Jump to content
constantinos

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

Recommended Posts

constantinos

Όνομα Συγγραφέα:Κωνσταντίνος

Είδος: άλλη μια παράξενη ιστορία που μόνο εδώ κολλούσε

Βία; Μπορείς να το πεις κι έτσι

Σεξ; Μπορείς να το πεις κι έτσι

Αριθμός Λέξεων: 2029

Αυτοτελής; ναι

 

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

 

 

Το μεσημέρι άφηνε μακρόσυρτους αναστεναγμούς πάνω στην ατέλειωτη θάλασσα των ψημένων σταχυών. Κάτω απ’ το αόρατο άγγιγμα του ανέμου η χρυσαφιά έκταση καμπύλωνε, ριγούσε και ψιθύριζε για τ’ άρωμα της σκόνης και της ξεραμένης γης, για το καλοκαίρι που έρεε σαν αργό ποτάμι από μέλι μουτζουρώνοντας τις άκριες της γης και τις μακρινές στέγες των χωριών.

 

Καταμεσής του κάμπου που οργώθηκε, σπάρθηκε και θερίστηκε ρουφώντας τον ιδρώτα των ανθρώπων, έστεκε η παλιά συκιά. Ορθωνόταν σα φθαρμένο ξόανο κάποιας άγνωστης θεότητας, σα ζαλισμένος χορευτής στη μέση του περιδινούμενου πελάγους των χωραφιών. Ένας ακλόνητος άξονας του μεσημεριού.

 

Εκεί πάνω στο πλέγμα των κλαδιών έβρισκαν καταφύγιο τα μοναχικά πουλιά του κάμπου. Σ’ αυτή τη φιλόξενη σκιά κούρνιαζαν οι οχιές και τα τρομαγμένα ποντίκια. Στον ιερό κύκλο που ‘φτιαξαν οι πανάρχαιες τούτες ρίζες ερχόταν οι μαύρες μάγισσες την ώρα της δύσης, αναμαλλιασμένες και με μάτια λυσσασμένα για να ξυπνήσουν τη νύχτα και τ’ αστέρια, να καλωσορίσουν το μαγικό φεγγάρι.

 

Σ’ αυτή τη μάνα συκιά με τα φύλλα σαν άγριες ανοιχτές παλάμες ήρθαν τα παιδιά. Κατέβηκαν από τα σύννεφα. Ξεφύτρωσαν απ’ τον ορίζοντα των σταροχώραφων κουβαλώντας σα φλάμπουρα στον ήσυχο αέρα τα γέλια και τις άναρθρες κραυγές τους.

 

Παιδάκια, μικρούλια με στρουμπουλά ποδαράκια, με φουσκωμένα μάγουλα και μπουκλωτά μαλλάκια χοροπηδούσαν στον αέρα, κυλιόντουσαν στα στάχυα κυνηγώντας τα φαντάσματα της σκόνης και τις φοβισμένες ακρίδες. Κοπέλες με στήθη που ‘χαν πάρει να γεμίζουν, με χείλη αχνορόδινα και μάτια γεμάτα όνειρα συγκρατούσαν ψάθινα καπέλα, και κόκκινα λουλούδια. Περπατούσαν ανέμελα κοιτώντας τ’ αγόρια. Τους ψηλούς εφήβους με το σοβαρό βλέμμα που ήθελαν να γίνουν άντρες.

 

Στο μεσουράνημα του ήλιου ήρθαν τα παιδιά κι έφτιαξαν κύκλο γύρω από τη γριά συκιά. Κάθισαν στα πόδια της κι άνοιξαν τα βιβλία που έλεγαν τις ιστορίες του κόσμου. Ιστορίες για το πάνω και το κάτω. Ιστορίες για το παλιά και το έπειτα. Στις στεγνές σελίδες τους τα παιδιά έβρισκαν την απάντηση για όλα εκείνα που κρυβόταν πέρα από την καταχνιά του ορίζοντα. Ονειρεύτηκαν τις πόλεις και τους ανθρώπους. Σκεφτόταν και ρωτούσαν κι υπέθεταν γι όλα όσα υπήρχαν και δεν αρνούνταν τίποτα. Δεν αρνούνταν αυτά που τους πρόσταζε η φύση και το σώμα. Κι οι λέξεις χόρευαν γύρω τους στον ζεστό αέρα κι ανέβαιναν στα φύλλα και τα κλαδιά της συκιάς και πετούσαν ψηλά πάνω από τα σύννεφα.

 

Λέξεις αγάπης και μίσους. Λέξεις της γέννας και του φονικού που έκαναν τα μικρότερα να χοροπηδούν ξέγνοιαστα καβαλώντας τα γράμματα.

 

Στο μεσουράνημα του ήλιου φάνηκε και το κόκκινο καπέλο του παπά που σκιάζε το στρυφνό πρόσωπο του. Τον είδαν να ‘ρχεται αργά, αγκομαχώντας απ’ τη ζέστη, τυλιγμένος στο φαρδύ κόκκινο ράσο του που στιγμές, στιγμές πλατάγιζε πίσω του σαν τη σπασμένη φτερούγα ενός γλάρου. Τα γαντοφορεμένα δάχτυλα του που μύριζαν νεκρό τριαντάφυλλο, γυάλιζαν από τα δαχτυλίδια και στο λαιμό του κρέμονταν βαριά μια πλουμιστή αλυσίδα.

 

Τα παιδιά με την αθώα γύμνια τους, με τα διάφανα ρούχα τους περίμεναν με περιέργεια τον κόκκινο παπά να τα φθάσει και να τους πει την ιστορία του.

 

Εκείνος πάλι, μετανοών προσκυνητής και κοινωνός της σοφίας του θεού του, περιδιάβαινε τις ερημιές του κόσμου, ψάχνοντας για τα πρόθυμα αυτιά. Αυτιά αμαρτωλά, αυτιά αθώα και τούτο το άξαφνο συναπάντημα με τα παιδιά τον έκανε να ψιθυρίσει ένα βαθύ ευχαριστώ στον κύριο κι αφέντη του.

 

Βλέποντας τα κρουστά κορμιά, αγκαλιασμένα με τη σκιά του δέντρου και τα αστραφτερά, διψασμένα μάτια, πίστεψε πως βρήκε το μελλοντικό του ποίμνιο. Ένα τσούρμο αδέσποτα, ξεδιάντροπα προβατάκια που ράθυμα χαριεντίζονταν σε τούτο το απόμακρο νησί καταμεσής του ωκεανού του κάμπου.

