Jump to content

Recommended Posts

Cassandra Gotha

Όνομα Συγγραφέα:Άννα Μακρή

Είδος: ΦΠΕΠ (Φιλότιμη Προσπάθεια Επιστημονικής Φαντασίας)

Βία; όχι

Σεξ;όχι

Αριθμός Λέξεων:3.496

Αυτοτελής; ναι

Σχόλια: για το διαγωνισμό Απριλίου.

 

 

 

 

 

 

 

 

3L

 

 

 

 

 

Εκείνη τη μέρα ξύπνησα νωρίς, μόλις που φώτιζε. Με ανάλαφρη διάθεση άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα έξω: άνοιξη. Ο τόπος όλος μύριζε λουλούδια και φρέσκο γρασίδι, ο ήλιος έδιωχνε και τις τελευταίες μίζερες εικόνες του χειμώνα που κρατιόντουσαν ακόμη πάνω στο χώμα, στα σαπισμένα φύλλα, στις άλλοτε σκιερές γωνιές του κήπου μας. Ο δροσερός αέρας τίναζε κάθε εναπομένουσα μελαγχολία που κρεμιότανε πάνω στα δέντρα, την έδιωχνε, να μη την ξαναδούμε για καιρό.

 

Πέταξα στο κρεβάτι τις πιτζάμες κι άνοιξα την ντουλάπα: διάλεξα το αγαπημένο μου μπλουτζίν κι ένα κοντομάνικο μπλουζάκι. Φορώντας αυτά, είδα τα μαύρα ρούχα του χειμώνα που κούρνιαζαν κοιμισμένα πίσω-πίσω. Χαμογέλασα και πήγα στον καθρέφτη: με την πράσινη μπλούζα μου και τις ολοκαίνουργιες φακίδες στη μύτη, ήμουν σίγουρα μέσα στην εποχή.

 

 

 

Άνοιξη. Όταν όλα γεννιούνται ξανά και ξυπνάνε και τρέχουν χαρούμενα στη γη και πετάνε στον αέρα, όλα νέα, όλα δυνατά και γεμάτα ελπίδες.

 

 

 

Κατέβηκα στην κουζίνα μουρμουρίζοντας ένα αγαπημένο μου τραγουδάκι, εκείνο που μιλάει για το φθινόπωρο, όταν βρέχει και «διαμάντια τρέχουν στα μάγουλά σου», το χειμώνα που το χιόνι παγώνει τους δρόμους, και τότε έρχεται η άνοιξη και ο ήλιος ζεσταίνει τις καρδιές μας ανάβοντας τη φλόγα της ελπίδας.

 

Έφαγα το νηστίσιμο πρωινό μου (τσάι και ψωμί μ’ ελιές) και μετά σηκώθηκα να βάψω τ’ αυγά για το Πάσχα. Μεγάλη Πέμπτη, τ’ αυγά βάφονται κόκκινα, ποτέ μου δεν έμαθα το γιατί, αλλά πάντα μου άρεσε.

 

Πήρα στα χέρια μου το φακελάκι με τη βαφή. Έγραφε:

 

«Για ζεστό και κρύο νερό. Με δώρα μαγικές ετικέτες που τυλίγουν τ’ αυγά. Οδηγίες: Αφού πλύνετε και βράσετε τ’ αυγά, κόβετε τις μαγικές ετικέτες, τις φοράτε σε όσα αυγά θέλετε και τα ξαναβάζετε ξαπλωτά σε βραστό νερό που τα καλύπτει. Αμέσως βλέπετε έκπληκτοι, ότι οι ετικέτες τυλίγονται γύρω από τ’ αυγά. Τότε τα βγάζετε από το νερό».

 

Σκέφτηκα «Δηλαδή, αν δε νιώσω έκπληξη, το μαγικό δεν θα πετύχει;» αλλά ξεκίνησα τη διαδικασία χωρίς άλλες αμφιβολίες.

 

Όταν τέλειωσα, άφησα τα μαγικά αυγά μου με τις πεταλουδίτσες και τα λουλουδάκια και πήγα στο τηλέφωνο. Κάλεσα τον αριθμό της Στέλλας, ήθελα να βρεθούμε.

 

 

 

-Ναι;

 

-Καλημέρα!

 

-Γεια σου Δήμητρα, τι κάνεις;

 

-Καλά. Είσαι εδώ;

 

-Ναι, ήρθα χτες.

 

-Σε μισή ώρα στη λούτσα;

 

-Αμέ! Πάμε στο ποτάμι;

 

-Πάμε όπου θες!

 

 

 

Φόρεσα αθλητικά παπούτσια, πήρα κλειδιά και τσάντα και ξεκίνησα απ’ το σπίτι, αργά και χαλαρά. Κατέβηκα τη γειτονιά, πέρασα από το σπίτι του κυρ-Αντώνη, έφτασα στο ρολόι και σε όλη τη διαδρομή τραγουδούσα τα αγαπημένα λόγια:

 

«Βρούτσι βιόσνα, ντεστς σπουίνιε να ντρόγκι…»

 

 

Φτάνοντας, είδα τη φίλη μου να κοιτάει τα βατράχια στη λούτσα. Είχε τη φωτογραφική μηχανή περασμένη στον ώμο, όπως πάντα όταν πηγαίναμε βόλτες.

