Jump to content
Sign in to follow this  
Rikochet

Ο Θάνατος του Μερκούτιου

Recommended Posts

Rikochet

Βλέποντας εχθές το Ρωμαίος και Ιουλιέττα του Μπαζ Λούρμαν, με τον ΝτιΚάπριο και την Κλαιρ Ντέινς, μου ήρθε μια έντονη επιθυμία να μεταφέρω σε πεζό λόγο την αγαπημένη μου σκηνή. Ορίστε λοιπόν:

 

Ο Θάνατος του Μερκούτιου

 

Δυο άτομα ξεχώριζαν να προχωρούν στην παραλία, μέσα στον καύσωνα, την πολυκοσμία και την ατέλειωτη βαβούρα, τη «μελωδία» που αποτελούνταν απο τις συζητήσεις των λουόμενων. Άλλοτε φωναχτές και οξύες σαν το ζουζούνισμα της μέλισσας, κι’ άλλοτε χαμηλόφωνες και απαλές, σαν το ήχο των κυμάτων που γλείφουν την ακτή, δεν φαίνονταν να ενοχλούν στο ελάχιστο τους δύο άντρες που χωράτευαν και χασκογελούσαν, όλο ευθυμία και καλή διάθεση, ταιριαστή συμπεριφορά σε τέτοιο καιρό.

 

Ο ένας είχε δέρμα μαύρο σαν την πίσσα, με άσπρη πουκαμίσα και μαύρο παντελόνι, η αντίθεση μπλεγμένη με την αρμονία. Χρυσαφικά είχε στα χέρια του, και σιδερικά σε θήκες στα πλευρά του, ασημιά πιστόλια που ξερνούν φωτιά. Μερκούτιος ειναι τ’όνομα του, τα χωρατά του ξακουστά στη Βερόνα, ο καλύτερος φίλος του Ρωμαίου του Μοντέγου. Ο άλλος φορούσε ανοιχτό ζωηρόχρωμο πουκάμισο, και καφετί παντελόνι, τα μαλλιά του ξανθά, ξανθά σα στάχυα, το πρόσωπο του χλωμό, στην όψη ευγενικός και στο μέγεθος θεόρατος. Μπενβόλιος ονομαζόταν, αχώριστος σύντροφος του Μερκούτιου και του Ρωμαίου.

 

«Αλίμονο, τον καημένο Ρωμαίο! Είναι ήδη νεκρός! Μαχαιρωμένος με μιας ασπριδερής πόρνης το μαύρο μάτι, πυροβολημένος μέσα απο τ’αυτί με ένα ερωτοτράγουδο, η ίδια του η καρδιά τρυπημένη απο το τυφλό του αγοριού με το τόξο βέλος! Είναι αυτός άνθρωπος να αντιμετωπίσει τον Τυβάλδο;» είπε με τη γλυκιά φωνή του ο Μερκούτιος. «Γιατι, τί είναι ο Τυβάλδος;» τον ρώτησε ο Μπενβόλιος. «Κάτι περισσότερο απο πρίγκηπας των γατών, μπορώ να σου πώ. Ω, είναι ο γενναίος καπετάνιος των κοπλιμέντων. Πολεμά όπως εσύ τραγουδάς χαζοτράγουδα, κρατά ώρα, απόσταση και αναλογία, μετρά ένα-» απάντησε ο Μερκούτιος, τραβώντας την ίδια στιγμή το πιστόλι του και στριφογυρίζοντας το δεξιοτεχνώς, και κατόπιν πλησιάζοντας με χορευτικά σχεδόν βήματα τον Μπενβόλιο και στρέφοντας το όπλο του προς αυτόν, «-δύο» συνέχισε τραβώντας πίσω το όπλο και στη συνέχεια ακουμπώντας το στο στήθος του φίλου του, «και το τρία κατευθείαν στο στήθος σου: ο χασάπης ενός μεταξένιου κουμπιού, ένας μονομάχος, ένας ευγενής του πρώτου οίκου, του πρώτου και δεύτερου σκοπού: Α, το αθάνατο πασσάντο, το πούντο ριβέρσο, το χάι!» Ξεστομίζοντας τις τελευταίες τρείς λέξεις πραγματοποίησε μια σειρά απο πολύπλοκες κινήσεις του όπλου του, καθώς το περιέστρεφε ανάμεσα στα δάχτυλα του ενός χεριού του, το πέταγε στον αέρα και κάνοντας μια στροφή γύρω απο τον εαυτό του, το έπιασε με το άλλο, χτυπώντας ελαφρά με την κάννη το στήθος του Μπενβόλιου για άλλη μια φορά.

