Jump to content
DinoHajiyorgi

Απ'το Βουνό

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Η αυγή ήρθε ανεπαίσθητα, ζωγράφισε τις χαραμάδες και σχημάτισε στο σκοτάδι της καλύβας την πόρτα και τα σφαλιστά παραθυρόφυλλα. Ο άντρας όμως στο κρεβάτι την άκουσε ξεκάθαρα και στριφογύρισε κάτω από την κουβέρτα αφυπνισμένος. Έσπρωξε τον εαυτό του για να σηκωθεί. Καθάρισε τον στεγνό του λαιμό και του ξέφυγε ένας βραχνός βήχας. Κοίταξε προς την καρέκλα που κρεμούσε το χακί του παντελόνι μέχρι που θυμήθηκε πως το φορούσε ακόμα. Είχε πέσει για ύπνο με το παντελόνι και την μάλλινη του φανέλα. Σηκώθηκε και βημάτισε προς την πόρτα τσιτώνοντας τις κλειδώσεις του. Τράβηξε το ξύλινο χερούλι και άφησε το πρωινό φως να μπει μέσα. Βγήκε έξω και άνοιξε τα χέρια του διάπλατα για να ξεμουδιάσει. Υπήρχε κατήφεια στο βλέμμα του που δεν έλεγε να φύγει, γαντζωμένη πάνω του από όνειρα ανήσυχα.

 

Πίσω του στην καλύβα, στο κρεβάτι στη γωνία ξύπνησε και το αγόρι. Σηκώθηκε και έτριψε τα μάτια του μαχμουρλίδικα. Μετά κάθισε να παρατηρεί την πλάτη του άντρα περιμένοντας θαρρείς κάποιο πρόσταγμα. Εκείνος έκανε άλλο ένα βήμα μακριά από την καλύβα και κοίταξε κάτω, προς τον κάμπο. Εκεί που στεκόταν, ανάμεσα στην βραχώδη κορυφή και την πλαγιά που κατηφόριζε ως τα πολύχρωμα γεωμετρικά χωράφια, θα μπορούσε προς στιγμή να νιώσει θεός. Ή τόσο κοντά σ’ Εκείνον. Τα μάτια του όμως αγνοούσαν το μεγαλείο της θέας. Τα συναισθήματα του ήταν καμουφλαρισμένα κάτω από τα χοντροκομμένα του χαρακτηριστικά, κι αυτά θαμμένα κάτω από τα σγουρά του μαλλιά, τα τραχιά του φρύδια, ένα παχύ μουστάκι και ατημέλητα γένια. Τα αρνιά στο μαντρί ήταν ήσυχα. Αυτή η ακινησία έμοιαζε να τον πληγώνει, να του εντείνει την ανησυχία.

 

Πήγε και γονάτισε μπροστά στο μικρό υπόστεγο δίπλα στην καλύβα. Παραμέρισε την λινάτσα που κάλυπτε την πορτούλα του και κοίταξε μέσα. Το τσοπανόσκυλο ήταν ξαπλωμένο εκεί. Πρόσεξε το στήθος του ζώου που ανεβοκατέβαινε με την κάθε του αναπνοή. Ήταν ακόμα ζωντανό. Σήκωσε αδύναμα το βλέμμα του προς το αφεντικό και κούνησε φιλικά την ουρά του. Η γλώσσα του κρεμόταν έξω και ανάσαινε γρήγορα, κοφτά. Εκείνος το χάιδεψε καθησυχαστικά.

 

Γύρισε στην καλύβα του να ντυθεί ενώ το αγόρι έστρωνε το τραπέζι με ψωμί, τυρί και γάλα. Μετά το πρωινό ο άντρας κουμπώθηκε στο παλτό του και γέμισε την τσέπη του με καρύδια. Πήγαν στο υπόστεγο με το αγόρι και σηκώνοντας το σκυλί το ξάπλωσαν πάνω σε μια ανοιγμένη λινάτσα. Μετά δίπλωσαν την λινάτσα γύρω από το ζώο αφήνοντας μόνο το κεφάλι του απ’έξω. Με μια βελόνα και μια τριχιά κούμπωσαν την λινάτσα σαν σάκο. Πέρασε πρώτα ένα ταγάρι πάνω από τον ένα ώμο, μετά σήκωσαν τον σάκο και από μια μεγάλη θηλιά στον άλλο ώμο κρέμασε το ζώο στην πλάτη του. Έκανε μερικά βήματα εμπρός-πίσω για να βολέψει το βάρος πάνω του. Το κεφάλι του σκύλου εξείχε έξω από τον σάκο και κρεμόταν αδύναμα πάνω από τον ώμο του άντρα. Μετά εκείνος κοίταξε το αγόρι.