 

Αφού χάζεψα κι εγώ μαζί της τα βατράχια και μας χάζεψαν κι αυτά «Κοίτα, κοίτα, δυο άνθρωποι!», της είπα «Τι λες; Πάμε;».

 

Μου απάντησε με ένοχο ύφος:

 

«Άμα σου έλεγα να πάμε κάπου αλλού;»

 

«Εξαρτάται, από το πού εννοείς» της είπα, καταλαβαίνοντας από το ύφος της ότι κάτι που δεν θα με χαροποιούσε είχε πάλι κατά νου.

 

 

 

Η Στέλλα ήταν αντιφατικό πλάσμα. Χάζευε με τις ώρες κάθε χορταράκι και πετρούλα και ζουζουνάκι της γης, βίωνε αισθήματα δυνατής συγκίνησης για κάθε τι ζωντανό, αλλά και της άρεσε να περνάει ώρες σε περίεργα μέρη, όπως εγκαταλελειμμένες στάνες, ερείπια σπιτιών και το νεκροταφείο του χωριού. Της άρεσε ιδιαίτερα να μπαίνει στο οστεοφυλάκιο, γιατί, όπως έλεγε, εκεί έβλεπε σε όλο του το μεγαλείο το θαύμα της ζωής. Όταν της ζήτησα να μου το εξηγήσει, απάντησε πως «Τι μεγαλύτερη ώθηση υπάρχει για ζωή, από το ίδιο το αναπόφευκτο του θανάτου;». Εγώ, που δεν ένιωθα ιδιαίτερη συγκίνηση ούτε με τα χορταράκια ούτε με τα κόκαλα των νεκρών, απλά χαιρόμουν και λυπόμουν με τη ζωή, διαπίστωσα με τον καιρό ότι αυτή η σκέψη έδινε πραγματική χαρά και κουράγιο στη φίλη μου για καινούργια σχέδια και εμπειρίες.

 

 

 

-Να, έλεγα να πάμε…

 

-Όχι πάλι στο ρημαδιό του παππου-Σταύρου!

 

-Όχι…κάπου που έχουμε να πάμε πολύ καιρό: στο νεκροταφείο.

 

-….

 

-Καλά, άμα δε θες…

 

-Κοίτα, εντάξει, αλλά μετά θα πάμε και στο ποτάμι; Ή κάπου αλλού, τέλος πάντων;

 

-Ναι, ναι, λίγο θα καθίσουμε εκεί!

 

 

 

Και ξεκινήσαμε για την κατηφόρα του νεκροταφείου με τα ψηλά κυπαρίσσια, εκεί όπου ο ήλιος δεν έφτανε να φωτίσει όλες τις γωνιές και η μελαγχολία κρατιότανε πάντα πάνω στα δέντρα και στα σαπισμένα φύλλα και στους τάφους. Εκεί όπου είχα δει συγχωριανούς να ξαπλώνουν μέσα στο χώμα και γείτονες και συγγενείς να τους σκεπάζουν σπλαχνικά, να κοιμηθούν και να ξεχάσουν. Και να ξεχαστούν.

 

 

 

Το νεκροταφείο μύριζε πάντα υγρό χώμα, χειμώνα-καλοκαίρι. Χαζολογήσαμε λίγο στους τάφους, η Στέλλα έβγαλε και μια φωτογραφία: μια πεσμένη ταφόπλακα, που δεν διακρινόταν καλά τι έγραφε, και μετά μπήκαμε στο οστεοφυλάκιο.

 

Πήγα και στάθηκα στο μικρό παραθυράκι που κοιτούσε στη δύση και άφησα τη Στέλλα να θαυμάσει τα σκονισμένα ράφια με τα απομεινάρια παλιών κατοίκων του χωριού, μερικούς από τους οποίους ήξερε κι η ίδια. Εγώ ευτυχώς δεν ήξερα κανέναν. Ήμουν καινούργια σ’ αυτό το μέρος. Αν ήξερα κάποιον από τους νεκρούς, δεν θα έμπαινα.

 

 

 

Αφού χάζεψε λίγη ώρα, με πλησίασε και έβγαλε ένα μάτσο χαρτιά από την τσάντα της.

 

-Τι είναι αυτά;

 

-Τα κατέβασα απ’ το ίντερνετ.

 

-Και τι είναι;

 

-Θυμάσαι που σου έλεγα για το καινούργιο φάρμακο από βλαστοκύτταρα;

 

 

 

Θυμόμουν. Πριν λίγο καιρό, θα ‘ταν ένας-δυο μήνες, η φίλη μου είχε ανακαλύψει κάτι ‘τρομερά ενδιαφέρον’ στο διαδίκτυο. Μου μίλησε για ένα νέο, πειραματικό φάρμακο, φτιαγμένο από βλαστοκύτταρα που παίρνουν από έμβρυα, το οποίο ‘μακραίνει’, λέει, ‘τη ζωή’.

