Jump to content

Write off #38 (Sonya vs Naroualis vs Nienor)


northerain
 Share

Recommended Posts

Αποτελέσματα:

 

Naroualis 6

Sonya 5

Nienor 10

 

Νικήτρια του Write Off #38 είναι η Nienor!

Εισαγωγή

Περνούσε τα απογεύματα του κλεισμένος στο Μαυσωλείο των γονιών του, προσευχόμενος στους τάφους τους. Ο θείος του τού είχε βρει νύφη, ένα θηλυκό Μιέρεν. Το απαιτούσε η συμμαχία που είχε ανάγκη το βασίλειο με την γειτονική χώρα.

 

Κρύφτηκε στον βόρειο πύργο και παρακολούθησε την άφιξη της μαύρης σιδηρόφρακτης άμαξας που μετέφερε την νύφη του. Την έσερναν είκοσι τυφλά άλογα. Από τους δέκα αμαξάδες που κουμάνταραν τα ζώα οι έξι είχαν φτάσει τρελοί, οι υπόλοιποι υπέφεραν από ζαλάδες και έβγαζαν αφρούς από το στόμα.

 

Το βράδυ, μια συνοδεία τον έφερε μέχρι το υπνοδωμάτιο με τα ψηφιδωτά και τον άφησε εκεί μόνο του. Κοιτάχτηκε στον μεγάλο καθρέπτη και αισθάνθηκε πως έδειχνε γελοίος στην λευκή ρόμπα και εκείνες τις πορφυρές κάλτσες. Αν τις έβγαζε τώρα θα έδειχνε ακόμα πιο γελοίος ξυπόλητος. Εκείνη την στιγμή άκουσε τους μεταλλικούς σύρτες να γλιστρούν στην κρεμαστή αψίδα, την στενή γέφυρα με τα δαιμονικά γλυπτά που ένωνε τους δύο πύργους. Ήταν ένα ιδιωτικό πέρασμα που ένωνε τα δώματα της βασίλισσας στον ανατολικό πύργο με εκείνα του βασιλιά στον δυτικό.

 

Σε δύο ανάσες η βαριά σκαλιστή πόρτα θα άνοιγε και θα αντίκριζε την νύφη του. Θα ήταν ο πρώτος Κλαμαριανός που θα αντίκριζε ένα θηλυκό Μιέρεν. Καθόλου καθησυχαστικά, οι φήμες έλεγαν πως αν ένας άντρας επιβίωνε του ζευγαρώματος…

 

/DinoHajiyorgi

Edited by northerain
Link to comment
Share on other sites

Εισαγωγή

[...]

Σε δύο ανάσες η βαριά σκαλιστή πόρτα θα άνοιγε και θα αντίκριζε την νύφη του. Θα ήταν ο πρώτος Κλαμαριανός που θα αντίκριζε ένα θηλυκό Μιέρεν. Καθόλου καθησυχαστικά, οι φήμες έλεγαν πως αν ένας άντρας επιβίωνε του ζευγαρώματος…

 

/DinoHajiyorgi

Εεε... δεν ξέρω αν έχω δικαίωμα ή αν συνηθίζεται να ποστάρουμε πριν καλά - καλά αρχίσει το ματς (ας σβηστεί το post αν κάνω λάθος) αλλά θέλω να το πω: Ντίνο, αγόρι μου, έχεις... κότσια! Τέτοια εισαγωγή ισοδυναμεί με τρία δηλητηριασμένα εγχειρίδια στα νύχια ισάριθμων Αρπυιών.

Και, Ντίνο, αγόρι μου, είσαι και λίγο μαζόχας, ε; Γράψε διεύθυνση να σου στείλω έξτρα χαρτομάντιλα.

Link to comment
Share on other sites

Εγώ πάλι νομίζω πως μας έχει πάρει τον ακριβότερο πηλό και τα ωραιότερα χρώματα για να κάτσει να μας παρακολουθεί μακάριος να παίζουμε με τα νέα μας παιχνίδια :)

 

Πολύ ωραίος πρόλογος, κύριος.

 

Να κάνω και μια ερώτηση: Λεξούλες? Μέχρι πόσες πάμε?

Link to comment
Share on other sites

Να κάνω και μια ερώτηση: Λεξούλες? Μέχρι πόσες πάμε?

 

Νομίζω όσες έχει καθορίσει ο northerain στο official thread.

Link to comment
Share on other sites

Είμαι σχεδόν έτοιμη κορίτσια :) Πως πάμε? Θα ποστάρουμε όλες μαζί Σάββατο ή κατά βούληση?

Link to comment
Share on other sites

Ερώτηση: εντάξει, αυστηρά 3000. Αλλά με την εισαγωγή ή χωρίς; Γιατί με την εισαγωγή είμαι ήδη στις 3057 και αναμένονται και διορθώσεις... :unsure:

Link to comment
Share on other sites

Κάνω την αρχή! Δυστυχώς, δεν κατάφερα να του αφοσιωθώ όσο θα ήθελα κι όσο θα του άξιζε (δεδομένου και του ανταγωνισμού :Ρ), όμως αυτή η βδομάδα ήταν ξέχειλη, όχι απλά γεμάτη. Πάντως, θερμά ευχαριστήρια στον κ. Χατζηγιώργη για το ΕΞΟΧΟ θέμα, που απλά μας άφησε να το κάνουμε Ό,ΤΙ θέλαμε. :)

 

 

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

 

Περνούσε τα απογεύματα του κλεισμένος στο Μαυσωλείο των γονιών του, προσευχόμενος στους τάφους τους. Ο θείος του τού είχε βρει νύφη, ένα θηλυκό Μιέρεν. Το απαιτούσε η συμμαχία που είχε ανάγκη το βασίλειο με την γειτονική χώρα.

 

Κρύφτηκε στον βόρειο πύργο και παρακολούθησε την άφιξη της μαύρης σιδηρόφρακτης άμαξας που μετέφερε την νύφη του. Την έσερναν είκοσι τυφλά άλογα. Από τους δέκα αμαξάδες που κουμάνταραν τα ζώα οι έξι είχαν φτάσει τρελοί, οι υπόλοιποι υπέφεραν από ζαλάδες και έβγαζαν αφρούς από το στόμα.

 

Το βράδυ, μια συνοδεία τον έφερε μέχρι το υπνοδωμάτιο με τα ψηφιδωτά και τον άφησε εκεί μόνο του. Κοιτάχτηκε στον μεγάλο καθρέφτη και αισθάνθηκε πως έδειχνε γελοίος στην λευκή ρόμπα και εκείνες τις πορφυρές κάλτσες. Αν τις έβγαζε τώρα θα έδειχνε ακόμα πιο γελοίος ξυπόλητος. Εκείνη την στιγμή άκουσε τους μεταλλικούς σύρτες να γλιστρούν στην κρεμαστή αψίδα, την στενή γέφυρα με τα δαιμονικά γλυπτά που ένωνε τους δύο πύργους. Ήταν ένα ιδιωτικό πέρασμα που ένωνε τα δώματα της βασίλισσας στον ανατολικό πύργο με εκείνα του βασιλιά στον δυτικό.

 

Σε δύο ανάσες η βαριά σκαλιστή πόρτα θα άνοιγε και θα αντίκριζε την νύφη του. Θα ήταν ο πρώτος Κλαμαριανός που θα αντίκριζε ένα θηλυκό Μιέρεν. Καθόλου καθησυχαστικά, οι φήμες έλεγαν πως αν ένας άντρας επιβίωνε του ζευγαρώματος, το καλύτερο που θα μπορούσε να περιμένει, θα ήταν να νεκρωθεί τόσο πολύ ο εγκέφαλός του, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Να γίνει ένα ον χωρίς παρελθόν, μνήμες, συναισθήματα. Τα χειρότερα ποίκιλαν ανάμεσα σε απόλυτη παράνοια και τόση εγκεφαλική νέκρωση, ώστε να γνωρίζει πάρα πολύ καλά τι είχε συμβεί και ποιος ήταν. Ο Τζεσέν προτιμούσε τον θάνατο. Για την ακρίβεια, προτιμούσε να δώσει τέλος σε όλα εκείνη την στιγμή, με αξιοπρέπεια και όσο ήταν ακόμα κύριος του εαυτού του. Να μεταφερθεί, την άλλη μέρα κιόλας, στο Μαυσωλείο, παρέα με τους γονείς του

 

 

 

Όμως αυτό θα σήμαινε πόλεμο κι πόλεμος θα σήμαινε καταστροφή της χώρας του. Οι Μιέρεν ήταν πανίσχυροι, με πνευματικές δυνάμεις ικανές να κλονίσουν και τον πιο δυνατό στρατό. Κι ο στρατός των Κλαμαριανών ήταν δυνατός, ο μόνος λόγος που οι Μιέρεν τους ήθελαν για συμμάχους.

 

 

 

Η πόρτα άνοιξε αργά, τρίζοντας ελαφρά κι ο Τζεσέν έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του, να πάρει θάρρος γι αυτό που έμελλε να συμβεί. Ό,τι και να απογινόταν ο ίδιος, έπρεπε ν’ αφήσει διάδοχο στον θρόνο. Όταν τα άνοιξε, νιώθοντας ήδη πίεση στους κροτάφους του, η Μιέρεν στεκόταν μπροστά του, ντυμένη σε μια μαύρη, χρυσοποίκιλτη, μεταξωτή νυχτικιά, μ’ ένα κομμάτι ύφασμα να καλύπτει το πρόσωπό της. Ήταν ψηλή, πιο ψηλή απ’ τον ίδιο και απίστευτα λιγνή. Πρέπει να τον κοιτούσε, ένιωθε πλοκάμια να σέρνονται μέσα στο μυαλό του, να τον εξερευνούν.

 

 

 

«Είμαι ο Τζεσέν,» της είπε, με φωνή που έσπαγε κάτω απ’ το βάρος που είχε αρχίσει ν’ αποκτά ξαφνικά το μυαλό του, «κι επειδή δεν ξέρω για πόσο θα είμαι ακόμα, θεώρησα πρέπον να συστηθούμε όσο είναι καιρός.»

 

 

 

Του βγήκε όσο ειρωνικό ήθελε. Η Μιέρεν δεν αποκρίθηκε και για μια στιγμή εκείνος ξέχασε πως η φυλή της δεν είχε φωνή. Επικοινωνούσαν τηλεπαθητικά. Τα πλοκάμια σύρθηκαν λίγο μέσα στο μυαλό του, αλλά κατάφερε να μην αποστρέψει την ματιά του.

 

Λενάρια, ένιωσε μέσα του τ’ όνομά της. Η αίσθηση ήταν περίεργη. Δεν το άκουσε, ακριβώς, μάλλον ήταν σαν να γεννήθηκε μέσα απ’ το μυαλό του. Κούνησε το κεφάλι του για ν’ αποδιώξει την αίσθηση που του ανακάτεψε για λίγο το στομάχι.

 

 

 

«Ωραία, ωραία, χάρηκα. Τώρα, αν δεν έχεις κάποια αντίρρηση, μήπως να κάναμε αυτό που ήρθαμε να κάνουμε;»

 

 

 

Ένιωσε να τον παρασέρνει ένας αναστεναγμός που ξεκίνησε απ’ την βάση της μύτης του και κύλησε μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών του. Η Λενάρια, με μία κίνηση που δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει απόλυτα, στεκόταν μπροστά του, φορώντας το απόλυτο τίποτα. Και στην θέα της, άρχισε να καταλαβαίνει γιατί τόσο λίγοι Κλαμαριανοί κατάφερναν να επιβιώσουν απ’ την επαφή μαζί της.

 

 

 

Τα σχέδια που τους έδειχναν στο σχολείο δίπλα στο όνομα «Μιέρεν» δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να προσεγγίσουν την πραγματικότητα. Το δέρμα τους, από διάφανο ασήμι, παλλόταν με κάθε χτύπο των καρδιών τους, δύο στον αριθμό. Οι ίδιες οι καρδιές φωσφόριζαν πίσω απ’ τα μικρά στήθη, με τις κατάλευκες ρόγες στο κέντρο τους. Αλλά αυτό που θα μπορούσε να τρελάνει οποιονδήποτε Κλαμαριανό, ήταν το πρόσωπο. Η Λενάρια είχε μακρύ λαιμό, πάνω στον οποίο στηριζόταν με περηφάνια το μικρό της κεφάλι, λίγο μυτερό στο πίσω μέρος. Τα μάτια της, τεράστια, χωρίς ίριδες, φαίνονταν σαν μια γυάλινη θάλασσα, που μέσα της κολυμπούσαν ιριδισμοί χρωμάτων, ατελείωτες σπείρες κι έλικες απ’ αυτά. Η μύτη της ήταν μικρή, με δύο τοσοδούλικα ρουθούνια να πειραματίζονται με τον αέρα και τα χείλη της γαλάζια και λεπτά, με μια σειρά από μικρά, διάφανα, μυτερά δοντάκια να την κόβουν στην μέση. Τα μαλλιά της Μιέρεν ήταν ασημόλευκα και σταματούσαν με χάρη λίγο κάτω απ’ τους ώμους της.

 

 

 

Τα μάτια της... Όχι, δεν ήταν σαν τα μάτια των Κλαμαριανών, σκούρα κι απόλυτα στην έκφρασή τους. Μέσα στα μάτια της, τα χρώματα άλλαζαν με ρυθμό που τον έκαναν να ζαλίζεται. Το κεφάλι του άρχισε να σφυροκοπά τους κροτάφους του, όμως και πάλι δεν μπορούσε ν’ αποτραβήξει το βλέμμα του. Ήξερε πως έπρεπε να βγάλει την ρόμπα του και να πλαγιάσει μαζί της, να δέσει την χώρα της με την δική του, να δημιουργήσει απογόνους, όμως με κάποιον τρόπο, το κομμάτι αυτό του μυαλού του έμοιαζε απομονωμένο απ’ τον ίδιο, κλεισμένο κάπου κι ανίκανο να επιβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Το σώμα του άρχισε να αντιδρά με απρόβλεπτο τρόπο, σαν να μην του ανήκε. Τα χέρια του κινήθηκαν να αγγίξουν το δέρμα της Μιέρεν, γλίστρησαν πάνω στο ζεστό ασήμι, σκάλωσαν στις κατάλευκες ρόγες. Η Λενάρια έμενε ακίνητη μπροστά του, έχοντας αιχμαλωτίσει τα μάτια του στα δικά της και το μυαλό του κάπου μακριά.