 

Ξεκαρδισμένοι στα γέλια απο την μικρή παράσταση του Μερκούτιου, συνέχισαν το περπάτημα.

 

*

 

Στην παραλία της Βερόνα, σ’ένα απομωνομένο κιόσκι, ο Μπενβόλιος και ο Μερκούτιος ξαπόσταιναν από τον μεσημεριανό τους περίπατο, ως συνήθως αστειευόμενοι.

 

Ξάφνου, μορφές διακρίνει ο Μπενβόλιος να βγαίνουν από ‘να μαύρο αμάξι, μαυροντημένες και επιβλητικές, και να πλησιάζουν με βήμα ταχύ. «Μά το κεφάλι μου, είν’ οι Καπουλέτοι!» παρατήρησε ο Μπενβόλιος. «Μά τη φτέρνα μου, λίγο με νοιάζει» αστειεύεται ο Μερκούτιος, χτυπώντας την αρβύλα του πάνω στον ξύλινο πάγκο.

 

Ντυμένος απο πάν’ ως κάτω στα μαύρα, πρώτος πλησιάζει ο ξακουστός Τυβάλδος των Καπουλέτων, η ματιά του κοφτή, η κίνηση του όλο χάρη.

 

«Κύριοι, καλή σας μέρα. Μια κουβέντα θέλω με έναν από σας». «Μόνο μια λέξη μ’έναν από μας;» αποκρίνεται κοροϊδευτικά ο Μερκούτιος. «Ζευγάρωσε τη με κάτι! Κάνε τη μια κουβέντα κι’ ένα χτύπημα!». «Θα με βρείτε αρκετά ικανό σε αυτό κύριε, αν μου δώσετε την ευκαιρία» απαντά ψυχρά ο Καπουλέτος. «Δεν μπορείς να πάρεις μια ευκαιρία μόνος σου, δίχως να στη δώσουν;» λέει χαμογελώντας ο Μερκούτιος, ακολουθούμενος από το πνιχτό γέλιο του φίλου του. «Μερκούτιε, σύντροφε του Ρωμαίου-»ξεκινά ο Τυβάλδος, μα ο Μερκούτιος με φωνή βροντερή τον διακόπτει: «Σύντροφος! Τι, μας λές ραψωδούς, βιολιστές; Αν αυτό μας λες, τότε μη περιμένεις τίποτε άλλο από κακοφωνίες-» λέει, το πιστόλι του τραβώντας, «-και αυτό εδώ είναι το δοξάρι μου! Αυτό εδώ είναι που θα σε κάνει να χορέψεις!». Ήρεμα ανταπαντά ο Τυβάλδος, καθώς οι σύντροφοι του, του ρίχνουν νευρικές ματιές: «Μιλάμε εδώ, μπροστά σε κόσμο! Είτε αποσύρσου κάπου προσωπικά, και σκέψου τις ανοησίες που μόλις ξεστόμισες, είτε φύγε, εδώ και τώρα, με τις ματιές όλων πάνω μας!». «Του ανθρώπου τα μάτια φτιάχτηκαν για να βλέπουν, ας δούν λοιπόν! Δεν θα υποκύψω για την ευχαρίστηση κανενός! Εγώ-» έκανε να πει ο Μερκούτιος, αλλα ο ερχομός ενός δεύτερου αμαξιού τον διέκοψε απότομα.

 

Ο Ρωμαίος βγαίνει από τα’αμάξι, ντυμένος στα λευκά, και πλησιάζει αργα-αργά, η όψη του θλιμμένη. «Ειρήνη σε σας κύριε - να ο άνθρωπος μου» λέει ο Τυβάλδος, πλησιάζοντας τον Ρωμαίο, η όψη του σκληρότερη κι’από το πιο σκληρό ατσάλι της Βερόνα. «Ρωμαίο, το μίσος που έχω για σένα δεν μπορεί να δεχθεί καλύτερο όρο από αυτόν: Είσαι φαύλος!»