 

«Κάτι σαν το αθάνατο νερό σα να λέμε;» είχα ειρωνευτεί.

 

«Ναι, ακριβώς!» μου είχε απαντήσει εκείνη, χωρίς να χάσει τον ενθουσιασμό της.

 

 

 

Μου εξήγησε αναλυτικότατα, κι ας μην ήθελα ν’ ακούσω. Από όλα όσα είπε, συγκράτησα την ουσία:

 

« Οι επιστήμονες φτιάχνουν στα εργαστήριά τους έμβρυα και περιμένουν ώσπου αυτά να αναπτύξουν τα πολύτιμα βλαστοκύτταρα. Μετά, τα τερματίζουν και χρησιμοποιώντας παράλληλα κι άλλες, φυσικές αλλά και τεχνητές ουσίες, που σταματούν την καταστροφή του DΝΑ και εξαλείφουν την εμφάνιση των ελεύθερων ριζών στον οργανισμό, παρασκευάζουν το φάρμακο της μακροζωίας»

 

 

 

‘Τερματίζουν’… Πόσο έξυπνα επιλεγμένες ήταν εκείνες οι λέξεις.

 

Μου είπε ακόμα ότι το ονόμασαν με το γελοίο όνομα 3L (Long Life Liquid).

 

Εξέφρασα τις απόψεις μου γύρω από το θέμα, που ήταν τελείως αρνητικές, γιατί θεωρούσα ανήθικα δύο πράγματα: το να ζει κανείς πέρα από το φυσιολογικό και το να αναπτύσσουν έμβρυα προς κατανάλωση. Γέλασε με την ‘κοντόφθαλμη οπτική μου και την τάση μου προς μοιρολατρεία’ και δεν ξαναμιλήσαμε γι’ αυτό.

 

 

 

Νόμιζα ότι θα το είχε ξεχάσει. Δεν μου άρεσε που παθιάστηκε με κάτι τέτοιο.

 

Τελικά, όμως, το θυμόταν. Δυστυχώς.

 

 

 

-Διάβασα πως το 3L δεν έχει πάρει ακόμα έγκριση, αν και όλο και περισσότερος κόσμος ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Ζητάνε ανθρώπους που θα μπουν σε πρόγραμμα δοκιμαστικής λήψης του φαρμάκου, μάλιστα ετοιμάζεται να γίνει και στην Ελλάδα.

 

-Και;

 

 

 

Είχα αρχίσει να ανησυχώ για το τι θα μού ‘λεγε παρακάτω. Και καλά έκανα.

 

 

 

-‘Και’, τι ‘και’; Θα επικοινωνήσω με τον υπεύθυνο του προγράμματος στην Ελλάδα, μήπως πάρω μέρος.

 

-Έλα, μη λες βλακείες!

 

-Όχι, σοβαρολογώ. Διάβασα ότι το φάρμακο είναι ήδη έτοιμο και δοκιμασμένο στην Αγγλία με απόλυτη επιτυχία. Το μόνο που μένει είναι η έγκριση από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Φαρμάκων και γι’ αυτό θα γίνουν κι άλλες δοκιμές. Δήμητρα, είναι ακίνδυνο. Γιατί να πεις όχι σε μερικές δόσεις επιμήκυνσης της ζωής σου; Εδώ μιλάμε για κάτι που -καταλαβαίνεις;- πρόκειται να αλλάξει ριζικά την ανθρωπότητα, η ζωή πια δεν θα είναι όπως την ξέραμε ως τώρα! Κοίτα γύρω σου: οι τάφοι θα γίνουν κειμήλια, κάτι που σε –φαντάσου πόσα χρόνια από τώρα- θα έχουμε ξεχάσει, θα τους βλέπουμε μόνο σε ντοκιμαντέρ και μουσεία! Φαντάσου!

 

 

 

Φαντάστηκα. Αν και η φαντασία μου δεν ήταν τόσο άρρωστη, μπόρεσα και τους φαντάστηκα: ανθρώπους αιωνόβιους, ανθρώπους πλούσιους, που πίνουν το γενετικό υλικό των φτωχών αυτού του κόσμου, σύγχρονους βρικόλακες. Τους είδα, κλισέ εικόνα, σωστοί βρικόλακες, με αίμα στο στόμα, με βλέμμα άδειο να κοιτάνε τους τάφους σ’ ένα κοιμητήριο σαν κι αυτό που βρισκόμασταν, ξεχασμένοι από το θάνατο αλλά κι απ’ τη ζωή. Δεν είπα τίποτα. Θυμήθηκα πάλι το τραγουδάκι που μιλάει για τις εποχές και σκέφτηκα πως το φυσικό είναι η μια να διαδέχεται την άλλη, πως μετά την άνοιξη έρχεται πάλι φθινόπωρο και χειμώνας, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Πως το βρέφος θα γίνει ενήλικας, θα κάνει παιδιά και μετά θα μαραζώσει ώσπου να πεθάνει, αλλά θα έχει αφήσει την άνοιξη πάλι πίσω του, τους απόγονούς του, κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να συνεχιστεί η ζωή. Θυμήθηκα τα κόκκινα αυγά μου στο σπίτι και το Πάσχα που πλησίαζε και σκέφτηκα πως για να υπάρξει ανάσταση, για να γίνει το θαύμα, πρέπει να υπάρξει θάνατος πρώτα.