«Μην ξεχάσεις να μετρήσεις τα ζωντανά το σούρουπο.»

Το αγόρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Χωρίς άλλη κουβέντα ο άντρας γύρισε και έφυγε. Το αγόρι κάθισε σε μια πέτρα να τον παρατηρεί μέχρι να χαθεί κάθε ίχνος του στην κατηφόρα.

 

Η βουνοπλαγιά ήταν σε μέρη επικίνδυνα απότομη. Εκείνος όμως γνώριζε κάθε πτυχή εκείνου του εδάφους. Το πάτημα του ήταν σίγουρο ακόμα και με το πρόσθετο βάρος στην πλάτη. Το γαλάζιο της ημέρας είχε αντικαταστήσει το λευκό της αυγής και ο ήλιος είχε αρχίσει να ανυψώνεται ζεστός πριν ακόμα φτάσει στα μισά της κατάβασης του. Ένιωθε όμως ακόμα την δροσιά της νύχτας στις μουσκεμένες του κάλτσες. Κάθε του βήμα βυθιζόταν σε παχύ, υγρό χορτάρι. Στο πρώτο πλάτωμα που συνάντησε έπεσε πάνω σε κάποιο κοπάδι που έβοσκε εκεί από ώρα. Οι δύο τσοπάνηδες που πρόσεχαν τα ζώα τους τον είδαν να κατεβαίνει το βουνό και τον χαιρέτησαν. Σήκωσε το χέρι του προς ανταπόκριση και συνέχισε τον δρόμο του. Δεν είχε καιρό για κουβέντες. Του φώναξαν από πίσω.

«Έι! Που πας με τον σκύλο στον ώμο;!»

Τους αποκρίθηκε χωρίς να σταματήσει.

«Πάω στην πόλη να του βρω γιατρό!»

«Τι γιατρό μωρέ; Αυτό ψόφησε κιόλας!»

Έκλεψε μια ανήσυχη ματιά προς τον σκύλο του. Οι βοσκοί έβαλαν τα γέλια. Τους αγνόησε.

«Έι! Έλα πίσω! Τρελάθηκες μωρέ;!» του φώναζαν και γελούσαν.

 

Η πλαγιά άρχισε να ισιώνει. Τώρα πύκνωσαν τα δέντρα γύρω του. Συνάντησε την όχθη ενός ποταμού και σταμάτησε εκεί να ξαποστάσει. Άφησε τον σκύλο καταγής προσεκτικά και πήγε στο ποτάμι να δροσιστεί και να γεμίσει το παγούρι του. Επέστρεψε, και βάζοντας την χούφτα του κάτω από το σαγόνι του σκύλου άδειασε προσεκτικά το νερό στο στόμα του ζώου. Ο σκύλος ήπιε διψασμένα. Αφού ξαναγέμισε το παγούρι και έβρεξε το μέτωπο του τσίτωσε ξανά τις κλειδώσεις του και ετοιμάστηκε για την συνέχεια. Ακολούθησε με το βλέμμα το ποτάμι προς την πηγή του, και εκεί ψηλά, ανάμεσα από τα δέντρα ατένισε το μυτερό δόντι της κορυφής του βουνού. Είχε χρόνια να αφήσει την προστασία του. Έπρεπε όμως.

 

Ο κάμπος ήταν άλλος κόσμος. Εδώ ο ήλιος έκαιγε, έψηνε την σκαμμένη γη. Υπήρχαν άλλοι ήχοι εκεί. Το μοτέρ ενός τρακτέρ στο βάθος, το σφύριγμα μιας μηχανής ψεκασμού κοντύτερα, οι κουβέντες αντρών και γυναικών με μαντίλια και ψάθινα καπέλα που έσκυβαν πάνω στο χώμα για να γεμίσουν τα καλάθια τους. Είχε βγάλει το παλτό του και το είχε κρεμάσει πάνω από το ταγάρι. Βάδιζε μέσα από μια σειρά μαρούλια με τον σκύλο ακόμα στην πλάτη, το κεφάλι του ζώου να πηγαίνει πέρα-δώθε σαν άψυχο.