 

Μ’αυτά του τα λόγια ο Μερκούτιος και ο Ρωμαίος παγώνουν στη θέση τους. Του Τυβάλδου ο σύντροφος πλησιάζει, τραβά το πιστόλι από τη θήκη στα πλευρά του Καπουλέτου, και αδειάζει όλες τις σφαίρες - όλες εκτός από μία. Κατόπιν, ξαναβάζει το σιδερικό στη θέση του. Βλέποντας αυτά, το ίδιο πάει να κάνει ο Μερκούτιος στο Ρωμαίο, μα ο Μοντέγος τον σταματά. Το βλέμμα του είναι θλιμμένο, τα μάτια του έτοιμα να δακρύσουν. Τον Τυβάλδο πλησιάζει, και πέφτει στα πόδια του, κλαίγοντας πια: «Τυβάλδε, ο λόγος που σε αγαπώ υπερκαλύπτει την οργή μου για ένα τέτοιο καλωσόρισμα! Αντίο σου λοιπόν, βλέπω ότι καθόλου δεν με γνωρίζεις». Ο Καπουλέτος καθόλου δεν συγκινείται, αντίθετα απαντά οργισμένος: «Νεαρέ, αυτό δεν δικαιολογεί τα τραύματα που μου έχεις προκαλέσει. Γι’αυτό λοιπόν, γύρνα και τράβα!». Μια κλωτσιά στο πρόσωπο του Ρωμαίου ακολουθεί τα λόγια του Τυβάλδου, καθώς ο Καπουλέτος τον πλησιάζει, και κλωτσόντας τον, ουρλιάζει: «ΓΥΡΝΑ ΚΑΙ ΤΡΑΒΑ! ΓΥΡΝΑ ΚΑΙ ΤΡΑΒΑ ΠΑΝΑΘΕΜΑ ΣΕ! ΓΥΡΝΑ! ΓΥΡΝΑ!». Με χείλη σκισμένα και πρόσωπο ματωμένο, ο Ρωμαίος διαμαρτύρεται: «Ενίσταμαι! Ποτέ μου δεν σε πλήγωσα, αλλα σε αγαπώ περισσότερο απ’όσο φαντάζεσαι! Έτσι, αγαπημένε μου Καπουλέτε -που το όνομα σου κρατώ πολυτιμότερο κι’απ’το δικό μου- ικανοποιήσου.» Ο θυμός του Τυβάλδου όμως δεν σβήνει, αντίθετα, η φωτιά που καίει μέσα του φουντώνει: Με γροθιές και κλωτσιές οδηγεί το Ρωμαίο στο απομεινάρι ενός θεάτρου που κάποτε βρισκόταν στην παραλία, μια μισογκρεμισμένη αυλαία. Τον ρίχνει ξανά κάτω, και τραβά το όπλο του. Ο Μερκούτιος δεν μπορεί να αντέξει άλλο την προσβολή που γίνεται στο φίλο του. Τ’όπλο του τραβά και στην άμμο το ρίχνει, και τρέχει προς το μέρος τους. Στον Τυβάλδο από πίσω επιτίθεται, βίαια τον σπρώχνει μακρυά από τον αιμόφυρτο Ρωμαίο. «Τυβάλδε, ποντικοκυνηγέ, θα περπατήσεις;» κράζει καθώς στην κοιλιά τον κλωτσά. «Τι θες μαζί μου;» αποκρίνεται ξέπνοα ο Καπουλέτος. «Καλέ μου άρχοντα των γάτων, μόνο μια από τις εννιά ζωές σου θέλω, και εννοώ να την πάρω βίαια! Θα με αντιμετωπίσεις, ή θα σου διαλύσω το πρόσωπο με τις γροθιές μου;» απαντά ο Μερκούτιος, καθώς επιτίθεται για ακόμη μια φορά στον Τυβάλδο. Ο Καπουλέτος, τραβιέται πίσω, υψώνει τις γροθιές του και λέει «Είμαι εδώ για σένα!» καθώς ρίχνεται πάνω στο Μερκούτιο. Για πολλή ώρα παλεύουν οι δυό τους, χωρίς ποτέ να νικάει εξολοκλήρου κανείς. Τελικά, πάνω σε μια τζαμαρία πέφτει ο Τυβάλδος, μετά από γροθιά του Μερκούτιου, κι’από ‘κει, μαζί με ένα σωρό από σπασμένα γυαλιά, στην ψυχρή άμμο. Επεμβαίνει τότε ο Ρωμαίος, τρέχοντας και συγκρατώντας τον Μερκούτιο από το να ορμήσει, φωνάζοντας: «Κύριοι, σας παρακαλώ, σταματήστε αυτό τον παραλογισμό! Κρατήσου, Τυβάλδε! Μερκούτιε καλέ μου, σταμάτα!» Σαν το φίδι πετάγεται μπροστα ο Τυβάλδος, ένα κοφτερό γυαλί κραδαίνοντας, και μπλέκεται με τους άλλους δύο. «Όχι!» φωνάζει ο Ρωμαίος, αλλα το κακό έχει ήδη γίνει. Τρεκλίζοντας, ο Μερκούτιος ανεβαίνει στην αυλαία, κρατώντας το πλευρό του. «Είσαι χτυπημένος;» ρωτάει όλος ανησυχία ο Μπενβόλιο. «Ώι, μια γρατζουνιά είναι μόνο» απαντά πνιχτά ο Μερκούτιος. «Μόνο…μια…γρατζουνιά…». «Κουράγιο φίλε μου, δεν μπορεί να είναι πολύ σοβαρό» του δίνει κουράγιο ο Ρωμαίος. Με λυγμούς σχεδόν απαντά ο Μερκούτιος: «Όχι, δεν είναι τόσο βαθύ όσο ένα πηγάδι, ούτε τόσο φαρδύ όσο μια πόρτα της εκκλησιάς. Αλλα είναι αρκετό, θα κάνει τη δουλειά του…Ρώτα για μένα αύριο, και θα με βρεις πεθαμένο! Κατάρα και στις δυό οικογένειες σας! Γιατι στο διάβολο μπήκες ανάμεσα μας; Με χτύπησε κάτω από το χέρι σου…». Περίλυπος λέει ο Ρωμαίος: «Για το καλό σας το έκανα…για το καλό σας…».

