα μάτι στο κέντρο της πολύβουης και ξακουστής Καρθάγης. Το μνημείο είχε ανεγερθεί πριν από πεντακόσια περίπου χρόνια και είχε προκαλέσει τότε πολλές έντονες διαμάχες. Σήμερα ήταν ένα σημείο υπερηφάνειας για πολλούς. Οι μπρούτζινες φιγούρες αντρών, γυναικών και τέκνων Τερτιλιανών σχημάτιζαν έναν κύκλο, τον Χορό των Θρήνων, οι φιγούρες αρκετά ψηλές για να φαίνονται από αρκετή απόσταση, η στάση τους ενδεικτική και ολοφάνερη στο να εκφράζουν την οδύνη τους μέσα στους αιώνες. Τα λόγια του Πρεσβύτερου Άνα του Μεγαλοπρεπούς ήταν για πάντα χαραγμένα στη βάση του Χορού εκείνου, λόγια υποχρεωτικά γνωστά σε κάθε μαθητή πρώτης τάξης, γνωστά σε όλους όσους είχαν γνώση της ιστορίας του γαλαξία, λόγια που υπενθύμιζαν στις μελλοντικές γενεές τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις τους προς αλλήλους.

 

«Ξέρεις παιδί μου πως ο πολιτισμός μας είναι δυόμισι χιλιάδων ετών και πρέπει να είμαστε πολύ περήφανοι για την καταγωγή μας. Δεν υπάρχουν πολλές φυλές στον γνωστό γαλαξία που μπορούν να πουν το ίδιο για την ιστορία τους.»

Ο Κύνας κούνησε θετικά το κεφάλι του. Άκουγε τον πατέρα του με μεγάλη ευχαρίστηση.

«Έχεις μάθει τα λόγια του Πρεσβύτερου Άνα;»

Το αγόρι συγκατάνευσε ζωηρά.

«Και καταλαβαίνεις τι λένε; Το νόημα τους;»

Το αγόρι δίστασε. Ο άντρας χαμογέλασε και συνέχισε.

 

«Πριν από χίλια χρόνια οι Καρθαγιανοί έκαναν ένα μεγάλο λάθος. Πίστεψαν πως εξαιτίας του πλούτου και της τεχνολογικής τους δύναμης ήταν καλύτεροι, πως ήταν ανώτεροι από όλους τους άλλους. Λέξεις όπως αλληλεγγύη, ήθος και σοφία, έννοιες που είχαν γεννηθεί σε αυτόν ακριβώς τον πλανήτη, ξεχάστηκαν καθώς υπερίσχυσαν άμυαλοι και αλαζόνες τεχνοκράτες. Στην αρχή θέλησαν να διαδώσουν τον τρόπο ζωής μας και στους άλλους πολιτισμούς, να τους σώσουν από τους εαυτούς τους όπως έλεγαν. Αλλά όταν οι άλλοι πολιτισμοί αντιστάθηκαν, όταν άρχισαν να αμύνονται στη βίαιη μας παρέμβαση, τότε οι ηγέτες αυτού του τόπου βγήκαν και είπαν πως ήμασταν εμείς που δεχόμασταν την επίθεση, πως ο ελεύθερος και δίκαιος τρόπος της ζωής μας κινδύνευε. Κατάφεραν να τρομάξουν και να φανατίσουν τον πληθυσμό και η Καρθάγη ρίχτηκε σε έναν άδικο πόλεμο καθοδηγούμενη από μίσος. Όποιος μας αρνιόνταν ήταν άμεσα και εχθρός μας. Ήμασταν δυνατοί και δεν μπορούσε να μας αντισταθεί κανείς. Οι μικροί κόσμοι έπεσαν ο ένας μετά τον άλλο, δεν πρόλαβαν καν να κατακτηθούν, απλά εξοντώθηκαν από τροχιά, ολόκληρες φυλές και μοναδικά οικοσυστήματα χάθηκαν στις φλόγες…»

 

Ο Περόνιος σταμάτησε και καθάρισε τον λαιμό του. Είχαν υγρανθεί τα μάτια του. Έκανε μια παύση για να καταπολεμήσει την συγκίνηση του. Ο ίδιος είχε γνωρίσει κάποιες τοπικές συρράξεις στην καριέρα του και είχε δει το πολύ δύο φλεγόμενα υπερωκεάνια. Κανείς Καρθαγιανός δεν είχε γνωρίσει πόλεμο για γενεές, και μετά από χίλια χρόνια κανείς δεν είχε αρχείο με προγόνους που είχαν ζήσει εκείνα τα χρόνια. Είχαν μόνο τις ιστορίες που πέρα από τις γραφές περνούσαν στους απογόνους από στόμα σε στόμα. Υπήρχε όμως εξήγηση για την συγκίνηση του ναυάρχου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο τον είχε φέρει πριν χρόνια ο δικός του πατέρας και του είχε πει ακριβώς αυτά τα λόγια. Τότε τα είχε ακούσει σαν κάθε παιδί που άκουγε ένα παραμύθι. Τώρα όμως τα επαναλάμβανε στον ίδιο του το γιο και δεν αντιλαμβάνεται κανείς το δέος της φράσης «εξόντωση αμάχων στη φωτιά» παρά μόνο αφού γίνει γονιός. Όλη του η αγάπη και οι φόβοι του για την ευημερία του Κύνα ακροβατούσαν στην ανασφάλεια όταν εξιστορούσε αυτά τα αρχαία αμαρτήματα.

 

«Οι πιο άξιοι που ύψωσαν το ανάστημα τους και αντιστάθηκαν γενναία ήταν οι Τερτιλιανοί. Δεν είχαν την δική μας τεχνογνωσία είχαν όμως το δίκιο με το μέρος τους. Και εμείς ήμασταν τυφλωμένοι από το μίσος για να τους το αναγνωρίσουμε. Επικεντρώσαμε πάνω τους όλη μας την οργή και διαπράξαμε απίστευτα εγκλήματα σε βάρος τους. Εκατομμύρια Τερτιλιανοί σκοτώθηκαν από εμάς. Όχι μόνο πολεμιστές μα και τόσες αθώες ψυχές, γυναίκες και παιδιά. Το καταλαβαίνεις αυτό;»

Το παιδί κοίταξε βουβό τα αγάλματα. Η ζέστη του ήλιου αντανακλούσε πάνω τους προς το μέρος του και προσπαθούσε να φανταστεί πως ήταν να καίγεσαι ζωντανός. Να πέφτει πάνω σου η φωτιά την ώρα που παίζεις με τους φίλους σου στην αυλή του σχολείου. Κούνησε θετικά το κεφάλι στον πατέρα του.

 