 

Μετά από δύο ώρες και τον ήλιο να μεσουρανεί έφτασε στον δρόμο. Δέντρα πλαισίωναν το μήκος του. Σταμάτησε στην άκρη και σκούπισε με ένα μαντίλι τον ιδρώτα του. Έβαλε το χέρι του στη μουσούδα του ζώου για να δει αν είναι ακόμα ζωντανό. Ο σκύλος ανταποκρίθηκε γλύφοντας το χέρι του αφεντικού του. Έκανε ένα διάλειμμα τρώγοντας καρύδια πριν αρχίσει να ακολουθεί την άκρη του δρόμου με κατεύθυνση την πόλη. Έκαμνε νόημα σε όποιο αυτοκίνητο ή φορτηγό τους προσπερνούσε αλλά δεν σταματούσε κανείς. Κάθε τόσο άλλαζε ώμο για την θηλιά του σάκου. Πονούσε ολόκληρος αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να τα παρατήσει. Καθώς ξαπόσταινε είδε το κόκκινο ημιφορτηγό να πλησιάζει και να φρενάρει δίπλα του. Ο οδηγός, ένας άντρας μιας κάποιας ηλικίας, έσκυψε προς το παράθυρο του συνοδηγού και βάλθηκε να τον μελετάει.

«Προς τα πού πατριώτη;»

«Στην πόλη.»

«Έμπα. Βάλε το σκυλί πίσω στην καρότσα.»

Κοίταξε την καρότσα σκεπτικός.

«Θα καθίσω κι εγώ πίσω.»

«Όπως θες.»

Ανέβασε τον σκύλο μόνος του και μετά βολεύτηκε και ο ίδιος δίπλα στο ζώο. Ο οδηγός δεν έπαψε να τον παρατηρεί και μετά έβαλε μπρος.

 

Δεξιά και αριστερά του δρόμου μια θάλασσα από ατέλειωτα χωράφια. Η κυκλοφορία από φορτηγά, τρίκυκλα και τρακτέρ γύρω τους άρχισε να πυκνώνει. Ο άντρας έβγαλε από το ταγάρι του μια φλογέρα και άρχισε να παίζει για τον σκύλο του τραβώντας περίεργες ματιές από τον οδηγό μέσα από τον καθρέπτη. Σταμάτησαν μια-δυο φορές όταν έπεσαν πάνω σε κοπάδια που διέσχιζαν τον δρόμο κάθετα. Ο σκύλος άκουσε τα βελάσματα και ανασήκωσε την μουσούδα του μυρίζοντας τον αέρα. Του ξέφυγε ένα γάβγισμα. Το πρόσωπο του άντρα συσπάστηκε σε ένα χαμόγελο και χάιδεψε το κεφάλι του τσοπανόσκυλου.

 

Πάρκαραν στην κεντρική πλατεία της κωμόπολης. Ήταν ημέρα λαϊκής αγοράς και ο συνωστισμός κόσμου και αυτοκινήτων ήταν απερίγραπτος. Ο άντρας κατέβηκε από την καρότσα με τον σκύλο και ευχαρίστησε τον οδηγό.

«Ευχαριστώ…πατριώτη.»

«Δεν είναι τίποτις.»

Έμειναν να κοιτάζονται καθώς ο βουνίσιος πάσχιζε φανερά να βρει το θάρρος να πει κάτι ακόμα.

«Μήπως ξέρεις να μου δείξεις που μπορώ να βρω έναν γιατρό;»

«Γιατρό;»

«Ναι…για τον σκύλο.»

Ο οδηγός κοίταξε καχύποπτα το ζώο στον σάκο.

«Δεν νομίζω να έχει τίποτα κολλητικό;»

«Όχι. Όχι δεν έχει.»

«Κτηνίατρο θέλεις.»

«Ναι. Που έχει κτηνίατρο;»

Ο οδηγός άρχισε να ξεφυσάει και να τρίβει το κεφάλι του σαν να τον βρήκανε σκοτούρες. Είδε ξαφνικά έναν γνωστό του εκεί κοντά.

«Αντών’! Ε Αντών’! Που έχει μωρέ κτηνίατρο;» φώναξε πάνω από την οχλοβοή.

«Κτηνίατρο;!»

«Ναι μωρέ. Για το σκυλί του πατριώτ’ απεδώ!»

Ο Αντώνης έκανε ένα νόημα που δήλωνε «πολύ δρόμο.»

«Πέρα. Στα αγροτικά. Μετά τα τρένα.»

Ο οδηγός γύρισε προς τον βουνίσιο.

«Έχεις δρόμο. Στην άλλη άκρη της πόλης. Θα σε πήγαινα αλλά έχω να φορτώσω.»

«Δεν πειράζει. Εσύ δείξε μου προς τα πού.»