 

Στάθηκε μπροστά τους και διώχνοντας το βάρος της πορείας του σήκωσε αυστηρά το ανάστημα του και τα κοίταξε ένα προς ένα. Αλλά εκείνα δε χαμήλωσαν το βλέμμα παρά μόνο του αντιγύρισαν μικρά χαμόγελα και προσμονή.

 

«Τι κάνετε εδώ, παιδιά μόνα σε τούτη την ερημιά; Δεν ξέρετε να φυλάγεστε από τους διαβόλους της ζέστης;», τα ρώτησε.

 

«Τι είναι οι διάβολοι της ζέστης;», πετάχτηκε μετά από δυο στάλες σιωπής ένα μικρό αγόρι.

 

«Είναι σαν τη σκόνη που σηκώνει ο άνεμος;», ρώτησε ένα κορίτσι.

 

«Ή σαν την ακρίδα που κρατώ στο χέρι μου;», ρώτησε ένα άλλο.

 

Ο παπάς έμεινε έκπληκτος και κρυφά ευχαριστημένος από την παιδική τους άγνοια.

 

«Δε σας μίλησε ποτέ κανείς για τους διαβόλους; Δεν ξέρετε τον άρχοντα του κακού που η διχαλωτή του γλώσσα τρυπώνει στ’ αυτιά των άμοιρων ανθρώπων παρασέρνοντας τους στο δρόμο του ολέθρου; Στην κόλαση;»

 

«Κόλαση;», αναρωτήθηκε μια από τις κοπέλες, «Διάβασα για την κόλαση! Είναι εκείνο το παράξενο μέρος όπου οι άνθρωποι βράζουν σε τσουκάλες».

 

«Οι αμαρτωλοί! Εκείνοι που δεν γνώρισαν τον αληθινό θεό. Εκείνοι που δεν έζησαν σύμφωνα με τον λόγο του», υπερθεμάτισε ο κόκκινος παπάς.

 

Ένας από τους εφήβους χαμογέλασε γλυκά.

 

«Ελάτε κοντά μας στη σκιά. Μη στέκεστε στη ζέστη. Καθίστε και πείτε μας ποιος είναι ο αληθινός θεός. Πως θέλει να ζούμε;»

 

Άλλο που δεν ήθελε ο παπάς, προχώρησε και κάθισε στα πόδια του δέντρου κι αμέσως τα παιδιά μαζεύτηκαν πρόθυμα γύρω του, έτοιμα να δεχτούν τα καλοφτιαγμένα λόγια του.

 

«Ο αληθινός θεός είναι ένας. Ο πατέρας όλων μας που έφτιαξε τον κόσμο κι εμάς για να τον ορίζουμε».

 

«Αλήθεια; Δεν ήξερα πως είχα πατέρα αυτόν το θεό», είπε ο νεαρός που τον προσκάλεσε στη σκιά.

 

«Ούτε πως ο κόσμος φτιάχτηκε για να τον ορίζουμε», πρόσθεσε η κοπέλα με το τριαντάφυλλο στα μαλλιά.

 

«Έτσι είναι. Ο θεός είναι ο πατέρας μας», επέμεινε ο παπάς.

 

«Κι εμείς που νομίζαμε ότι δεν έχουμε πατέρα, ούτε μάνα», πετάχτηκε ένα μικρότερο παιδί.

 

«Δε γίνεται αυτό! Όλοι έχουμε πατεράδες και μανάδες και πάνω απ’ αυτούς έναν θεό που μας έφτιαξε όλους».

 

«Εγώ θυμάμαι να ξυπνήσαμε μια μέρα κάτω από τ’ αστέρια, στη μέση των απέραντων λιβαδιών. Κι από τότε ζούμε παρέα με τα δέντρα και τα ζώα, τους ανέμους και τις βροχές», απάντησε μια κοπέλα με ψάθινο καπέλο.

 

«Αυτά είναι ανοησίες! Όλοι γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε με έναν σκοπό», αντέτεινε εκνευρισμένος από την επιφυλακτικότητα των παιδιών ο παπάς.

 

«Και ποιος είναι αυτός ο σκοπός;», ρώτησε ο έφηβος με τα μεγάλα μάτια.

 

«Μα να πορευόμαστε στο δρόμο του θεού!»

 

«Και που βγάζει αυτός ο δρόμος;»

 

«Στην αλήθεια φυσικά».

 

«Κι εμείς που νομίζαμε ότι τούτα τα βιβλία ήταν που μας έλεγαν την αλήθεια», είπε λυπημένο ένα κορίτσι κι έδωσε στον παπά το βιβλίο με τα παραμύθια που κρατούσε.

 

Ο παπάς το άρπαξε από τα χέρια της κι αφού του έριξε μια επιτιμητική ματιά, το πέταξε περιφρονητικά στα στάχυα.

 

«Αυτό είναι γέννημα του κακού! Σελίδες γραμμένες με δηλητηριασμένο μελάνι για να σας τυφλώσουν και να μη δείτε την αλήθεια του θεού, για να πάψετε να ζείτε τη ζωή σας με ταπεινότητα και ευπρέπεια. Να χασομεράτε όπως τώρα τούτο το μεσημέρι ανάμεσα στους διαβόλους που σεργιανούν στον κόσμο», απάντησε.

 

«Μα ταπεινός δεν είναι εκείνος που δέχεται το δώρο της ζωής και χαίρεται την ομορφιά του κόσμου; Όπως τούτο το μεσημέρι;», είπε διστακτικά ένα κορίτσι.

 

«Βλασφημίες! Το δώρο της ζωής μας δόθηκε με μόνο σκοπό να βρούμε το δρόμο για την αγκαλιά του θεού. Όλα τ’ άλλα είναι για να μας δοκιμάζουν. Να μας κάνουν να ξεστρατίζουμε. Αντί να κάθεστε εδώ και να χαζολογάτε θα έπρεπε να μελετάτε το λόγο του θεού και να προσεύχεστε για τη σωτηρία σας», έκανε την επίθεση του ο κόκκινος παπάς.

 

«Να προσευχόμαστε για τη σωτηρία μας;»

 

Τα παιδιά κοίταξαν με απορία το ένα το άλλο.

 

«Να, έχω εδώ το μόνο βιβλίο που πρέπει να διαβάζετε», είπε κι έβγαλε από τις πλούσιες δίπλες του ράσου του ένα μαύρο δερματόδετο βιβλίο.

 

«Σ’ αυτό το βιβλίο είναι γραμμένος ο λόγος του θεού. Τι θέλει από εσάς. Σας λέει πως πρέπει να ζείτε τις ζωές σας. Πάρτε το και να έρθετε στην εκκλησία μου για να προσευχηθείτε», πρόσταξε τα παιδιά.