«Δεν μπορούσε όμως τόσο μίσος να κρατήσει αιώνια,» συνέχισε ο Περόνιος, «γιατί στο τέλος θα κατέστρεφε κι εμάς. Υψώθηκαν φωνές και είπαν ‘φτάνει!’ Και δεν ήταν μόνο φωνές που υψώθηκαν. Φαρκιανοί σοφοί μας έδειξαν τη ζημιά που είχαμε ήδη υποστεί οι ίδιοι, στη συνείδηση μας. Κανείς Καρθαγιανός δεν θα μπορούσε να κοιτάξει τα παιδιά του στα μάτια για πολλές γενεές. Οι υπεύθυνοι του πολέμου εκτοπίστηκαν από την εξουσία και άρχισε μια μακρά περίοδος μεταμέλειας και επούλωσης. Υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης και η Καρθάγη κράτησε τα σκήπτρα του νικητή για να αποτρέψει κάθε αντίποινα. Μετά, οι επόμενοι ηγέτες μας άρχισαν να εγκαταλείπουν τους κατακτημένους κόσμους και να βοηθούν τους απελεύθερους πολιτισμούς να ξαναχτίσουν τις πόλεις τους. Αποικίες ολόκληρες, πόλεις με τεχνική και τεχνολογική υποδομή, εδραιώθηκαν πάλι πάνω στις στάχτες του πολέμου. Όσα όμως και να πρόσφερε απλόχερα η Καρθάγη υπήρχε ακόμα τόσο περισσότερο που ήταν αδύνατο να επιστρέψει πίσω. Ακόμα και μέχρι σήμερα, οι λέξεις Καρθάγη και Καρθαγιανός, μισούνται σε όλον τον γαλαξία από άκρη σε άκρη. Υπάρχουν ακόμα ορατές πληγές εκεί έξω που μαρτυρούν τις πράξεις μας. Ερείπια και τάφοι που οι άμεσα πληγμένοι αρνήθηκαν να σκεπάσουν στην ανοικοδόμηση. Βλέπεις, αλλιώς διατηρείται η μνήμη σε αυτούς που έπραξαν το κακό και αλλιώς σε αυτούς που το υπέστησαν. Πριν πεντακόσια χρόνια, όταν η ανοικοδόμηση τελείωσε, και ο χάρτης του σύμπαντος πήρε την πρότερη του μορφή, ο Πρεσβύτερος Άνας ο Μεγαλοπρεπής θεμελίωσε αυτό εδώ το πάρκο της μνήμης και ο Αλάβαζος, ένας από πιο ξακουστούς γλύπτες της εποχής του, έστησε αυτόν εδώ τον Χορό των Θρήνων με τις δέκα φιγούρες της Μετάνοιας, όπως τις αποκάλεσαν. Έγινε μια μεγάλη τελετή, παρευρέθηκαν και αντιπρόσωποι των θιγόμενων χωρών, και ο Άνας έβγαλε τον ξακουστό του λόγο όπου η Καρθάγη ζήτησε επίσημα συγνώμη από όλους τους αδικημένους και έδωσε την υπόσχεση να μην βρεθεί ποτέ ξανά στην ίδια θέση. Αντίθετα, είναι πλέον υποχρέωση του πολιτισμού μας να διαφυλάττουμε την ακεραιότητα και μοναδικότητα κάθε φυλής του σύμπαντος.»

 

«Ο Κορ στο σχολείο με βρίζει και με αποκαλεί ‘πάτα-μουρ’. Το ίδιο μας βρίζει όλους,» είπε ο Κύνας μετά από μια μικρή παύση.

Ο Περόνιος κατανόησε τον προβληματισμό του γιου του. Πάτα-μουρ ήταν τερτιλιανά και σήμαινε ‘φονιά των λαών’. Τα είχε περάσει και ο ίδιος όταν ήταν σχολείο, από δικούς του τερτιλιανούς συμμαθητές. Χάιδεψε το κεφαλάκι του γιου του.

«Έχουμε κι εμείς αρκετά προσβλητικά επίθετα για εκείνους, έτσι δεν είναι; Άστοχες λέξεις που τις λέμε χωρίς να κατανοούμε την σημασία τους. Καλύτερα να επιλέγεις να μην τις λες εσύ αγόρι μου. Μια και δυο φορές και κάποια στιγμή θα καταλάβει ο Κορ και θα σταματήσει να βρίζει και εκείνος. Σας νόμιζα για φίλους, σας έχω δει να παίζεται μαζί τόσες φορές.»

«Είμαστε φίλοι. Απλώς νευριάζουμε καμιά φορά» είπε το αγόρι σηκώνοντας τους ώμους του.

«Καταλαβαίνω. Νομίζω πως θα τα πάτε καλά οι δυο σας.»

Ο Περόνιος είχε πολλούς τερτιλιανούς συνάδελφους στο ναυτικό, πολλοί από αυτούς ήταν και εγκάρδιοι φίλοι.

 

Μια σκιά διέσχισε στιγμιαία το πάρκο της Μνήμης, άγγιξε σημαδιακά το μνημείο και σκοτείνιασε το βλέμμα του ναυάρχου. Ο άντρας σήκωσε το χέρι του να καλύψει το φως του ήλιου και κοίταξε τον ουρανό. Δεν υπήρχε ίχνος σύννεφου, δεν ήταν η εποχή τους άλλωστε. Και κανένα σκάφος δεν είχε άδεια να διασχίζει τον εναέριο χώρο του πάρκου. Τόλμησε ένα γρήγορο βλέμμα κατευθείαν στον πύρινο δίσκο του ήλιου και πρόσεξε, για όσο μπορούσε να αντέξει, μια τεράστια σιλουέτα μέσα σε εκείνη τη λάμψη. Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να ηχούν οι σειρήνες της Καρθάγης. Ο Κύνας δεν είχε ακούσει ποτέ κάτι παρόμοιο.

«Τι είναι αυτό;» φώναξε στον πατέρα του.

 

Ο Περόνιος είχε να το ακούσει δεκαπέντε χρόνια, την τελευταία φορά που είχε πραγματοποιηθεί άσκηση ετοιμότητας στην πρωτεύουσα.

«Αυτό μας λέει να βιαστούμε να γυρίσουμε σπίτι. Μην ανησυχείς παιδί μου. Δεν θα είναι τίποτα σοβαρό.»

Προσπαθούσε να καθησυχάσει το αγόρι αλλά πάλι, δεν πίστευε πως έλεγε ψέματα. Τα πράγματα στην αυτοκρατορία, εσωτερικά και διεθνή, ήταν ήσυχα, και οι αναφορές από τα σύνορα στο Απώτερο Σύμπλεγμα έλεγαν πως οι Μπάνταλοι συμπεριφέρονταν φρόνιμα. Ο κόσμος κατευθύνθηκε προς τις εξόδους του πάρκου με τάξη και ψυχραιμία. Πολλοί κοίταζαν όπως μπορούσαν προς τον ήλιο, είχαν προσέξει κι εκείνοι το ξένο αντικείμενο που μάλλον βρισκόταν στη τροχιά του πλανήτη.

 

Ο σοφέρ του Περόνιου είχε λάβει εντολές να οδηγήσει τον ναύαρχο κατευθείαν στο στρατηγείο αλλά ο Περόνιος του έτριξε τα δόντια, θα άφηναν πρώτα τον γιο του στο σπίτι. Καθοδόν κάλεσε την Άλμα, την γυναίκα του, και της είπε να ετοιμαστεί για άμεση αναχώρηση. Κανείς δεν γνώριζε για τι επρόκειτο αλλά ήθελε την γυναίκα του και τον γιο του να παρουσιαστούν στο πλησιέστερο υπόστεγο εκκένωσης του πλανήτη. Από την στιγμή που είχαν ηχήσει οι σειρήνες όλοι οι μηχανισμοί προστασίας θα έμπαιναν σε λειτουργία. Η Άλμα διαμαρτυρήθηκε, κανείς από τους γείτονες τους δεν έπαιρνε τις σειρήνες στα σοβαρά. Σίγουρα ήταν μια βαρετή άσκηση και τίποτα άλλο. Ο Περόνιος δεν δεχόταν αντιρρήσεις, η πρόταση του είχε εκείνον τον επιτακτικό τόνο που η γυναίκα του γνώριζε πολύ καλά. Το αεροτάφ σταμάτησε μόνο λίγα λεπτά μπροστά στην πύλη του κήπου τους και ο Κύνας ήταν ο μόνος που πήδηξε έξω. Γύρισε και κοίταξε τον πατέρα του.

«Δεν θα έρθεις μέσα;»

Ο άντρας έσκυψε έξω και χάιδεψε το μάγουλο του γιου του.

«Θα τα πούμε αργότερα μεγάλε, θα σε δω το βράδυ στο δείπνο» είπε και τραβήχτηκε μέσα στην καμπίνα την ώρα που τον σκέπαζε η πτυσσόμενη πόρτα.

Το ταφ απογειώθηκε και χάθηκε μέσα σε έναν πανικό από άλλα οχήματα. Τα πράγματα που λένε οι μεγάλοι στα παιδιά τους, πως σημαδεύουν ανεξίτηλα τις μικρές ψυχές με την πιο απλή κουβέντα, με την πιο ανεπαίσθητη κίνηση. Αυτή τη τελευταία φορά που είδε ο Κύνας τον πατέρα του θα την έπαιζε στο μυαλό του για το υπόλοιπο της ζωής του.