«Ακολούθα τον δρόμο εκεί, όλο ευθεία. Μετά τις γραμμές του τρένου, στο αριστερό σου χέρι θα δεις τα αγροτικά ιατρεία. Εκεί είναι και ο κτηνίατρος.»

«Ευχαριστώ.»

 

Ο άντρας σήκωσε τον σκύλο μόνος του και τον κρέμασε πάλι στην πλάτη. Γύρω από τον άλλο ώμο κρέμασε το ταγάρι με το παλτό του. Ξεκίνησε πάλι το ταξίδι του, αυτή τη φορά τραβώντας το βλέμμα όλης της πλατείας που νόμισε πως είχε έναν τρελό στο μέσον της. Απτόητος αγνόησε τα περίεργα κοιτάγματα των περαστικών και ακολούθησε τις οδηγίες για την κατεύθυνση του. Ανάμεσα στα στενά πεζοδρόμια, τον κόσμο, τα παρκαρισμένα και κινούμενα οχήματα η πορεία ήταν ακόμα πιο δύσκολη. Πάνω από μια φορά τράβηξε το εκνευρισμένο κορνάρισμα ενός οδηγού επειδή βγήκε στον δρόμο του.

 

Κάποια στιγμή επιτέλους άρχισαν να αραιώνουν τα σπίτια και να φαρδαίνουν τα πεζοδρόμια. Σταμάτησε σε κάποιες αυλές και ζήτησε πρόσθετες οδηγίες ή να του γεμίσουν το παγούρι. Έφτασε στις γραμμές του τρένου και αφού τις διέσχισε δεν άργησε να βρει και τα αγροτικά ιατρεία. Στον αυλόγυρο του κεντρικού κτιρίου ήταν μαζεμένοι αρκετοί που περίμεναν τη σειρά τους. Ο άντρας κράτησε μια ντροπαλή απόσταση, αμήχανος ως προς το ποια θα ήταν η επόμενη του κίνηση. Άκουσε το μουγκανητό μιας αγελάδας από τα δεξιά του, πίσω από το κεντρικό κτίριο. Αποφάσισε να ακολουθήσει τον ήχο.

 

Κατέληξε σε έναν μεγάλο στάβλο. Άχυρο και κοπριά κάλυπταν το ασβεστωμένο πλακόστρωτο μπροστά στην είσοδο. Ένα γαϊδουράκι ήταν δεμένο σε ένα δέντρο στην άκρη της αυλής. Κοντοστάθηκε εκεί μην ξέροντας τι να κάνει. Άφησε τον σκύλο μαλακά καταγής όταν ένας άντρας με λευκή ποδιά, γύρω στα τριάντα και πρόωρη φαλάκρα, βγήκε από μέσα. Στα χέρια του φορούσε πλαστικά, χειρουργικά γάντια που έφταναν μέχρι τους αγκώνες του. Είδε τον βοσκό και τον πλησίασε απορημένος.

«Μπορώ να σας βοηθήσω;»

«Ο σκύλος μου είναι άρρωστος.»

«Ο σκύλος; Γιατί τον φέρατε εδώ;»

«Έτσι μου είπαν.»

«Ποιος σας το είπε; Στην πόλη υπάρχει ιατρείο μικρών ζώων. Να το πάτε εκεί. Εδώ κοιτάζουμε τα μεγάλα ζωντανά.»

Ο άντρας κατσούφιασε και κοίταξε τον σκύλο του αμήχανα. Ο γιατρός έσκυψε και χάιδεψε το ζώο.

«Τι έχει;»

«Εδώ και μέρες είναι έτσι. Χωρίς ζωή. Από κουτάβι ήταν σπίρτο μοναχό. Το καλύτερο πάνω στο βουνό…»

«Ωραίο τσοπανόσκυλο. Τσοπάνης είστε;»

«Ναι. Έχω ένα μαντρί στη Σκεπή.»

Ο γιατρός κοίταξε τα δόντια του σκύλου.

«Πόσον καιρό τον έχετε;»

«Από μικρό…»

Ο γιατρός σηκώθηκε και κοίταξε τον βοσκό στα μάτια.

«Αυτό το ζώο έφαγε τα χρόνια του. Είναι γέρικο. Μάλλον πονάει και βρίσκεται στα τελευταία του. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Το πολύ-πολύ να του κάνω μια ένεση και να το απαλλάξω από την μιζέρια του.»

 

Ο άντρας δεν έπιασε αμέσως τι του είπε ο γιατρός. Μόλις το χώνεψε γούρλωσε τα μάτια του και άρχισε να τρέμει. Έβαλε τις φωνές.