 

Εκείνα τον κοίταξαν χαμογελαστά.

 

«Σας ευχαριστούμε! Αν δεν ερχόσασταν, ποτέ δε θα μαθαίναμε αυτές τις αλήθειες», είπε ένα ξανθόμαλλο, ψηλό αγόρι.

 

«Ναι και σε αντάλλαγμα θα σας τραγουδήσουμε. Θα σας ξεπληρώσουμε την αλήθεια που μας είπατε με ένα τραγούδι», πρότεινε η κοπέλα με τα μελιά μάτια και τα στρογγυλά στήθη που καθόταν δίπλα στον παπά.

 

Εκείνος χαμογέλασε απολαμβάνοντας τη χαραυγή της ομορφιάς της και δέχτηκε τελικά το δώρο των παιδιών.

 

Ένα αγόρι έβγαλε τότε μια φλογέρα. Ο παπάς ακούμπησε την κουρασμένη από τα χρόνια και τις στερήσεις πλάτη του στον κορμό της συκιάς και έκλεισε τα μάτια του βγάζοντας ένα στεναγμό ανακούφισης. Τι βαθιά συγκίνηση του προκαλούσε η θεάρεστη αποστολή του. Ήταν τόσο σίγουρος πια για το ρόλο του στη ζωή που τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Όλα τα άλλα είχαν ξεχαστεί αφημένα στις στροφές κάποιων μακρινών χρόνων.

 

Ο ήχος της φλογέρας διαπεραστικός και κυματιστός τύλιξε το νησί της συκιάς κι όλα τα σώματα που είχαν βρει καταφύγιο από κάτω. Η υπέροχη, ταξιδιάρικη φωνή των παιδιών κύλησε μαζί της και βρήκε χώρο μέσα στο σκονισμένο μυαλό του κόκκινου παπά ανακινώντας τις αγιασμένες αισθήσεις του και τα πετρωμένα συναισθήματα.

 

Πόσο όμορφο είναι…,σκέφθηκε αθέλητα και σαν η σκέψη να έδωσε κάποιο πρόσταγμα ένιωσε ένα χέρι να του χαϊδεύει τρυφερά το μάγουλο.

 

Άνοιξε τα μάτια και συνάντησε το βλέμμα την κοπέλας με τα μελένια μάτια. Κάτι του θύμιζαν. Κάτι παλιό και ξεχασμένο που έκανε ένα δάκρυ να κυλήσει στο στεγνό πρόσωπο του.

 

Ένιωσε κι άλλο χέρι να τον χαϊδεύει. Γύρισε και είδε ένα μικρό αγόρι να αγγίζει με περιέργεια το αυτί του, ένα κορίτσι να ψαχουλεύει ανάμεσα στα δάχτυλα του.

 

Για κάποιο λόγο ένιωσε αδύναμος, εξουθενωμένος απέναντι στο μεσημέρι. Απέναντι στη λάμψη του καλοκαιριού. Έκλεισε και πάλι τα μάτια παραδομένος στο τραγούδι και τη φλογέρα.

 

Ένα χέρι ξεκούμπωσε το στενό κολάρο του ράσου του που τον έπνιγε χρόνια κι ας προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του πως το συνήθισε. Άλλα χέρια χάιδεψαν με πιο τολμηρή περιέργεια το κορμί του κι εκείνο σα παιχνιδιάρικο σκυλί υπάκουσε στα χάδια κι ανταποκρίθηκε.

 

Σύντομα αισθάνθηκε και άλλα σώματα να τον πλησιάζουν και δάχτυλα επιδέξια να χώνονται στις πτυχώσεις του ράσου του. Κρατώντας τα μάτια σφιχτά κλειστά άκουγε το τραγούδι και τα κρυφά γέλια γύρω του. Τα αόρατα χέρια γίνηκαν πιο τολμηρά και τον άγγιξαν σε μέρη που νόμιζε ότι όφειλε να κρατήσει για πάντα κρυφά. Για τον εαυτό του.

 

Το ράσο έχει ξεκουμπωθεί αφήνοντας έρμαιο στη λαύρα το κοκαλιάρικο σώμα του και το πέος του σε πλήρη στύση. Παράξενο όμως! Θα έπρεπε να έχει πεθάνει από ντροπή, αλλά όχι, τα χέρια που τον χαϊδολογούσαν και τα χείλη που τον φιλούσαν ήταν σχεδόν αυταρχικά στην επιβολή της θέλησής τους. Ζεστές γλώσσες έπαιζαν με τις ρώγες του και τη λακκούβα του αφαλού του.

 

Χανόταν!

 

Κάποιο στόμα είχε μόλις αρχίσει να ανεβοκατεβαίνει στο όργανό του κάνοντάς τον να πέσει σε έκσταση. Βόγκηξε σα πληγωμένο ζώο και με τα τρεμάμενα χέρια του πασπάτεψε άγαρμπα το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του. Δεν τόλμησε ν’ ανοίξει τα μάτια. Στόματα πήραν σειρά πάνω στο σώμα του με τη μουσική να δίνει το ρυθμό και κάθε νέα επαφή γινόταν όλο και πιο άγρια. Σιγά, σιγά ένας πόνος από μικροσκοπικά δόντια αναμίχθηκε με την ηδονή σε ένα πλούσιο όργιο αισθήσεων. Το αίμα του ιερέα άρχισε ν’ αναβλύζει και να ρέει ζεστό πάνω στο γυμνό του σώμα. Να ξεδιψά τα νεανικά στόματα και το χώμα.

 

Η ηδονή του παπά κορυφώθηκε νιώθοντας την πλημμύρα της ευτυχίας να συντρίβει το μυαλό του. Η ψυχή του τραγούδησε τότε όπως καμία προσευχή δεν κατάφερε να την κάνει να τραγουδήσει. Η σάρκα του σκίστηκε και εξέθεσε τον εαυτό της. Τα σπλάχνα του χαιρέτησαν το ανελέητο μεσημέρι και η καρδιά του έτρεμε στις προσεκτικές παλάμες που την κράτησαν. Το βλέμμα του παπά ταξίδευσε στον γαλάζιο ουρανό μ’ ένα χαμόγελο απλωμένο στο πρόσωπό του καθώς η τελευταία ανάσα βγήκε από μέσα του μαζί με τις λευκές ριπές του σπέρματός του.

 

Όταν η μουσική σταμάτησε τα παιδιά του κάμπου κοίταξαν χαμογελαστά το ένα το άλλο. Ο ήλιος κατέβαινε και σύντομα τη θέση τους κάτω από τη γριά συκιά θα έπρεπε να πάρουν και πάλι οι μαύρες μάγισσες. Για να ξυπνήσουν τη νύχτα και τ’ αστέρια.