 

Η Άλμα είχε γεμίσει στοιχειωδώς μια μικρή βαλίτσα, για να μην την κατηγορούσε ο άντρας της πως δεν έπαιρνε τις υποδείξεις του στα σοβαρά, και μόνο με αυτήν πήρε τον γιο της από το χέρι και κατευθύνθηκαν στο υπόστεγο του Δυτικού Αερολιμένα με έναν φασματοφορέα. Όλα τα βαγόνια ήταν γεμάτα, πρόσωπα γεμάτα αμφιβολία αλλά και φόβο. Σχεδόν κωμικά, πάνω από τα κεφάλια τους τα ηχεία του συρμού έπαιζαν τα εύθυμα κονσέρτα του Κοζ. Αυτό δεν κράτησε πολύ. Ξαφνικά η μουσική αντικαταστάθηκε από παράσιτα. Όλοι νόμισαν πως επιτέλους η κυβέρνηση θα εξέδιδε κάποια ανακοίνωση. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια ψυχρή ηλεκτρονική φωνή, παρόμοια με τα μαγνητοφωνημένα μηνύματα που άκουγε κανείς συχνά στις ενδοεπικοινωνίες του με τις κρατικές υπηρεσίες, το αλφάβητο ψηφιακά επεξεργασμένο από τον υπολογιστή για να συνθέτει λέξεις και εκφράσεις. Η Άλμα είχε κάποτε ένα ταφ που της μιλούσε με την ίδια ακριβώς φωνή. Την εκνεύριζε εκείνος ο «νεκρός» τόνος της φωνής, τόσο που έβαλε τον άντρα της να το απενεργοποιήσει.

«Γιατί δεν τη κάνουν πιο ανθρωπόμορφη, πιο ζεστή;» τον είχε ρωτήσει, «‘Η κρυσταλίνη σας χρειάζεται αλλαγή’ ή ‘η πόρτα αποσκευών είναι ανοιχτή’.»

Εκείνος είχε γελάσει με τις μιμήσεις της.

«Δεν έχει νόημα. Αφού ξέρεις πως σου μιλάει μια μηχανή ποιος ο λόγος να μην μιλάει σαν μηχανή;»

 

Μια τέτοια άψυχη φωνή άκουσαν και τώρα, την άκουσαν σε όποιο μέρος του πλανήτη υπήρχε ηχείο.

«Καρθάγη. Είμαι ο Ανάρχους. Είστε ένοχοι εγκλημάτων σε βάρος του γαλαξία. Σήμερα ήρθα να σας παραδώσω την δίκαιη ποινή σας. Σήμερα θα πληρώσετε όλα σας τα αδικήματα. Η ετυμηγορία είναι πλήρης εξάλειψη.»

 

Το μήνυμα επαναλήφθηκε τρεις φορές και μετά σιώπησε. Ο κόσμος κοιτάχτηκε έκπληκτος, έμοιαζε με φάρσα, μια κοσμική φάρσα. Το πιο περίεργο ήταν η ταυτότητα αυτού που είχε ξεστομίσει την απειλή. Οι περισσότεροι γνώριζαν τα παραμύθια με το μαύρο, τριχωτό τέρας του δάσους, του Ανάρχους με τη μεγάλη μύτη, που κυνηγούσε την ξανθομαλλούσα Γκουν και δεν την άφηνε στιγμής ησυχία. Τα είχαν ακούσει μικρά παιδιά από τον παππού και την γιαγιά, μέχρι και το κλασσικό «κάτσε φρόνιμα γιατί θα σε κλειδώσω έξω το βράδυ και λένε πως ο Ανάρχους τριγυρνάει στα μέρη μας. Τα μυρίζεται τα κακά παιδιά ξέρεις.» Στο κλασσικό παραμύθι ο χοντρός ξυλοκόπος τελειώνει το τέρας με μια τσεκουριά. Στην τηλεοπτική σειρά που ήταν πολύ δημοφιλής δύο δεκαετίες πριν ήταν ο μόνιμος κακός σε κάθε επεισόδιο που προκαλούσε ένα σωρό αναποδιές στην ηρωίδα. Ήταν μάλιστα τόσο αστείος σαν κακός που έγινε σχεδόν αγαπητός για την γκαντεμιά του από γενεές παιδιών που έβλεπαν την παλιά σειρά σε επανάληψη.

 

Στην τροχιά του πλανήτη παιζόταν ένα άλλο, πιο τρομακτικό δράμα. Το προσωπικό των δορυφόρων και των ναυαρχίδων που περιπολούσαν την ιονόσφαιρα είχαν άμεση οπτική επαφή με το εφιαλτικό μεγαθήριο που είχε ξεπροβάλλει από το πουθενά. Ακόμα και τώρα όλα τους τα ραντάρ τους πληροφορούσαν πως δεν υπήρχε τίποτα εκεί. Γινόντουσαν αγωνιώδεις προσπάθειες σε όλες τις συχνότητες να επικοινωνήσουν μαζί του αλλά πέρα από το επαναλαμβανόμενο μήνυμα του δεν λάβαιναν άλλη απάντηση. Κάτω στον πλανήτη ακόμα μαζεύονταν για την σύσκεψη που θα συζητούσε την ξαφνική κρίση. Ο ναύαρχος Ονόριος, σε μια στιγμή τυφλού ενστίκτου, ένιωσε τον άμεσο κίνδυνο και έβγαλε το Καταπέλτης από τον υπόλοιπο σχηματισμό και κινήθηκε ενάντια στον Ανάρχους. Δεν πρόλαβε όμως το κακό. Μια εκτυφλωτική λάμψη σημάδεψε το κήτος του εισβολέα και είδαν όλοι τον πύραυλο που άφηνε πίσω του μια ουρά πράσινου πλάσματος να κατευθύνεται προς τους Ζυγούς, τα διπλά φεγγάρια της Καρθάγης. Υπήρχαν αποικίες χιλιάδων κατοίκων εκεί πάνω. Οι ναυαρχίδες, οι δορυφόροι και το αμυντικό πλέγμα των Ζυγών άνοιξαν πυρ κατά του πυραύλου ανίκανοι να τον πετύχουν. Το βλήμα διέθετε ένα είδος μαγνητικής ασπίδας που το καθιστούσε άτρωτο. Κανείς από τους παρόντες Καρθαγιανούς δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του τέτοιο θέαμα, κανείς τους δεν είχε νιώσει τέτοιο φριχτό συναίσθημα στα σωθικά του. Ο πύραυλος βυθίστηκε στο πρώτο φεγγάρι και έσκασε με μια πύρινη λαίλαπα που ξεφλούδισε τον μισό δορυφόρο σαν σάπιο φρούτο. Το άλλο μισό έπεσε πάνω στο δεύτερο, μικρότερο φεγγάρι και το διέλυσε. Δορυφόροι και ναυαρχίδες χτυπήθηκαν από τα συντρίμμια και έγιναν επίσης κομμάτια. Την ίδια στιγμή, την στιγμή που η Άλμα και ο Κύνας αποβιβάζονταν από τον φασματοφορέα, άρχισε ο τρομακτικός σεισμός που θα ξεκινούσε την μεγάλη καταστροφή της Καρθάγης. Το έδαφος κάτω από τα πόδια τους άρχισε να γλιστράει μπρος-πίσω και άκουσαν το οδόστρωμα και όλα τα ψηλά κτίρια γύρω τους να βογκούν και να σπάνε. Η Άλμα άρπαξε τον γιο της και άρχισαν να τρέχουν. Κόσμος γύρω τους ούρλιαζε και τους ακολουθούσε προς τον Αερολιμένα. Σε λίγο είδαν και τα πρώτα θραύσματα των Ζυγών να μπαίνουν φλεγόμενα στην ατμόσφαιρα. Πολλά κομμάτια ήταν τεράστια, ικανά να ισοπεδώσουν μια ολόκληρη πόλη και να σπείρουν τον θάνατο σε όλον τον πλανήτη.

