Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Ο Αρπιστής

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Άνοιξε τα μάτια της αργά πολύ, τεμπέλικα. Έφερε τα χέρια της στο πρόσωπό της κι έτριψε τα μάτια της με τη δύναμη ενός ενήλικα και το παράπονο ενός παιδιού. Χασμουρήθηκε σαν παιδί και τεντώθηκε σα γυναίκα.

 

Σηκώθηκε από το κρεβάτι, βγήκε στην αυλή, πλύθηκε στη γούρνα με το δροσερό νερό. Χτενίστηκε καθρεφτίζοντας τη μορφή της στο νερό.

 

Αριστερά ήταν το σπίτι, δεξιά τα απότομα βράχια που πυργώνονταν ως τον ουρανό, μπροστά της η πρωινή φασαρία της δασωμένης κοιλάδας. Απαλές νιφάδες έπεφταν στα κεραμίδια. Δεν ήταν χειμώνας, ήταν η ανοιξιάτικη χιονόπτωση της ακακίας πίσω από το σπίτι. Ο αέρας φυσούσε απαλά αλλά επίμονα, στροβιλίζοντας τα κατορθώματα της ανθοφορίας της ακακίας. «Αυτή είναι ζωή», σκέφτηκε. Αυτή είναι ζωή;

 

Και η άλλη; Δεν ήταν ζωή; Όλα αυτά που είχε ως τώρα ζήσει δεν ήταν ζωή;

 

Ένα θόρυβος από το δάσος που απλωνόταν στα ριζά του βουνού τής τράβηξε την προσοχή κι οι βασανιστικές ερωτήσεις ξαναβούλιαξαν πίσω, στο βάθος του μυαλού της. Δεν ήταν ώρα για ενδοσκοπήσεις τώρα. Απλά δεν ήταν ώρα. Με κάθε νεύρο τεντωμένο, έστειλε το βλέμμα της να διαπεράσει το πυκνό, σκούρο φύλλωμα των δέντρων περιμένοντας κάτι που δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει.

 

Σίγουρα όμως όχι αυτό που πετάχτηκε από τις φυλλωσιές μπροστά της. Ο στρουμπουλός στούμπος με την φαλακρίτσα, τα ματογυάλια και το μουστάκι βούρτσα, ολόγυμνος πλην του κισσού περίτεχνα τυλιγμένου γύρω από την μέση για να καλύπτει αυτά που έπρεπε, συν το δαφνοστέφανο στο κεφάλι. Ολόλευκος και μαλακούλης σαν ζύμη, ήρθε δίπλα της με ελαφρά πηδηματάκια, γρατσουνίζοντας άτεχνα την μικρή άρπα που κρατούσε. Τα όμορφα χαρακτηριστικά της Λάρας στράβωσαν σε μια γκριμάτσα.

«Τι είσαι εσύ;»

«Ω αιθέρια μου δεσποσύνη! Επιτγέψτε μου να σας εκφγάσω τον θαυμασμό και την λατγεία μου πγος το άτομο σας! Κεραυνόπληκτος από την πγώτη στιγμή που σας θώγησα έχω συντγιβεί, έχω καταργηθεί…υποφέγω!»

Δεν πίστευε τι αντίκριζε πρωί-πρωί. Μια ναυτία μόνο της έλειπε.

«Εμ, κοίτα…τύπε, λυπάμαι για την κατάντια σου, σου συνιστώ να βρεις έναν καλό μάγο να σε γιάνει αλλά…Ξου, δίνε του. Δεν έχω ώρα για τέτοια!»

«Μα ο έρως δεν έχει χρόνο καγδιά μου. Είναι τγελός και τσαχπίνης και απγόβλεπτος!»

«Μάλιστα» είπε και ένιωσε μια τριχόμπαλα βαθιά στο λαρύγγι της. «Εγώ όμως περιμένω τον εκλεκτό μου σήμερα. Μέχρι το σούρουπο θα είμαι η Δέσποινα στο κάστρο του.»