 

Χωρίς να πουν λέξη σηκώθηκαν να φύγουν. Να επιστρέψουν στα αργοκίνητα σύννεφα του καλοκαιρινού απογεύματος. Να λουφάξουν στους λόφους ανάμεσα στα στάχυα και κάτω από τους πανάρχαιους βράχους. Να συνεχίσουν ν’ αναπνέουν την ανάσα της παλιάς γης.

 

Καθώς χάνονται κάποιο απ’ αυτά αφήνει ένα γάργαρο γέλιο. Κάτω απ’ τη γέρικη συκιά είχε απομείνει ένα κόκκινο ρούχο κι ένα μάτσο κόκαλα. Θα γινόντουσαν σκόνη κι ο χρόνος θα τα έστελνε μακριά από τον κάμπο.

 

Μια μακρινή, λυπημένη καμπάνα σήμανε τον ερχομό του απογεύματος…

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

δεν μιλάν με τον καιρό

μόνο πέφτουν στα ποτάμια

για να πιάσουν τον σταυρό.

 

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

κυνηγούν έναν τρελό

τον επνίγουν με τα χέρια

και τον καίνε στον γιαλό.

 

Έλα κόρη της σελήνης,

κόρη του αυγερινού.

Να χαρίσεις στα παιδιά μας

λίγα χάδια του ουρανού.

 

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

κυνηγάνε τους αστούς

πετσοκόβουν τα κεφάλια

από εχθρούς και από πιστούς.

 

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο

κόβουν δεντρολιβανιές

και στολίζουν τα πηγάδια

για να πέσουν μέσα οι νιες.

 

Τα παιδιά μες τα χωράφια

κοροϊδεύουν τον παπά

του φοράνε όλα τα άμφια

και το παν στην αγορά.

 

Έλα κόρη της σελήνης,

έλα και άναψε φωτιά.

Κοίτα τόσα παλικάρια

που κοιμούνται στη νυχτιά.

 

Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη

τους προγόνους τους πουλούν

και ο,τι αρπάξουν δεν θα μείνει

γιατί ευθύς μελαγχολούν.

 

Μάνος Χατζιδάκης

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos

Το πιασες Ντίνο!!! ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blondbrained

Κι ακριβώς επειδή ο τίτλος μου θύμισε και την αντίστοιχη ταινία, όπου ακούστηκε το υπέροχο τραγούδι, επέλεξα εχθές να μην το διαβάσω, γιατί δεν είναι απο τις ταινίες που αντέχω να δώ περισσότερο απο μία φορά!

 

Και τα κατάφερες, ούτε αυτό το διήγημα μπορώ να ξαναδιαβάσω! ΕΙΣΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΛΕΜΕΕΕΕΕΕΕΕΕ! Αλλά η σκηνή του οργίου ήταν εκπληκτική, θεϊκή, υπέροχη, απερίγραπτη, λές και γράφτηκε απο τον άρχοντα των ονείρων για τον Θεό τον ίδιο! Κωνσταντίνε, δεν έχω άλλα λόγια, είναι απο τα καλύτερα αποσπάσματα που έχω διαβάσει ΠΟΤΕ! Γιατί το μόνο που ελάχιστα, όσο πατάει η μαύρη γάτα του αβατάρ σου, μου χάλασε την μαγεία ήταν ο διάλογος περί θεού, αμαρτιών κτλ κτλ. Όχι οτι δεν ήταν απαραίτητος, κάτι όμως, σαν να μην ήταν αντάξιος αυτού που ακολούθησε (μα τί μυαλό κουβαλάς άνθρωπέ μου;)

 

Μόλις σε έβαλα σε βάθρο...

 

ΑΛΛΑΑΑΑ...απο δώ και πέρα να με προειδοποιείς όταν γράφεις κάτι αντίστοιχο! Δεν θ'αντέξω δεύτερο χτύπημα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos
Κι ακριβώς επειδή ο τίτλος μου θύμισε και την αντίστοιχη ταινία, όπου ακούστηκε το υπέροχο τραγούδι, επέλεξα εχθές να μην το διαβάσω, γιατί δεν είναι απο τις ταινίες που αντέχω να δώ περισσότερο απο μία φορά!

 

Και τα κατάφερες, ούτε αυτό το διήγημα μπορώ να ξαναδιαβάσω! ΕΙΣΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΛΕΜΕΕΕΕΕΕΕΕΕ! Αλλά η σκηνή του οργίου ήταν εκπληκτική, θεϊκή, υπέροχη, απερίγραπτη, λές και γράφτηκε απο τον άρχοντα των ονείρων για τον Θεό τον ίδιο! Κωνσταντίνε, δεν έχω άλλα λόγια, είναι απο τα καλύτερα αποσπάσματα που έχω διαβάσει ΠΟΤΕ! Γιατί το μόνο που ελάχιστα, όσο πατάει η μαύρη γάτα του αβατάρ σου, μου χάλασε την μαγεία ήταν ο διάλογος περί θεού, αμαρτιών κτλ κτλ. Όχι οτι δεν ήταν απαραίτητος, κάτι όμως, σαν να μην ήταν αντάξιος αυτού που ακολούθησε (μα τί μυαλό κουβαλάς άνθρωπέ μου;)

 

Μόλις σε έβαλα σε βάθρο...

 

ΑΛΛΑΑΑΑ...απο δώ και πέρα να με προειδοποιείς όταν γράφεις κάτι αντίστοιχο! Δεν θ'αντέξω δεύτερο χτύπημα!

 

Φιουουου….Για μια στιγμή νόμισα ότι θα φάω το κράξιμο της αρκούδας. Τεσπα. Ο διάλογος είναι φανερά το πιο αμήχανο μέρος του γιατί φτιάχτηκε αρκετά βιαστικά και περισσότερο για να τονίσει το νόημα της ιστορίας. Είναι απ’ τους χειρότερος που έχω γράψει αλλά νομίζω ότι το υπόλοιπο αποζημιώνει. Η ιστορία είναι παλιά και κομμάτι του χειρογράφου που είχα στείλει και το είχαν απορήψει. Και φυσικά δεν είναι το πιο σόκιν.

 

Λέω πάντως να ανεβάσω ακόμα ένα κομμάτι από αυτό το εγχείρημα. Είναι το αγαπημένο μου και καθόλου σόκιν αλλά ακολουθεί την ίδια ατμόσφαιρα.