 

Ήθελα να της τα πω όλα αυτά, να της πω ότι δεν μου ακούγεται και τόσο καλό το πείραμα εναντίον του Μεγάλου Θεριστή, πως υπάρχουν χειρότερα πράγματα απ’ αυτόν, όπως η αιώνια ζωή, που τη θεωρούσα και τη θεωρώ ακόμα (τώρα πιο πολύ από τότε) κατάρα. Αλλά αντί γι’ αυτά, της είπα μουδιασμένα: «Πάμε έξω;».

 

Και πήγαμε. Δεν μου μιλούσε και καθώς ανηφορίζαμε προς την έξοδο του νεκροταφείου, εγώ ήμουν που μίλησα πρώτη, κι αυτή τη φορά θυμωμένα:

 

«Και τι έγινε η περίφημη φιλοσοφία σου ‘Τι μεγαλύτερη ώθηση για ζωή από το ίδιο το αναπόφευκτο του θανάτου’; Πού πήγε; Τελικά, τον φοβάσαι όπως όλοι! Χέζεσαι στην ιδέα ότι κάποτε δεν θα υπάρχεις πια, κι ας μου το παίζεις χαλαρή και συνειδητοποιημένη»!

 

Με κοίταξε για μια στιγμή σοβαρή και είπε με χαμηλή φωνή:

 

«Δεν φοβάμαι το θάνατο, αλλά τα γηρατειά».

 

 

 

Δεν μπορούσα να της πω τίποτε πάνω σ’ αυτό. Το ‘ξερα πάντα ότι φοβότανε τα γηρατειά. Τα έτρεμε. Μου το ‘χε ξαναπεί, πολλές φορές. Μου είχε πει ότι δεν ήθελε να καταντήσει σαν κάτι γριές που τά ‘χουνε χαμένα, που δεν αναγνωρίζουν τα ίδια τους τα παιδιά και μπαινοβγαίνουν στα νοσοκομεία, «πότε χαλάει το ένα, πότε το άλλο» είχε πει χαρακτηριστικά, σα να μίλαγε για μηχανές. Μου είχε πει πως προτιμάει να πεθάνει πριν συμβεί αυτό. Όμως είχε πει ψέματα. Όχι, δεν προτιμούσε να πεθάνει. Μόλις κάποιος της έδωσε την ιδέα, την ελπίδα, τον πειρασμό ότι μπορεί να την κάνει να ζήσει όσα χρόνια ήθελε, ενέδωσε αμέσως. Είχε πει ψέματα, ήθελε να ζήσει για πάντα.

 

 

 

‘Για πάντα’;

 

Νόμιζα πως δεν υπάρχει αυτό. Πόσο έξω έπεφτα.

 

 

 

Συνεχίσαμε τον τσακωμό μας για λίγο, εγώ προσπαθούσα να τη λογικέψω, αυτή προσπαθούσε να δικαιολογηθεί για την αλαζονεία της. Φώναξε, έκλαψε - έκλαιγε πάντα εύκολα. Στο τέλος μου είπε ψυχρά:

 

«Αν δε δέχεσαι τίποτε άλλο, δέξου αυτό: προσφέρουν πολύ καλά λεφτά και ξέρεις ότι χρειάζομαι δουλειά. Ε, για ένα χρόνο βρήκα»!

 

 

 

Δεν πήγαμε στο ποτάμι. Της είπα ότι ήθελα να πάω σπίτι μου γιατί δεν είχα τίποτε άλλο να της πω πια, κι έφυγα. Είχα πει κι εγώ ψέματα. Είχα πάρα πολλά να της πω.

 

Πάρα πολλά να πω και στον εαυτό μου, γιατί η αλήθεια ήταν πολύ πικρή. Η αλήθεια έμοιαζε με κακιά, στριμμένη, ξεδοντιάρα γριά που καθόταν σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο σκαμνάκι με το τσεμπέρι στο κεφάλι και τις παντόφλες μισοφορεμένες στα πρησμένα της πόδια και με κορόιδευε από το σκαμνάκι της, γελώντας σατανικά, δείχνοντας το μοναδικό της δόντι κι εγώ δεν μπορούσα να πω τίποτα, γιατί σεβόμουνα τα χρόνια της…

 

 

 

Τα χρόνια της… Πόσα χρόνια να ζούνε αυτές οι γριές; Ογδόντα; Ενενήντα; Εκατό, το πολύ;

 

 

 

Μετά πέρασε το Πάσχα, που δεν το χάρηκα, πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι κι εγώ μαράζωνα, ο ήλιος και το φως μου φαίνονταν σκοτάδι. Και ήρθε το φθινόπωρο κι εγώ ακόμα υπέφερα. Υπέφερα από κάτι με ιδιαίτερα άσχημη γεύση, κάτι που δεν άντεχα και σιχαινόμουν τον εαυτό μου: ζήλια το λένε. Ζήλευα τη φίλη μου που μπορούσε να αποδέχεται και να παραδέχεται τις μικρότητές της, τη ματαιοδοξία της, το φόβο των γηρατειών. Κι εγώ, που της φώναξα, που τσακώθηκα μαζί της για ό,τι φοβόμουν κι η ίδια; Τι ήμουν εγώ;

 

 

 

Υποκρίτρια.