 

 

 

Ο πόθος ανέβηκε απ’ τα δάχτυλα των ποδιών του, τον ένιωσε ν’ αναδύεται, γέμισε με αίμα τ’ όργανό του και κινήθηκε ακόμα ψηλότερα, καταλαμβάνοντας την καρδιά του, που άρχισε να καλπάζει σαν άγριο άλογο. Το σώμα του μούδιασε και μια άγρια κραυγή άρχισε να σχηματίζεται στον λαιμό του. Πριν, όμως, ολοκληρωθεί, ένιωσε να ηρεμεί όσο ξαφνικά και παράξενα είχε φουντώσει. Επανήλθε στις αισθήσεις του κι είδε πως κρατούσε το στήθος της Μιέρεν τόσο σφιχτά, που είχε ασπρίσει. Απ’ τα χαοτικά της μάτια κυλούσε χρώμα στα μάγουλά της. Δάκρυα; κατάφερε να σκεφτεί.

 

 

 

«Γιατί κλαις;» ρώτησε, με βραχνή φωνή που δεν την αναγνώριζε για δικιά του, μέσα από ακανόνιστες ανάσες.

 

 

 

Δεν επιθυμώ να γίνει έτσι, ένιωσε την φωνή της, η αίσθηση εξίσου δυσάρεστη με την πρώτη φορά.

 

 

 

«Πώς έτσι; Ξέρεις κι άλλους τρόπους αναπαραγωγής;» αυτή την φορά του βγήκε οργή, για το απλό γεγονός ότι ο ξαφνικός πόθος που τον είχε κυριεύσει είχε μείνει ανικανοποίητος κι ένιωθε έναν οξύ πόνο στα γεννητικά του όργανα.

 

 

 

Μπορώ να πλαγιάσω μαζί σου αυτή την στιγμή και μετά να διαλύσω το εσωτερικό του κεφαλιού σου μ’ ένα μου βλέμμα. Γνωρίζεις ότι μπορώ να το κάνω. Όμως δεν το επιθυμώ.

 

 

Αρνήθηκε να επεξεργαστεί το νόημα αυτής της πρότασης. Σαφώς και γνώριζε ότι μπορούσε να το κάνει, απλά αρνήθηκε να σκεφτεί αυτό το ενδεχόμενο.

 

 

 

«Ωραία, λοιπόν, και τι επιθυμείς;»

 

 

 

Επιθυμώ περισσότερα απ’ το καθήκον. Είχα τόσες επιλογές όσες κι εσύ σ’ αυτό το δέσιμο, όμως τώρα δα που σε κοιτούσα κατακόκκινο απ’ την προσμονή του ζευγαρώματος, παρασυρμένο απ’ τα πάθη που γεννούν πάντα οι Μιέρεν στους άλλους, μια ιδέα σχηματίστηκε στις καρδιές μου. Μια ανάγκη. Θέλω να κατανοήσω αυτόν τον πόθο. Εμείς δεν αισθανόμαστε σάρκινη επιθυμία. Θέλω να με κάνεις να την αισθανθώ κι εγώ θα βασιλέψω δίπλα σου, προφυλάσσοντας το μυαλό και την λογική σου και την ζωή σου.

 

 

 

Τώρα που είχε αρχίσει να συνηθίζει την νοητική επικοινωνία της Μιέρεν, το αίσθημα της αναγούλας που προκαλούσε η φωνή της στο εσωτερικό του, είχε κοπάσει. Όμως οι επιθυμίες της τον έκαναν να γουρλώσει τα μάτια του. Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα υπήρχε ένα είδος που δεν θα ένιωθε σάρκινες ηδονές.

 

 

 

«Πώς αναπαράγεστε, τότε, αν δεν έχετε επιθυμία ο ένας για τον άλλο;»

 

 

 

Επιθυμία υπάρχει πάντα. Οι Μιέρεν έχουν δύο καρδιές γιατί μία δεν μπορεί να χωρέσει την αγάπη τους χωρίς να σπάσει. Όμως είναι επιθυμία εσωτερική. Η ένωση των σωμάτων απλά είναι συμβολισμός αυτής. Οι περισσότεροι Κλαμαριανοί που έχουν πλαγιάσει με Μιέρεν δεν έχουν καταφέρει ν’ αντέξουν την αγάπη τους. Το μυαλό τους σπάει, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, σε χίλια κομμάτια. Αυτό που δεν ξέρετε είναι πως κι εμείς έχουμε απώλειες. Χάνουμε την μία απ’ τις καρδιές μας. Σήμερα, εδώ, προσπάθησα να σου δείξω λίγη απ’ την αγάπη των Μιέρεν και το φοβισμένο σου μυαλό την έκανε τόσο έντονο πόθο που αν δεν σταματούσα να στην δείχνω θα έσκαγε. Δεν το θέλω αυτό.

 

 

 

Τα μάτια της Λενάρια ήταν πιο ήρεμα τώρα κι ο Τζεσέν είχε την ευκαιρία να τα παρατηρήσει, όσο σκεφτόταν τα λόγια της. Λοιπόν, αυτή ήταν μια ανέλπιστη εξέλιξη. Συνέχιζε να ποθεί την Μιέρεν, όμως δεν ήταν αρνητικός στο ενδεχόμενο να επιβιώσει αυτού του πόθου και να συνεχίσει να βασιλεύει στην χώρα του. Παρατήρησε τις πολύχρωμες σπείρες να κολυμπούν, όπως του φαινόταν, μέσα στα μάτια της κι ένιωσε πως θα μπορούσε, ναι, πράγματι θα μπορούσε να περάσει τις μέρες και τις νύχτες του μελετώντας τα χρώματά τους, μαθαίνοντας τις εκφράσεις τους. Αρκεί οι δόσεις να ήταν μικρές κι ακίνδυνες. Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το διάφανο χέρι της Λενάρια και μαζί έκατσαν στην άκρη του κρεβατιού.

 

 

 

«Ξέρεις κάτι; Λέω να μην μιλήσουμε άλλο. Δηλαδή να μην μιλήσω εγώ κι εσύ να μην μεταφέρεις λόγια μέσα μου. Λέω να μείνουμε σιωπηλοί και να δούμε τι μπορεί να δώσει ο ένας στον άλλο χωρίς λόγια.»

 

 

 

Με απαλές κινήσεις, έβαλε την Μιέρεν να ξαπλώσει κι εκείνος ξάπλωσε δίπλα της, κρατώντας το ασημένιο χέρι της μέσα στο δικό του. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο. Ο πόθος που τον κατέτρωγε συνέχιζε να τον σφυροκοπά και το μυαλό του δημιουργούσε εικόνες στις οποίες απλά κινούνταν μέσα στην Λενάρια σαν να μην υπήρχε αύριο, παρά μόνο εκείνη η στιγμή, εκείνη η κίνηση, μέχρι τον κορεσμό. Με δυσκολία προσπάθησε να γυρίσει τις σκέψεις του αλλού, όμως ακόμα κι η εικόνα των γονιών του στην αιώνια κατοικία τους, στο Μαυσωλείο και η αιώνια θλίψη που συντρόφευε αυτή την εικόνα δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Εκεί, ακριβώς όπως κειτόταν ξαπλωμένη η Μιέρεν, ήθελε να την πάρει, χωρίς καν να βγάλει την ρόμπα και τις γελοίες κόκκινες κάλτσες του. Ήθελε να περάσει την γλώσσα του πάνω απ’ αυτές τις αλαβάστρινες ρόγες, ήθελε να την πάρει κι ας τρελαινόταν κι ας πέθαινε κι ας γινόταν ό,τι ήθελε. Η αναπνοή του άρχισε να γίνεται πιο ακανόνιστη, με κάθε ήρεμη ανάσα που έπαιρνε η Λενάρια. Μια στιγμή διαύγειας, έφερε μια καινούρια σκέψη στο μυαλό του που είχε θολώσει τελείως απ’ την επιθυμία. Είναι δοκιμασία. Με δοκιμάζει να δει αν θα μπορέσω ν’ αντισταθώ και να μην την βουτήξω εδώ και τώρα. Καθόλου ενθαρρυντική σκέψη, με δεδομένο ότι οι αντιστάσεις του είχαν περιοριστεί στο ελάχιστο και ήδη το σώμα του έκανε ακούσιες κινήσεις προς το μέρος της. Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο και είδε και τα δύο φεγγάρια να γεμίζουν τον ουρανό. Ήθελε ακόμα υπερβολικά πολύ μέχρι να ξημερώσει και να περάσει αυτή η νύχτα, αυτή η δοκιμασία.

 

 

 

«Λενάρια,» ψιθύρισε με κόπο, μέσα από λαχανιάσματα, «αυτός ο πόθος μου είναι κάτι που το κάνεις εσύ για να με δοκιμάσεις ή κάτι που απλά συμβαίνει σε όλους όσοι συναναστρέφονται με το είδος σου;»

 

 

 

Τι θα προτιμούσες ν’ ακούσεις;

 

 

«Την αλήθεια, όσο αυτό είναι δυνατό.»

 

 

 

Τότε θα πρέπει να ψάξεις μέσα σου, γιατί η αλήθεια κρύβεται πάντα εκεί.

 

 

«Χωρίς να θέλω να σε προσβάλλω, αυτή την στιγμή το αίμα μου βρίσκεται συγκεντρωμένο σε πολύ διαφορετικό σημείο απ’ αυτό με το οποίο συνήθως σκέφτομαι. Βοήθησέ με, αν πραγματικά εννοείς αυτά που είπες πριν, γιατί διαφορετικά θα γίνουν όλα όπως περιμέναμε κι οι δύο απ’ την αρχή: εσύ θα ζήσεις μ’ έναν Κλαμαριανό να μεγαλώνει μέσα σου κι εγώ είτε θα πεθάνω είτε θα τρελαθώ. Αλλά τούτη τη στιγμή, απλά σε θέλω σαν να μην υπάρχει αύριο και δεν ξέρω αν μπορώ ν’ αντέξω για πολύ ακόμα.»

 

 

 

Είσαι ειλικρινής, το εκτιμώ αυτό. Με στενοχωρεί, γιατί είδα διαφορετικά πράγματα στα μάτια σου όταν ήρθα. Είδα αισθήματα που ξεπερνούσαν την σάρκα, απώλεια και πόνο. Νόμιζα ότι θα μπορούσες ν’ αντέξεις. Δεν θ’ απαντήσω στην ερώτησή σου. Εσύ θα το κάνεις αυτό.

 

«Είναι πολύ εύκολο για σένα να το λες αυτό. Η δική σου φυλή φαίνεται πως έχει ξεπεράσει τέτοια... σάρκινα εμπόδια. Όμως κι εσύ δεν μου φαίνεσαι και πολύ ικανοποιημένη με αυτό, διαφορετικά δεν θα μου ζητούσες αυτό που μου ζήτησες. Θα ερχόσουν, με το σώμα σου παγωμένο, να πάρεις έναν απόγονο, να χάσεις μια καρδιά κι έναν άντρα και θα σου έμενε μια ολόκληρη καρδιά και η ζωή σου να την κάνεις ό,τι ήθελες μετά.»

 

 

 

Δεν ήθελε να μιλήσει έτσι. Όμως η ειρωνεία ήταν χαρακτηριστικό των Κλαμαριανών. Όσο πιο δύσκολη ήταν η θέση τους, τόσο περισσότερο ειρωνεύονταν. Αν ήταν να ξεφτιλιστούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ας το έκαναν τουλάχιστον με παρέα. Όμως η Μιέρεν δεν του έκανε τη χάρη ν’ απαντήσει. Συνέχιζε να παραμένει ήρεμη και ξαπλωμένη δίπλα του, γυμνή ξαπλωμένη δίπλα του και τον είχε αφήσει με την επιθυμία να ροκανίζει τα κύτταρά του.

 

 

 

Αυτό ήταν. Εκείνη την στιγμή ένιωσε ν’ ακούει στο μυαλό του ένα τεράστιο «κρακ», σαν ένα πέτρινο φράγμα που σπάει κι η ορμή τον παρέσυρε σαν χείμαρρος. Έπεσε πάνω στην Λενάρια, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια του για να μην την κοιτάζει και μπήκε μέσα της με τόση βία, όση δεν πίστευε ποτέ πως θα διέθετε. Το μυαλό του σχημάτιζε σπείρες κι έλικες χρωμάτων, με οδηγό μια κατακόκκινη επιθυμία, την ίδια στιγμή που το σώμα του πίεζε την Μιέρεν στο κρεβάτι, τα χέρια του την είχαν φυλακίσει από κάτω του κι έσφιγγαν όποιο σημείο έβρισκαν. Η φωνή της δεν έφτανε σ’ αυτόν, μόνο ένα βουητό που σφυροκοπούσε χωρίς έλεος τα σωθικά του. Ούτε την δική του φωνή άκουσε, όταν έφτασε εκείνη η στιγμή που τελείωσε με τόση ορμή, ώστε νόμιζε πως όλο του το σώμα είχε ξεκολλήσει απ’ την ψυχή του και θα παρέμενε αιώνια μέσα της.

 

 

 

Την άκουσαν, όμως, οι αυλικοί του κι είδαν μετά από λίγο τον βασιλιά τους, ουρλιάζοντας ακόμα, να πηδάει απ’ το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του προς τον κήπο και τον θάνατό του.

 

 

 

Η Λενάρια σηκώθηκε με ήρεμες κινήσεις και πλησίασε το παράθυρο, κοιτάζοντας από κάτω την αιμάτινη κηλίδα που κάποτε αποτελούσε τον Τζεσέν, βασιλέα των Κλαμαριανών.

 

 

 

Λοιπόν; ήρθε μια φωνή μέσα της.