 

 

 

ΥΓ Αργότερα αφού τελειώσω με την ιστορία σου θα έχεις και το δικό μου σχόλιο. Αν και από τις πρώτες παραγράφους άρχισα να γελάω…

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blondbrained
Είναι το αγαπημένο μου και καθόλου σόκιν αλλά ακολουθεί την ίδια ατμόσφαιρα.

όταν λές την ίδια ατμόσφαιρα εννοείς οτι θα πρέπει να είμαι προετοιμασμένη όταν το διαβάζω ας πούμε? Ελπίζω να έχει κάτι να με αποζημιώσει επίσης, γιατί τότε δεν θα το γλυτώσεις το κράξιμο.

(την έχεις δεί την ταινία? Έτσι απο περιέργεια)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
(την έχεις δεί την ταινία? Έτσι απο περιέργεια)

 

Moi, oui! Hee-hee! Ζάχαρη... Σοκολάτα...

post-1004-1232992332_thumb.jpg

post-1004-1232992366_thumb.jpg

 

...και πιπί - κακά!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blondbrained

H τελευταία σκηνή με στοίχειωνε για ΧΡΟΝΙΑ, και τώρα που την ξαναθυμήθηκα (φταίει μάλλον και που είμαι σ'ενδιαφέρουσα) είμαι έτοιμη να βγάλω τα σωθικά μου πάνω στην οθόνη!)

Μιλάμε για πολύ άρρωστο μυαλό του κου δημιουργού, έτσι; Σαν του Κωνσταντίνου ένα πράμα :p

Όχι, για να είμαστε ειλικρινείς, του Κωνσταντίνου ήταν πταισματάκι μπροστά σ'εκείνο το βδέλυγμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και σόρρυ δηλαδή, εσύ που είσαι και άνθρωπος του χώρου βρε Ντίνο, σου φάνηκε αριστούργημα η ταινία (πέρα απο την μουσική), σου φάνηκε η τελευταία σκηνή 'απαραίτητη'? Γιατί αμφέβαλλα σοβαρά για το γούστο μερικών-μερικών!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Αυτό είναι! Τρόμος στο λαμπρό φως της μέρας. Ούτε σκοτάδια ούτε τίποτα. Όλα στο καταμεσήμερο, μέσα στη ζέστη κι εμείς ν' ανατριχιάζουμε. Πολύ μου άρεσε. (Και ισχυρίζομαι ότι δεν είμαι και φίλη του τρόμου). Οι σκηνές της αποπλάνησης και της παράδοσης του παπά ήταν εξαιρετικές.

Υπέροχες περιγραφές από την αρχή μέχρι το τέλος.

Εκτός από το τραγούδι, που έγραψαν και οι προηγούμενοι, μού θύμισε και κάτι κουβέντες της γιαγιάς μου ότι η συκιά είναι επικίνδυνη να κοιμάσαι το μεσημέρι στη σκιά της, ότι κάνεις βαρύ ύπνο και θα σ' εύρει κακό. Έχεις ακούσει τίποτα γι αυτό ή τυχαία έγραψες ότι ήταν συκιά;

 

Μια απορία ακόμα: Γιατί έβαλες αυτό το διήγημα στις Διάφορες Ιστορίες; Αν αυτό δεν είναι ιστορία του φανταστικού, τότε τι είναι;

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi
Μια απορία ακόμα: Γιατί έβαλες αυτό το διήγημα στις Διάφορες Ιστορίες; Αν αυτό δεν είναι ιστορία του φανταστικού, τότε τι είναι;

 

ΤΡΟΜΟΥ!

 

Όσο για τον Μακαβέγιεφ, δεν τον καταλαβαίνω. Κυρίως τους συμβολισμούς του. Μου άρεσε μόνο η μουσική και η Carol Laure.

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos

Σόρυ παιδιά που δεν απάντησα νωρίτερα στο σχόλια σας…

 

 

 

QUOTE

 

όταν λες την ίδια ατμόσφαιρα εννοείς οτι θα πρέπει να είμαι προετοιμασμένη όταν το διαβάζω ας πούμε? Ελπίζω να έχει κάτι να με αποζημιώσει επίσης, γιατί τότε δεν θα το γλυτώσεις το κράξιμο.

(την έχεις δεί την ταινία? Έτσι απο περιέργεια)

 

 

 

Εννοώ την ονειρική ατμόσφαιρα και φυσικά δε χρειάζεται να είσαι προετοιμασμένη… Πιστεύω ότι θα την βρεις καλύτερη από την παραπάνω.

 

 

 

Ναι έχω δει την ταινία. Όπως και το Salo, και την Αυτοκρατορία των αισθήσεων…χα, χα, χα. Ωστόσο το Sweetmovie το είδα μια εποχή που δεν έπρεπε, ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω τι είχε να πει (αν είχε κάτι να πει). Τότε την είδα σ’ ένα στυλ: δεν βλέπω αυτό που βλέπω!!!!! Δεν την έχω ξαναδεί από τότε. Πάντως ήταν πολύ gross! Η παραπάνω ιστορία πάντως ήταν εμπνευσμένη μονάχα από τους στίχους του παραπάνω τραγουδιού και από το Δεκαήμερο του Βοκκάκιου όπως κι ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου.

 

 

 

QUOTE

Εκτός από το τραγούδι, που έγραψαν και οι προηγούμενοι, μου θύμισε και κάτι κουβέντες της γιαγιάς μου ότι η συκιά είναι επικίνδυνη να κοιμάσαι το μεσημέρι στη σκιά της, ότι κάνεις βαρύ ύπνο και θα σ' εύρει κακό. Έχεις ακούσει τίποτα γι αυτό ή τυχαία έγραψες ότι ήταν συκιά;

 

Μια απορία ακόμα: Γιατί έβαλες αυτό το διήγημα στις Διάφορες Ιστορίες; Αν αυτό δεν είναι ιστορία του φανταστικού, τότε τι είναι;

 

 

 

Tiessa, πρώτα απ’ όλα ευχαριστώ για τα καλά λόγια. Δεν το είχα ξανακούσει αυτό για τις συκιές. Το δέντρο προστέθηκε τελευταία στιγμή λίγο πριν ανεβάσω την ιστορία αποφασίζοντας να την ξαναγράψω. Στην Κόνιτσα απ’ όπου κατάγομαι έχουμε κάμπο και πολλά τέτοια δέντρα που το άρωμα τους το καλοκαίρι είναι τόσο έντονο που τελικά το χαρακτηρίζει. Αναμνήσεις δηλαδή…

 

Το διήγημα αντίθετα μ’ αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά είναι αλληγορικό και δεν έχει σκοπό ούτε να σοκάρει, ούτε να τρομάξει. Μιλά στην ουσία για δύο αντίπαλους πόλους. Από τη μια ο ανθρώπινος πολιτισμός, ο ενήλικος άνθρωπος, η ωριμότητα, το κατεστημένο κι από την άλλη η νεότητα, η πρωτόγονη αθωότητα, το βίαιο και το επαναστατικό.