 

 

 

Το χειμώνα έλαβα ένα τηλεφώνημα. Ήταν εκείνη, μου τηλεφωνούσε από την Αθήνα, μίλαγε χαρούμενα, σα να μην είχαμε τσακωθεί, σα να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα. Ένιωσα ανακούφιση.

 

Μου είπε ότι το πρόγραμμα πήγαινε μια χαρά, πως έπαιρνε το φάρμακο από το καλοκαίρι και ο οργανισμός της (όπως και όλων των άλλων που συμμετείχαν ) το δέχτηκε χωρίς προβλήματα και πως είδε τις πρώτες αλλαγές: μερικές άσπρες τρίχες που είχε στα μαλλιά εξαφανίστηκαν και οι μικρές ρυτίδες έκφρασης γύρω απ’ το στόμα της σβήστηκαν εντελώς. Φαινόταν, είπε, σαν έφηβη.

 

Χαιρόμουν τόσο που την άκουγα, που δεν θέλησα να την κακοκαρδίσω. Της απάντησα με ενθουσιασμό, αν και δεν την πίστεψα. Τη ρώτησα πότε τελειώνει και μου είπε ότι έχει άλλους επτά μήνες ακόμα και μετά θα γύριζε ‘νεότερη και με αρκετά λεφτά’! Γέλασα και της απάντησα πως θα την περιμένω για τις βόλτες μας στο νεκροταφείο. Δεν γέλασε. Μόνο είπε σιγανά:

 

«Όχι, όχι εκεί. Ας πηγαίνουμε στο ποτάμι».

 

 

 

Μετά από εκείνο το τηλεφώνημα επικοινωνούσαμε συχνά. Μου έστελνε και φωτογραφίες μέσω ίντερνετ, κτίρια, δρόμους, φίλους της από το πείραμα, αλλά ποτέ τον εαυτό της. Με κορόιδευε, λέγοντάς μου ότι ήθελε να μου κάνει έκπληξη όταν θα την έβλεπα ‘ξανανιωμένη, τριάντα χρονών παιδούλα’!

 

 

 

Και πέρασε ο καιρός, ήρθε άνοιξη πάλι, ήρθε Πάσχα. Εκείνη τη χρονιά δε συμμετείχα. Ένιωθα πολύ μπερδεμένη για να γιορτάσω το Θάνατο και την Ανάσταση. Ούτε άκουγα το αγαπημένο μου τραγουδάκι πια, εκείνο που μίλαγε για τον κύκλο των εποχών. Είχα να το σκεφτώ πολύ καιρό. Το μόνο που ένιωθα ήτανε προσμονή. Περίμενα να έρθει η Στέλλα, να τη δω, να μου πει πώς ήτανε η εμπειρία της.

 

 

 

Και μετά από μερικές εβδομάδες, κόντευε καλοκαίρι πια, με φτάσανε τα νέα, μου τα είπε η ίδια. Το 3L είχε πάρει την έγκριση του Οργανισμού, θα κυκλοφορούσε παγκοσμίως, σε απρόσιτη τιμή για τον πολύ κόσμο φυσικά, αλλά όχι τόσο τερατώδη όσο φανταζόμασταν. Αφού η πειραματική φάση είχε λήξει και περάσανε πια κανονικά στην παραγωγή, το κόστος μειώθηκε σημαντικά.

 

Η λήψη θα γινόταν σε νοσοκομεία, ενδοφλέβια και ο χρήστης θα έπρεπε να παραμείνει στο νοσοκομείο για ένα εικοσιτετράωρο, για παρακολούθηση. Ήταν τόσο απλό. Μετά, η δόση θα επαναλαμβανόταν τον επόμενο μήνα. Και μπορούσες να διακόψεις την αγωγή όποτε ήθελες, χωρίς καμία επίπτωση. Το φάρμακο δεν ήταν εθιστικό για τον οργανισμό, δεν προκαλούσε βλάβες ή ελλείψεις. Έπαιρνες όσο ήθελες, ξανάνιωνες και μετά σταμάταγες. Τι καλά!

 

 

 

Έτσι έκανε κι Στέλλα. Μετά το πείραμα σταμάτησε. Ήρθε στο χωριό, την είδα κι εντυπωσιάστηκα. Οι αλλαγές ήταν πράγματι εμφανείς, δεν υπερέβαλε στο τηλέφωνο. Αλλά το ξανασκέφτηκε, είπε, και αποφάσισε πως θα πάψει να φοβάται τα γηρατειά, πως έτσι είναι το φυσικό, δεν θα ήταν ωραίο να φτάσει εβδομήντα χρονών και να μοιάζει με είκοσι. Μου είπε πως αποφάσισε να σταματήσει να σκέφτεται το θάνατο και να ζήσει τη ζωή. Αντί να χαρώ, απογοητεύτηκα.