 

Ο τύπος αφέθηκε να πέσει χαριτωμένα στο χορτάρι, κύλησε προς το μέρος της και σταμάτησε στα πόδια της αναστενάζοντας. Μια πασχαλίτσα ζουζούνιζε γύρω από τον αφαλό του.

«Τότε είναι μέρα σημαδιακή γιατί ο εκλεκτός σου είναι ήδη εδώ ομογφιά μου! Πεσμένος στα πόδια σου πγοσφέρεται ψυχή τε και κογμί τε!»

«Σώπα τε!»

Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Ξαφνικά το πρωινό της ξύπνημα κατέρρεε. Είχε τόσα μαζεμένα στο μυαλό της, είχε πάρει πια τις αποφάσεις της, και όπου να’ναι η πομπή με τους λευκούς ελέφαντες με τον Όνρον καβάλα μπροστά θα ανηφόριζε προς τον πύργο της. Τον πύργο που της είχε δωρίσει τέλος πάντων. Μην την είχε καταραστεί κάποιος ή κάποια; Έκανε στροφή να επιστρέψει βιαστικά στην ηρεμία του καθιστικού της και ο πρωινός εφιάλτης της ήταν ήδη στο κατώφλι να παίζει την αβάσταχτη του άρπα.

«Τα υπνωτικά γαλάζια σου μάτια / μου έκαναν την καρδιά κομμάτια / Άνοιξε την πόγτα σου να μπω / στα τγυφεγά γλυκά φιλιά σου να χαθώ!»

«Θα πρέπει να αστειεύεσαι!»

Ο θαυμαστής έπεσε πάλι, αυτή τη φορά στα γόνατα του.

«Ω Λάγα μοναδική! Αμφισβητείς τα αισθήματα μου για σένα; Χαλάκι να γίνω να με πατήσεις! Η κάθε σου επιθυμία είναι πγοσταγή! Ό,τι θέλεις!»

«Ωραία. Εξαφανίσου. Αμέσως.»

Τον έσπρωξε καταγής, πέρασε από πάνω του μέσα στον πύργο και βρόντηξε την εξώπορτα πίσω της.

 

Άλλο πάλι και τούτο. Τι νέο φρούτο καλικάντζαρου ήταν αυτό; Και ο εφιάλτης δεν είχε λήξει. Άκουγε ως εδώ τα πλινκ-πλονκ της άρπας απ’έξω.

«Χαλάκι θα γίνω για σένα να πατάς / Περιφγονημένο κογμί, σκέτο, παστουρμάς / Πλήγωσε με – πλήγωσε με, τ’αντέχω / Είν’ έρωτας παντοτινός που για σένα τγέφω!»

Βγήκε στο μπαλκόνι πάνω από την εξώπορτα.

«Σταμάτα να στριγκλίζεις καταραμένε! Πες μου τι σού‘φταιξα πρωί-πρωί; Ποιος μάγος σε έστειλε να μου μαυρίσεις την ημέρα;!»

«Αμαζόνα μου! Μούσμουλο και κοκόνα μου! Εγώ να σου κάνω κακό; Εγώ ήγθα να διακηγύξω τα αγνά, ειλικγινή μου αισθήματα! Σ’αγαπώ! Σ’αγαπώ! Σ’αγαπώ!»

«Δε με νοιάζει-Δε με νοιάζει-Δε με νοιάζει! Ο αρραβωνιαστικός μου καταφθάνει όπου να’ναι και μόλις σε δει θα σε κάνει κεφτέ! Μ’ακούς;!»

«Πως;! Ένας διεκδικητής; Ένας αντίζηλος; Ας έγθει! Τον περιμένω αν τολμάει! Ο έρωτας μου είναι όλο το οπλοστάσιο που χρειάζομαι ενάντια στον αγροίκο! Γιατί εγώ είμαι εγαστής και ουχί πολεμιστής! Εγώ δεν κάνω…κεφτέδες. Εγώ γαίνω την πλάση με τα ευγενή μου αισθήματα! Θα τον κατατγοπώσω με τους στοίχους μου…»

Παγωμένο νερό τον κατέβρεξε διακόπτοντας τον ειρμό του.