 

 

 

Είχες δίκιο, το έχασα το στοίχημα. Για λίγες στιγμές νόμιζα πως θα το κέρδιζα, είχε καταφέρει μέχρι και να καταλάβει ότι αυτή η επιθυμία δεν ήταν δική του.

 

 

Ένα γουργουριστό γέλιο γαργάλησε το μυαλό της.

 

 

 

Σου το είχα πει πως ο γιος του είναι έξυπνος. Πιο έξυπνος απ’ τον πατέρα του, που νόμιζε ότι μπορούσε να παίξει με τις καρδιές μιας Μιέρεν.

 

 

Τι κάνει αυτή η ψυχή;

 

 

Ό,τι κάνουν κι όλες οι υπόλοιπες. Προσπαθεί να βρει τρόπο να δραπετεύσει. Όμως αυτόν τον συγκεκριμένο δεν θα τον αφήσω ποτέ. Θ’ αφήσω την ψυχή της γυναίκας του κάποια στιγμή, όταν καταλάβει πώς ο άντρας της την είχε σκοτώσει πολύ πριν μπω εγώ στην μέση και πάρω και το φυσικό της σώμα. Εσύ πήρες την ψυχή του γιου;

 

 

Ναι, μου την έδωσε σχεδόν με την θέλησή του. Αύριο θα επιστρέψω και θα σου την παραδώσω. Ήταν κρίμα, θα μπορούσε πραγματικά να το ξεπεράσει, αν δεν έβαζες εσύ το χεράκι σου. Πραγματικά, μπορούσα μέχρι κι εγώ να νιώσω την επιρροή σου.

 

 

Ίσως. Όμως είναι Κλαμαριανός κι επιπλέον γιος του πατέρα του. Ίσως εσύ να μην ήθελες ή να μην άντεχες την δική του αγάπη.

 

 

Ίσως, μητέρα. Όμως αναρωτιέμαι... μήπως θα έπρεπε πριν πεθάνει να καταλάβει γιατί συνέβησαν όλα αυτά; Να καταλάβει πως είχαμε τον ίδιο πατέρα;

 

 

Ω, μα θα το καταλάβει αύριο, αγάπη μου. Αύριο που θα ξανανταμώσει με τους πολυαγαπημένους του γονείς, αύριο θα καταλάβει πώς πέθαναν και γιατί, αύριο θα καταλάβει πως πεθαίνοντας άφησε παιδί στην κόρη του πατέρα του.

Edited by Sonya
Link to comment
Share on other sites

Να 'μαι κι εγώ. Για πρώτη φορά σε διαγωνισμό, χρειάστηκε να κόψω ένα σωρό πράγματα για να κρατηθώ στο όριο των λέξεων. Για την ακρίβεια ήθελα ακόμη 2-3000 λέξεις, για να έχω το αποτέλεσμα που ήθελα... Αλλά δεν πειράζει. Όπως είπε κι η Νίενορ (κι η Σόνυα με άλλα λόγια) ο Ντίνος μας έδωσε τον ακριβότερο πηλό και τα ωραιότερα χρώματα . Είναι να μην παίζεις μαζί τους με τις ώρες;

 

Ο ΥΠΝΟΣ ΘΡΕΦΕΙ ΜΑΓΟΥΛΑ

 

Περνούσε τα απογεύματα του κλεισμένος στο Μαυσωλείο των γονιών του, προσευχόμενος στους τάφους τους. Ο θείος του τού είχε βρει νύφη, ένα θηλυκό Μιέρεν. Το απαιτούσε η συμμαχία που είχε ανάγκη το βασίλειο με την γειτονική χώρα.

Κρύφτηκε στον βόρειο πύργο και παρακολούθησε την άφιξη της μαύρης σιδηρόφρακτης άμαξας που μετέφερε την νύφη του. Την έσερναν είκοσι τυφλά άλογα. Από τους δέκα αμαξάδες που κουμάνταραν τα ζώα οι έξι είχαν φτάσει τρελοί, οι υπόλοιποι υπέφεραν από ζαλάδες και έβγαζαν αφρούς από το στόμα.

 

Το βράδυ, μια συνοδεία τον έφερε μέχρι το υπνοδωμάτιο με τα ψηφιδωτά και τον άφησε εκεί μόνο του. Κοιτάχτηκε στον μεγάλο καθρέπτη και αισθάνθηκε πως έδειχνε γελοίος στην λευκή ρόμπα και εκείνες τις πορφυρές κάλτσες. Αν τις έβγαζε τώρα θα έδειχνε ακόμα πιο γελοίος ξυπόλητος. Εκείνη την στιγμή άκουσε τους μεταλλικούς σύρτες να γλιστρούν στην κρεμαστή αψίδα, την στενή γέφυρα με τα δαιμονικά γλυπτά που ένωνε τους δύο πύργους. Ήταν ένα ιδιωτικό πέρασμα που ένωνε τα δώματα της βασίλισσας στον ανατολικό πύργο με εκείνα του βασιλιά στον δυτικό.

 

Σε δύο ανάσες η βαριά σκαλιστή πόρτα θα άνοιγε και θα αντίκριζε την νύφη του. Θα ήταν ο πρώτος Κλαμαριανός που θα αντίκριζε ένα θηλυκό Μιέρεν. Καθόλου καθησυχαστικά, οι φήμες έλεγαν πως αν ένας άντρας επιβίωνε του ζευγαρώματος -κι ο θάνατος ήταν φριχτός, γιατί οι περισσότεροι βρίσκονταν πνιγμένοι στον ίδιο τους τον εμετό- σήμαινε ότι το θηλυκό δεν ήταν πραγματικό Μιέρεν. Αλλά από την άλλη υπήρχαν κι άλλες φήμες πιο σκοτεινές και εξίσου δυσοίωνες, που σε απέτρεπαν ακόμη και να ταράξεις το κουκούλι ύπνου στο οποίο έκρυβαν τα θανατηφόρα κάλλη τους οι πολύτιμες θηλυκές. «Ο ύπνος θρέφει μάγουλα και τ’ όνειρο βλαμμένους», έλεγαν χασκογελώντας χαιρέκακα οι Εάβιν, ενθυμούμενοι παλιές δόξες της πολιτιστικής τους ιστορίας. Αλλά στον Κλαμαριανό στρατό οι μισθοφόροι Εάβιν ήταν πλέον λίγοι κι οι φωνές τους ακούγονταν αχνές, σκεπασμένες από πολλαπλά στρώματα σκληρότητας και αδιαφορίας, καθώς κι από ένα ακόμη στρώμα, αηδίας, που είχε να κάνει με την απόβαση στο Νιλίντο και τις σφαγές που ακολούθησαν εκεί.

 

Όταν ο θείος του τον κάλεσε να αφήσει τις σκοτεινές του ασχολίες στο Μαυσωλείο, για να του ανακοινώσει τον επικείμενο γάμο του, η πρώτη του σκέψη ήταν να αρνηθεί. Οι σπουδές του τον είχαν απορροφήσει εντελώς κι η απαιτούμενη συζυγία για κάποιες ενδιαφέρουσες τελετουργίες πλησίαζε. Είχε ένα σωρό πράγματα να φροντίσει, την προμήθεια μαύρων κεριών, την ποιότητα του λιβανιού και του μύρου, το μέγεθος και το σχήμα των βωμών, την παρθενία των σκλάβων που θα θυσιάζονταν κι η απαίτηση του θείου να παρουσιαστεί στην αίθουσα του θρόνου τον είχε κάνει νευρικό. Πάντως θυμόταν καθαρά πως είχε καταφέρει να κρύψει τον εκνευρισμό του, αφήνοντας μόνο μικροσκοπικές ηλεκτρικές εκκενώσεις να φωτίζουν απειλητικά το πρόσωπό του, αστράφτοντας στις άκρες του μουστακιού του.

 

«Ένας Μύστης των Ιερών δε μπορεί να πάρει οποιαδήποτε σύζυγο!» είχε ουρλιάξει με μανία. «Πρέπει να είναι μοναδική! Να ξεπερνά κάθε κοινότητα!»

«Τι θα έλεγες για μια Μιέρεν τότε;» είχε απαντήσει αφοπλιστικά ο θείος του, αφήνοντάς τον με το στόμα ανοιχτό.

 

Ακόμη κι οι Μύστες των Ιερών εκπλήσσονται κάποιες φορές. Καημένε Πεπάλι, σκέφτηκε για τον εαυτό του. Μύστης που εκπλήσσεται…

Μια Μιέρεν ήταν πραγματικά πέρα από καθετί κοινό ή συνηθισμένο. Κι η συμμαχία ήταν απαραίτητη, πόσο ακόμη θα είχαν τη δυνατότητα να πληρώνουν τους Εάβιν; Και ποιος καλύτερος γαμπρός από τον ίδιο, που είχε οικειοθελώς αφήσει το θρόνο στα χέρια του θείου του, για χάρη των σπουδών του; Ο θείος του είχε πολιτικό μυαλό, ενώ εκείνος όχι. Θα μπορούσε να παντρευτεί ο ίδιος την πολύφερνη νύφη, αλλά έτσι θα επέτρεπε στην τωρινή βασιλική οικογένεια της Αβρεβέρ να εγείρει απαιτήσεις στο θρόνο -πέρα από τον όποιο σωματικό κίνδυνο αντιπροσώπευε ένας γάμος με το περιεχόμενο ενός κουκουλιού ύπνου. Ενώ ο Πεπάλι ήταν η ιδανική επιλογή, ακόμη κι αν είχε στο νου του να επιστρέψει στο θρόνο, η πρώτη νύχτα του γάμου θα μπορούσε να διευθετήσει και αυτό το μικρό πρόβλημα.

 

Το μόνο μικρό πρόβλημα που δεν είχε ακόμη διευθετηθεί ήταν η σωματική και ψυχική ασφάλεια του γαμπρού. Κι επειδή κανείς δε θα μπορούσε να του την εξασφαλίσει καλύτερα από τον ίδιο, είχε αφήσει τη συζυγία να περάσει, χωρίς να κάνει τις τελετουργίες που είχε κατά νου, είχε σκαρφαλώσει στη ράχη ενός φοινικογέρακου κι είχε πετάξει ως το μέρος που ήξερε ότι θα μάθαινε περισσότερα.

 

Έτριψε τα χέρια του μεταξύ τους. Η συνάντησή του με τη σύζυγό του ήταν σκηνοθετημένη πολύ δραματικά στο μυαλό του, με την πόρτα ν’ ανοίγει κι εκείνη να του επιτίθεται με την αβάσταχτη ομορφιά της, αλλά η πραγματικότητα θα διέφερε αρκετά. Ανάμεσα στην πόρτα και το Μιέρεν -τη Μπλιτ, έπρεπε να θυμίζει στον εαυτό του ότι ήταν σύζυγός του κι ότι την έλεγαν Μπλιτ, το να χρησιμοποιεί το ουδέτερο γένος ήταν μάλλον προσβολή για τη μοσχαναθρεμένη Μπλιτ- υπήρχαν μερικές ακόμη εθιμοτυπικές καθυστερήσεις και φυσικά το κουκούλι ύπνου.

 

Τα θηλυκά Μιέρεν με τις απίστευτες λεπτεπίλεπτες ομορφιές… Έτσι τις περιέγραφαν οι αρσενικοί τους. Έλεγαν ότι είναι τόση η ευαισθησία της ομορφιάς τους, που εδώ και αρκετές χιλιάδες χρόνια, καμμιά τους δεν καταδεχόταν να ταλαιπωρηθεί κάνοντας δουλειές ή περπατώντας ή μένοντας ξύπνιες όταν δεν υπήρχε ανάγκη. Είχαν με τους αιώνες εξαρτηθεί απόλυτα από τα κουκούλια ύπνου, τόσο που επίσης εδώ και αιώνες, κανείς εκτός από τους οικείους τους δεν είχε δει κάποια τους έξω από το αυγοειδές της κουκούλι -τουλάχιστον κανείς που είχε μείνει ζωντανός… Θρύλοι είχαν δημιουργηθεί για τη μορφή των μυστηριακών αυτών πλασμάτων, φρικαλέοι κι αποτρόπαιοι από τη μία και ονειρικοί και ολόφωτοι από την άλλη, οι μισοί να μιλάνε για θάνατο κι οι άλλοι μισοί να ορκίζονται πως με ένα και μόνο φιλί θα μπορούσες να έχεις τον παράδεισο στην αγκαλιά σου. Κανείς δεν υπήρχε να επιβεβαιώσει είτε τον έναν είτε τον άλλο μύθο.

 

Κανείς… μα, σκέφτηκε, αυτό δεν ήταν απόλυτα σωστό. Κάποιοι είχαν δει, κάποιοι είχαν τολμήσει να ταράξουν τον ύπνο που έθρεφε τα μάγουλα των Μιέρεν. Κάποιοι Εάβιν, που δεν είχαν δώσει και πολλή σημασία στην δική τους την παροιμία, τα όνεριά του τον έκαναν βλαμμένους και τα αποτελέσματα… Τα αποτελέσματα θα τον βοηθούσαν να επιζήσει;

 

Δε λυπήθηκε ούτε χρόνο, ούτε κόπο, ούτε χρήμα. Δεν πτοήθηκε από την απομόνωση των μισθοφόρων, ούτε από την αρνητική στάση των επικεφαλής τους, ούτε καν από την άρνησή τους να μιλήσουν για ο,τιδήποτε πέρα από αλκοόλ και λεφτά. Κάποιος μάλιστα τον είχε αναγνωρίσει, γύρευε από ποια επιθεώρηση όταν ήταν ακόμη ο πατέρας του ζωντανός και τότε τα πράγματα είχαν γίνει μια ιδέα πιο δύσκολα. Αλλά στο τέλος τα κατάφερε και τους βρήκε όλους, και τους εννέα.