 

Δίχως να του δίνει σημασία, καμπουριασμένος τρέχει ο Μερκούτιος προς την αντίθετη μεριά, παραπατώντας και κρατώντας σφιχτά το τραύμα του. Φουριόζος τον ακολουθεί ο Ρωμαίος, μέχρι που τον προφταίνει, λίγο πριν από τη θάλασσα, τη στιγμή που ο φίλος του σωριάζεται ανάσκελα στην άμμο.

 

Κλαίγοντας σκύβει από πάνω του, και τον αγκαλιάζει. «Κατάρα και στις δυό οικογένειες σας!» ψελλίζει ο Μερκούτιος. «Κατάρα…και στις δυό…οικογένειες σας. Κατάρα…και στις…δυό…..οικογένειες…..σας.».

 

Το κεφάλι του πέφτει προς τα πίσω, και τα μάτια του κλείνουν, καθώς η ψυχή του οδεύει προς τα ουράνια.

Edited by Rikochet

Share this post


Link to post
Share on other sites
LordCeleborn

Poly kalh arxh agaphte mou file. Katapliktiko ... mou 8ymizei polla.

Bravo 8elw na dw tin synexeia, sigoura.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Δεν έχω δει την ταινία, πάντως μπορώ να πω ότι αποτυπώνεις ωραία τη σκηνή. Πέρα από τα δάνεια από το Σέξπηρ τα καταφέρνεις και μια χαρά όταν συμβάλεις με τη δική σου πένα. Πλάκα πλάκα κάτι τέτοιο θα ήταν μια ενδιαφέρουσα άσκηση για πολλούς συγγραφείς, να γράψουν μια σκηνή από ταινία δηλαδή.

Share this post


Link to post
Share on other sites
LordCeleborn

Panemorfo Riko, katapliktikh douleia. Poly kalh apotypwsh. o Se3pir 8a htan xaroumenos me auto.

Share this post


Link to post
Share on other sites
zoyki

Λοιπόν λοιπόν, πολύ καλογραμμένο... Το μόνο κακό που έχω να πω είναι ότι έκανες ένα ορθογραφικό που μου κάνει κάτι καθε φορά που το βλέπω!

Το κύμα δε γλύφει την ακτή, την παραλία ή όπως αλλιώς το έχεις γράψει και αυτό γιατί δεν είναι γλύπτης. Ο γλύπτης είναι αυτος που γλύφει το μάρμαρο για παράδειγμα. Όταν όμως εσύ πάρεις και εγώ και όλοι μας αγοράσουμε γλειφιτζούρι ή παγωτό το γλΕΙφουμε. Έψιλον γιώτα θέλει λοιπόν και ουχί υψιλον στη συγκεκριμένη περίπτωση... Έτσι όπως το γράφεις δεν πολυβγάζει νοημα.... :p

Share this post


Link to post
Share on other sites
LordCeleborn
Λοιπόν λοιπόν, πολύ καλογραμμένο... Το μόνο κακό που έχω να πω είναι ότι έκανες ένα ορθογραφικό που μου κάνει κάτι καθε φορά που το βλέπω!