«Συνήλθες;» ρώτησε η φωνή της από το μπαλκόνι.

«Από τον έρωτα μου; Ποτέ!»

Έσκασε και το πιθάρι, που περιείχε το νερό, στο κεφάλι του.

«Τώρα;»

Δεν απάντησε. Έπεσε ξερός κάτω.

 

Της έφυγε όλη η τσαντίλα. Μην τον σκότωσε; Μπήκε μέσα, κατέβηκε τη σκάλα τρεχάτη και άνοιξε την πόρτα. Όρθιο ήταν το τέρας και κηθάριζε βάρβαρα την άρπα του πάλι.

«Λάγα-Λάγα-Λάγα! / Με τα θέλγητρα σου ’μαι ψωνάγα!»

Άπλωσε τα χέρια της, πέρασε τα νύχια στις τρίχες του στήθους και τον τράβηξε μέσα.

«Ααααααααα!!»

«Λέγε ποιος είσαι! Από πού ξεφύτρωσες;!»

«Ένας πιστός του φτεγωτού θεού της αγάπης, ε…»

Του ξερίζωσε δύο-τρεις τριχούλες.

«Α-α!»

«Μίλα γιατί μετά θα αρπάξω τον κισσό και θα αρχίζω να τον στρίβω!»

«Καλά-καλά!»

 

Έκανε πίσω, σταύρωσε τα μπράτσα και τον κάρφωσε με το βλέμμα της. Ο αρπιστής, ξαφνικά αισθανόμενος γυμνός, κατέβασε την άρπα να παίξει αυτή τη φορά το φύλλο συκής, και τα μάγουλα του κοκκίνισαν έντονα ενάντια στο χλωμό του παρουσιαστικό.

«Ένας ταπεινός υποδηματοποιός είμαι από την Βούκελα. Ζούσα ακόμα τότε εκεί, την μέρα που ήγθε η χάρη σου καβάλα στο υπερήφανο σου άτι, να απαλλάξεις την πόλη μας από τον Ψωγιάγη Δράκο. Ποτέ πριν δεν είχα δει οπτασία παγόμοια. Ερωτεύτηκα τγελά και έκτοτε άλλο σκοπό δεν είχα πλην του να κατακτήσω την καγδιά σου. Τα παγάτησα όλα και ξεκίνησα να σε αναζητώ, ακολουθώντας τα κατογθώματα σου από βασίλειο σε βασίλειο. Όπου και να ρωτούσα όλοι γνώριζαν την Λάγα την Αμαζόνα. Μόλις σήμεγα κατάφεγα να σε φτάσω για να σε διεκδικήσω…»

«Όπως καταλαβαίνεις δύστυχε, υπάρχει λόγος που με πρόλαβες. Ο καιρός αυτής της Αμαζόνας τελείωσε. Νοικοκυρεύομαι επιτέλους, σήμερα είναι ο γάμος μου, η καρδιά μου είναι ήδη δοσμένη. Και δεν έχει νόημα κανενός είδους μονομαχία, ακόμα κι αν υπήρχε πιθανότητα να νικήσεις τον Όνρον, εφόσον μου είσαι παντελώς αδιάφορος!»

 

Ο αρπιστής κρέμασε τους ώμους του και του ξέφυγε ένας αναστεναγμός.

«Είμαι ο τελευταίος που θα έμπαινα εμπόδιο στην ευτυχία σου λατγεμένη δεσποσύνη. Εύχομαι ο αντίζηλος μου να σε αγαπάει σωστά και τίμια.»

«Είναι καλός, τρυφερός, ρομαντικός και ευαίσθητος σύντροφος» είπε η Λάρα. Ήταν η πρώτη φορά από τότε που είχε κατασταλάξει η καρδιά της που είχε κάποιον να του πει φωναχτά αυτά που σκεφτόταν τόσον καιρό.

«Ω Λάγα αγαπημένη. Αν γυναίκα σαν εσένα ψάχνει αυτά τα ιδανικά σε έναν άντγα, μπογούμε κι εμείς οι υπόλοιποι να ελπίζουμε.»