 

Ήταν οι επιζώντες της απόβασης του Νιλίντο. Μαύρη μέρα ήταν εκείνη και για τα δύο εμπόλεμα μέρη, η γειτονική χώρα, η Αβρεβέρ των έξι φυλών είχε χάσει μια ολόκληρη πόλη και το βασίλειο του Κλαμάριαν έναν ολόκληρο στρατό. Από πέντε χιλιάδες κατοίκους είχαν σωθεί δύο Σιουίλ, από δύο χιλιάδες μισθοφόρους είχαν σωθεί εννέα Εάβιν. Πάνω στην κάψα της μάχης και πλιατσικολογώντας τις αιωρούμενες επαύλεις των εμπόρων μπαχαρικών, είχαν πέσει πάνω σε ένα καραβάνι από εταίρες από την Ιπαπούχα: τέσσερα κουκούλια ύπνου με τα πολύτιμα φορτία τους να κοιμούνται μακάρια, προστατευμένα ακόμη κι από τη φρίκη της σφαγής.

 

Καθένας τους ξέχασε τους μισούς θρύλους που μιλούσαν θάνατο και για ακατάσχετους εμετούς και θυμήθηκε μόνο τους άλλους, που έλεγαν για τον παράδεισο στην αγκαλιά σου. Και καθένας τους ρίχτηκε στο κουκούλι ύπνου και το άνοιξε ανυπόμονος, ερεθισμένος στην ιδέα της έκστασης και της ηδονής που τον περίμενε στα ερωτικά παιχνίδια του μυθικού πλάσματος.

 

Παράξενο, σκέφτηκε, πώς οι άνθρωποι διηγούνται μια ιστορία. Ως τη στιγμή που έπεσαν πάνω στα κουκούλια ύπνου, οι αφηγήσεις τους ήταν διαφορετικές, καθένας τους είχε ποθήσει τον άγριο έρωτα με τα θηλυκά Μιέρεν για διαφορετικό λόγο, από διαφορετική πείνα, με διαφορετική ένταση. Υπήρχαν ανάμεσά τους οι χυδαίοι, οι σαδιστές, υπήρχαν οι περίεργοι κι οι φιλολογικά ενδιαφερόμενοι, υπήρχε ακόμη κι ένας ρομαντικός που πίστευε πραγματικά στους ωραίους θρύλους. Οι περιγραφές τους διέφεραν στο βάθος και το είδος της λεπτομέρειας, στην ασάφεια της ανάμνησης, στην ποιότητα της διήγησης. Όλοι όμως, όλοι, όταν έφταναν στη στιγμή που άνοιγαν τα κουκούλια, έλεγαν τα ίδια πράγματα.

 

Έλεγαν αρχικά για το τσαλακωμένο δέρμα, ζαρωμένο σα γριάς Σιουίλ εκατό χρονών. Ρυτίδες παντού, ακόμη κι εκεί που συνήθως δε σχηματίζονται, στις ωμοπλάτες, στη ραχοκοκαλιά, στους αστραγάλους, στις ρώγες των δαχτύλων, εκτός… εκτός από το αποτρόπαια πρησμένο πρόσωπο, μπλαβί, από τη μια μεριά οι ρυτίδες κι οι ζάρες κι από την άλλη ένα παχύ τσιτωμένο μάγουλο, σαν κύστη γεμάτη αίμα έτοιμη να εκραγεί. Κι ύστερα έλεγαν για τα μαλλιά, θαμπά και λαδωμένα, γλοιώδεις τρίχες που συστρέφονταν η μια γύρω από την άλλη, λες και πάλευαν ν’ αλληλοσκοτωθούν. Θυμούνταν οι ταλαίπωροι να καρφώνονται πάνω τους μάτια θολά και τσιμπλιασμένα κι ένας θυμόταν πως το «δικό του» Μιέρεν δεν είχε καταφέρει ν’ ανοίξει τα μάτια, οι τσίμπλες είχαν ξεραθεί κι είχαν κολλήσει τα βλέφαρα μεταξύ τους.

 

Και τελικά όλοι κατέληγαν στη μέγιστη φρικαλεότητα. Ήταν στην ουσία δύο πράγματα, αλλά σ’ όλων τα μυαλά είχαν γίνει για κάποιο λόγο ένα: το μουγκρητό κι η οσμή, μια μπόχα από σάπιο αίμα, σάλιο νηστικού στομαχιού κι αποφορά δυσπεπτικού που πάλευε να χωνέψει. «Ω, θεοί της Νετσιτά, εκείνη η οσμή!» κραύγαζαν κι οι εννέα, φτάνοντας στο σημείο αυτό. Κι ύστερα σηκώνονταν πανικόβλητοι κι έτρεχαν σε μια γωνιά ν’ αλαφρώσουν τα στομάχια τους, ξερνούσαν ως να βγάλουν μόνο χολή, στην ανάμνηση της βρώμας που ανέδυαν τα στόματα εκείνα.

 

Ξανάτριψε τα χέρια του νευρικός όσο τα γύριζε αυτά στο μυαλό του. Οι εννέα περιγραφές τον είχαν κατατρομάξει, σε σημείο που από την τέταρτη και μετά, όταν έφτανε η ώρα να τρέξουν να ξεράσουν, έτρεχε κι εκείνος να κρυφτεί από τα μάτια των Εάβιν και να βγάλει τα σωθικά του. Κι όσα περισσότερα άκουγε, τόσο πιο άσχημα αντιδρούσε το στομάχι του, λες και πάλευε να βγει από το στόμα και να το σκάσει, τιμωρώντας τον που το είχε βάλει σε τέτοιες δοκιμασίες. Σκέφτηκε κι άλλο ένα μέλος του σώματός του κι αναρωτήθηκε εκείνο σε τι είδους δοκιμασίες θα έμπαινε, αλλά η εικόνα ήταν ανυπόφορα ασαφής και την απώθησε εύκολα.

 

Γύρισε και κοίταξε άλλη μια φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα λευκά του βασιλικού γαμπρού κι οι κόκκινες κάλτσες που συμβόλιζαν την παρθενία της νύφης ήταν πραγματικά για γέλια κι απορούσε για ποιο λόγο ο θείος του τον είχε υποχρεώσει να τα φορέσει, για ποιο λόγο του είχε παραχωρήσει τα βασιλικά δώματα για την πρώτη νύχτα του γάμου, όχι, όχι παραχωρήσει, υποχρεώσει, πάλι εξαναγκασμός ήταν στη μέση. Το συνειδητοποίησε σιγά-σιγά, ενώ το κρύο γλιστρούσε από τα περίτεχνα ψηφιδωτά στους τοίχους, έγλυφε τα μεταλλικά έπιπλα και χωνόταν κάτω από τη ρόμπα του, όταν μια δεύτερη συνοδεία, αυτή τη φορά από συγγενείς της νύφης μπήκαν στο δωμάτιο και του έδωσαν να φάει σπόρους σάμενγκακ, που υποτίθεται πως ήταν το βασιλικό φρούτο της Αβρεβέρ, τραγουδώντας γαμήλια τραγούδια. Ο θείος του έκανε ό,τι μπορούσε για να δώσει στους εχθρούς -και μελλοντικούς συμμάχους- την εντύπωση ότι ο Πεπάλι ήταν βασιλιάς ή τουλάχιστον διάδοχος του θρόνου κι ότι ο γάμος αυτός πραγματικά θα διασφάλιζε την συμμαχία των δύο χωρών.

 

Αλλά κι οι άλλοι, είχαν κάνει το παν για να δείξουν ότι η νύφη μέσα στο κουκούλι ύπνου ήταν εκείνη που υποστήριζαν ότι ήταν. Από τις έξι φυλές πλασμάτων που κατοικούσαν στην Αβρεβέρ, τα Μιέρεν είχαν τους περισσότερους βασιλιάδες. Κι από όλα τα Μιέρεν η οικογένεια των Μπλι ήταν εκείνη που είχε τα περισσότερα βασιλικά μέλη. Κι οι Μπλι είχαν τη φήμη ότι ο ερωτισμός των θηλυκών τους ήταν τόσος, που ακόμη και το κουκούλι ύπνου να έβλεπες μονάχα μπορούσες να τρελαθείς. «Μόνο η τρέλα φυλακίζει την τρέλα», θυμήθηκε τις διδαχές των Ιερών και κρυφογέλασε όσο θυμόταν τη σιδερόφρακτη άμαξα, τα τυφλά άλογα και τους τρελούς αμαξάδες, μια παράσταση που προσπαθούσε να πείσει για την επικίνδυνη ομορφιά της Μπλιτ, μια παράσταση εφάμιλλη εκείνης που έδινε κι ο ίδιος, με τις γελοίες κόκκινες κάλτσες και τη λευκή ρόμπα.

 

Οι συνοδοί της νύφης έφυγαν τελικά, σκουπίζοντας πίσω τους τα ζουμιά από το σάμενγκακ και κάνοντας υποκλίσεις που δε χρειάζονταν. Στα πρόσωπά τους, δεν κατάφερε να διαβάσει κάποιο συναίσθημα κι αυτό για κάποιος παράξενο λόγο του έδωσε θάρρος. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσπρωξε την πόρτα. Δεν κατάφερε να μην σκεφτεί ότι αυτό που τον έκανε να κινείται, τελικά δεν ήταν θάρρος. Το τι ήταν… Σαν Μύστης έπρεπε να το είχε καταλάβει ήδη.

 

Ήταν μια μικρή παραίτηση.

 

Το γαλαζωπό μέταλλο έμοιαζε ν’ αστράφτει, καμπυλωμένο στο σχήμα ενός τέλειου αυγού. Οι συνοδοί της νύφης είχαν φροντίσει ώστε το φως στο δωμάτιό της να μην είναι το παραδοσιακό πορτοκαλί από τα μελισσοκέρια, αλλά ένα πιο λευκό χρώμα, το απόλυτα λευκό ενός κεριού από ρουπ. Το βαρύ άρωμα του ρουπ τού έφερνε ζάλη, αλλά όχι τόση όσο εκείνο το υπνωτιστικό γαλάζιο μέταλλο: το απόλυτα λευκό φως έπαιζε το παιχνίδι της ανάκλασης με το ψυχρό υλικό, κρύβοντας ωστόσο τέλεια από τα μάτια του Πεπάλι το ζεστό του περιεχόμενο. Έκανε δυο διστακτικά βήματα κι ύστερα σε μια στιγμή αδυναμίας στάθηκε και έβγαλε τις κάλτσες. Αν οι διηγήσεις των Εάβιν ήταν αληθινές κι οι θρύλοι για τους θανάτους από πνιγμό σε εμετό περισσότερο από θρύλοι, θα ήταν αρκετά γελοίο θέαμα όταν θα τον έβρισκαν το επόμενο πρωί. Τουλάχιστον η μεταθανάτια εικόνα που θα άφηνε παρακαταθήκη στους Κλαμαριανούς θα ήταν εκείνη που ήθελε ο ίδιος κι όχι αυτή που όριζε η παράδοση.

Πλησίασε κι άλλο και είδε για πρώτη φορά τη λεπτή σχισμή στο κουκούλι ύπνου. Ακούμπησε πάνω της το χέρι του, με την παλάμη ανοιχτή κι η αόρατη κλειδαριά από ρούνους, σχεδιασμένη να ανοίγει μόνο στο δικό του άγγιγμα, αναστέναξε αισθαντικά κι υποχώρησε. Το άνω κινητό μέρος του κουκουλιού ύπνου άρχισε ν’ ανασηκώνεται.

 

«Λίγο ακόμη», σκέφτηκε. «Λίγο ακόμη και θα δούμε αν είναι όλα αυτά αλήθεια».

 

Το κορμί του θηλυκού Μιέρεν -της Μπλιτ, για όνομα των θεών της Νετσιτά, ένα κορίτσι είναι μόνο και το λένε Μπλιτ- ήταν τυλιγμένο σε πολλές στρώσεις από διάφανα πέπλα, αλλά ακόμη κι έτσι κατάφερε να δει ότι οι φόβοι του γίνονταν ένας-ένας πραγματικότητα: κάτω από τα πέπλα το δέρμα της έμοιαζε να πτυχώνεται αφύσικα, σα δέρμα εκατοχρονίτικης γριάς Σιουίλ, χειρότερα κι από τους πολεμιστές Ούφουρουκ που είχαν φέρει οι δικοί της σαν απάντηση στους μισθοφόρους Εάβιν. Τρόμος τον κυρίεψε, θεοί, ήταν αλήθεια λοιπόν; Αντί για το αιθέριο κορίτσι που του είχαν υποσχεθεί, θα έπρεπε να περάσει μια ολόκληρη νύχτα -και μια ολόκληρη ζωή-με ένα ζαρωμένο σακούλι από κόκκαλα; Κι αν ήταν αληθινή αυτή η πρώτη πληροφορία που του είχαν δώσει οι εννέα του Νιλίντο, τότε τι πιθανότητες είχε οι υπόλοιπες να ήταν ψευδείς;

 

Έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω, αλλά τότε εκείνη σάλεψε, καθώς το κουκούλι την ξυπνούσε κι είδε τα μαλλιά της, μια μπερδεμένη λαδωμένη μάζα από τρίχες, μακριές θαμπές και βρώμικες, που τυλίγονταν σε απίθανους κόμπους. Ανατρίχιασε και δεν έφταιγε το κρύο που περνούσε από τις πλάκες του πατώματος στις γυμνές του πατούσες. Το Μιέρεν -α, ναι, τώρα μπορούσε να ξεχάσει ότι την έλεγαν Μπλιτ, τώρα μπορούσε να αναφέρεται σ’ αυτήν με αυτόν τον υποτιμητικό όρο, το θηλυκό Μιέρεν- τινάχτηκε σε μια σπασμωδική κίνηση τεντώθηκε όρθιο στα δυο του πόδια -ζάρες από δέρμα τρεμούλιασαν αηδιαστικά, τούφες από μαλλί προβατίσιο χοροπήδησαν απαίσια, τινάχτηκε επάνω το φρικαλέο πλάσμα και ταυτόχρονα γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια.