«Τι λες μωρέ;!»

Ο γιατρός αναπήδησε ξαφνιασμένος.

«Έφερα το άρρωστο μου σκυλί σε γιατρό για να το γιάνει, όχι για να το πεθάνει! Γιατρό λες εσύ τον εαυτό σου;!»

Βγήκαν κι άλλοι από τον στάβλο που άκουσαν τις φωνές και ήρθαν να δουν τι συμβαίνει.

«Ηρεμίστε παρακαλώ…» ψέλλισε ο γιατρός κοκκινισμένος, «Μια πρόταση έκανα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο για το σκυλί σας…»

Θορυβημένος από την φασαρία ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι του και άρχισε να γρυλίζει λυπημένα προς το αφεντικό του. Εκείνος έσκυψε να το καθησυχάσει. Το σήκωσε πάλι και το κρέμασε στην πλάτη του.

«Μακριά τα χέρια σου από τον σκύλο μου! Πεθαμενατζή!»

Οι θεατές του δράματος το έβαλαν στα γέλια. Άφησαν τον βουνίσιο να φύγει με τον σκύλο του και με τον γιατρό να εξακολουθεί να τα έχει χαμένα.

«Περίπτωση που μας κατέβηκε από το βουνό!»

 

Πήρε πάλι την ίδια διαδρομή από την ανάποδη. Το φορτίο του πιο βαρύ από ποτέ. Σταμάτησε αρκετούς περαστικούς για να τους ρωτήσει που είναι το ιατρείο για μικρά ζώα. Κανείς δεν ήξερε. Σήκωναν τους ώμους τους και επιδείκνυαν την γκριμάτσα της άγνοιας τους. Κάποια στιγμή είδε νεαρό κορίτσι που είχε βγάλει βόλτα το κανισάκι της. Του έγνεψε καταφατικά και σήκωσε το δάκτυλο της για να του δείξει.

 

Το δήλωνε και η πινακίδα έξω από το σπίτι. ΙΑΤΡΕΙΟ ΜΙΚΡΩΝ ΖΩΩΝ. Δίπλα η ζωγραφιά ενός σκύλου και μιας γάτας. Το εσωτερικό ήταν γυμνό από περιττά έπιπλα. Ο πάγκος των εξετάσεων και ένα ντουλάπι με φάρμακα. Πολύχρωμες, χαριτωμένες αφίσες στους τοίχους. Μπήκε μέσα εξουθενωμένος και αφουγκράστηκε για άλλη ανθρώπινη παρουσία. Άκουσε τον νεροχύτη πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα. Κάποιος έπλενε τα χέρια του. Τα πόδια του σύρθηκαν πάνω στο μάρμαρο. Σαν απάντηση άκουσε μια γυναικεία φωνή πίσω από την πόρτα.

«Ένα λεπτό…έρχομαι!»

Η πόρτα άνοιξε αμέσως και ξεπρόβαλε μια όμορφη κοπέλα με λευκή ποδιά. Την κοίταξε άφωνος, τελείως αμήχανος. Εκείνη του χαμογέλασε και του έδειξε το τραπέζι.

«Μα τι κάνετε; Αφήστε το σκυλί στο τραπέζι.»

 

Ξεκρέμασε τον σκύλο από την πλάτη του με την βοήθεια της κοπέλας. Ξάπλωσαν το ζώο μαζί πάνω στο τραπέζι. Η γιατρός έσκυψε και χάιδεψε τα αυτιά του σκύλου τρυφερά, μιλώντας του γλυκά.

«Τι ωραίο σκυλάκι που είσαι εσύ…Ναι – ναι…Τι έχει το καημένο;»

«Δεν ξέρω…Είναι εδώ ο γιατρός;»

Δεν χαλάστηκε, διατήρησε το χαμόγελο της.

«Εγώ είμαι η γιατρός.»

Ο άντρας έδειξε ξαφνιασμένος. Ένα ίχνος απελπισίας πέρασε από τα μάτια του. Κοίταξε γύρω-γύρω το ιατρείο και μετά τον σκύλο του. Η κοπέλα έσκυψε προς το μέρος του.

«Δεν πειράζει που είμαι γυναίκα. Είμαι καλή.»

«Μπορείς να τον γιάνεις;»

 

Άρχισε να εξετάζει το ζώο αγγίζοντας το απαλά, προσεκτικά.