«Μα φυσικά. Η κάθε γυναίκα αυτά ψάχνει.»

Έκανε το σφάλμα να ακολουθήσει το ονειροπόλο βλέμμα της. Εκεί στον τοίχο κρεμόταν τάπητας με πορτραίτο του Πρίγκιπα Όνρον. Ψηλός, ξανθός θεός με πλούσια, μακριά χαίτη, σμιλεμένα ζυγωματικά και ένα δυνατό πηγούνι με λακκάκι, η αστραφτερή του πανοπλία να τονίζει το μυώδες του στέρνο, τα στιβαρά του μπράτσα, τις γυμνασμένες του γάμπες.

«Ο πλούσιος εσωτεγικός του κόσμος είναι εμφανέστατος» σχολίασε ξεψυχισμένα.

 

Ξέπλεξε από τον κισσό ένα μπουκαλάκι, τράβηξε τον φελλό από το στόμιο με τα δόντια του και το κοίταξε πικρά.

«Φτάσαμε λοιπόν στο τέλος του δγόμου.»

«Τι είναι αυτό;»

Το άδειασε με μια γουλιά στο λαρύγγι του.

«Η έσχατη λύση. Ζήτησα την βοήθεια ενός μάγου. Μου είπε ‘όταν αποτύχουν όλα, πιες αυτό.’»

«Και είναι η αυτοκτονία λύση δύστυχε;!»

Τα μάτια του αρπιστή γούρλωσαν από τον τρόμο.

«Αυτοκτονία;»

«Ναι, γιατί εσύ…ο μάγος, τι εννοούσε;»

«Δεν ξέγω! Οτιδήποτε άλλο! Εγώ την βοήθεια του ζήτησα! Μαμάκα, είμαι πολύ νέος για να πεθάνω!»

Ο αρπιστής άρχισε να κλαψουρίζει και να κάνει κύκλους στο σαλόνι. Απελπίστηκε και η Λάρα. Ένας κολλιτσίδας κοκαλωμένος στο σαλόνι της, και σήμερα το πρωί που περίμενε κόσμο; Στο πίσω μέρος του κεφαλιού της υπήρχε και κάτι άλλο, πολύ αδιόρατο αυτή τη στιγμή. Κάτι ξεχνούσε. Αλλά τι;

«Αν έβαζες το δάχτυλο βαθιά στη ρίζα της γλώσσας;» τον συμβούλεψε συμπονετικά.

«Και να κάνω εμ… μπγοστά σας;! Ποτέ! Προτιμώ να τα κακαγώσω!»

«Είσαι πολύ γλυκός αλλά…»

 

Εκείνη την στιγμή ένα τεράστιο ρέψιμο ξέφυγε του υποδηματοποιού ο οποίος άρχισε να βγάζει λέπια και να φουσκώνει. Ο κισσός ξεδιπλώθηκε και έσπασε σαν σπάγκος. Η άρπα έπεσε από τα μικρά χεράκια του φτερωτού δράκου που ορθωνόταν τώρα τεράστιος μέσα στη σάλα. Η Λάρα κόλλησε στον τοίχο ενώ ο αρπιστής δεν χόρταινε να κοιτάζει τον εαυτό μου.

«Για δες, για δες! Είμαι δράκος! Φοβεγός και τγομεγός! Πετώ άραγε και φλόγες;»

Και κάνοντας μια δοκιμή φύσηξε από τα ρουθούνια του μια θύελλα φωτιάς. Κάποιες από τις φλόγες κατέκαψαν το πορτραίτο του Όνρον.

«Ω συγνώμη…»

«Το έκανες επίτηδες.»

«Για να πω την αλήθεια…τώγα θα μπογούσα να κάνω τον ιππότη σου ζουμεγό κεφτέ μ’ένα φύσημα!»

«Νόμισα πως είσαι εραστής και ουχί πολεμιστής…»

«Αστειεύεσαι; Εγώ καλέ είμαι ένας δράκος!»

«Αυτό θα το δούμε!»