 

Η σκηνή του σεξ και του θανάτου συμβολικά δείχνει την αφομοίωση και τον θάνατο του παλιού από το καινούργιο. Τα παιδιά, αδιαφορώντας για τα λόγια του παπά, τον εξαφανίζουν αφήνοντας τη φύση άδεια κι αμόλυντη προετοιμάζοντας το δρόμο για όσα θα έρθουν.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

The Urchins Down in the Meadow:

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos
The Urchins Down in the Meadow:

 

Ευχαριστώ Ντίνο γι' αυτό. ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tsigman
Παιδάκια, μικρούλια με στρουμπουλά ποδαράκια, με φουσκωμένα μάγουλα και μπουκλωτά μαλλάκια χοροπηδούσαν στον αέρα, κυλιόντουσαν στα στάχυα κυνηγώντας τα φαντάσματα της σκόνης και τις φοβισμένες ακρίδες. Κοπέλες με στήθη που ‘χαν πάρει να γεμίζουν, με χείλη αχνορόδινα και μάτια γεμάτα όνειρα συγκρατούσαν ψάθινα καπέλα, και κόκκινα λουλούδια. Περπατούσαν ανέμελα κοιτώντας τ’ αγόρια. Τους ψηλούς εφήβους με το σοβαρό βλέμμα που ήθελαν να γίνουν άντρες

... θεϊκό ! Συγχαρητήρια !!!

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos
... θεϊκό ! Συγχαρητήρια !!!

 

Ευχαριστώ και γι' αυτό το σχόλιο. Θα συμφωνήσω ότι με την αφήγηση έκανα αρκετά καλή δουλειά ωστόσο ο διάλογος είναι άστα να πάνε, αυτό πρέπει να το παραδεχτώ και κάποια στιγμή πρέπει να τον ξανακοιτάξω σοβαρά. :whistling:

Share this post


Link to post
Share on other sites
synodoiporos

Ε, εντάξει, δεν θα τους έλεγα ας τους να πάνε τους διαλόγους, απλώς ξεφεύγουν κάπως από την ατμόσφαιρα που έχει καλλιεργηθεί μέχρι εκείνη την στιγμή (όπως και το κομμάτι με το βιβλίο που μελετούν τα παιδιά και τις ξερές σελίδες του, που μου φαίνεται κάπως, αλλά ίσως να μην το έχω ''πιάσει'' καλά).

 

Όσο για την αφήγηση, έχω ''φάει κόλλημα'' με τις πρώτες παραγράφους και με την εμφάνιση του παππά. Τουτέστιν, τα ξαναδιαβάζω και τα ξαναδιαβάζω και τα ξαναδιαβάζω :D .

 

Χθες διάβασα ξανά και τον Δαίμονα του Μεσημεριού (αχ, πώς φαίνεται ο ''επαγγελματίας''... :tongue: ).

 

Keep up the good work !

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sileon

Πολύ όμορφη ιστορία, Constantinos! Μπράβο.

Η μόνη ένστασή μου έχει να κάνει με την αρχή, δηλαδή μέχρι να εμφανιστεί ο Πάτερ, η οποία ναι μεν μεταφέρει πλούτο εικόνων στον αναγνώστη, ενώ παράλληλα τον παραπλανεί -πιστεύω, ένας απο τους στόχους σου- είναι όμως, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, φορτωμένη με τόσους παραλληλισμούς και μεταφορές, που με κούρασε.

Σαφώς φανερώνει σε έναν βαθμό άρτιο χειρισμό κάποιων διηγηματικών εργαλείων, αλλά απο ένα σημείο και μετά η πυκνότητά τους μέσα στο γραπτό έδρασε -πάντα, για εμένα- ανασταλτικά στην απόλαυσή της ανάγνωσης. Μιλάω πάντα για τις πρώτες παραγράφους.

 

Και ξανά μπράβο, όμως, γιατί στο σύνολό της ήταν ιδιαίτερη και απολαυστική!

 

Συνέχισε :thmbup:

Edited by Sileon

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos

Ευχαριστώ Sileon για τα σχόλια και τον κόπο σου να διαβάσεις την ιστοριούλα μου και φυσικά όλες οι παρατηρήσεις λαμβάνονται υπ’ όψιν. ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Εγώ πάντα έχω έναν κακό λόγο να πω :D (όχι από κακία, αλλά από δυσκολία στο να απολαμβάνω τα κείμενα-και τις ταινίες-και τη μουσική :whistling: . Όμως, αν κάτι καταφέρει να με κερδίσει, του δίνομαι ολοκληρωτικά).

 

Το κείμενό σου πήγε να με χάσει στις πρώτες παραγράφους. Από την πρώτη πρόταση κιόλας:

Το μεσημέρι άφηνε μακρόσυρτους αναστεναγμούς πάνω στην ατέλειωτη θάλασσα των ψημένων σταχυών.

Αυτό το περιγραφικό στυλ δεν το αντέχω. Μερικές φορές, μάλλον πρέπει να παραλείπουμε τα επίθετα σε κάθε ένα ουσιαστικό, γιατί δεν έχει νόημα πια και κουράζει. Έτσι πιστεύω, δηλαδή, διορθώστε με αν κάνω λάθος! ;)

 

Όταν εμφανίστηκε ο παπάς, άρχισε να έχει ενδιαφέρον. Τον παρακολουθούσα με ειρωνική διάθεση και κατά κάποιο τρόπο περίμενα πως κάτι παράξενο θα γίνει. Αυτό μου άρεσε.

Κανονικά δεν μου αρέσουν αυτές οι ιστορίες, αλλά οι τελευταία σου σκηνή ήταν πολύ καλά δοσμένη.

 

Και κάτι άλλο: σε κάποια σημεία ο λόγος σου δεν ήταν άνετος, σκάλωνε κάπως.

 

Αυτά από 'μένα! -_-

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos
Εγώ πάντα έχω έναν κακό λόγο να πω :D (όχι από κακία, αλλά από δυσκολία στο να απολαμβάνω τα κείμενα-και τις ταινίες-και τη μουσική :whistling: . Όμως, αν κάτι καταφέρει να με κερδίσει, του δίνομαι ολοκληρωτικά).