 

Οι πρώτες βολές του Καταπέλτη βρήκαν τον στόχο τους. Χτύπησαν τον Ανάρχους αλλά μόλις που έξυσαν την ατελείωτη του επιφάνεια. Από ράβδους που εξείχαν στην περιφέρεια του σαν κεραίες εξαπόλυσε κεραυνούς που βρήκαν το Καταπέλτης και παρακείμενα σκάφη με τραγικά αποτελέσματα. Το ατσάλι εξερράγη σαν χαρτοπόλεμος, γέμισε την ιονόσφαιρα με πυρακτωμένες στάχτες και πτώματα. Από την τροχιά ήταν ολοφάνερη η καταστροφή που συντελούνταν στην επιφάνεια του πλανήτη. Δεν μπορούσε να υποθέσει κανείς αν ο Ανάρχους ήξερε πως αυτό δεν θα ήταν αρκετό, γιατί το μεγαθήριο τώρα έστριψε για να αντικρίσει τον πλανήτη και άρχισε να κάνει κάτι. Η επιφάνεια του έμοιαζε ζωντανή καθώς βρισκόταν σε συνεχή κίνηση. Τμήματα του υποχωρούσαν μέσα, άλλα ξεπρόβαλλαν σαν νέο δέρμα. Το μέγεθος του παρέμενε σταθερό ενώ το σχήμα του μεταβαλλόταν.

 

Η Άλμα και ο Κύνας στάθηκαν τυχεροί. Ήταν από τους πρώτους και τους λίγους που έφτασαν στον Δυτικό Αερολιμένα την ώρα που κατέρρεε το σύμπαν. Γέμισε πλήρες μόνο ένα σκάφος διαφυγής και απογειώθηκε πρώτο. Τα υπόλοιπα σκάφη θα περίμεναν όσο το δυνατόν μπορούσαν περισσότερο καθώς τώρα ξεκινούσε το κύμα του απότομα συνειδητοποιημένου και πανικόβλητου πληθυσμού. Τα σκάφη διαφυγής δεν ήταν εξοπλισμένα για την άνεση των επιβατών τους. Ήταν σχεδιασμένα πρακτικά, για να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερους. Ο Κύνας ήταν χωμένος βαθιά στην αγκαλιά της μητέρας του και σκεπτόταν τον πατέρα του. Ήθελε να την ρωτήσει αλλά ένας κόμπος στον λαιμό τον εμπόδιζε. Σιωπηλά δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπο του και δεν ήθελε να το προσέξει η μαμά του. Δάκρυα χάραζαν και το δικό της πρόσωπο αναλογιζόμενη την τύχη του άντρα της. Συν το γεγονός που είχε δει το σπίτι της και όλα όσα γνώριζε όλη της τη ζωή να καταστρέφονται με έναν τρόπο συνταρακτικό. Ήταν ένας θάνατος, όλη αυτή η θαυμαστή ομορφιά είχε εξαφανιστεί, εξαφανιζόταν αυτή τη στιγμή.

 

Η άτρακτος δεν διέθετε φινιστρίνια, άκουγαν όμως τον χαλασμό έξω, ήταν το αφύσικο μουγκρητό πέρα από την βοή των τουρμπίνων. Ένιωσαν σκληρά κομμάτια γης ή σελήνης να συγκρούονται με το σκάφος τους. Πολλοί ούρλιαξαν στο τρομερό ταρακούνημα, ήταν σίγουροι πως θα συντρίβονταν μέσα στο ξεκοιλιασμένο έδαφος της Καρθάγης. Ο πιλότος όμως είχε τα χρονάκια του και η πείρα του τους έβγαλε από την πυρακτωμένη βροχή. Πέταξε το σκάφος προς την νυχτερινή πλευρά του πλανήτη και από εκεί εκτοξεύθηκε στο διάστημα, προς την Αρθένη, με την ευχή πως εκεί θα ήταν ασφαλείς. Ο Κύνας σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε όλα τα στριμωγμένα πρόσωπα που μοιράζονταν την μοίρα τους με την δική του. Στο βάθος της ατράκτου πρόσεξε κάποιον που του έγνεφε. Ήταν ο Κορ, ο φίλος του, με την θεία του. Του έγνεψε κι εκείνος. Ήταν ανακούφιση που είχε διασωθεί και κάποιος που γνώριζε.

 

Αυτό που είχαν μόλις γλιτώσει ήταν ένας πύραυλος με κεφαλή αντι-ύλης που έστειλε ο Ανάρχους στην επιφάνεια του πλανήτη. Η έκρηξη φάνηκε μικρή από την τροχιά αλλά τεράστια και φριχτή από κάποιον βοσκό στα Ατλάντια όρη, είκοσι χιλιάδες χιλιόμετρα από το κέντρο βολής. Την ίδια στιγμή που αχρηστεύονταν τα οπτικά του νεύρα, έπιαναν φωτιά και τα πνευμόνια του σαν τσιγαρόχαρτο. Όσα σκάφη κατάφερναν να εγκαταλείψουν την ατμόσφαιρα του πλανήτη έγιναν μάρτυρες του φριχτού τέλους της Καρθάγης. Ένα πύρινο καρκίνωμα έτρωγε με μεγάλη ταχύτητα την επιφάνια της γης διαλύοντας ηπείρους και ωκεανούς. Στην θέση του άφηνε μια νεκρή, κατάμαυρη πέτρα που θρυμματίζονταν σε σύννεφα από κάρβουνο. Η ίδια η ατμόσφαιρα πυρακτώθηκε και χάθηκε, εξαφανίστηκε κάθε ίχνος λευκού, πράσινου και γαλάζιου, δεν έμεινε τίποτα παρά ένα νεφέλωμα από καθαρό άνθρακα. Ο πιλότος που είχε βάλει κατεύθυνση προς την Αρθένη έγινε μάρτυρας του τέλους κοιτάζοντας την νυχτερινή πλευρά του πλανήτη. Τόσες πόλεις έλαμπαν εκεί στην άλλη επιφάνεια, οι περισσότεροι ακόμα κοιμούνταν στα κρεβάτια τους. Είδαν όλη την πλευρά να λαμπαδιάζει, σαν την αναμμένη άκρη ενός τσιγάρου, και μετά να σκορπίζει σε αποκαΐδια. Μετά δεν έμεινε τίποτα, μόνο μια ισχνή σκιά ενάντια στο φάσμα του διαστήματος.

 

Στην Αρθένη η Άλμα και ο Κύνας έμαθαν πως ο Περόνιος ήταν ζωντανός, είχε γλιτώσει. Τους είχε στείλει ένα σύντομο ηχητικό μήνυμα για να τους πει πως ήταν καλά και πως είχε αναλάβει την διοίκηση του Αστραπόδοντα. Ο στόλος της Καρθάγης μαζεύονταν και θα αναχαίτιζε τον Ανάρχους με οποιοδήποτε τίμημα. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς που βρισκόταν εκείνη την στιγμή, μετά την καταστροφή του πλανήτη είχαν απλώς διαπιστώσει την εξαφάνιση του. Υπήρχαν μαρτυρίες πως τον είχαν δει στα Λευκά Σύνορα και εκεί σκόπευαν να κατευθυνθούν. Τον ένα μήνα που ακολούθησε, ο Κύνας έζησε με την μητέρα του σε καταυλισμό προσφύγων μέχρι που ήρθε να τους παραλάβει ο θείος Τρεβήρος, ο αδελφός του πατέρα του. Γύρισαν μαζί του στην Σαρπηδόνα απ’ όπου καταγόταν και ο οίκος τους. Εκεί έλαβαν τα πρώτα νέα για την καταδίωξη του Ανάρχους. Υπήρχαν απώλειες, δύο ναυαρχίδες και πέντε καταδρομικά, κανένα από τα οποία δεν ήταν το Αστραπόδοντας. Το κυνήγι όμως συνεχιζόταν ακόμα κι αν ο Ανάρχους απομακρυνόταν ολοένα από το σύστημα της Καρθάγης.