 

Η Λάρα διέσχισε τρεχάτη το σαλόνι της, σταμάτησε στον απέναντι τοίχο σε ένα σεντούκι και ανοίγοντας το έβγαλε από μέσα το ξίφος και την ασπίδα της. Ήταν τυλιγμένα σε λινά προικιά. Θυμήθηκε την μέρα που με δάκρυα στα μάτια τα είχε εναποθέσει εκεί μέσα. Ο δράκος την παρακολουθούσε γεμάτος περιέργεια.

«Έχω σφάξει αμέτρητους δράκους μ’αυτό εδώ. Νόμιζα πως είχα τελειώσει αλλά μάλλον έχω άλλον ένα στο μενού.»

«Ω θαυμάσια! Πόσο πιο όμογφη είσαι θυμωμένη!»

Βγάζοντας την Αμαζόνια της κραυγή όρμησε πάνω του και άρχισε να ξιφομαχεί με την αιχμηρή άκρη της ουράς του δράκου. Ο δράκος έδειχνε να το διασκεδάζει στην ξαφνική του υπεροψία, αλλά αυτό δεν κράτησε για πολύ. Με την απαράμιλλη τεχνική της κατάφερε τελικά να τον κόψει.

«Άου!»

«Όχι τι νόμιζες!»

Με μικρά πηδηματάκια ο δράκος άρχισε να κάνει πίσω γκρεμίζοντας τους δύο πολυέλαιους της σάλας.

«Άλλαξε στ’ απολειφάδι που ήσουν, αλλιώς τέλειωσες» τον προειδοποίησε.

«Αν είναι να σκοτωθώ, ας είναι απ’το σπαθί σου, ω αγαπημένη!»

 

Παγιδευμένος σκαρφάλωσε στη μεγάλη σκάλα και συνέχισε να της αντιστέκεται με ουρά, φτερά και νύχια.

«Γιατί δεν κάθεσαι να σε σουβλίσω τότε να τελειώνουμε!» του φώναξε.

«Δεν ξέγω…από μόνο του γίνεται…»

Η σύγκρουση ήταν εντυπωσιακή. Ξίφος με λέπια, νύχια με ασπίδα, η Λάρα ήταν πάλι η Αμαζόνα, η πολεμίστρια των Ανοικτών Κοιλάδων. Κάθε της σπαθιά και μια γλυκιά ζάλη, κάθε κλαγγή και μια ηδονή. Κάποια στιγμή του ξέφυγε μια ρουθουνιά και η γυναίκα χάθηκε σε έναν στρόβιλο φωτιάς.

«Λάγα! Τι έκανα το τέγας;!»

Όταν καθάρισε ο καπνός, είχε μείνει μόνο η ασπίδα, όρθια στη βάση της σκάλας. Ο δράκος έσκυψε μπρος όλο περιέργεια και φυσικά η Λάρα πετάχτηκε πίσω από την ασπίδα της, ελαφρά μουτζουρωμένη, και τον τρύπησε στη μύτη.

«Πάρε να μάθεις!»

Ο δράκος άρχισε να κλαψουρίζει και να χοροπηδάει, ραγίζοντας σκάλες και πλακάκια. Ήταν σαν αληθινός σεισμός. Κομμάτια από το ταβάνι άρχισαν να ξεκολλάνε και να σκάνε γύρω από την πολεμίστρια. Αποφεύγοντας τα συντρίμμια, η Αμαζόνα κατάφερε να βρεθεί χαμηλά μπροστά στην τεράστια κοιλιά του δράκου, εκτός οπτικού του πεδίου. Σήκωσε το ξίφος της καθώς είχε το τρυφερό του σημείο εκτεθειμένο μπροστά της. Δίστασε όμως. Άρχισε να το σκέπτεται. Ζουζούνιζε ακόμα η πασχαλίτσα γύρω από τον αφαλό του δράκου. Περίεργο, αλλά ο δράκος είχε αφαλό. Μήπως ήταν κρίμα; Ανυποψίαστος ο δράκος έκανε μια στροφή και την βρήκε με την ουρά του. Το χτύπημα του ήταν αρκετά δυνατό για να την τινάξει ψηλά και να την πετάξει έξω από το παράθυρο του πύργου.