 

Κι εκεί κατέρρευσε το θάρρος του, γιατί ήταν όλα εκεί, όλα όπως του τα είχαν περιγράψει, τρομακτικότερα κι από τους δαίμονες που καλούσαν τα μαύρα κεριά, πιο απαίσια κι από τις λάμιες που αγαπούσαν το λιβάνι και το μύρο στις συζυγίες, πιο ανυπόφορα κι από τα ιφρίτ, που έπιναν το αίμα των παρθένων πάνω στους βωμούς μέσα στις Ιερές Γεωμετρίες. Η μάζα του πρησμένου κρέατος στη μια μεριά του προσώπου, ένας ασκός από διάφανο δέρμα γεμάτος αίμα, έτοιμος να εκραγεί, κι η αντίθεση στην άλλη μεριά των άπειρων ρυτίδων, λεπτών, αλλά βαθιών, τα θολά τσιμπλιασμένα μάτια, το σάλιο έτρεχε στις άκρες των χειλιών, η μια άκρη του στόματος πρησμένη κι αυτή, την είδε -όχι, όχι την, το, ήταν ένα θηλυκό Μιέρεν που να πάρει!- να μισανοίγει το στόμα και περίμενε, να έρθει και το τελευταίο χτύπημα, το μουγκρητό κι η οσμή, η μπόχα, σάπιο αίμα, σάλιο νηστικού στομαχιού κι αποφορά δυσπεπτικού που πάλευε να χωνέψει, περίμενε και μόνο ευχόταν να προλάβει να βγάλει από το στόμα του ό,τι το στομάχι του έσπρωχνε προς τα πάνω, να μην πνιγεί κοροϊδίστικα σαν τους άλλους επίδοξους εραστές αυτής της -όχι αυτής, αυτού, αυτού του θηλυκού Μιέρεν, αυτού του τέρατος του βγαλμένου από την κόλαση κι από τη διαστροφή των αρσενικών του είδους του. Περίμενε κι ήρθε και το μουγκρητό κι ήρθε κι η βρώμα ως τα ρουθούνια του, α, ούτε το στόμα ενός αγουροξυπνημένου Άντζε δε θα μύριζε ποτέ έτσι και τα Άντζε τρώνε κουφάρια και σάπια λαχανικά…

 

Κάπου στο βάθος του μυαλού του, μια σκέψη του επέστρεψε μέρος της ψυχραιμίας του. «Μύστης των Ιερών. Ψυχραιμία. Είσαι Μύστης των Ιερών. Είσαι Μύστης των Ιερών κι έχεις δει δαίμονες και ιφρίτ και λάμιες κι ό,τι σου περάσει από το νου. Πώς μπορεί να σε ταράξει ένα μάγουλο που το θρέφει ο ύπνος…;»

 

Κλικ.

 

Σαν όλα να μπήκαν στη θέση τους μ’ αυτήν τη φράση. Μάγουλο που το θρέφει ο ύπνος. Από το νου του πέρασαν όλα όσα ήξερε, όλα όσα είχε μάθει, έγειρε λίγο το κεφάλι κι είδε την εικόνα από μια άλλη οπτική γωνία, κάτω από ένα άλλο φως. Είδε πάλι το ζαρωμένο δέρμα -από τις πτυχές των πέπλων, είναι τόσο λεπτοϋφασμένα τα άτιμα, σαν ιστοί αράχνης-, είδε τα ανακατεμένα μαλλιά -από το μαξιλάρι, πρέπει να υπάρχει κι ένα μαξιλάρι μέσα στο κουκούλι ύπνου, τι ύπνος θα ήταν αυτός χωρίς μαξιλάρι;-, το μονόπαντα πρησμένο πρόσωπο –το μάγουλο που το θρέφει ο ύπνος, ποιανού το πρόσωπο δεν πρήστηκε από την μια μεριά όταν κοιμάται στο πλάι;-, τις τσίμπλες και το μουγκρητό -χασμουρητό, θεοί, δε μουγκρίζει, χασμουριέται, κοιμάται ασταμάτητα και τώρα μόλις ξύπνησε και χασμουριέται- κι ύστερα την οσμή, τη μπόχα -πρωινή αναπνοή! θεοί της Νετσιτά, το κορίτσι έχει πρωινή αναπνοή, είναι αγουροξυπνημένο και κοιμάται μέρες και μήνες να μη χαλάσει την ομορφιά του και μόλις ξύπνησε και χασμουριέται και το στοματάκι του μυρίζει σάλια, θεοί, όπως το λένε οι δικοί της. με ένα και μόνο φιλί, να της δείξεις ότι την αγαπάς, και μόλις κάνει την τουαλέτα της θα ‘χεις τον παράδεισο στην αγκαλιά σου…

 

Έκανε το αδύνατο, το ανήκουστο: Την πλησίασε τρέμοντας από την αηδία της ανάσας της, την άρπαξε από τα ζαρωμένα της μπράτσα και τη φίλησε. Ένα φιλί κάπως αγριωπό, αδέξιο, επιθετικό, η γεύση του στόματός της έκανε τον εμετό ν’ ανεβαίνει στο λαρύγγι του και για μια στιγμή λιποψύχησε, σκέφτηκε ότι έτσι θα πνιγόταν στα σίγουρα ή θα την έπνιγε, με ένα σιντριβάνι από προϊόντα πέψης και γαστρικά υγρά να τινάζεται κατευθείαν στον οισοφάγο της. Τράβηξε πίσω το κεφάλι του λαχανιασμένος μη θέλοντας στο βάθος να της κάνει κακό.

 

«Ώστε ο βασιλιάς μου και σύζυγος είναι βιαστικός,» άκουσε μια μελωδική βραχνή φωνή να λέει γελαστά από το βάθος του βρωμερού λαρυγγιού. «Κι έξυπνος υποθέτω, ξέρω ότι οι πιο πολλοί δεν μπορούν να καταλάβουν τι ακριβώς περιέχει ένα κουκούλι ύπνου. Όμως, αφέντη μου Πεπάλι, αν μ’ αφήσεις να πλυθώ και να βγάλω τον ύπνο από πάνω μου, θα εκτιμήσεις καλύτερα την ομορφιά της καλής σου Μπλιτ…»

Link to comment
Share on other sites

Και το καθυστερημένο της παρέας :tease:

 

 

Μαύρη Πεταλούδα

 

Περνούσε τα απογεύματα του κλεισμένος στο Μαυσωλείο των γονιών του, προσευχόμενος στους τάφους τους. Ο θείος του τού είχε βρει νύφη, ένα θηλυκό Μιέρεν. Το απαιτούσε η συμμαχία που είχε ανάγκη το βασίλειο με την γειτονική χώρα.

Κρύφτηκε στον βόρειο πύργο και παρακολούθησε την άφιξη της μαύρης σιδηρόφρακτης άμαξας που μετέφερε την νύφη του. Την έσερναν είκοσι τυφλά άλογα. Από τους δέκα αμαξάδες που κουμάνταραν τα ζώα οι έξι είχαν φτάσει τρελοί, οι υπόλοιποι υπέφεραν από ζαλάδες και έβγαζαν αφρούς από το στόμα.

Το βράδυ, μια συνοδεία τον έφερε μέχρι το υπνοδωμάτιο με τα ψηφιδωτά και τον άφησε εκεί μόνο του. Κοιτάχτηκε στον μεγάλο καθρέπτη και αισθάνθηκε πως έδειχνε γελοίος στην λευκή ρόμπα και εκείνες τις πορφυρές κάλτσες. Αν τις έβγαζε τώρα θα έδειχνε ακόμα πιο γελοίος ξυπόλητος. Εκείνη την στιγμή άκουσε τους μεταλλικούς σύρτες να γλιστρούν στην κρεμαστή αψίδα, την στενή γέφυρα με τα δαιμονικά γλυπτά που ένωνε τους δύο πύργους. Ήταν ένα ιδιωτικό πέρασμα που ένωνε τα δώματα της βασίλισσας στον ανατολικό πύργο με εκείνα του βασιλιά στον δυτικό.

Σε δύο ανάσες η βαριά σκαλιστή πόρτα θα άνοιγε και θα αντίκριζε την νύφη του. Θα ήταν ο πρώτος Κλαμαριανός που θα αντίκριζε ένα θηλυκό Μιέρεν. Καθόλου καθησυχαστικά, οι φήμες έλεγαν πως αν ένας άντρας επιβίωνε του ζευγαρώματος, θα ζούσε το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς λογικό. Ίσως προτιμούσε το θάνατο, αν είχε δικαίωμα επιλογής.

 

Αισθανόταν την καρδιά μέσα στο στήθος του άκαμπτη σαν πέτρα. Φοβόταν. Φοβόταν μία γυναίκα. Ή μάλλον ένα θηλυκό Μιέρεν, αν ήταν καν γυναίκες. Σε έναν ακόμη χτύπο της βαριάς καρδιάς του, ο σύρτης της δικής του πόρτας θα τραβιόταν. Προσπάθησε να σταθεροποιήσει την ανάσα του. Με ό,τι κι αν έμοιαζε ένα θηλυκό Μιέρεν θα έπρεπε να είχε ήδη διασχίσει τη γέφυρα. Μήπως περίμενε απ’ έξω; Κοίταξε διαδοχικά τις πορφυρές κάλτσες του και ύστερα το μάνταλο. Και ξανά. Προχώρησε προς την πόρτα. Ακούμπησε επάνω της το αυτί του και αφουγκράστηκε. Σιωπή. Απ’ έξω ερχόταν μόνο το απαλό, καλοκαιρινό φύσημα του ανέμου στις γύρω βουνοκορφές. Τίποτα άλλο. Καμία ένδειξη ζωής. Μονάχα ο άνεμος. Σε μία έκρηξη θάρρους ξεμαντάλωσε την πόρτα του και την άνοιξε.

 

Τίποτα. Η γέφυρα έστεκε άδεια. Το φως της σελήνης έριχνε τις ενοχλητικές σκιές των πέτρινων δαιμόνων επάνω στα μαρμάρινα πλακάκια της, όμως φώτιζε τη νύχτα επαρκώς και μπορούσε να δει την πόρτα στην απέναντι πλευρά της κλειστή. Το φαντάστηκα πως άνοιξε, αυτό ήταν όλο.

 

 

Μπήκε και πάλι στο δωμάτιο με τα ψηφιδωτά και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Έβγαλε τις πορφυρές κάλτσες και τις πέταξε στο πάτωμα. Ας έδειχνε γελοίος. Έτσι κι αλλιώς ήταν η τελευταία του νύχτα. Δεν τον ένοιαζε. Πέταξε από πάνω του και τη λευκή ρόμπα κι έμεινε γυμνός ανάμεσα στα σεντόνια του κρεβατιού.

 

 

Δε μπορούσε να πάει εκείνος στο δωμάτιο της. Το πρωτόκολλο. Έπρεπε να το σεβαστεί στο έπακρο για να είναι έγκυρος ο γάμος. Όμως, πουθενά δεν έλεγε πως θα έπρεπε να την υποδεχτεί με λευκή ρόμπα και γελοίες πορφυρές κάλτσες. Ας έκανε το θάνατο να ντραπεί με τη γύμνια του. Παιδαριώδης σκέψη. Μα δεν τον ένοιαζε. Έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να βλέπει τη λάμψη των κεριών στο μετείκασμα πίσω από τα βλέφαρα του. Ας ήταν κι εκείνη έτσι. Μια λάμψη. Μια φωτεινή λάμψη που θα τον σκότωνε ακαριαία. Τουλάχιστον, ας είχε δίκιο ο θείος του. Ας μην ήθελε απλά να τον βγάλει από τη μέση για να ανέβει στο θρόνο. Ας κατάφερναν με τον τρόπο αυτό να σώσουν την Κλαμάρια και τους ανθρώπους της από τους άγριους Σαραγάν που λυμαίνονταν τα εδάφη της. Ας μη θυσιαζόταν για το τίποτα. Άραγε, η ψυχή του θα πήγαινε να συναντήσει τους προγόνους του; Θα του είχαν ήδη στρωμένη μια θέση στο μεγάλο τραπέζι τους; Μήπως ήταν ανάξιος ακόμα και γι’ αυτό;

 

 

«Κοίταξέ με.»

 

 

Άνοιξε τα μάτια του κι αφουγκράστηκε. Του φάνηκε πως άκουσε τον ήχο απαλών φτερών να απομακρύνεται. Δεν ήξερε αν ήταν ξύπνιος, αν τη φωνή αληθινά την είχε ακούσει. Ήταν κρυστάλλινη και γλυκιά, μα δεν είχε ιδιοκτήτη κι αυτό έκανε την όμορφη χροιά της ακόμα πιο ανησυχητική. Το δωμάτιο γύρω του ήταν σκοτεινό, τα κεριά είχαν καεί και μύριζαν ακόμη οι καπνοί τους. Σηκώθηκε και με αβέβαια βήματα πήγε προς την πόρτα. Την άνοιξε και κοίταξε έξω. Κανείς. Την άφησε ανοιχτή για να μπαίνει η δροσερή καλοκαιρινή αύρα και το σεληνόφως. Αποφάσισε πως ονειρευόταν και προσπάθησε να σταματήσει τα κύματα πανικού που ανέβαιναν από το στομάχι του. Ρουφώντας το νυχτερινό αέρα έκλεισε για λίγο τα μάτια.

 

 

«Κοίταξέ με.»

 

 

Τα ξανάνοιξε βίαια και κοίταξε γύρω του ξεροκαταπίνοντας αλαφιασμένα.

 

«Που είσαι;» Άκουσε τη φωνή να βγαίνει τσιριχτή από το λαρύγγι του και τούτο τον αγρίεψε ακόμα περισσότερο. «Που είσαι;» Ξαναρώτησε πιο σταθερά τώρα, μα απάντηση και πάλι δεν πήρε. Σκέφτηκε το σπαθί του κρεμασμένο μέσα στο θηκάρι στα θερινά διαμερίσματα. Με το σπαθί του στο χέρι δε θα φοβόταν τίποτα. Ήταν ο βασιλιάς της Κλαμάρια, για το όνομα των Προγόνων, έπρεπε να καταφέρει να επιβληθεί στον εαυτό του. Άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε από κει μία μποτίλια με μυρωδάτο κόκκινο κρασί. Ήπιε το μισό μονορούφι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι ξανά κι αφέθηκε να αφουγκράζεται τους ήχους της νύχτας γύρω του πίνοντας κάθε τόσο και λίγο ακόμη από το γλυκό κρασί.

 

 

«Όρλο, κοίταξέ με.»