 

Είχε ξεκινήσει μια νέα εποχή για την Καρθαγιανή συνείδηση. Το πλήγμα που δέχτηκαν ήταν ένα τραύμα που δεν θα ξεπερνιόταν ποτέ. Δεν θα γεννιόταν ποτέ μια δεύτερη Καρθάγη, θα υπήρχε μόνο το φάντασμα της, στις συντεταγμένες που στεκόταν κάποτε ο πλανήτης. Όλοι όσοι επιβίωσαν της καταστροφής θα είχαν σε κάποιο σημείο του νέου τους σπιτιού ένα κομμάτι κάρβουνο κλεισμένο σε υάλινη θήκη, ένα γνήσιο κειμήλιο από την χαμένη πατρίδα. Θα γράφονταν νέα τραγούδια, νέα ποιήματα, θα γεννιόνταν νέοι θρύλοι, αυτή τη φορά το όνομα του Ανάρχους δεν θα τρόμαζε μόνο τα μικρά παιδιά. Θα στοίχειωνε γενεές ολόκληρες, θα τυραννούσε άλλους, άμεσα εμπλεκόμενους. Ο Κύνας δεν ξαναείδε τον πατέρα του, δεν άκουσε ποτέ ξανά κανείς για τον Ανάρχους ή το Αστραπόδοντας ή τα υπόλοιπα πλοία, κυνηγοί και θήραμα εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη στη σφαίρα του μυστηρίου.

 

Συνεχίζεται

Link to post
Share on other sites
Μια τέτοια άψυχη φωνή άκουσαν και τώρα, την άκουσαν σε όποιο μέρος του πλανήτη υπήρχε ηχείο.

«Καρθάγη. Είμαι ο Ανάρχους. Είστε ένοχοι εγκλημάτων σε βάρος του γαλαξία. Σήμερα ήρθα να σας παραδώσω την δίκαιη ποινή σας. Σήμερα θα πληρώσετε όλα σας τα αδικήματα. Η ετυμηγορία είναι πλήρης εξάλειψη.»

 

Έχει δράση και είναι πολύ διαστημικό. Ενώ όμως η δράση τρέχει και συνέχεια γίνονται πράγματα γεγονότα, υπάρχουν και τα προμηνύματα για την αγωνία, σύντομα όλα γίνονται πολύ εύκολα. Τί σύνομα, από την αρχή. Η σαρκοφάγος που από τα σκουπίδια του διαστήματος, γίνεται το τέρας που είναι το μονο που μπορεί να μπαινοβγαίνει στο έρεβος. Εδώ δύο ανταλλακτικά αυτοκινήτων δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, η σαρκοφάγος με το περιορισμένο λειτουργικό (για να πάει κάποιον απο κάπου σε ένα ιατρικο κέντρο) έφτιαξε το σουπερ σκάφος από βομβαρδισμένα μάλιστα σκουπίδα άλλων διστημικών κατασκευαστών ανα το γαλαξία; Τελος πάντων αυτή τη σύμβαση την έκανα κι εγώ γιατί ήθελα να δώ την ιστορία παρακάτω. Οπότε οκ. δεν μας νοιάζει πώς έγινε η σαρκοφάγος σούπερ αστρόπλοιο. Επειτα ενώ στο πρώτο μέρος κάθε τόσο ανεφοδιάζεται, μπαινει στο έρεβος και ξαναβγαίνει ύστερα από 1000 χρονια όταν μας έχεις πεί ότι εκεί δεν έχει πάει κανείς ποτέ. Τουτεστιν πως συντηρείτο;Μήν παραλήψεις να το εξηγήσεις αυτό στη συνέχεια για να μοιάζει πιό δεμένο. Που έβρισκε δηλαδή πόρους πώς εξελισσόταν (αφου δεν υπήρχε τεχνογνωσία να κλέψει) τέτοια...

 

Λές μετά

 

Οι ναυαρχίδες, οι δορυφόροι και το αμυντικό πλέγμα των Ζυγών άνοιξαν πυρ κατά του πυραύλου ανίκανοι να τον πετύχουν. Το βλήμα διέθετε ένα είδος μαγνητικής ασπίδας που το καθιστούσε άτρωτο. Κανείς από τους παρόντες Καρθαγιανούς δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του τέτοιο θέαμα, κανείς τους δεν είχε νιώσει τέτοιο φριχτό συναίσθημα στα σωθικά του. Ο πύραυλος βυθίστηκε στο πρώτο φεγγάρι και έσκασε με μια πύρινη λαίλαπα που ξεφλούδισε τον μισό δορυφόρο σαν σάπιο φρούτο. Το άλλο μισό έπεσε πάνω στο δεύτερο, μικρότερο φεγγάρι και το διέλυσε.

 

Ενώ λοιπόν διαθέτει πανίσχυρα όπλα, ενώ κάνει ότι θέλει στην συνέχεια τρέπεται σε φυγή; Ενώ εμφανίζεται σαν τιμωρός Θεός ή καλύτερα Διάβολος, στην συνέχεια την κοπανάει και κρύβεται; Από τα ανίσχυρα πλασματάκια που τους έχει διαλύσει τον πλανήτη με ένα πάφ;

 

Τελος πάντων τώρα το διήγημα έχει προχωρήσει κι ότι έχει γίνει έως εδώ δεν ξεγίνεται. Όμως νομίζω ότι στο ηθικό μέρος, την ηθική πλοκή, κλιμάκωση δικαίωση λύτρωση αφού δεν έχει εξελιχθεί ακόμη ίσως μπορώ να επισημάνω κάτι τώρα ώστε, τουλάχιστον, να μήν γίνουν κι εκεί τα λάθη που έγιναν αρχικά στην θεμελίωση.Αν θέλεις το λαμβάνεις υπ'όψη σου.

 

 

Πρέπει να τεκμηριώσεις την ηθική του Ανάρχους πάρα πολύ γερά για να ενθουσιάσεις στο τελικο αποτέλεσμα. Τον παρουσιάζεις σαν τον Θεό τιμωρο, τον καλό με ηθική κλπ. Που την απέκτησε αυτή τη γνώση; Χίλια χρόνια στο Έρεβος; Εκει΄δηλαδή κατοικεί ο Θεός; Επειτα είναι η σύνδεση με τα προηγούμενα όπου δηλαδή γίνεται πιό πιθανό να είναι ο Διάβολος,ο κακός της ιστορίας. Πρίν ο Ανάρχους ήταν ακριβώς αυτό που δίνει και το όνομα του; ενας αναρχικός καταστροφέας που κατέστρεφε κα λήστευε τους παντες αδιακρίτως. Λογικό ήταν λοιπόν το Έρεβος να τον φιλοξενήσει. Μετά από χίλια χρόνια εκεί βγήκε έξω με ηθικές αξίες; Κι αν είναι ο Διάβολος, τότε τί τονε νοιάζει η ηθική και κάνει μάθημα στους Καρθαγιανύς;

 

Αυτό που σου λέω δεν είναι ηθική κριτική, αλλά ηθική ανάλυση. Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τί θα είναι ο Αναρχους καλός ή κακός Θεός ή Διάβολος. Όμως σαν αναγνώστηλ, όπ[ως καταλαβαινεις, με ενδιαφέρει σε ένα διήγημα που διαβάζω να ξερω ποιοί είναι οι καλοί και ποιοί είναι οι κακοί για να μπορώ να το παρακολουθήσω και να πάρω μέρος κι εγώ σε οποιαδήποτε πλευρά.

Link to post
Share on other sites

Όπως το βλέπω εγώ, δεν υπάρχουν ακριβώς κακοί και καλοί εδώ. Ο Ανάρχους έχει μείνει 1000 χρόνια πίσω, οπότε αυτό που λέει, η κρίση που κάνει, γίνεται με δεδομένα μιας χιλιετιρίδας πίσω. Οι κάτοικοι της Καρθαγενής ήταν κακοί χιλια χρόνια πριν, αλλά άλλαξαν, γίνανε πιο σοφοί. Για να γίνει ολοκληρωμένη βέβαια κρίση στο έργο, θα πρέπει να δούμε και την συνέχεια, να δούμε το τι θα γίνει.

Link to post
Share on other sites

Συμφωνώ. Δεν μπορούμε να το κρίνουμε αν δεν ολοκληρωθεί. Το αντίθετο μάλιστα. Αν επέμβουμε στο ρού της δημιουργικότητας του Ντίνου, μπορεί να χαλάσουμε -αθελά μας- το τελικό αποτέλεσμα...

Link to post
Share on other sites
Αν επέμβουμε στο ρού της δημιουργικότητας του Ντίνου, μπορεί να χαλάσουμε -αθελά μας- το τελικό αποτέλεσμα...