 

Όχι, όχι! Και τώρα, πώς θα της το ‘λεγα; Πώς θα της έλεγα ότι άλλαξα γνώμη, ότι είχε δίκιο, είχε δίκιο που μ’ έλεγε κοντόφθαλμη και μοιρολάτρη, είχε δίκιο που έλεγε πως έπρεπε να δοκιμάζουμε καινούργια πράγματα, πώς θα της έλεγα ότι πάντα σιχαινόμουνα τα γηρατειά και τους γέρους, ότι προτιμούσα να αυτοκτονήσω παρά να γεράσω, ότι ναι, θεωρούσα τον εαυτό μου τόσο σημαντικό, που ήθελα να ζήσω για πάντα νέα;

 

Να ζήσω για πάντα νέα… Να ζήσω για πάντα…

 

 

 

Για πάντα.

 

 

 

Η Στέλλα σταμάτησε τη λήψη κι εγώ την άρχισα. Όχι αμέσως, αλλά σε λίγα χρόνια, το 2013, που το 3L έγινε πιο προσιτό στην τιμή, πήγα σε ένα από τα νοσοκομεία που το έδιναν και ξεκίνησα. Η αίσθηση ήταν υπέροχη, ένιωθα σα να κυλούσε στις φλέβες μου η ίδια η ζωή, τα μάγουλά μου κοκκίνισαν και τα μάτια μου καθάρισαν. Και η καρδιά μου, η καρδιά μου χτυπούσε πιο ήρεμα! Δόση μετά τη δόση, το φάρμακο μ’ έκανε πιο ζωντανή, πιο υγιή, πιο νέα. Δυνατή και χαρούμενη, έπιανα τη ζωή και την έστυβα στη χούφτα μου κι έπινα το χυμό. Αχόρταγα, σκληρά, χωρίς ενοχές, χωρίς αμφιβολίες. Δυνατή και χαρούμενη…

 

 

 

Και αλαζόνας.

 

 

 

Τα χρόνια πέρναγαν, κι η Στέλλα απομακρύνθηκε από εμένα. Και όλοι οι άλλοι. Γερνούσαν, ενώ εγώ όχι, κι αυτό είναι κάτι που δε συγχωρείται στον κόσμο των θνητών. Ζούσαν τις ζωούλες τους, τις μικρές, ασήμαντες ζωούλες με τις ρυτίδες, τις μασέλες, την ακράτεια και το Πάρκινσον και δε μου συγχωρούσαν την ομορφιά και τη δύναμη που έμεναν πάνω μου πεισματικά.

 

Δεν μ’ ένοιαζε. Δεν είχα κανέναν τους ανάγκη. Είχα τον εαυτό μου. Είχα τα νιάτα.

 

 

 

Το 3L εξαπλώθηκε σα μάστιγα. Το παίρναμε στην Ελλάδα πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι. Βέβαια, οι περισσότεροι χρήστες βρίσκονταν στις πόλεις ακόμα, εγώ αποτελούσα εξαίρεση. Παγκοσμίως, η μεγαλύτερη χρήση γινόταν σε Κορέα, Κίνα, Ιαπωνία, Αμερική και Αγγλία. Με αυτή τη σειρά. Οι Ασιάτες φαίνεται ότι δεν πίστευαν πια τόσο πολύ στη μετενσάρκωση.

 

Ο κόσμος δεν έδινε και πολύ σημασία, είχε συνηθίσει. Όμως, ένα φαινόμενο που κανείς δεν είχε προβλέψει, παρουσιάστηκε μετά από τις δυο πρώτες δεκαετίες, γύρω στο 2030. Ακριβώς επειδή οι ‘Αθάνατοι’, οι ‘For Ever Young’, οι ‘χρήστες’ τέλος πάντων, δεν γερνούσαν, κανείς δεν έμενε κοντά τους. Είτε γιατί οι άλλοι πέθαιναν, είτε γιατί έφευγαν ντροπιασμένοι με τις πρώτες ρυτίδες, είτε γιατί οι αλαζόνες χρήστες του 3L ήθελαν δίπλα τους μόνο νέους και ωραίους ανθρώπους. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνουν παρέα πλέον μόνο μεταξύ τους. Πολύ έντονα ξεκίνησε αυτό στην Ασία, αλλά γρήγορα εξαπλώθηκε και στον υπόλοιπο κόσμο. Η γκετοποίηση πήρε τραγικές διαστάσεις, αφού σε λίγα χρόνια οι πρώτες συνοικίες 3L εγκαινιάστηκαν, όπου μάλιστα υπήρχαν και ιατρικά κέντρα για τη δόση του ‘μαγικού ορού’, όπου γιατροί και νοσοκόμες ήταν κι οι ίδιοι χρήστες!