«Το σκυλί είναι μεγάλης ηλικίας. Έχει πολλά προβλήματα. Στα χρόνια του θα υποφέρει από συκώτι, νεφρά, ρευματικά…Μπορώ να σου δώσω κάποια χάπια, να του τα δίνεις με το φαγητό, να του κάνουμε τη ζωή που του’μεινε πιο υποφερτή. Αλλά δεν μπορεί να είναι πλέον τσοπανόσκυλο. Με καταλαβαίνεις;»

Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

«Πρέπει επίσης να του αφαιρέσω μερικά από τα δόντια του που είναι προβληματικά. Αν τα αφήσω δεν θα μπορεί να μασάει, θα του είναι επίπονο.»

Πήγε στο ντουλάπι και έβγαλε μια μεγάλη σύριγγα.

«Περίμενε εκεί στο σαλονάκι μέχρι να τελειώσω.»

 

Κάθισε στο σαλονάκι, έβγαλε την φλογέρα του και άρχισε να παίζει. Η γιατρός ξαφνιάστηκε, πρόσεξε όμως την ουρά του σκύλου που κουνούσε αδύναμα. Η μελωδία ήταν μαγευτική, ήταν σαν να έφερνε την αύρα του βουνού και το θρόισμα των δέντρων μέσα στο μικρό ιατρείο. Άρχισε να βλέπει αρνιά να τρέχουν στην βουνοπλαγιά όσο δούλευε και φανταζόταν και τον σκύλο να βλέπει παρόμοιες εικόνες μέσα στην νάρκωση του.

 

Όταν τέλειωσε είπε τα καλά νέα στον άντρα. Ο σκύλος θα την έβγαζε άνετα στον χρόνο που του είχε γράψει η μοίρα. Του έδωσε και τα φάρμακα που είχε στο στοκ γιατί ήταν περασμένη η ώρα και τα φαρμακεία θα ήταν κλειστά.

«Δύο φορές την ημέρα με το φαγητό.»

Πήρε από το ταγάρι του ένα κουβάρι μαντήλι. Το ξεδίπλωσε και έβγαλε από μέσα ένα ρολό χαρτονομίσματα.

«Δεν είναι ανάγκη. Δεν μου χρωστάς τίποτα» του είπε.

Την κοίταξε κοφτά, προσβεβλημένος.

«Δεν είμαι ζητιάνος.»

«Καλά…» είπε χαμηλώνοντας το βλέμμα της να καταπολεμήσει την αμηχανία της.

 

Τον πήγε μέχρι την άκρη του δρόμου, στους πρόποδες, με το τζιπ της. Δώρο του πατέρα της μόλις πήρε το πτυχίο. Κατέβηκε πρώτη και άνοιξε την πίσω πόρτα, εκεί που ήταν ξαπλωμένος ο σκύλος. Έλεγξε τα μάτια του ζώου. Ήταν καλά αλλά ακόμα ζαλισμένο από την νάρκωση. Μετά έστρεψε το βλέμμα της προς το βουνό.

«Και θα τον κουβαλήσεις όλον αυτό τον δρόμο…ως τη κορυφή;»

Ανασήκωσε τους ώμους του.

«Όπως τον έφερα.»

Με προσεκτικές κινήσεις τύλιξαν πάλι τον σκύλο και εκείνη τον βοήθησε να κρεμάσει πάλι το ζώο στην πλάτη του.

«Έχεις κι άλλα σκυλιά εκεί πάνω;»

«Άλλα τρία.»

«Και τα αγαπάς όλα σαν και τούτονε;»

 

Δεν της απάντησε. Έκανε να αναχωρήσει μα κοντοστάθηκε. Γύρισε να την αντικρίσει.

«Σε ευχαριστώ γιατρέ.»

«Μια από αυτές τις μέρες θ’ανέβω στο βουνό. Να ρίξω μια ματιά και στα άλλα.»

Κάθισε εκεί στην άκρη του δρόμου και παρακολούθησε αυτόν τον περίεργο άντρα να κουβαλάει στη πλάτη ένα τσοπανόσκυλο διασχίζοντας τα χωράφια, προς το βουνό.

 

Την άλλη μέρα άφησε το αγόρι και τα άλλα σκυλιά να κουμαντάρουν το κοπάδι. Ο ίδιος διάλεξε τη σκιά ενός δέντρου με τον σκύλο του και κάθισε εκεί να παίξει την φλογέρα του. Έβλεπε πάντα και τα δικά του χρόνια πάνω στα μεγάλα, σκληρόπετσα χέρια του όπως ανεβοκατέβαιναν τα δάχτυλα του στην φλογέρα. Ρυτίδες και φλέβες που δεν ήταν εκεί χθες. Παρατηρούσε μετά το γέρικο τσοπανόσκυλο, όλη η νιότη του κουταβιού παγιδευμένη μέσα στα ζωηρά εκείνα μάτια, να τρέχει στα λαγκάδια μόνο με την φαντασία του, ένα πνιχτό γάβγισμα στα σωθικά του να ορίζει τα άτακτα πρόβατα από απόσταση. Χαμογέλασε και συνέχισε να παίζει.