 

Κανείς μας δεν θέλει κάτι τέτοιο. Προσωπικά ίσως προτιμώ οι καλοί και οι κακοί , τα στρατόπεδα δηλαδή τα ηθικά να είναι ξεκάθαρα διαχωρισμένα και τεκμηριωμένα με βάσεις γι'αυτό ίσως έσπευσα από τώρα να το επισημάνω. Ακόμη και σε έργα που ο ήρωας, παγιδευμένος σε πλεκτάνη του κακου, φαίνεται αυτός ο κακός, πάλι, για τους αναγνώστες-θεατές ο καλός είναι καλός, και ο κακός είναι ο κακός και για τους εμπλεκόμενους το έργο μόνο ισχύει η σύγχιση. Μ'αυτό το σκεπτικό το λέω ότι ίσως θέλει λίγη προσοχή γιατί άν ο καλός γίνεται κακός, πάλι καλός και ύστερα πάλι κακός, εμένα προσωπικά θα με απομακρύνει τελικά από το ζουμί όταν θα εκφραστεί δια στόματος κάοιους ή μέσα από τις πράξεις του, αφού, θα έχω την αίσθηση ότι αυτός ο κάποιος μπορεί το επομενο πεντάλεπτο, σελίδα, κεφάλαιο, να είναι κάποιος άλλος.

Για να έχει λοιπόν, όταν θα φτάσει εκεί, το τελικο νόημα όλη του τη δύναμη ακέραιη, λέω ότι ίσως είναι καλύτερα οι ηθικές δομές και τα στρατόπεδα να μήν εναλασσονται. Προσωπική γνώμη πάντα οκ;

Link to post
Share on other sites

Πιο πολύ θύμα θα έλεγα τον Άναρχους, παρά καλό ή κακό. Θύμα αρχικά ενός πολέμου, και θύμα της ψυχρής λογικής που τον έκανε να επιβιώση. Θύμα της ίδιας του της μνήμης που μετά απο τόσα και τόσα βιβλία(που υποθέτω θα την πείρε την μισή βιβλιοθήκη στο τέλος) και δεδομένα, δεν κατάλαβε ότι σε τέτοιες κλίμακες το καλό και το κακό δεν είναι απλό.

Link to post
Share on other sites
  • 1 month later...

Κανένα πρόβλημα Ντίνο, κάνε την δουλειά σου, και όταν σου ξαναέρθει η έμπνευση, συνέχισέ το.

Link to post
Share on other sites
  • 2 years later...
DinoHajiyorgi

To Anarchus είναι σήμερα στις 24.750 λέξεις. Αυτές τις μέρες χτενίζω το υπάρχον υλικό για να μπω στο κλίμα της ιστορίας, από την οποία απείχα καιρό. Φορτίζω τον εαυτό μου για να συνεχίσω επιτέλους και αυτό.

 

Ένα απόσπασμα (2.140 λέξεις) από τα επόμενα κεφάλαια:

 

Η Ιστορία του Πειρατή Τικ

 

Ο Νοδ και ο Κύνας κάθισαν με τα ποτήρια τους γεμάτα στη γέφυρα του Καρθάγη να θυμηθούν τα παλιά, άφησαν την φασαρία της μάζωξης στους άντρες τους που τρίκλιζαν πέρα-δώθε στα δύο πλοία.

«Θα σου πω ότι θα σου έλεγα και είκοσι χρόνια πριν Καρθαγιανέ μου φίλε» είπε ο Νοδ κουνώντας το ποτήρι του προς την θέα της γέφυρας από το κυκλικό φινιστρίνι, «Όλα αυτά τα μεγάλα πλοία με τα μεγάλα όπλα, όλοι αυτοί οι άντρες με τις παθιασμένες καρδιές και το περισσό θάρρος, όλοι εμείς που πλαγιάζουμε κάθε μέρα με τον θάνατο, δεν φτάνουμε για να τελειώσουμε το τέρας που πάμε να βρούμε. Γιατί, ποιος από μας ξέρει τι είναι ο Ανάρχους; Ποιος είναι ο Ανάρχους; Τι αίμα κυλάει στις φλέβες αυτού του κτήνους;»

«Εγώ δεν έχω άλλη επιλογή. Εσύ όμως γιατί μπήκες σε αυτό το καραβάνι των τρελών;»

«Ξέρεις πιο τρελούς από εμάς;» είπε ο Νοδ πριν ξεσπάσει σε τρανταχτά γέλια.

Είχαν αρχίσει να μαζεύονται γύρω τους στη γέφυρα. Οι πειρατές συμμετείχαν στα γέλια του καπετάνιου τους.

«Αλίμονο, η πειρατεία πέθανε χρόνια τώρα. Καταντήσαμε οι ζητιάνοι του γαλαξία!»

Οι άντρες του Νοδ άφησαν γρυλίσματα και επιφωνήματα που συμφωνούσαν πάλι με τον καπετάνιο τους.

«Κάποτε άκουγαν για μας και έτρεμαν. Σήμερα σε βλέπουν οι γυναίκες στον δρόμο και παροτρύνουν τα παιδιά τους να μην μας κοιτούν τους καημένους, γιατί δεν είναι ευγενικό. Δέκα μόλις χρόνια πριν θα σού’λεγα την αντίδραση εκείνης της γυναίκας στο πλησίασμα μου!»

Κραυγές.

«Θα της φύτευα ένα μπάσταρδο πριν προλάβει το κομμένο κεφάλι του άντρα της να πέσει στο χώμα!»

Κραυγές, επιφωνήματα, μπουκάλια που σπάνε.

«Πότε ήταν η τελευταία φορά που γράφτηκε ηρωικό τραγούδι για μας;»

Σιωπή.

«Είμαστε εδώ σε αυτό το σινάφι για να διορθώσουμε αυτή την παράληψη! Το όνομα μας θα ακουστεί ξανά, ακόμα και αν πέσουμε μέχρι τον τελευταίο!»

Ζητωκραυγές και άλλα σπασίματα. Ο Νοδ τινάχτηκε όρθιος.

«Που είναι ο Τικ μωρέ σεις;!» φώναξε.

«Κοιμάται εκεί στην γωνία» απάντησε κάποιος.

«Σηκώστε τον και φέρτε τον μου εδώ τώρα!»

 

Ο Κύνας παρακολουθούσε με περιέργεια καθώς έσυραν μπροστά τους ένα Μπανταλικό απολίθωμα, μπασμένο από τους αιώνες, με ελάχιστα δόντια και μια πλεγμένη, λευκή γενειάδα. Στριφογύριζε και γκρίνιαζε στο κράτημα των συντρόφων του.

«Τι έπαθες φουκαρά Τικ; Μήπως έπρεπε να σε αφήσουμε στην κουκέτα σου να ξεκουράσεις τα διάτρητα κοκαλάκια σου; Δεν είσαι πια για γλέντια νομίζω. Εσύ και το ποτήρι χωρίσατε δρόμους.»

Σαν από θαύμα ο γέρος τίναξε τους άλλους από τα μπράτσα του και όρθωσε το ανάστημα του φουσκώνοντας το στήθος. Ο Κύνας ένιωσε, ίσως για πρώτη φορά, να τους ζεσταίνεται αυτούς τους άντρες. Ήταν κωμικοί και μελοδραματικοί, αλλά ήταν γνήσιοι, αληθινοί, ήταν όλα όσα ο πολιτισμένος κόσμος είχε αδίκως ξεπεράσει.

«Με προσβάλλεις καπετάνιο. Φέρτε μου να πιώ!» βροντοφώναξε ο γέρος.

Του έφεραν, επίτηδες, το μεγαλύτερο ποτήρι που είχαν. Ο Τικ άρχισε να πίνει και ήταν μάλλον θέμα υπόληψης να το κατεβάσει με την μία. Ο Κύνας κόντεψε να πάθει συγκοπή μόνο παρακολουθώντας τον άθλο, ο γέρος όμως τα κατάφερε με τις επευφημίες των συντρόφων του.