 

Το κείμενό σου πήγε να με χάσει στις πρώτες παραγράφους. Από την πρώτη πρόταση κιόλας:

 

Αυτό το περιγραφικό στυλ δεν το αντέχω. Μερικές φορές, μάλλον πρέπει να παραλείπουμε τα επίθετα σε κάθε ένα ουσιαστικό, γιατί δεν έχει νόημα πια και κουράζει. Έτσι πιστεύω, δηλαδή, διορθώστε με αν κάνω λάθος! ;)

 

Όταν εμφανίστηκε ο παπάς, άρχισε να έχει ενδιαφέρον. Τον παρακολουθούσα με ειρωνική διάθεση και κατά κάποιο τρόπο περίμενα πως κάτι παράξενο θα γίνει. Αυτό μου άρεσε.

Κανονικά δεν μου αρέσουν αυτές οι ιστορίες, αλλά οι τελευταία σου σκηνή ήταν πολύ καλά δοσμένη.

 

Και κάτι άλλο: σε κάποια σημεία ο λόγος σου δεν ήταν άνετος, σκάλωνε κάπως.

 

Αυτά από 'μένα! -_-

 

Cassandra σ' ευχαριστώ που μπήκες στον κόπο να μου γράψεις το σχόλιο και τις εντυπώσεις σου από την ιστορία. Αν έχεις διαβάσει τα σχόλια κάποιων άλλων ίσως να έχεις καταλάβει ότι αυτό ακριβώς που δεν αρέσει σ' εσένα αρέσει σε άλλους. Με δυο λόγια είναι ζήτημα γούστου και της αισθητικής του καθένα από εμάς.

Ούτε και σε εμένα αρέσουν οι βαρυφορτωμένες προτάσεις αλλά στη συγκεκριμένη ιστορία (που θα το ξαναπώ) ήταν μέρος ενός γενικότερου πειραματικού συνόλου ιστοριών, επέλεξα ένα λόγο που δίνει μεγάλη έμφαση στην περιγραφή εικόνων και μάλιστα προσπαθώντας να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα. Αν θέλεις εσκεμμένα επέλεξα πολλές από τις εικόνες μου να θυμίζουν κάτι από το Μπαρόκ.

Οπότε επιστρέφουμε στο ζήτημα της αισθητικής.

Και ένα μυστικό: γράφοντας ανακάλυψα ότι είναι μάταιο να προσπαθήσω να ικανοποιήσω τους πάντες οπότε οι αντιρρήσεις σου δεν έχουν καμία σχέση με κακία ή αναίτιο αρνητισμό. Απλά σου αρέσουν ιστορίες άλλου ύφους και αισθητικής. ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos
Ε, εντάξει, δεν θα τους έλεγα ας τους να πάνε τους διαλόγους, απλώς ξεφεύγουν κάπως από την ατμόσφαιρα που έχει καλλιεργηθεί μέχρι εκείνη την στιγμή (όπως και το κομμάτι με το βιβλίο που μελετούν τα παιδιά και τις ξερές σελίδες του, που μου φαίνεται κάπως, αλλά ίσως να μην το έχω ''πιάσει'' καλά).

 

Όσο για την αφήγηση, έχω ''φάει κόλλημα'' με τις πρώτες παραγράφους και με την εμφάνιση του παππά. Τουτέστιν, τα ξαναδιαβάζω και τα ξαναδιαβάζω και τα ξαναδιαβάζω :D .

 

Χθες διάβασα ξανά και τον Δαίμονα του Μεσημεριού (αχ, πώς φαίνεται ο ''επαγγελματίας''... :tongue: ).

 

Keep up the good work !

 

Ευχαριστώ synodoiporos για το σχόλιο. Κάπου το έχασα γι' αυτό και απαντάω τώρα. Επιμένω όμως ότι οι διάλογοι είναι χάλια. Μετριότατοι. Και για να το συνδέσω με το αμέσως προηγούμενο σχόλιο χαίρομαι που τουλάχιστον σ’ εσένα άρεσε αυτό ακριβώς που δεν άρεσε στην Cassandra.

 

«Επαγγελματίας» ε…, δε θα το ‘λεγα, αλλά σ’ ευχαριστώ για το κομπλιμέντο. :D

Share this post


Link to post
Share on other sites
synodoiporos

Σε ευχαριστώ που απάντησες έστω και καθυστερημένα, γιατί είχα ανησυχήσει λίγο :mellow: :D .

 

Η αποψή μου ταυτίζεται με το σχόλιο που έκανες :

 

Με δυο λόγια είναι ζήτημα γούστου και της αισθητικής του καθένα από εμάς.

 

Ούτε και σε εμένα αρέσουν οι βαρυφορτωμένες προτάσεις αλλά στη συγκεκριμένη ιστορία (που θα το ξαναπώ) ήταν μέρος ενός γενικότερου πειραματικού συνόλου ιστοριών, επέλεξα ένα λόγο που δίνει μεγάλη έμφαση στην περιγραφή εικόνων και μάλιστα προσπαθώντας να δημιουργήσω μια συγκεκριμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα. Αν θέλεις εσκεμμένα επέλεξα πολλές από τις εικόνες μου να θυμίζουν κάτι από το Μπαρόκ. Οπότε επιστρέφουμε στο ζήτημα της αισθητικής.

 

Και ένα μυστικό: γράφοντας ανακάλυψα ότι είναι μάταιο να προσπαθήσω να ικανοποιήσω τους πάντες οπότε οι αντιρρήσεις σου δεν έχουν καμία σχέση με κακία ή αναίτιο αρνητισμό. Απλά σου αρέσουν ιστορίες άλλου ύφους και αισθητικής.

 

οπότε ας το προσπεράσουμε αυτό.

 

Αλλά να τολμήσω ένα ερώτημα τεχνικής, ίσως, που είχα σκεφτεί από την αρχή :

 

Γιατί θεωρείς αυτόν τον διάλογο αποτυχημένο, σε ποιά σημεία είναι λάθος, και τί χρειάζεται για να γίνει σωστός ;

Θα μπορούσες να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένος σε αυτό (αν μπορεί να χωρέσει στον χώρο ενός post).

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos
Αλλά να τολμήσω ένα ερώτημα τεχνικής, ίσως, που είχα σκεφτεί από την αρχή :

Γιατί θεωρείς αυτόν τον διάλογο αποτυχημένο, σε ποιά σημεία είναι λάθος, και τί χρειάζεται για να γίνει σωστός ;

Θα μπορούσες να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένος σε αυτό (αν μπορεί να χωρέσει στον χώρο ενός post).