 

Τέλος

Share this post


Link to post
Share on other sites
Οδυσεύς
Παρατηρούσε μετά το γέρικο τσοπανόσκυλο, όλη η νιότη του κουταβιού παγιδευμένη μέσα στα ζωηρά εκείνα μάτια, να τρέχει στα λαγκάδια μόνο με την φαντασία του, ένα πνιχτό γάβγισμα στα σωθικά του να ορίζει τα άτακτα πρόβατα από απόσταση. Χαμογέλασε και συνέχισε να παίζει.

 

 

Να είσαι καλα ρε Ντίνο , με εκανες να θυμηθω το σκυλί μου και το κλάμα που ερίξα 30 χρονω μουλάρι, οταν έφυγε.

Απο τα πιο δυνατα κομματια που έχω διαβάσει.

 

Σ'ευχαριστω..

Edited by Οδυσεύς

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Το είχα διαβάσει παλιότερα και το θυμήθηκα πρόσφατα γράφοντας κάτι. Ήθελα απλώς να σου πω ότι μπορεί και να είναι το πιο ωραίο πράγμα που έχω διαβάσει σε αυτό το φόρουμ. Αυτά.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Το είχα διαβάσει παλιότερα και το θυμήθηκα πρόσφατα γράφοντας κάτι. Ήθελα απλώς να σου πω ότι μπορεί και να είναι το πιο ωραίο πράγμα που έχω διαβάσει σε αυτό το φόρουμ. Αυτά.

 

Σε ευχαριστώ πολύ. :blush:

 

Τελικά δεν ξέρω ποιες κριτικές με φέρνουν σε δυσκολότερη θέση. Οι καλές ή οι κακές;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Δεν θέλω να πω τίποτα, για να μη χαλάσω αυτό που διάβασα, αλλά θέλω να σου αφήσω και κάτι, γι' αυτό που έγραψες, γι' αυτό που είσαι.

 

Δεν κλαίω εύκολα.

Τώρα όμως δεν μπορώ να σταματήσω τα δάκρυα απ' τα μάτια μου. Όχι από στεναχώρια και σ' ευχαριστώ γι' αυτό. Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ. Κάπου στην αρχή φοβήθηκα, σκέφτηκα να το παρατήσω, να μην το διαβάσω, να προστατεύσω τον εαυτό μου, αλλά είχα εμπιστοσύνη στον συγγραφέα. Και την άξιζε, την αξίζει!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Dark desire

Ντινο ειχες δεν ειχες με εκανες παλι να κλαψω! Μεχρι που σκεφτομαι να αλλαξω όνομα κι από Dark Desire να με φωναζετε Cry Baby ή κατι παρεμφερες....

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Ο Ντίνος έχει γράψει μια απ' αυτές τις ιστορίες που σε κάνουν να κουνήσεις το κεφάλι και να σκεφτείς μονάχα ότι υπάρχει και καλό υλικό στον κάθε απλό άνθρωπο ως πλάσμα, ότι είναι όμορφο να μοιράζεσαι μια συγκίνηση και μια αγάπη, μ΄ένα κείμενο ήπιο, χωρίς κραυγές και χωρίς εξάρσεις, με τον πόνο και την ανθρωπιά να σταλάζουν μαλακά και τρυφερά.

Δεν είχα διαβάσει νωρίτερα αυτό το διήγημα. Χαίρομαι πολύ που ανέβηκε στην επιφάνεια και μου πρόσφερε αυτά τα λίγα λεπτά ανθρωπιάς.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Μια συγκινητική ιστορία για όλους, που χτυπάει ειδικότερα στις ευαίσθητες χορδές των φιλόζωων.