 

Χαχάνισε νευρικά μα αυτή τη φορά δεν άνοιξε τα μάτια του. «Πώς να σε κοιτάξω δαίμονα; Το βαρέθηκα το παιχνίδι σου. Είμαι έτοιμος, έλα και πάρε με τώρα.»

 

«Άνοιξε τα μάτια του νου σου και κοίταξέ με. Όπως με ακούς έτσι θα με κοιτάξεις. Δεν είμαι δαίμονας, Όρλο.»

 

Αισθανόταν κουρασμένος και το κεφάλι του βαρύ. Όμως, με μάτια κλειστά, διέκρινε φευγαλέα δύο μικρές μαργαριταρένιες λάμψεις εμπρός από πηχτό σκοτάδι.

 

 

«Με τι μοιάζεις;»

 

«Με άνθρωπο, Όρλο, όπως κι εσύ.»

 

 

Πλέον, μπορούσε να ξεχωρίσει πως η φωνή ακουγόταν μονάχα μέσα στο κεφάλι του. Δοκίμασε κι εκείνος: «Είσαι αληθινή;» Ρώτησε μόνο με τη σκέψη του.

 

Για λίγες στιγμές άκουσε ένα ελαφρύ γάργαρο γέλιο κι ύστερα τη φωνή της ξανά: «Είσαι έξυπνος άνθρωπος, μα το μυαλό σου είναι κλειστό. Αν είναι να με παντρευτείς θα σε μάθω πως να το ανοίξεις.»

 

«Αφού θα με σκοτώσεις, γιατί παίζεις μαζί μου; Ή μήπως έτσι θα με τρελάνεις»

 

«Οι κατηγορίες σου είναι άδικες, εσύ με ζήτησες για νύφη και το γιατί δεν το ξέρω.»

 

«Γιατί η Κλαμάρια χρειάζεται του κερασφόρους στρατιώτες του πατέρα σου. Οι Σαραγάν θα μας αλώσουν χωρίς το στρατό σας και ο βασιλιάς πατέρας σου έθεσε σαν όρο το γάμο μας. Στ’ αλήθεια δε γνωρίζεις;»

 

«Γνωρίζω την αλήθεια των Μιέρεν και δεν είναι αυτή.»

 

Είδε ξανά τις λάμψεις και τη φευγαλέα εικόνα ενός γυναικείου χεριού με ντελικάτα δάχτυλα να κατευθύνεται προς το μέρος του. Αισθάνθηκε ένα απαλό άγγιγμα επάνω στα πυκνά του μούσια κι ύστερα η εικόνα χάθηκε ξανά.

 

«Και ποια είναι η αλήθεια, Μιέρεν;»

 

«Το όνομά μου είναι Ελουέ κι έτσι θα ήθελα να με φωνάζεις.»

 

«Ελουέ....» Δοκίμασε δυνατά για να ακούσει τη φωνή του.

 

«Κοιμήσου τώρα κι αύριο θα πούμε περισσότερα.»

 

«Ελουέ...» Επανέλαβε για μία ακόμη φορά κι ύστερα σώπασε και αφέθηκε σε εφιάλτες γνώριμους, με τους άγριους καβαλάρηδες Σαραγάν να σφάζουν τους ανθρώπους του, να καίνε τα χωριά της επαρχίας και να στρατολογούν τα παιδιά του λαού του.

 

Μα τούτη τη φορά στην εικόνα προστέθηκαν και οι κερασφόροι πολεμιστές των Μιέρεν που πετούσαν τα θεόρατα ακόντιά τους στα μαλλιαρά άλογα των Σαραγάν και τους ανάγκαζαν να πολεμούν πεζοί. Ο εφιάλτης του σταδιακά μετατρεπόταν σε καλό όνειρο, καθώς έβλεπε τα κορμιά των εχθρών του να πέφτουν. Αισθανόταν τον ιδρώτα να κυλάει στο σβέρκο του καθώς ξελαρυγγιαζόταν κραυγάζοντας εντολές για τη μάχη κι ύστερα κάτι εντελώς διαφορετικό: άγγιγμα από χείλη καυτά στο γυμνό του στέρνο. Ανέβαιναν στην κλείδα του ώμου του φιλώντας τον καθώς φώναζε άλλη μια εντολή.

 

Οι εικόνες της μάχης χάθηκαν από μπρος του και μαύρες πεταλούδες γέμισαν το ονειρικό του οπτικό πεδίο. Φτερούγιζαν πάνω στο γυμνό κορμί του χαϊδεύοντας τον παντού με τα φτερά τους και μύριζε κανέλλα η σκόνη που άφηναν στο χώρο. Σηκώνονταν χορεύοντας και γίνονταν ένας συμπαγής όγκος που ξανάσπαγε σε χίλια κομμάτια κι απλωνόταν και πάλι επάνω του.

 

Κάποιες έγιναν μακριά γυναικεία δάχτυλα κι άλλες χέρια και στήθη και γλουτοί και ξάφνου δεν ήταν πια πεταλούδες αλλά το σώμα μιας γυναίκας, με μακριά μαύρα μαλλιά κι αλαβάστρινο πρόσωπο με δυο μαργαριταρένιες σπίθες στα μάτια. Μεγάλα πεταλουδόσχημα φτερά ξεκινούσαν από τους ώμους της που τα κουνούσε νωχελικά κρατώντας και τους δυο τους στον αέρα. Μακριά δάχτυλα χάιδεψαν απαλά τα μούσια και τα μαλλιά του κι ύστερα κατέβηκαν χαμηλότερα και τον άγγιξαν παντού. Καυτά φιλιά στα χείλη του, στο λαιμό, στην κοιλιά και τα πόδια του, τον ζάλιζαν.

 

Άπλωσε τα χέρια του κι άγγιξε τη γυναίκα και την άκουσε να γελά ευχάριστα. Το δέρμα της ήταν βελούδινο κι εύθραυστο κάτω από τις παλάμες του. Χάιδεψε την ωραία μέση της και παραδόθηκε στα καυτά φιλιά της. Ένα χέρι κατέβηκε ανάμεσα στα πόδια του και δύο μακριά, μεταξένια πόδια τoν τύλιξαν. Πετούσαν, βρίσκονταν στον αέρα σε ένα τέλειο αγκάλιασμα. Την ήθελε. Την ήθελε σα δαιμονισμένος. Με άγρια χαρά έπιασε τη μέση της γυναίκας και την τράβηξε άγρια προς το μέρος του.

 

Καθώς μπήκε μέσα της με ορμή άκουσε έναν μικρό αναστεναγμό και την ένιωσε να ξαπλώνει πάνω του σαν κύμα και μύρισε στο λαιμό της κανέλλα. Για μερικές ανάσες τραβούσε το κορμί της επάνω του και τα κύματα της κίνησής τους έμοιαζαν σαν παλμός του ανέμου, προερχόμενα από ένα μόνο κορμί κι όχι από δύο. Ένιωθε τα νύχια της να του γδέρνουν την πλάτη και τη βελούδινη υφή του δέρματός της. Κι ύστερα δεν ήταν δύο ξεχωριστά σώματα, ήταν ένα σε μια ένωση άγρια σαν πάλη και μαζί τρυφερή. Τα κορμιά να εφαρμόζουν απόλυτα το ένα στο άλλο. Φοβόταν να τελειώσει μην ξυπνήσει μόνος, μα ήξερε πως δε θα άντεχε πολύ ακόμα. Ακόμα δυο ανάσες κι ένιωσε το νου του να λιώνει και να αδειάζει και σκέφτηκε πως αυτός ήταν ο θάνατος, μα όχι: ήταν ζωή. Τη στιγμή της ηδονής βγήκε από τον εαυτό του και να τον κοιτούσε απ’ έξω, γιατί όλα εκείνα που ένιωθε το σώμα του ο λιωμένος νους του δε μπορούσε να τα χωρέσει και για προστατευτεί κοιτούσε κάποιον άλλο να το ζει. Εκείνος ήταν απλά κάποιος που ζήλευε αυτόν που σπαρταρούσε στο αγκάλιασμα της γυναίκας με τα φτερά και που άκουγε τα βογγητά της ένωσης με νοσταλγία, για κάτι που όμως δεν είχε ζήσει ακόμη. Κι έπειτα το κενό. Ένα χάδι απαλό στο μάγουλο, ένα φιλί στα κλειστά του βλέφαρα και το τίποτα, η ανυπαρξία γύρω του σαν σε εφιάλτη. Μα ήταν όνειρο. Ονειρευόταν, κι αφού το κατάλαβε, ξύπνησε.

 

 

 

 

Ήταν λουσμένος στον ιδρώτα, τα σεντόνια κολλούσαν επάνω του. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό στο αμυδρό φως της σελήνης που έδυε έξω. Μια νυχτοπεταλούδα χόρευε δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Τι έλεγαν για αυτούς τους επισκέπτες; Θάνατος θα σέ βρει αν σε επισκεφτούν, θυμήθηκε ανατριχιάζοντας κι άναψε ένα κερί. Τα σεντόνια, εκεί όπου ακουμπούσε η πλάτη του είχαν ματωμένες ρίγες. Ξάφνου, γούρλωσε τα μάτια του και κοίταξε ξανά την πεταλούδα. Τα φτερά της ήταν κατάμαυρα και το σώμα της λεπτό και ντελικάτο. Σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη μπροστά στον καθρέφτη. Τέσσερα ματωμένα μονοπάτια φιγούραραν σε κάθε μία από τις δύο ωμοπλάτες του. Φευγαλέες εικόνες έρχονταν κι έφευγαν σε κάθε χτύπο της καρδιάς του. Μακριά πόδια τυλιγμένα γύρω του. Στήθη μικρά και στητά σε απόσταση αναπνοής απ’ τα χείλη του. Ξανακοίταξε την πεταλούδα που τώρα είχε κάτσει δίπλα στο κερί κι ανοιγόκλεινε τα φτερά της νωχελικά. Το δωμάτιο μύριζε αμυδρά κανέλλα. Το είχε ζήσει, ήταν σίγουρος, δεν το ονειρεύτηκε. Το είχε ζήσει, ήταν ζωντανός κι ακόμη μπορούσε να σκεφτεί λογικά. Λογικά; Πόσο λογικό είναι το ότι μόλις είχε κάνει έρωτα με μία πεταλούδα και είχε βγει από τον εαυτό του τη στιγμή της κορύφωσης για να προστατευτεί; Το τρελαμένο γέλιο που ξεχύθηκε από τα μύχια του σώματός του ακούστηκε σε όλο το παλάτι.

 

***

 

 

Ένα μαλλιαρό αλογάκι μπήκε με ανάλαφρο βηματισμό στο πλακόστρωτο της αυλής του παλατιού. Ο αναβάτης του, κρυμμένος ολόκληρος μέσα σε έναν σκούρο μανδύα, το οδηγούσε από τις σκιές σταθερά προς τους στάβλους. Μπήκε μέσα χωρίς να ξεκαβαλικέψει και στάθηκε απέναντι στον άντρα με τα χρυσοποίκιλτα ρούχα που τον περίμενε εκεί. Του έδωσε ένα γράμμα σφραγισμένο με τη σφραγίδα του αντιβασιλέα και του είπε:

 

«Πες στον άρχοντά σου πως οι κερασφόροι των Μιέρεν θα στρατοπεδεύσουν απόψε δίπλα στον ποταμό Ούριεχ. Είναι πέντε χιλιάδες άντρες πεζικό και το ποτάμι θα τους προσφέρει κάλυψη μόνο από το νότο. Μην αποτύχετε αυτή τη φορά.»

 

Ο άντρας πάνω στο άλογο υποκλίθηκε από κει που βρισκόταν, έκανε μεταβολή και οδήγησε το ζώο του έξω από το στάβλο. Σταμάτησε για λίγο πριν τις πύλες ακούγοντας ένα δυνατό, παράξενο γέλιο κι ύστερα χάθηκε στο σκοτάδι.

 

***

 

 

Τράβηξε το μάνταλο της πόρτας του και βγήκε. Το ολόγιομο φεγγάρι του καλοκαιριού έλουζε την αψιδωτή γέφυρα και τα μάτια των πέτρινων δαιμόνων έλαμπαν σμαραγδένια. Η ψιλόλιγνη φιγούρα της Ελουέ διακρινόταν στην πέρα άκρια της γέφυρας. Ήταν τυλιγμένη μονάχα με τα μαύρα φτερά της. Ο Όρλο έκανε λίγα βήματα προς το μέρος της. Εκείνη ξετύλιξε τα φτερά της και πέταξε κοντά του. Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο για πρώτη φορά κι ο Όρλο προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε ανάσα με τα μάτια του να πλανιόνται πάνω της. Ήταν σα να κοιτούσε τον ήλιο κατάματα. Τα μάτια του θόλωναν κι έτσουζαν μα δε μπορούσε να τα τραβήξει από το τέλειο σχήμα της, από τα πανέμορφα μάτια της, τα μικρά στητά στήθη και τη λεπτή μέση της. Ένιωσε να ζαλίζεται μα προτού πέσει, η Ελουέ μίκρυνε και μέσα σε μια στιγμή έγινε πεταλούδα και φτερούγισε γύρω του. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του να τα ξεκουράσει και συνέχισε να βλέπει τη μορφή της. Τον πονούσε η ομορφιά της σε μέρη που δεν ήξερε πως μπορεί να πονέσει. Και την αγαπούσε. Την είχε ερωτευτεί από τη στιγμή που άκουσε τη φωνή της. Τώρα πια μπορούσε να το παραδεχτεί.

 

***

 

 

«Πες μου επιτέλους την αλήθεια των Μιέρεν

 

Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι. Αισθανόταν το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο του και το μικρό ντελικάτο χέρι της με τα μακριά δάχτυλα να του χαϊδεύει το στέρνο. Η ζέστη του μεσοκαλόκαιρου ήταν φρικτή, μα η φωνή της κοπέλας έμοιαζε με πνοή δροσιάς. Όταν άρχισε να μιλά ήταν μελαγχολική.

 

«Η αλήθεια είναι σχετική.»

 

«Τη δική σου θέλω να μάθω.» Σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της. Σκόνη που μύριζε κανέλλα σηκώθηκε στο άγγιγμά του και του γαργάλησε τη μύτη ξεσηκώνοντάς τον. Είχε μάθει όμως να συγκρατείται, εξάλλου την ήθελε συνέχεια.