 

Αυτό που ήθελα να διαπραγματευτώ με τη συγκεκριμένη ιστορία ήταν η αντίθεση ανάμεσα στη νεότητα και το γήρας, ανάμεσα στη βιαιότητα και την ανάγκη του καινούργιου ν’ αποκαθηλώσει το παλιό. Να μιλήσω για τη συγγένεια που έχει στο μυαλό μου το «νέο» με το «φυσικό» που δεν έχει μπει ακόμα στα καλούπια του πολιτισμού και των κοινωνικών κανόνων. Για να το κάνω αυτό χρησιμοποίησα τη φιγούρα του παπά που αντιπροσωπεύει το κατεστημένο και τις κοινωνικές νόρμες σε αντιπαράθεση με την παιδική αφέλεια κι αθωότητα που συμβολίζει αλλά και συμβολίζεται από τη φύση. Εκεί που ήθελα να καταλήξω ήταν ότι απέναντι στον ορμητικό χείμαρρο που ονομάζεται νεότητα, δεν μπορεί ν’ αντισταθεί τίποτα, πολύ περισσότερο δε, οι ηθικοί κανόνες που έχουν επιβληθεί με τρόπο καταπιεστικό και που τελικά ούτε εκείνοι που τους πρεσβεύουν δεν έχουν τη δύναμη να τους ακολουθήσουν. Απλά γιατί έρχονται σε αντίθεση με την βασική ανθρώπινη φύση.

 

Ο διάλογος λοιπόν είναι χάλια γιατί προέκυψε εντελώς διεκπαιρεωτικός κι αφύσικος. Στημένος. Με απορρόφησαν τόσο πολύ οι συμβολισμοί και η γενικότερη αλληγορία της ιστορίας ώστε ότι συναίσθημα υπάρχει, βγαίνει πριν και μετά τον διάλογο. Δεν είναι λάθος αυτά που λέγονται αλλά ο τρόπος που λέγονται. Θα έπρεπε να έχω δώσει περισσότερο χρόνο και χώρο στον διάλογο για να εξελιχθεί και να σκιαγραφήσει περισσότερο τον χαρακτήρα του παπα όχι σαν φιγούρα αλλά σαν ανθρώπου που έχει παρελθόν, αμφιβολίες, επιθυμίες κτλ.

 

Επίσης κάποιες φράσεις του παπά μου βγήκαν πομπώδης (ακόμα και για έναν παπά που κάνει κήρυγμα δηλαδή).

 

π.χ. «Δε σας μίλησε ποτέ κανείς για τους διαβόλους; Δεν ξέρετε τον άρχοντα του κακού που η διχαλωτή του γλώσσα τρυπώνει στ’ αυτιά των άμοιρων ανθρώπων παρασέρνοντας τους στο δρόμο του ολέθρου; Στην κόλαση;»

 

Υπερβολικά αφύσικος και στημένος λόγος.

 

Κάποιες φράσεις των παιδιών επίσης βγήκαν εντελώς προσχηματικές που είχαν σκοπό μονάχα να προωθήσουν το διάλογο αδυνατίζοντας την παρουσία τους.

 

π.χ. «…Καθίστε και πείτε μας ποιος είναι ο αληθινός θεός. Πως θέλει να ζούμε;» ή «Αλήθεια; Δεν ήξερα πως είχα πατέρα αυτόν το θεό».

 

Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να δείξω τα λάθη θα ήταν να κάτσω και να ξαναγράψω κάποια στιγμή αυτόν το διάλογο.

 

Ελπίζω πάντως συνοδοιπόρε να έγινα πιο σαφής στο γιατί θεωρώ αυτό τον διάλογο κακό. ;)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha
Και ένα μυστικό: γράφοντας ανακάλυψα ότι είναι μάταιο να προσπαθήσω να ικανοποιήσω τους πάντες οπότε οι αντιρρήσεις σου δεν έχουν καμία σχέση με κακία ή αναίτιο αρνητισμό. Απλά σου αρέσουν ιστορίες άλλου ύφους και αισθητικής.

Δεν γράφουμε για να ικανοποιήσουμε κανέναν! ;) Ή κάνω λάθος; Εγώ πάντως ποτέ δεν το κάνω. Γράφω ακριβώς όπως θέλω εγώ και κανείς άλλος. Το ότι έχω πάντα κάτι αρνητικό να πω, είναι γιατί έχω την τάση (αν κάτι δεν με άγγιξε πολύ), να το ψειρίζω.

 

ΟΚ, τέλος σπαμαρίσματος. :whistling:

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos
Δεν γράφουμε για να ικανοποιήσουμε κανέναν! ;) Ή κάνω λάθος; Εγώ πάντως ποτέ δεν το κάνω. Γράφω ακριβώς όπως θέλω εγώ και κανείς άλλος. Το ότι έχω πάντα κάτι αρνητικό να πω, είναι γιατί έχω την τάση (αν κάτι δεν με άγγιξε πολύ), να το ψειρίζω.

 

ΟΚ, τέλος σπαμαρίσματος. :whistling:

 

Εννοείτε ότι ο πρώτος λόγος (νομίζω) που όλοι μας γράφουμε είναι για να ικανοποιήσουμε τον εαυτό μας δημιουργικά. Αλλά όπως και να το κάνεις όταν μπαίνεις στη διαδικασία να διηγηθείς την ιστορία σου σε τρίτους, να την αναρτήσεις σ’ ένα forum, να την βάλεις σ’ ένα blog ή ένα βιβλίο, το κάνεις με την προσδοκία ότι ο τρόπος που διηγείσαι την ιστορία σου ικανοποιεί κι άλλους εκτός από τον εαυτό σου, διαφορετικά (νομίζω) όλο αυτό που κάνουμε εδώ είναι άσκοπο ή άστοχο (εκτός αν το δούμε στα πλαίσια μιας προσωπικής ψυχοθεραπείας του καθενός από εμάς)…

 

Καταλαβαίνω όμως τι εννοείς και συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Αφετηρία του σωστού (νομίζω) γραψίματος είναι να είμαστε αυθεντικοί στον τρόπο που λειτουργεί ο ψυχισμός μας…

 

Τέλος χωρίς πλάκα, πιστεύω ότι η παρουσία ανθρώπων που το ψειρίζουν και μπορούν να κάνουν κριτική με ακρίβεια είναι κέρδος γι’ αυτούς που γράφουν. Για μένα τουλάχιστον είναι και πραγματικά χαίρομαι Cassandra που μπήκες στον κόπο όχι μονό να μου πεις αν σου άρεσε ή όχι η ιστορία αλλά κυρίως που και γιατί (ασχέτως της δικής μου απάντησης). :D

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..