 

Μαγαζιά με ρούχα από χρήστες για χρήστες, μαγαζιά με τρόφιμα, μπαρ, θέατρα (με ηθοποιούς χρήστες βέβαια), λίγο-λίγο θα έφτιαχναν και δικούς τους δήμους, αν τους άφηναν τα κράτη. Εκεί ζούσαν, στις μικρές, σκοτεινές συνοικίες τους, γιατί λίγο-λίγο η χαρά μας εγκατέλειψε και μείναμε κενοί. Στις μικρές, άτεκνες συνοικίες τους, γιατί η στειρότητα είναι ένα σύμπτωμα που φάνηκε μετά από λίγα χρόνια χρήσης του φαρμάκου. Οι επιστήμονες δεν σχολίασαν το γεγονός. Οι χρήστες έπαψαν να συζητούν το γεγονός.

 

 

 

Το θέμα γι’ αυτούς είχε πάρει τόσο άρρωστες διαστάσεις, που διάβαζα στο ίντερνετ για τις ‘δράσεις’ τους, όπως έλεγαν οι ίδιοι τον σκληρό κυνισμό: Σε παραστάσεις που έπαιζαν οι αιώνιοι νέοι, πλήρωναν κάποιο φτωχό γεροντάκι και το έβαζαν στη σκηνή για να το εξευτελίσουν δημοσίως. Έγδυναν τον ζαρωμένο άντρα ή γυναίκα, τον έβαζαν να χορέψει και τον έστεφαν ΄Βασιλιά (ή Βασίλισσα) του Γήρατος’. Του φόραγαν στο κεφάλι ένα στέμμα φτιαγμένο από πιεσόμετρα δεμένα μεταξύ τους, ή γυαλιά πρεσβυωπίας, ή οτιδήποτε συμβόλιζε χαρακτηριστικά τα γηρατειά και στο τέλος της ‘τελετής’ του πέταγαν κόλλυβα. Μεγαλειώδης βλακεία, αλλά σε καταστάσεις άμυνας ο άνθρωπος γίνεται πάντα βλάκας.

 

 

 

Άμυνας, γιατί οι πρώτες επιθέσεις εναντίον του είδους μας είχαν αρχίσει. Πρώτα μεμονωμένα περιστατικά, κάποιοι φόνοι ή ξυλοδαρμοί, μετά οργανωμένες επιθέσεις σε συνοικίες. Πέφτανε πέτρες, δακρυγόνα και σφαίρες. Πολλοί πεθάνανε, κι από τις δυο παρατάξεις: θνητοί και αθάνατοι.

 

Δεν υπήρχε δυσκολία να μας αναγνωρίσει κανείς, δεν χρειαζόταν να επισκεφτεί μια συνοικία για να μας βρει μαζεμένους, ακόμη και όταν περπατούσα στο δρόμο (εγώ ποτέ μου δεν έζησα σε τέτοια συνοικία), ένιωθα τα εχθρικά τους, ζηλόφθονα βλέμματα. Τα ένιωθα στην πλάτη να με σκίζουν σα νύχια τέρατος.

 

 

 

Δεν ήταν δύσκολο να μας αναγνωρίσουν, η νεότητά μας είχε κάτι τόσο αφύσικο, που ξεχωρίζαμε κι από πίσω. Γιατί με τα χρόνια το φάρμακο είχε εξελιχθεί, είχε αλλάξει και μαζί του όσοι το παίρναμε. Δεν ήταν πια απλώς ελιξίριο νεότητας, αλλά το ‘αθάνατο νερό’. Είχαν προσθέσει DNA εργαστηριακά τροποποιημένο κατά τέτοιον τρόπο, που δεν επέτρεπε στα κύτταρα να φθαρούν ποτέ. Όχι απλώς όσο καιρό παίρναμε το φάρμακο, αλλά ακόμα και μετά τη διακοπή του, τα εσωτερικά όργανα έμεναν άθικτα. Χρειαζόταν πια να το παίρνουμε μόνο για να διατηρούμε την εξωτερική μας εμφάνιση του παντοτινά νέου. Δεν μπορούσαμε να πεθάνουμε, μόνο να σκοτωθούμε, αλλά αν δεν παίρναμε το φάρμακό μας θα μοιάζαμε με τρομακτικούς εφιάλτες στην όψη. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό, οι επιστήμονες δεν διευκρίνιζαν, ακόμα δεν ήμασταν τόσο μεγάλοι. Ήταν μόλις 2040, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του 3L. Αλλά το είδα με τα μάτια μου. Όλοι το είδαμε, στην τηλεόραση και στο ίντερνετ, σε αφίσες, εφημερίδες και περιοδικά, παντού. Μια γυναίκα που διέκοψε το φάρμακο, είχε γίνει σαν τεράστια μάζα ζαρωμένου δέρματος. Δεν διέκρινες χαρακτηριστικά, μόνο δίπλες. Τα μαλλιά της είχαν πέσει όλα, το ίδιο και τα δόντια και τα νύχια της. Ήταν απαίσια, ένα τρομακτικό τέρας. Μπροστά της οι εκατοχρονίτες φυσιολογικοί γέροι ήταν πανέμορφοι. Αυτή η γυναίκα όμως, είχε οργανισμό εφήβου. Θα ζούσε για πάντα. Θα ζούσε για πάντα έτσι.