 

«Ο πατέρας μου θα σας έδινε πολεμιστές και χωρίς εμένα. Ο θείος σου τα κανόνισε έτσι, να μπλέξει εμάς μαζί στην κατάρα που μας ένωσε. Εσύ να μην έχεις ποτέ αληθινά τη γυναίκα που ποθείς κι εγώ να μείνω άτεκνη κι εγκλωβισμένη σε τοίχους, γιατί με τη μορφή μου την πραγματική δε μπορώ να κυκλοφορήσω μέσα στο βασίλειό σου. Με είπες δαίμονα, δεν είμαι δαίμονας, είμαι πόθος για εσάς. Πόθος για την ομορφιά που δε μπορείτε να ελέγξετε, μα το είδος σου το νιώθει αυτό αλλιώς. Σαν πόθο τόσο έντονο που γίνεται τρέλα, τόσο δυνατός που καταστρέφει το μυαλό. Και δε μπορώ να γίνω τίποτα άλλο. Αυτή είναι η αλήθεια μου. Και φοβάμαι, φοβάμαι πολύ. Δεν ξέρω γιατί τα κανόνισαν έτσι για μας, ούτε σε τι θα φανεί συφερτικό.»

 

Η δική του αλήθεια ήταν πως δεν είχε ιδέα ούτε κι ο ίδιος. Ο θείος του ήταν αντιβασιλιάς και αν πέθαινε ο Όρλο, εκείνος θα ανέβαινε στο θρόνο. Από αυτή την άποψη ίσως να είχε κανονίσει το γάμο για να τον βγάλει από τη μέση. Της έδωσε ένα απαλό φιλί στο μεταξένιο της μέτωπο και δε μοιράστηκε τις υπόλοιπες σκέψεις του μαζί της. Ήταν δύσκολος κι επικίνδυνος ο χρόνος που μοιράζονταν μεταξύ τους, όμως τα άξιζε και τα δύο ακόμα κι όταν απλά μύριζε την κανέλλα στα μαλλιά της.

 

***

 

Η αυγή χρύσιζε τα βουνά που πλαισίωναν το βασίλειο της Κλαμάρια. Μια φιγούρα χωμένη ολόκληρη μέσα σε έναν γκρίζο μανδύα με κουκούλα ανέβαινε τις σκάλες του ανατολικού πύργου. Ήχος κανείς δεν ακουγόταν στο βηματισμό του. Τα δωμάτια της βασίλισσας ήταν ήσυχα, όλοι οι υπηρέτες της κοιμόντουσαν ακόμη απ’ όπου περνούσε η μορφή. Όταν έφτασε στην κορυφή, στο ιδιαίτερο της βασίλισσας, άπλωσε ένα χέρι στολισμένο με δαχτυλίδια και γύρισε την πετούγια της πόρτας. Μπήκε μέσα αθόρυβος σαν το θάνατο κι κοίταξε την κοιμισμένη βασίλισσα. Μόνο για μια στιγμή πλανήθηκε το βλέμμα του επάνω της και ήδη αισθανόταν αναγούλα και κάτι άλλο, χαμηλά στα λαγόνια του, που έβαλε τα δυνατά του για να το αγνοήσει. Με μία ρευστή κίνηση τράβηξε ένα μακρύ σπαθί κάτω από τα ρούχα του και με εξαιρετική ακρίβεια το κάρφωσε στην καρδιά της.

 

***

 

Ο Όρλο ξύπνησε απότομα. Δε θυμόταν τι είχε ονειρευτεί, μα υπήρχε ανάγκη που τον τρόμαζε σε αυτό που είχε δει. Χωρίς να ανοίξει τα μάτια του έψαξε στο νου του για τη γυναίκα του, δεν την βρήκε εκεί. Άνοιξε τα μάτια του και σηκώθηκε. Αισθανόταν τις κινήσεις του αργές, σα μέσα σε παγωμένο νερό. Βγήκε από το δωμάτιο του, διέσχισε τη γέφυρα, άνοιξε με φόρα τη δική της πόρτα και είδε την Ελουέ αιμόφυρτη επάνω στο κρεβάτι της. Το πρόσωπό της έμοιαζε από ακριβή πορσελάνη νεκρό. Με την άκρη του ματιού του έπιασε μια κίνηση μέσα στο δωμάτιο. Πετάχτηκε σαν άγριο ζώο προς το φυγά και με δυο ακριβείς κινήσεις τον είχε ρίξει κάτω, είχε πάρει το σπαθί που είχε στο χέρι του -που από πάνω του ακόμα έσταζε το αίμα της γυναίκας του- και με τρόμο αναγνώρισε, επάνω από το λαιμό που απειλούσε η λάμα του, το πρόσωπο του θείου του.

 

«ΜΙΛΑ!» Ούρλιαξε. «Μιλα, σκυλί!» Κι όσο ο άλλος δεν αντιδρούσε τόσο πιο δύσκολο γινόταν να συγκρατήσει τον εαυτό του για να μην του κόψει το κεφάλι. «ΓΙΑΤΙ;» Κραύγασε νιώθοντας τα μάτια του να θολώνουν.

 

«Τράβα το από πάνω μου και θα σου πω» στρίγκλισε ο μεγαλύτερος άντρας.

 

«ΜΙΛΑ» ούρλιαξε ξανά ο Όρλο κι ένα ματωμένο ρυάκι άρχισε να κυλά από το σημείο από όπου ακουμπούσε το σπαθί. Και με τον πανικό πλέον ζωγραφισμένο στα μάτια του, ο θείος του άρχισε να μιλά:

 

«Γιατί τώρα και την ξεφορτωθήκαμε ?και δε θα σε τρελάνει- και οι Μιέρεν θα μας επιτεθούν το δίχως άλλο, μα με το στρατό τους αποδεκατισμένο από τους Σαραγάν, εύκολα θα καταλάβουμε και το δικό τους βασίλειο. Για ‘σένα το έκανα, για τη χώρα, για να κυριαρχήσουν οι Κλαμαριανοί σε ολόκληρο τον κόσμ-»

 

Η τελευταία λέξη έγινε ρόγχος και η στριγκή ξαναμμένη φωνή του θείου του σταμάτησε να ακούγεται. Το κομμένο κεφάλι του κύλισε στο πάτωμα, μα ο Όρλο δεν το είδε. Ακούστηκε η μεταλλική κλαγγή του σπαθιού που έβρισκε το πλακόστρωτο και το ουρλιαχτό του βασιλιά.

 

***

 

Για το βασιλιά της Κλαμάρια, τον μέγα Όρλο, πρώτο και τελευταίο του ονόματός του, ακούγονταν πολλά. Στην περίοδο της βασιλείας του οι εκτάσεις της Κλαμάρια ήταν γεμάτες εχθρούς που ποτέ δεν κατάφερε να απωθήσει εξ ολοκλήρου. Στις μάχες με τους άγριους Σαραγάν και τους κερασφόρους πολεμιστές των Μιέρεν ο Όρλο πολεμούσε μαζί με τους υπηκόους και τους στρατηγούς του στην πρώτη γραμμή κι όσοι τον είχαν αντικρίσει να πλησιάζει μαινόμενος καβάλα στο άλογό του, έλεγαν πως με τον ήλιο έμοιαζε στην όψη ή με κάποιον αρχαίο βασιλιά Πρόγονό του αναστημένο κι η θωριά του πονούσε τα μάτια τους, μα να τα τραβήξουν από πάνω του ποτέ δε μπορούσαν. Έλεγαν ακόμη πως τα μάτια του ήταν πάντα δακρυσμένα και πως όταν κλειστά τα κρατούσε μονάχα τότε χαμογελούσε και πως τις νύχτες, που ψηλά στο στερέωμα η σελήνη σουλάτσερνε, μιλούσε για μια γυναίκα που στα μάτια της είχε μαργαριτάρια και στους ώμους της μαύρα φτερά πεταλούδας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

edit: Ενημερωτικό :p

Εάν κάποιος μπει στον κόπο να μετρήσει λέξεις (επειδή κι εγώ παιδεύτηκα εξαιρετικά πολύ να τις χωρέσω) θα τις βρει 3.212. Εκ των οποίων οι 209 είναι ο πρόλογος του Ντίνου και 6 από αυτές είναι τα αστεράκια μου που το καθένα τους μετράει σα μία λέξη στο word (ναι το τσέκαρα :p) Τουτέστην, το διηγηματάκι είναι μόλις :p :P :p 2.997...

Edited by Nienor
Link to comment
Share on other sites

Πάει και τούτο!

Αντε να δούμε και σχόλια αυτη την φορά παιδιά, 3000 λέξεις ιστορίες γράψανε οι άνθρωποι.

Link to comment
Share on other sites

Αγαπημένες μου κυρίες, μαγεμένος, γοητευμένος, κατακτημένος!

 

Θα ήθελα πρώτα να βεβαιώσω όλους πως πέρα από την εισαγωγή μου, εγώ προσωπικά, δεν είχα φανταστεί ούτε μία γραμμίτσα συνέχειας. Εκεί που τη σταμάτησα, εκεί έμεινα με ένα κενό στο μυαλό. Περίμενα όλο αγωνία να δω κι ο ίδιος τι είναι ένα θηλυκό Μιέρεν, πως συντελείται το ζευγάρωμα μαζί του, πως ξεδιπλώνονται οι επιπτώσεις ενός τέτοιου ζευγαρώματος.

 

Μας δωρίσατε τρία υπέροχα διηγήματα. Με ξάφνιασαν και με ευχαρίστησαν όλα τους, και παρά την κρίση που θα σας δώσω εδώ, δεν θα ψηφίσω τώρα. Δεν μου είναι καθόλου εύκολο. Έχω ανάγκη να δω τι θα πουν και οι άλλοι αναγνώστες. Ήταν απίστευτο ενδιαφέρον πάντως αυτό το τριπλό ανάγνωσμα. Σαν ένα είδος ψυχολογικό τεστ για την σύνθεση της εκάστοτε συγγραφέως. Η Sonya μας έδωσε την Λενάρια και τον Τζεσίν, η Naroualis την Μπλιτ και τον Πεπάλι, η Nienor την Ελουέ και τον Όρλο. Και πόσο διαφορετικά εικονογραφήθηκε ο γαμπρός! Στο ένα ορμάει στη νύφη του με ρόμπα και πορφυρές κάλτσες, στο δεύτερο διεκδικεί την αξιοπρέπεια του ξυπόλητος, στο τελευταίο γδύνεται τελείως! Και σ’αυτό το τρίτο, έχει το θάρρος να ανοίξει την πόρτα στο πέρασμα της νύφης ο ίδιος! (εκεί τα χρειάστηκα).

 

Αμ’ η νύφη; Η κάθε μία από τις συγγραφείς κέντησαν ένα υπέροχο, απερίγραπτο και, κάθε ένα από αυτά, αξέχαστο πλάσμα. Μια εξωγήινη οπτασία η Λενάρια, ένα τρομερό πλάσμα η Μπλιτ, μια ονειρική νοσταλγία η Ελουέ. Το λέω εδώ, αυτό το τρίπτυχο δεν μπορώ να το φανταστώ ανεξάρτητο, την κάθε ιστορία αποκομμένη από τις αδελφάδες της.

 

Κουβαλώ μόνο μία ανάγνωση από την κάθε ιστορία και βάση πρώτης εντύπωσης μόνο δίνω την κρίση μου εδώ. Θα τα ξαναδιαβάσω πριν ψηφίσω.

 

Η Sonya έγραψε μια ιστορία που ήταν τέλεια μέχρι που μου το χάλασε στο τέλος. Και τρέχω να σας προλάβω, όχι δεν έχει να κάνει με το ευτυχές ή μη ευτυχές φινάλε, αλλά με την απλότητα αυτού. Η ανατροπή, το υποβόσκον σχέδιο, ας έμενε στην ίδια τη νύφη και τις κρυφές προθέσεις της, κι ας άφηνε άλλους χαρακτήρες απ’έξω. Ξαφνικά δηλαδή, με τον διάλογο εκείνο, μου φέρνει νέα, ανύπαρκτα κεφάλαια και μου φορτώνει το κεφάλι με περίπλοκες δολοπλοκίες σε μια ιστορία που μέχρι στιγμής είχε την δύναμη της στην γραμμική της σκοτεινότητα.

 

Η Naroualis δημιούργησε κι έγραψε άλλο ένα από τα μοναδικά της παραμύθια. Είναι τέλειο, ασύγκριτο, και γι αυτό ακριβώς κάθε τι άλλο που μπορώ να πω μου έρχεται ως περιττό. Χρειάζομαι βέβαια μια δεύτερη ανάγνωση για να μελετήσω την συνέπεια του δικού της μύθου σχετικά με τα θηλυκά Μιέρεν και κατά πόσο δεχόμαστε την επιβίωση, ή μη επιβίωση, του γαμπρού σε αυτή την ιστορία.

 

Η Nienor…Κιάρα-Κιάρα! Κατ’αρχήν, κυρίες και κύριοι, ιδού μια απίστευτα ερωτική συνεύρεση, τόσο όμορφα και ξεσηκωτικά δοσμένη ώστε έστειλε το αίμα αυτού του αναγνώστη σε όλα τα σωστά σημεία. Αλλά…καθώς το διάβαζα στην οθόνη του υπολογιστή μου, και κάτω-κάτω διάβασα… «το τρελαμένο γέλιο που ξεχύθηκε από τα μύχια του σώματός του ακούστηκε σε όλο το παλάτι» νομίζοντας πως εκεί τέλειωνε, αναφώνησα “Yes! We have a winner!” Φανταστείτε την έκπληξη μου όταν είδα πως η ιστορία δεν τέλειωνε εκεί αλλά συνέχιζε… και συνέχιζε… με διαπλοκές και υποδιαπλοκές και άλλα βαρυσήμαντα. Επίσης, ενώ η πρώτη εντύπωση που μου έδωσε το θηλυκό της Nienor, πως είναι σαν πεταλούδα αλλά παίρνει μορφή γυναίκας για τους άντρες σαν ονειρική οπτασία, οι περιγραφές που ακολούθησαν με μπέρδεψαν. Επίσης, το ξίφος του φονιά δεν σκοτώνει μια πεταλούδα αλλά διαπερνάει την καρδιά μιας γυναίκας.