 

Κύλησε στο γρασίδι ελαφρά ταρακουνημένη και πετάχτηκε πάλι όρθια, σπαθί και ασπίδα ανά χείρας, ετοιμοπόλεμη. Περίμενε τον δράκο αλλά εκείνος ήταν μέσα, τον άκουγε να γκαρίζει και να γκρεμίζει το σύμπαν. Αυτό όμως που τράβηξε την προσοχή της ήταν ένας βήχας.

«Άχεμ…»

Γύρισε και έμεινε με ανοιχτό το στόμα μπροστά στον αρραβωνιαστικό της, τους λευκούς ελέφαντες από πίσω, τον βασιλιά και την βασίλισσα, τους στρατιώτες, τους αυλικούς, τους μάγους, τους τραγουδοποιούς, τους ταχυδακτυλουργούς, την λοιπή συνοδεία και τους κατοίκους της Κάτω και Άνω Κοιλάδας.

«Αγάπη…Τι κάνεις;»

Κοκκίνισε και δεν της φάνηκε καθόλου καθώς ήταν ήδη αναψοκοκκινισμένη.

«Αα…εε, τίποτα, έπαιζα.»

«Λάρα, κάνω λάθος ή βλέπω σπαθί στο χέρι σου;» είπε ο Όνρον. «Και ασπίδα. Τι είπαμε αγάπη; Τι είχαμε συμφωνήσει; Με έχεις ντροπιάσει μπροστά στον μπαμπά και την μαμά. Πες μου πως δεν έχεις ετοιμάσει και το τσάι!»

Της ήρθε ταμπλάς. Το τσάι! Το είχε ξεχάσει τελείως! Και τα κεκάκια που έπρεπε να πλάσει με τα χεράκια της για να γλυκάνει την μαμά. Ο Όνρον είδε την απάντηση στο ύφος της. Κατσούφιασε και σηκώνοντας το χέρι του στην χαρακτηριστική κίνηση, έπιασε με αντίχειρα και δείκτη την γέφυρα της μύτης του.

«Πως θα σε διορθώσω εσένα Λάρα; Μπορείς να μου πεις;»

 

«Δεν ήξεγα πως ήταν χαλασμένη.»

Ο δράκος είχε σπρώξει την κεφάλα του από το μπαλκόνι, πάνω από την εξώπορτα και τους κοίταζε. Ένα ομαδικό επιφώνημα ξέφυγε από την βασιλική συνοδεία.

«Και ένας δράκος! Αυτή η έκπληξη γίνεται όλο και καλύτερη!» συνέχισε ειρωνικά ο Όνρον. «Νόμιζα πως είχαμε τελειώσει με τους δράκους, καλή μου.»

Κάπου η Λάρα άρχισε να εκνευρίζεται. Με τις επιλογές της φρεσκαρισμένες, άρχισε να μετράει καλύτερα τις αποφάσεις της.

«Εε, κοίτα… ‘χρυσέ μου…’»

«Ας προσπαθήσουμε να συμμαζέψουμε τα ασυμμάζευτα. Να περιορίσουμε την ζημιά όσο αυτό είναι δυνατόν. Άσε κάτω το σπαθί και τρέχα δίπλα στη μαμά, κοίτα πόσο συγχυσμένη είναι, ενώ κανονίζω αυτό το ερπετό.»

«Μπορώ να το κανονίσω μόνη μου μια χαρά… λατρεία μου»

«Νομίζω πως δεν με κατάλαβες φραουλίτσα μου…»

«Κατάλαβα πολύ καλά…άρχοντα και κύρη μου…»

«Εγώ θα πγοτιμούσα…» ξεκίνησε ο δράκος.

«Εσύ σκάσε!» έτριξε τα δόντια της η Λάρα και γύρισε πάλι στον Όνρον. «Είμαι η Λάρα η Αμαζόνα και δεν γυρνώ την πλάτη μου σε κανέναν δράκο. Αυτή την τελευταία φορά. Δέχτηκα ή δε δέχτηκα τους όρους σου με αυτόν τον γάμο…ήρωα μου; Από αυτό το βράδυ και μετά τον γάμο θα είμαι η Δέσποινα σου.»