«Παίρνω πίσω τα λόγια μου Τικ. Είσαι ακόμα άξιος και μια μέρα άξιος θα πεθάνεις. Έλα, πες μας, πες να ακούσουν και οι καλεσμένοι μας, για τον Καν Κανάκ και το τέλος του.»

Ο Νοδ κάθισε πίσω, δίπλα στον Κύνα, οι υπόλοιποι έπεσαν οκλαδόν στις σχάρες της γέφυρας ενώ τα τρία Κλαγκ έμειναν ακουμπισμένα στους τοίχους με τα μπράτσα σταυρωμένα. Στο κέντρο στεκόταν όρθιος ο γερο Τικ και απολάμβανε όλη την προσοχή χαϊδεύοντας τα μουστάκια και τα γένια του.

 

«Είμαστε υπερήφανοι εμείς οι Μπάνταλοι για την ράτσα μας, δεν θεωρούμε ανώτερο στην αντρεία και στη μάχη καμιά άλλη φυλή, και πέρα από το προσωπικό μας θάρρος και ικανότητα, κανέναν Μπάνταλο ανώτερο πριν του εαυτού μας! Είμαστε έτοιμοι να τα βάλουμε με οποιονδήποτε θα μας αμφισβητήσει, ομόεθνο ή άλλον, μέχρι και να χύσουμε αίμα, δικό του ή δικό μας! Κι όμως! Υπάρχει ένα όνομα που ξεχωρίζουμε ανάμεσα μας, έναν ήρωα που δόξασε όλη μας την φυλή με τα κατορθώματα του, τον Καν Κανάκ τον μεγάλο καπετάνιο, τις πράξεις του οποίου μας τραγούδαγαν οι τροφοί όταν ακόμα βυζαίναμε το αίμα των ταρκ. Σε μια εποχή που μας έτρεμε ο γαλαξίας, όταν πολεμούσαμε τους πάντες αλλά και ο ένας τον άλλο, λυσσασμένες και ανυπότακτες φυλές καθώς ήμασταν, ήταν ο μόνος που σκέφτηκε να μας ενώσει, να μας κάνει έναν στρατό, μια δύναμη που όμοια της ο γαλαξίας δεν είχε γνωρίσει. Όσοι καπεταναίοι και φύλαρχοι αντιστάθηκαν έχασαν τα κεφάλια τους στο μαύρο σπαθί του, άλλος τρόπος δεν υπήρχε. Ο Καν Κανάκ έγινε με την αξία του ο πρώτος και ο τελευταίος, ο μοναδικός, Μπάνταλος Βασιλιάς! Με μιαν αρμάδα διακόσια πενήντα πλοία στις διαταγές του, ξεκίνησε να κουρσέψει το σύμπαν καθώς έψαχνε να ιδρύσει μια πατρίδα για μας, έναν πλανήτη όλο δικό μας, ένα λιμάνι επιτέλους για τις σκόρπιες μας υπάρξεις. Του αντιστάθηκαν πολλοί και το μετάνιωσαν πικρά αλλά το πιο πολύτιμο λάφυρο δεν έμελλε να του λάχει.

 

Με τους στόλους των μεγαλύτερων δυνάμεων του γαλαξία στο κατόπι τους, μπαρουτοκαπνισμένοι αλλά με το ηθικό ακμαίο, έφτασαν σε αστρικά μονοπάτια που λίγοι είχαν διασχίσει τότε, απόμακρα συστήματα καλυμμένα από θρύλους τρομακτικούς. Είδε εκείνη την άγνωστη άβυσσο ο Καν Κανάκ και διακήρυξε πως είχαν φτάσει σπίτι. Το τρομακτικό εκείνο διάστημα ταίριαζε στην Μπανταλική ψυχή, σαν να ήμασταν γέννημα-θρέμμα του. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και χωρίστηκε το αστρικό νεφέλωμα στα δύο και βγήκε μπροστά τους το θεριό, ο φριχτός Ανάρχους! Ο Καν Κανάκ δεν έχασε ούτε μία ανάσα του θάρρους του και διέταξε την αρμάδα του σε ολική, κατά μέτωπο επίθεση! Και όρκο παίρνω βαρύ όταν σας λέω πως δεν ήταν μια άδικη αναμέτρηση, αλλά ισάξια και δίκαιη. Διακόσια πενήντα ατρόμητα καράβια ενάντια σε ένα απέθαντο τέρας, μια μάχη μέχρις εσχάτων και πώς να ήταν αλλιώς όταν δεν υπήρχε ίχνος φόβου σε καμία πλευρά; Του δώσανε και κατάλαβε εκείνο το ελεεινό τομάρι, κέντρισμα και συντριβή, χτύπημα και απώλεια. Δεν τολμούσε να κηρύξει υποχώρηση ο Καν Κανάκ, δεν τολμούσαν να την ακούσουν τα παλικάρια του. Φλέγονταν και κομματιάζονταν εκείνο το κτήνος, και είχαν μείνει εκατό από τα σκάφη μας, όταν ξαφνικά άρχισε να φτύνει κεραυνούς και γίνηκαν οι Μπάνταλοι γενναίοι μάρτυρες μιας δύναμης που αστροναύτης δεν είχε ματαδεί μέχρι τότε. Καταιγίδα στο διάστημα! Ναι, πιστέψτε το, βάζω το χέρι μου στη φωτιά και σας λέω πως ήμουν κι εγώ εκεί, δίπλα στον βασιλιά μας όταν έσκασε το κακό. Εκτυφλωτικά νεφελώματα και εκρήξεις που ενώ ξεφλούδιζαν ανελέητα και τον ίδιο τον Ανάρχους, μετέτρεπαν σε αστρόσκονη την μια φρεγάτα μετά την άλλη. Είχε εγκλωβιστεί μέσα στη μανία της όλο το πεδίο της μάχης και διαφυγή δεν υπήρχε για κανέναν. Δεν θα παραδίδαμε την ψυχή μας στο Συμπόσιο μυξοκλαίγοντας την μοίρα μας! Ο Καν Κανάκ έδωσε την διαταγή. Πρόσω τα έμβολα! Θα ξεχυνόμαστε στα σωθικά του κτήνους με νύχια και δόντια να το ξεσχίσουμε από τα μέσα!

 

Εκατό σκάφη ορμήσαμε κατά πάνω του, μόνο τρία φτάσαμε στον τεράστιο εκείνον όγκο. Τα δύο δεν μπόρεσαν να το διαπεράσουν, έγιναν κομμάτια πάνω στο τερατόμορφο κράμα. Μόνο εμείς, το Μίσος, η ναυαρχίδα του Καν Κανάκ, διαπεράσαμε το σκληρό τσόφλι και ορμήσαμε αλαλάζοντας στα σκοτεινά και μυστηριώδη εκείνα έγκατα.»

Ο Τικ σταμάτησε και κοίταξε γύρω του σαν χαμένος. Τα μάτια του ήταν υγρά. Ίσως να νόμιζε πως ήταν πάλι εκεί, μέσα στον Ανάρχους, ίσως πάλι να τον πρόδιδε η στοιχειωμένη του μνήμη.

«Δώστε μου να πιω» είπε ξερά ο γέρος και κάποιος του πέρασε ένα ποτήρι.

Οι Μπάνταλοι είχαν ξανακούσει την ιστορία και έδειχναν να απολαμβάνουν την διήγηση. Ο Κύνας βρισκόταν στην άκρη του καθίσματος του, ζωσμένος στα φίδια. Δεν είχε ακούσει ποτέ πριν αυτή την ιστορία. Διασταύρωσε βλέμμα με τον Φάσμπεκ που τα άκουγε επίσης για πρώτη φορά. Το Κλαγκ είχε ένα ύφος που ρωτούσε «αυτό πάμε να αντιμετωπίσουμε; Πως;»

 

Ο γέρος σκούπισε τα γένια του και συνέχισε την διήγηση του, περιέργως με έναν πιο νηφάλιο, συγκρατημένο τόνο.