 

Αυτά όμως από πρώτη ανάγνωση. Αφού χωνέψω το αποτέλεσμα, και ξανακοιτάξω τα διηγήματα χωρίς να με επηρεάζουν θετικές ή αρνητικές εκπλήξεις, και δω αντιδράσεις από άλλους, τότε θα ψηφίσω.

 

Εύχομαι να διαβαστούν από πολλούς και να πέσουν πολλοί ψήφοι. Τα κορίτσια το αξίζουν και με το παραπάνω.

Link to comment
Share on other sites

Ωραία, και εγώ τώρα τι ακριβώς να γράψω? :blackcat:

 

Μόλις τέλιεωσα την πρώτη ιστορία είπα αυτή είναι... μετά διάβασα την δεύτεη και λέω... έκλεισε.. και μετά με αποτελείωσε η τρίτη... άντε τώρα να ψηφίσεις... Γιατί και οι 3 ιστορίες αξίζουν την ψήφο αλλά μόνο 1 μπορώ να ψηφίσω.

 

Η 1η, μου άφησε ένα κενό, ως προς την προϊστορία που αφήνει να φανεί στο τέλος, τι ακριβώς έγινε με την μητέρα της και τον πατέρα του? και τι εννοεί οτί κάποια στιγμή θα ελευθερώσει την ψυχή της μητέρας του? Δεν ξέρω, απλά με αφήνει λίγο σε απορία...

 

Η 2η... με κάλυψε... η ομορφιά δεν μπορεί πάντα να φανεί με την 1η ματιά... και φαντάσου όταν τα Μιέρεν περνούν τόσο καιρό σε κατάσταση ύπνου... Ολοκληρωμένη, αν και μου δημιουργείς την απορία : τι άλλο είχες γράψει που τελικά έσβησες?

 

Και last but not least η Πεταλούδα... θες γιατί ήταν τελευταία, θες γιατί είχε τόσες ανατροπές, θες γιατί τελικά η αλήθεια είναι σχετική... με έβαλε σε σκέψεις, τελικά ήταν γυναίκα με φτερά που γινόταν πεταλούδα, ή πεταλούδα που γινόταν γυναίκα?

 

δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι άλλο να πω... οπότε, πάω για ύπνο και ευελπίστω να βγάλω μια ακρή και να ψηφίσω αύριο... :beerchug:

Link to comment
Share on other sites

OK. Ας κάνω εγώ την αρχή:

Η περιγραφή της ερωτικής σκηνής της Nienor έγραψε. Επίσης πολύ όμορφη η εικόνα στο τέλος, με τον Βασιλιά να την βλέπει στα κλειστά, υγρά του μάτια. Αλλά η ανατροπή και η εξήγηση μου έπεσαν λίγες.

Η αντίθεση ομορφιάς/έλξης - ασχήμιας/αηδίας της Naroualis ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά δυστυχώς μου τα χάλασε στο τέλος. Επειδή η ανατροπή ήταν αναμενόμενη, περίμενα κάποια πιο εντυπωσιακή, μεγαλειώδη ή συγκινητική περιγραφή. Αυτό που διάβασα ήταν πολύ προσγειωμένο και αταίριαστα καθημερινό.

Οπότε Sonya. Με κέρδισε -εκτός από την εμφάνιση του Μιέρεν!- η μάχη του άντρα με τον εαυτό του και η μοιραία ήττα του ακριβώς τη στιγμή που είχα πιστέψει ότι θα τα καταφέρει. Ναι, το τέλος εισάγει καινοφανή στοιχεία που έρχονται κάπως απότομα, αλλά δεν το βρήκα δύσκολο να πλέξω το παρελθόν στο μυαλό μου.

Ειδικός έπαινος στον Ντίνο: Δεν νομίζω να υπάρξει κανείς που να διάβασε την εισαγωγή και να μην γυρίσει και για τα διηγήματα!

Link to comment
Share on other sites

τι άλλο είχες γράψει που τελικά έσβησες?

 

Είχα προγραμματίσει την περιγραφή μιας τηλεπαθητικής επικοινωνίας μεταξύ τους, όπου θα ερωτεύονταν ο ένας τον άλλον, διάφορες συζητήσεις στο στυλ εκείνων που έχουν και η Σόνυα και η Νίενορ, κι επίσης κάποια space fantasy στοιχεία που έπρεπε να κοπούν εντελώς κι αυτό μου γλίτωσε περίπου 500 λέξεις.

Link to comment
Share on other sites

α) η κα Κιάρα παρακαλείται να βγει από το κεφάλι μου. Μα, βρε κορίτσι μου, το πιστεύεις ότι σκόπευα να γράψω ΑΚΡΙΒΩΣ το ίδιο τελείωμα; Δηλαδή να τα έβρισκαν μετά το φυστίκωμα και να πέθαινε εν τέλει η Μιέρεν; Μα και οι δύο ξεσηκωτικοί πόθοι; Και τηλεπαθητικές επικοινωνίες; Και σχεδόν ίδιες ατάκες περί αλήθειας; Δηλαδή, ΕΛΕΟΣ! Διαφοροποιηθήκαμε απ' το γεγονός ότι πριν γράψω το τέλος έπαιξα σέσσιον με τον Χρήστο κι έκανε ένα wannabe ρομαντικό κείμενο που θα έκανε τον κ. Χατζηγιώργη να κλαίει μέχρι την δευτέρα παρουσία, μια διαστροφή μέσα στην διαστροφή. Σου δίνω κι ένα κουλουράκι για όταν το περάσεις απ' το κομμωτήριο: βάλε τον να κρατάει στους πολέμους του ένα banner με μια μαύρη πεταλούδα σαν σύμβολο του βασιλείου του.

 

β) η κα Ευθυμία παρακαλείται να αρχίσει τα παραισθησιογόνα. Για κανέναν άλλο λόγο, πέραν του ότι θέλω να δω ΤΙ ΑΛΛΟ κρύβεται μέσα στο κεφάλι σου. Οκ, με πήρε η μπόχα, κανονικά. Σιχάθηκα τον καφέ που έπινα (με την καλή έννοια :Ρ) Κλαψούριζα στον άντρα "ρε μωρό μου, τόσο χάλι είμαι όταν ξυπνάω;" Απίστευτη, όπως πάντα εξάλλου.

 

Η ψήφος μου πήγε στην Κιάρα, γιατί έδωσε το ίδιο τέλος μ' αυτό που είχα σκεφτεί με ΠΑΡΑ πολύ καλύτερο τρόπο απ' ότι θα είχα καταφέρει να το κάνω. Και για την σκηνή με το σεξ. Απογείωσες. :)

 

Μια ερώτηση στον κ. Μιχάλη: η επιθυμία ήταν αρκετά αρσενική; :Ρ

Edited by Sonya
Link to comment
Share on other sites

Για κανέναν άλλο λόγο, πέραν του ότι θέλω να δω ΤΙ ΑΛΛΟ κρύβεται μέσα στο κεφάλι σου.

Στο κεφάλι μου; Όχι χρυσό μου. Στο μαξιλάρι μου όταν ξυπνάω τα πρωινά. Ο τίτλος θα μπορούσε να ήταν "Καταραμένη ουλίτιδα και πού#$%κο τζατζίκι". :lol:

Link to comment
Share on other sites

οκει, έκλεσε χωρίς πολίς σκέψη... αν και οι τρείς ήταν υπέροχες... η πεταλούδα είχε το κάτι παραπάνω... (λές να ήταν τα μαύρα φτερά? :p

Link to comment
Share on other sites

Σίγουρα ήταν πολύ ωραίες ιστορίες. Τις διάβασα αμέσως μόλις ξύπνησα και ήταν υπέροχες. Αλλά δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα να αποφασίσω ποια μου άρεσε περισσότερο.

 

α)Στην πρώτη ιστορία της Sonya αυτό που μου άρεσε πολύ ήταν η περιγραφή της Μιέρεν που ήταν πολύ περίεργη σαν εμφάνιση. Μου θύμισε περισσότερο εξωγήινο και το θεώρησα πολύ πρωτότυπο ένα τέτοιο πλάσμα σε διήγημα φαντασίας. Η εξήγηση μου ήρθε κάπως ξαφνική κι απότομη αλλά δε με πείραξε και τόσο.

 

β)Στη δεύτερη ιστορία της Naroualis η Μιέρεν περιγράφεται ως άσχημο πλάσμα και πραγματικά λυπήθηκα τον ήρωα μ'αυτά που περνούσε. Ήταν τόσο έντονες οι εικόνες και οι μυρωδιές που πραγματικά ήταν σα να ήμουν εκεί. Αλλά μου φάνηκε κάπως πολύπλοκο, σε κάποια φάση δίνονται πολλές πληροφορίες μαζεμένες και έπρεπε να πάρω μια ανάσα.

 

γ)Η τρίτη της Nienor είναι και αυτή που θα ψηφίσω και με ενθουσίασε, ναι! Πολύ όμορφες περιγραφές απ' την αρχή ως το τέλος. Ένιωσα πως ήρθε το καλοκαίρι. Αυτή η Μιέρεν, δεν ήταν τόσο περίεργη όσο οι προηγούμενες αλλά είχε κάτι το τόσο όμορφο που δε μπορώ να προσδιορίσω. Ενώ είχε αυτά τα φτερά πεταλούδας κι ήταν τόσο λεπτεπίλεπτη, ταυτόχρονα σου έβγαζε και κάτι τόσο ανθρώπινο. Αυτό θα ακουστεί κινηματογραφικό, οι ήρωες είχαν πολύ καλή χημεία μεταξύ τους. Βοήθησε το ότι εδώ οι ήρωες ερωτεύτηκαν. Και η ανατροπή με ξάφνιασε ευχάριστα, δεν περίμενα να συνεχίσει έτσι το πράγμα και χάρηκα γιατί έδινε μια ποικιλία στην ιστορία. Και το τέλος πολύ όμορφο...

 

Οπότε όταν τελείωσα την ανάγνωση, είπα... αυτό είναι!

Link to comment
Share on other sites

[...] Μια ερώτηση στον κ. Μιχάλη: "Η Επιθυμία" ήταν αρκετά αρσενική; :Ρ

Ναι, ακριβώς έτσι. Ήταν αρκετά αρσενική ώστε να μπορεί να έχει γραφτεί από άντρα. Και δεν ήταν υπερβολικά αρσενική ώστε (ακόμα κι αν δεν ήξερα) να με υποψιάζει ότι ο συγγραφέας ίσως είναι μια showing off γυναίκα.

Γενικά, και στα τρία διηγήματα υπήρχαν σημεία (συνήθως λέξεις και εκφράσεις) που παρέπεμπαν στο φύλο των συγγραφέων, αλλά δεν ήταν ούτε πολλά, ούτε πολύ χτυπητά. Ακόμα κι εγώ ο περίεργος, δεν ενοχλήθηκα. Νομίζω όμως ότι μόνο στην "Επιθυμία" βρήκα σημεία που να δείχνουν και άντρα συγγραφέα και τελικά ίσως η ψήφος μου πήγε πρώτα υποσυνείδητα εκεί γι αυτό τον λόγο και μετά για οτιδήποτε άλλο τεχνικό ανέφερα.

Σε κάθε περίπτωση, η Sonya παρακαλείται να τσεκάρει πάραυτα το 23ο της χρωμόσωμα με κάθε πρόσφορο τρόπο (μια ματιά στον ολόσωμο καθρέφτη της ντουλάπας π.χ.). Και (εδώ δεν κάνω πλάκα) βάζω στοίχημα ότι τα επίπεδα τεστοστερόνης σου είναι αρκετά ψηλά για γυναίκα, πράγμα που έχω ήδη δηλώσει ότι "με φτιάχνει". Αναγνωστικά.

 

Υ.Γ. Και να κοπούν τα "κ. Μιχάλης". Γερνάω έτσι! Το μόνο "κ." που αντέχω είναι το ξηγησιάρικο "κύριος" της Κιάρας. Χωρίς όνομα και ακριβώς πριν την τελεία.

Link to comment
Share on other sites

Σκέφτομαι, πώς μια εισαγωγή μπορεί να αποτελέσει την πλατφόρμα απογείωσης αλλά και τα δεσμά μιας ιστορίας.

 

Η τελική φράση της εισαγωγής "ανάγκασε" τις συγγραφείς να αναφερθούν στο θέμα της εμφάνισης σε αντιδιαστολή με την κρυμμένη ουσία, στα δίπολα ευχαρίστησης-αηδίας και ερωτικού πόθου-αποστροφής και τελικά στο τέχνασμα της τηλεπαθητικής επικοινωνίας (αν και η Naroualis το απέφυγε λόγω μόνο του αριθμού λέξεων). Οι κάλτσες, ο θείος και το σεξ ήταν θέματα που, εκ των πραγμάτων, εμφανίστηκαν σε 2 από τις 3 ιστορίες.

 

Πέραν τούτων όμως η εισαγωγή υπήρξε και το έναυσμα για τρεις υπέροχες ιστορίες. Γνώριμα στοιχεία των συγγραφέων παρείσφρυσαν στις διηγήσεις τους και έκαναν κάθε ιστορία να είναι μια ξεχωριστή απόλαυση. Χωρίς να τα εννοώ ως θετικά ή αρνητικά, βρήκα το τέλος (και την ιστορία) της Sonya σκληρό/κυνικό, της Naroualis εύθυμο/παιχνιδιάρικο και της Nienor ρομαντικό/δραματικό.

 

Μην έχοντας κανένα "αντικειμενικό" κριτήριο να διαλέξω ανάμεσα σε ισοδύναμες ιστορίες, επέλεξα, ως υποκείμενο, εκείνη την ιστορία που ταιριάζει στην ψυχοσύνθεσή μου αυτήν την περίοδο.

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #38 (Sonya vs Naroualis vs Nienor)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

  • Upcoming Events

    • 1
      10 September 2022 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..