«Ναι αλλά με αμφισβητείς μπροστά σε όλο το Βασίλειο. Μου ντροπιάζεις το έμβλημα!»

«Ποιο είναι αυτό;» ρώτησε από πάνω ο δράκος που παρακολουθούσε την συζήτηση.

«Ο κόκορας!» απάντησε η Λάρα με μια γκριμάτσα.

 

Ο Όνρον πλησίασε την Λάρα για να μην τους ακούει το πλήθος.

«Αγάπη…Νομίζω πως δεν έχεις καταλάβει ακόμα την έννοια της ‘Δέσποινας’. Στολίδι της είναι η υπακοή. Υ-πα-κο-ή. Κοίτα τα χείλη μου και επανέλαβε μαζί μου. Υ-πα…»

Και όπως ξεκίνησε εκείνο το πρωινό με τόσο χουζούρι, τόσο αλλιώς τελείωσε εκείνη την στιγμή, με ένα «Παφ!» που ακούστηκε σε όλο το Βασίλειο, της Άνω αλλά και της Κάτω Κοιλάδας.

Ο δράκος δεν είδε τα υπόλοιπα γιατί εκεί άρχισε να βγάζει καπνούς και να συρρικνώνεται. Μόλις είχε λήξει το ελιξίριο της μεταμόρφωσης.

 

Βρήκε ένα κομμάτι κουρτίνας για να τυλίξει την στρουμπουλή του περιφέρεια. Σήκωσε την άρπα του από καταγής και βγήκε να παρηγορήσει την Αμαζόνα του. Ο τέτοιος και η συνοδεία του είχαν πάρει πόδι. Η Λάρα όμως αγνάντευε τον ορίζοντα και χαμογελούσε, το ξίφος καρφωμένο στο χώμα μπροστά της, η ασπίδα όρθια στα πόδια της.

«Και τώγα;» την ρώτησε.

«Με περιμένει ο κόσμος εκεί μακριά. Χάρισμα του ο πύργος και τα λούσα και η βλακεία του.»

«Μόνο ένας βλάκας θα σ’έχανε από τα χέρια του…»

Τον κοίταξε με τα φρύδια της σμιγμένα.

«Δεν είσαι θυμωμένη μαζί μου, ε;»

«Το μόνο που μου λείπει είναι ένα άτι. Αν είχες και ένα μπουκαλάκι για την περίσταση…»

«Ω τι υπέροχο πεπγωμένο! Το σπίτι εκείνου του μάγου είναι μιας μέρας δρόμο προς την Ναρουάλη…»

«Ναρουάλη. Έξοχη κομητεία. Και έλεγα να ξεκίναγα από κει.»

«Ω, μα τότε εξυπηρετεί…»

 

Τα μάζεψαν και άρχισαν να κατηφορίζουν πεζή προς την δασωμένη κοιλάδα. Τα δάχτυλα του πασπάτεψαν άλλη μια φορά, πλινκ-πλονκ, τις χορδές της άρπας του.

«Καπούλια ελαφγά κι αφγάτα / Λάγνες υποσχέσεις γεμάτα, Την πλάτη μου γλυκά τυγαννάνε / Λόγια ερωτικά μου τγαγουδάνε, Ναι ω βάρος αγαπημένο εσύ / για σένα έκανα την καρδιά μου τουγσί, Αμαζόνα κι άτι αιώνες δεμένοι / και να η ελπίδα τελευταία πεθαίνει!»

«Δε μου λες; Έχεις σκοπό να μου σπάσεις τα νεύρα;»

«Μόνο μέχρι ν’αρχίσω να χλιμιντγίζω. Το υπόσχομαι.»