«Συγχωρέστε με παλικάρια. Έχω πει αυτή την ιστορία αμέτρητες φορές, σε αμέτρητα τσιμπούσια και κραιπάλες, γέρασα όμως πια, βλέπω την ζωή που γλιστρά και φεύγει διαφορετικά, θυμάμαι όλους εκείνους τους δικούς μας που χάθηκαν τότες, αμούστακα παιδιά οι περισσότεροι, αν και όχι λιγότερο γενναίοι, και η θύμηση τους μου φέρνει δάκρυα για τα οποία ντρέπομαι, αλλά είμαι γέρος και τα δικαιούμαι, κι όποιος δεν γουστάρει να πάει στον αγύριστο!»

Γέλια, επευφημίες.

 

«Βλέπω τώρα εσάς και είναι σαν να μην πέρασε μία μέρα, ή μάλλον σαν εκείνη η μάχη να μην τέλειωσε ποτέ, αλλά συνεχίζεται ακόμα. Για το τι ακολούθησε την εισβολή μας σε εκείνο το ρημάδι σκάφος, γιατί για σκάφος πρόκειται, έχω πει διάφορες παλάβρες μέσα στα χρόνια, όλες ανάλογα με το εκάστοτε κρασί και τον ποιητή που ξυπνούσε μέσα μου. Δεν ξέρω όμως πότε θα το ξανατραγουδήσω αυτό και θέλω πριν φύγω από την ζωή να σας πω αυτό που θυμάμαι, το οποίο δεν είναι και τόσο ξεκάθαρο. Όχι, δεν ήρθαμε στα χέρια με φτερωτούς δαίμονες. Όχι, ο Καν Κανάκ δεν ξιφομάχησε με τον τερατόμορφο καπετάνιο του Ανάρχους. Αυτό στο οποίο ήμουν αληθινός, ήταν ότι μόλις βρεθήκαμε πάνοπλοι και έτοιμοι μέσα, το Μίσος αποκολλήθηκε χτυπημένο από κεραυνό και άφησε μόνο τα έμβολα καρφωμένα σαν κεντριά στον μεταλλικό φλοιό πίσω μας. Μετά…μετά ορμήσαμε με το αίμα μας να καίει στα μυαλά μας, αποζητώντας εκδίκηση για τους χαμένους μας συντρόφους. Έτρεχα κι εγώ ουρλιάζοντας, έτοιμος να πάρω ζωές αλλά να πουλήσω και την δική μου ακριβά. Ανοίγονταν μπροστά μας σκοτεινοί διάδρομοι γεμάτοι σκουριασμένα σκουπίδια και συντρίμμια, δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει κανένα πλήρωμα εκεί πέρα, ήταν όντως ένα πλοίο με φαντάσματα. Η λύσσα μας όμως ήταν πολλή μεγάλη για να το προσέξουμε. Κλωτσούσαμε τα εμπόδια, κόβαμε τα καλώδια που κρέμονταν με το σπαθί μας, ψάχναμε για κάποιον εχθρό. Όταν με κατέβαλε η κούραση και κατάλαβα πως ήταν μάταιο, αντιλήφθηκα και ότι είχα απομείνει μόνος μου.

 

Δεν ξέρω πόσον καιρό περιπλανήθηκα στον σκοτεινό εκείνο λαβύρινθο. Άκουγα μακρινούς ήχους, κραυγές και ουρλιαχτά, φώναζα για τους συντρόφους μου αλλά δεν μου αποκρινόταν κανείς. Κάποια στιγμή θα πρέπει να έπεσε το ξίφος από το χέρι μου και ούτε που το κατάλαβα. Όταν το συνειδητοποίησα έκλαψα γοερά για την απώλεια, αλλά πολύ περισσότερο για την αναισθησία μου. Θα πρέπει να πέρασαν μέρες και κρατιόμουν ζωντανός γλύφοντας υγρά από σπασμένους αγωγούς που έχαναν ατμούς πίσω από ξεχαρβαλωμένες καταπακτές. Πότε-πότε έπεφτα και πάνω σε κάποιον σύντροφο που κείτονταν νεκρός, παραδομένος ποιος ξέρει σε ποιες δυνάμεις. Ζωντανό πάντως δεν βρήκα κανέναν. Υπήρξαν φορές που αμφέβαλα αν ήμουν εγώ ζωντανός. Ένιωθα να περιπλανιέμαι για πάντα εκεί μέσα, δεν συνάντησα τον ίδιο νεκρό δύο φορές, και η αρχιτεκτονική και η τεχνολογία που με κύκλωνε έμοιαζε να αλλάζει συνέχεια. Έτσι υπέθεσα πως αν και ήμουν παγιδευμένος σε έναν τεράστιο, ατελείωτο λαβύρινθο, τον διέσχιζα χωρίς να κάνω κύκλους, χωρίς καν να συναντήσω ένα αδιέξοδο. Όταν με κατέβαλε η κούραση σωριαζόμουν κάτω και με έπαιρνε ο ύπνος. Μετά ξυπνούσα από τις κραυγές τις δικές μου, αν και ήμουν σίγουρος πως άκουγα και άλλες φωνές από μακριά, σουρσίματα και θορύβους μπροστά ή στο κατόπι μου, πάντα στις σκιές, να με παραμονεύουν πίσω από κάθε στροφή και γωνία.

 

Κάποια στιγμή έφτασα σε μια κυκλική αίθουσα στην οποία συνέκλιναν πολλοί διάδρομοι. Εκεί βρήκα τον Καν Κανάκ νεκρό. Ο βασιλιάς πρέπει να είχε νιώσει το τέλος να πλησιάζει γιατί είχε ξαπλώσει στο κέντρο, με το ξίφος να ξεκουράζεται πάνω του, με τα μπράτσα του σταυρωτά πάνω από την ένδοξη λάμα. Αν τον είχε εναποθέσει άλλος εκεί, Μπάνταλος δηλαδή, δεν θα εγκατέλειπε τον βασιλιά του έτσι. Έτσι και εγώ δεν θα τον εγκατέλειπα τότε. Έψαξα και βρήκα στο δισάκι του την υγρή πυρά που κουβαλάμε όλοι μας για αυτή την τελειωτική τελετή, και τον έρανα ευλαβικά από το κεφάλι έως τα πόδια. Λυπάμαι που έκλαψα ξανά αλλά ο Καν Κανάκ άξιζε καλύτερο θάνατο, χίλιες φορές καλύτερα να τον έβρισκα σφαγμένο. Στην συνέχεια έριξα με το ακτινοβόλο μου στην άκρη της μπέρτας του και το ένδοξο εκείνο σώμα λαμπάδιασε αμέσως. Τρίκλισα μακριά του καθώς η αίθουσα γέμισε καπνούς και όπως έπεσα στα γόνατα μου, έτοιμος να χάσω τις αισθήσεις μου, είδα μια μεγάλη σιλουέτα να σέρνεται βιαστικά προς το μέρος μου. Δύο φωτεινά μάτια έκαιγαν πάνω μου και πρόσεξα πλοκάμια να ετοιμάζονται να με αρπάξουν πριν χαθούν όλα στο σκοτάδι.

 

Θα σας φανεί παράξενο, ίσως και ανόητο, αλλά ξύπνησα σε μια παραλία, στην Φάτρα της Ακιλονίας, με το ξινό κύμα να γλύφει τις γυμνές μου πατούσες. Με περιμάζεψαν μερικοί ψαράδες και με φρόντισαν. Έμεινα κρυμμένος ανάμεσα τους για χρόνια, από ντροπή που ήμουν ο μόνος που γλίτωσα της ηρωικής αρμάδας του Καν Κανάκ. Δεν ξέρω πως σώθηκα, ούτε ποιος με άφησε σε εκείνη την αμμουδιά, αλλά ούτε και γιατί. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια πριν γυρίσω ανάμεσα σας, και πολλές ακόμα μάχες για να κερδίσω πίσω τον σεβασμό μου. Σας το υπενθυμίζω λοιπόν, καλό το παραδάκι με το οποίο μας χρυσώνουν σήμερα, μπορεί να μας έχουν για τα κυνηγόσκυλα του μπουλουκιού, σκυλιά όμως δεν είμαστε! Έχουμε το δικό μας χρέος να κλείσουμε εκεί που πάμε. Για τον βασιλιά μας, τον Καν Κανάκ, για την φυλή, για το Συμπόσιο των Μπαντάλων!»

Κραυγές, επευφημίες.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..