Το κύμα δε γλύφει την ακτή, την παραλία ή όπως αλλιώς το έχεις γράψει και αυτό γιατί δεν είναι γλύπτης. Ο γλύπτης είναι αυτος που γλύφει το μάρμαρο για παράδειγμα. Όταν όμως εσύ πάρεις και εγώ και όλοι μας αγοράσουμε γλειφιτζούρι ή παγωτό το γλΕΙφουμε. Έψιλον γιώτα θέλει λοιπόν και ουχί υψιλον στη συγκεκριμένη περίπτωση... Έτσι όπως το γράφεις δεν πολυβγάζει νοημα.... :p

 

8a diafwnisw agaphth mou :)

 

To kyma γλύφει thn akth giati diamorfwnei to anaflyfo tis. H Ekfrash einia swsth kata tin dikh mou gnwmh.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Τι ακριβώς εννοούσε μπορεί να μας το πει μόνο ο συγγραφέας. Επομένως, Riko, αν θέλεις να εννοήσεις ότι το κύμα διαμορφώνει την ακτή, γράφεις "γλύφει" ' αν θέλεις να πεις ότι το κύμα χτυπάει την ακτή, γράφεις "γλείφει".

 

U chooz

Share this post


Link to post
Share on other sites
Rikochet

Βασικά, το εννοούσα με την έννοια του "γλείφει", οπότε mea culpa. Το διορθώνω ευθής αμέσως.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienna

Εκτός από το ότι είναι καλογραμμένο και πολύ μάλιστα (το οποίο μπορώ να το δηλώσω ως αντικειμενική αλήθεια) κάνει και την ψυχή μου να χορευει σε περίεργους ρυθμούς... Μου θυμίζει πολλά.

Αλλά αυτό δεν είναι αντικειμενικό, ω όχι.

Είναι η ψυχή μιας μάλλον τρελής και σίγουρα ερωτευμένης.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Isis

Διάφορα ορθογραφικούλια και άλλα λάθη:

 

πρίγκιπας (όχι πρίγκηπας)

οξείες (όχι οξύες)

Δε βάζουμε κόμμα πριν τα και/κι

Δεν είναι σωστές οι απόστροφοι μετά το κι (το έχεις ξανακούσει αυτό!)

 

Νοηματικό παράδοξο:

 

Τελικά, πάνω σε μια τζαμαρία πέφτει ο Τυβάλδος, μετά από γροθιά του Μερκούτιου, κι’από ‘κει, μαζί με ένα σωρό από σπασμένα γυαλιά, στην ψυχρή άμμο.

 

Πώς βρέθηκε η τζαμαρία στο απομονωμένο κιόσκι στην παραλία της Βερόνα; (ιδού η απορία) (το κιόσκι δεν έχει τζάμι, παρά τέσσερεις πιλώνες στήριξης κι ένα τυχαίο κάλυμμα, από ύφασμα ή ελενίτ - δεδομένης και της εποχής, μάλλον ύφασμα βλέπω)!

 

Έντονος λυρισμός, γραμμένο σα θεατρικό! Πετυχημένη χρήση των αντιστροφών υποκειμένων και αντικειμένων! Θυμίζει αρκετά τη γραφή της εποχής!

Ένα πολύ όμορφο και ζωντανό κείμενο!

 

:thmbup:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Throgos

Πολύ καλό, θεατρικό (πώς θα μπορούσε να μην είναι;) και ζωντανό. Έχω δει την ταινία και πραγματικά είναι πολύ καλό. Μου αρέσει πώς μας κάνεις γνωστούς τους χαρακτήρες και την συμπεριφορά τους σε ένα τόσο μικρό κομμάτι.

 

Υ.Γ.:Isis, έχεις δει την ταινία; Δεν διαδραματίζεται στο Μεσαίωνα, αλλά στη σύγχρονη εποχή. Άρα δεν υπάρχει θέμα "εποχής".

 

:beerchug:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Balidor

πο ποοοοοοοοοοοοοοο

Μου άρεσε πάρα πολυ ...

Δέν έχω δει την ταινία αλλά μπορώ να πώ οτι είναι ΤΡΟΜΕΡΑ ενδιαφέρουσα η σκηνή που περιγράφεις.

και φυσικά την περιγράφεις τρομερά, λές και ήμουν εκεί. πολύ καλη χρησημοποίηση της γλώσσας mate... Weel Done !!!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..