Well done Ντίνο.thmbup.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος
:( :( Edited by Διγέλαδος

Share this post


Link to post
Share on other sites
khar

Αυτή ήταν μια πολύ ωραία ιστορία. Συναίσθημα, απλότητα και ομορφιά σε ιδανική αναλογία. Στα πολύ θετικά όσα υπονοούσε, χωρίς να τα λέει, στις σκηνές με τους ανθρώπους της πόλης και τους δύο γιατρούς. Είναι από τα σημεία όπου ο αναγνώστης διαβάζει εύκολα πίσω από τις γραμμές και αυτό είναι πιο ωραίο από το να τα «σερβίρεις» έτοιμα. Το μόνο «πρόβλημα» είναι ότι όταν την έλεγα στο γιό μου, λίγο πριν κοιμηθεί, με ρώτησε τα ονόματα του βοσκού και του σκύλου, οπότε διαπίστωσα ότι η ιστορία δεν έχει καθόλου ονόματα. Δεν ξέρω αν έγινε επίτηδες, αλλά αυτά τα δύο ονόματα ίσως έπρεπε να υπάρχουν.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Πυθαρίων

:hi: DinoHajiyorgi,

Εικόνες δούρειοι ίπποι. Περνούν ανύποπτα τις γραμμές πρώτης αντίστασης και πυροδοτούν από μέσα μηχανισμούς συναισθηματικής φόρτισης.

Σαν ταινία, Ντίνο.

 

Tiessa said:

“απ' αυτές τις ιστορίες που σε κάνουν να κουνήσεις το κεφάλι και να σκεφτείς μονάχα ότι υπάρχει και καλό υλικό στον κάθε απλό άνθρωπο ως πλάσμα,”

Βάσω; Δεν ήθελες να πεις ακριβώς αυτό.;)

Edited by Πυθαρίων

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

 

Tiessa said:

“απ' αυτές τις ιστορίες που σε κάνουν να κουνήσεις το κεφάλι και να σκεφτείς μονάχα ότι υπάρχει και καλό υλικό στον κάθε απλό άνθρωπο ως πλάσμα,”

Βάσω; Δεν ήθελες να πεις ακριβώς αυτό.;)

 

Εμ, βασικά δεν κατάλαβα τι εννοείς ότι δεν ήθελα να πω:rolleyes: αλλά αυτό που εννοούσα είναι ότι το διήγημα μάς λέει πως υπάρχει καλό υλικό στον άνθρωπο γενικά ως πλάσμα πάνω στη Γη (δηλαδή συλλογικά στην ανθρωπότητα) και όχι στο συγκεκριμένο άνθρωπο της ιστορίας.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Πυθαρίων

 

Tiessa said:

“απ' αυτές τις ιστορίες που σε κάνουν να κουνήσεις το κεφάλι και να σκεφτείς μονάχα ότι υπάρχει και καλό υλικό στον κάθε απλό άνθρωπο ως πλάσμα,”

Βάσω; Δεν ήθελες να πεις ακριβώς αυτό.;)

 

Εμ, βασικά δεν κατάλαβα τι εννοείς ότι δεν ήθελα να πω:rolleyes: αλλά αυτό που εννοούσα είναι ότι το διήγημα μάς λέει πως υπάρχει καλό υλικό στον άνθρωπο γενικά ως πλάσμα πάνω στη Γη (δηλαδή συλλογικά στην ανθρωπότητα) και όχι στο συγκεκριμένο άνθρωπο της ιστορίας.

 

Βάσω αυτό το και που υπογράμμισα στη συγκεκριμένη θέση, μου έδωσε, στην αρχική γρήγορη ανάγνωση, μια εντύπωση του τύπου: "ανάμεσα στο κακό υλικό μέσα σε κάθε απλό άνθρωπο, υπάρχει τελικά και καλό." Φυσικά, δεν χρειάστηκε πολλή σκέψη για να αντιληφθώ τι εννοούσες. Τώρα γιατί το σημείωσα; Αιφνιδιασμένος γαρ. Sorry, αγνόησέ το.

Edited by Πυθαρίων

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ayu

crybaby.gif

Έχω που έχω τέτοια αγάπη στα σκυλιά, είναι τόσο δυνατή η ιστορία, μπήκε στο top 10. Πολύ ωραίο ταινιάκι θα γινόταν, επίσης.

 

Άντε να πω και κάτι ίσως εποικοδομητικό:

"το έβαλαν στα γέλια"

Το λέμε αυτό καλέ;

Βάζω τα γέλια/το βάζω στα πόδια... όχι;

Εκτός κι αν ήταν επίτηδες για ανοικείωση... στην οποία περίπτωση δεν κατάλαβα το λόγο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

"το έβαλαν στα γέλια"

Το λέμε αυτό καλέ;

I have no idea. Εγώ πάντως το λέω... :huh:

 

Ευχαριστώ για την ανάγνωση και χαίρομαι που σου άρεσε.

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..