 

Τέλος

Edited by DinoHajiyorgi
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
month
:sweatdrop: :sweatdrop: (Ο ζήσης ήταν αυτός, στην έκδοση υποδηματοπόλη;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
(Ο ζήσης ήταν αυτός, στην έκδοση υποδηματοπόλη;)

 

Ο Ζήσης μιλούσε με το θίγμα και όχι με το γο, νομίζω. Ευχαριστώ για το σχόλιο πάντως.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

DinoHajiyorgi, είσαι τεράστιος! Έχεις χάρισμα, μπορείς να μας παίρνεις απ' το χέρι και να μας κάνεις να ξεχνιόμαστε τελείως μέσα στην ιστορία σου! :clap: Τι ωραίο ήταν αυτό που διάβασα! Τι ζωντανό, αστείο, χαρούμενο!

 

Σ' ευχαριστώ για το άφθονο, αβίαστο γέλιο που μου χάρισες!

("Πες μου τώρα ότι δεν ετοίμασες και το τσάι..." :lol: Χουα χαα χααα)!

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos

Ντίνο γέλασα τρελά με την ιστορία σου. Ειδικά με τον παπουτσή-αρπιστή-εραστή που δεν μπορεί να πει το ρρρρρρρρρρ. Οι ατάκες των χαρακτήρων ήταν on the spot και οι σκηνές γλαφυρότατες. Μου θύμισε Τέρι Πράτσετ και Shrek. Γενικά ψοφάω απ’ ότι φαίνεται για Φάντασυ παρωδίες…

 

 

 

Εύγε!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blondbrained

Ευτυχώς που υπάρχουν άνθρωποι με υπομονή (και καλή μύτη) και ξεθάβουν κάτι τέτοια διαμάντια :)

Αχ Ντίνο, Ντίνο...γιατί να είσαι ο Ντίνος? :lol:

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Αχ Ντίνο, Ντίνο...γιατί να είσαι ο Ντίνος? :lol:

 

:huh: E... σαν ποιος να ήμουν δηλαδή;post-1004-1231971026_thumb.jpg

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blondbrained

Βρε Ντίνο, έκανα ένα λογο και παίγνιον με βάση τον στούμπο του διηγήματός σου, και την Σαιξπηρική έκφραση του έρωτά του...κατά το Ρωμαίο, Ρωμαίο, γιατί να είσαι ο Ρωμαίος?

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Ξεθάψιμο ενός από τα πιο αγαπημένα κείμενα στο sff. Τα λόγια έιναι πιο περιττά από ποτέ. Απλά διαβάστε να φτιάξει η μέρα σας!

Share this post


Link to post
Share on other sites
wordsmith

Ορίστε και φεμινισμός-φάντασυ εκ του κου Τουίτι μας! Πρωτότυπο και αρκετά αστείο! :good:

Ξέχασες μερικά "ρο", όμως, που τα λέει σωστά(παστουρμάς, έρωτας, αγροίκος)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ορίστε και φεμινισμός-φάντασυ εκ του κου Τουίτι μας! Πρωτότυπο και αρκετά αστείο! :good:

Ξέχασες μερικά "ρο", όμως, που τα λέει σωστά(παστουρμάς, έρωτας, αγροίκος)

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια... (παγίδα να'ναι; )

 

Κάποια "ρο" έπρεπε να τα αφήσω συνειδητά σωστά, διαφορετικά μέχρι κι εγώ το διάβαζα δύσκολα.

 

Αν το τρόπαιο προς διεκδίκηση δεν ήταν ο συγκεκριμένος γύπας με τριγλυκερίδια, θα κολακευόμουν πολύ.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tattoman

Πολύ όμορφη ιστορία Ντίνο...παραμύθι, μου έφτιαξε την διάθεση.

Share this post


Link to post
Share on other sites
laas7

Ω Θεοι και δρακοι!:lmao:

Ντινο ηταν πραγματικα υπεροχο... γεματο χιουμορ, εξαιρετικη γραφη (πως μου αρεσε η αρχη που ειναι παιδι και γυναικα μαζι) και το τελος εκει που δεν ειναι χαλασμενη και η λεξη "τουγσι":lol: και μαζι πολλα νοηματα...και μια ειρωνικη ματια στα περι ερωτα...

Μπραβο μπραβο!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..