 

 

 

Έγιναν κάποιες αυτοκτονίες εκείνο τον πρώτο καιρό μετά την είδηση, αλλά όταν οι άλλοι έβλεπαν τα πτώματα που άφηναν οι αυτόχειρες, συνέχισαν να παίρνουν το φάρμακό τους χωρίς δεύτερη σκέψη θανάτου.

 

Τα πτώματα ήταν όλα σαν τη φρικιαστική γυναίκα. Ειρωνικά πορτραίτα της αλαζονείας μας.

 

 

 

Οι αναταραχές συνεχίστηκαν για καιρό, έγιναν και απεργίες πείνας με θύματα, όλοι οι ‘φυσιολογικοί’ άνθρωποι ήθελαν την απαγόρευση της κυκλοφορίας του 3L, το θεωρούσαν υπεύθυνο για όλα τα κακά της ανθρωπότητας. Σίγουρα, σκοτώναμε έμβρυα για να μένουμε νέοι, αλλά ποιον πειράζαμε;

 

 

 

Με τα χρόνια έγινα κι εγώ κυνική.

 

 

 

Έτος 2060, το φάρμακο ποτέ δεν απαγορεύτηκε. Τόσα λεφτά, τόσο κέρδος, ποια κυβέρνηση θα το σταμάταγε;

 

 

 

Η Στέλλα έχει πεθάνει από καιρό. Γηρατειά. Ευτυχισμένα, όπως έμαθα. H φίλη μου έκανε το πειραματόζωο για ‘μένα, χωρίς να το ξέρει τότε, και μετά αφέθηκε να γεράσει και να πεθάνει.

 

Εγώ, ενενήντα τεσσάρων χρονών και συνεχίζω. Συνεχίζω να ζω, να κρύβομαι και να προστατεύομαι από τους οργισμένους θνητούς.

 

Συνεχίζω να ζω.

 

Νέα. Ωραία. Δυνατή.

 

 

 

Μόνη.

3L.doc

Link to post
Share on other sites
dagoncult

3L (Cassandra Gotha): Μέσα στο θέμα, αν και μου φάνηκε κάπως απλοϊκή η εξήγηση με το 3L. Σε κάποια φάση στην αρχή λες ότι είχες δει να ξαπλώνουν στο χώμα του νεκροταφείου πολλούς συγγενείς και γείτονες και σχεδόν αμέσως μετά λες ότι ήσουν νέα στο μέρος και δεν ήξερες κανέναν. Αντίφαση, εκτός αν δεν πιάνω κάτι. Η λέξη ‘’τερματίζουν’’ μου έκανε αμέσως κάτι και μετά είδα να αναφέρεσαι σ’ αυτήν την λέξη. Οπότε κατάφερες να το περάσεις αυτό που ήθελες με τη χρήση της συγκεκριμένης λέξης. Cool. Κάτι άλλο. Τα φάρμακα περνάνε από ελέγχους για αρκετά χρόνια πριν βγουν στο εμπόριο, έτσι ο ένας χρόνος είναι λίγος. Όμως η ιστορία αναπτύσσεται καλά, αν και κάπως αναμενόμενα. Καλή η ιδέα της Στέλλας. Σαν αντικατοπτρισμός της Δήμητρας σε κάθε φάση του διηγήματος. Βέβαια, οι παραπέρα συλλογισμοί που κάνω, λένε ότι ίσως στο μυαλό σου να πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο και αν όχι για τσέκαρέ το. Δήμητρα = Στέλλα.

Link to post
Share on other sites
Guest roriconfan

Ενδιαφέρουσα η ιδέα με το φάρμακο-βρικόλακα. Απλά δεν με έπεισε η όλη τοποθέτηση του θέματος. Ίσως γιατί έλειπε η αιτιολόγηση από μέρος σου.

· Γιατί δε το πήρανε όλοι το φάρμακο να τελειώνουμε;. Θα μου πεις δεν ήταν και απαραίτητο αλλά πως κάποιος θα αντιστεκόταν σε κάτι τέτοιο;

· Και γιατί οι αθάνατοι ήταν μόνοι αφού κάνανε παρέα μεταξύ τους;

· Και πως ήταν αθάνατοι αφού πεθαίνανε; Ήταν απλώς «αγέραστοι» και όχι αθάνατοι. Όχι ακριβώς εντός θέματος.

Link to post
Share on other sites
alchemist

Η ιστορία σου είναι πάρα πολύ καλή. Μου άρεσε η σχέση Στέλλας-Δήμητρας, δίκην καθρέφτη και ειδώλου. Η σκηνή με τη γελοιοποίηση του ηλικιωμένου ήταν εξαιρετικά δυνατή. Ωστόσο, θεωρώ ότι μεγάλο μειονέκτημα ήταν το γεγονός ότι ανάλωσες αρκετές παραγράφους στην αρχή σε αχρείαστες περιγραφές (π.χ. το βάψιμο των αυγών). Θα προτιμούσα να διαβάσω λίγα πράγματα ακόμη για την δυστοπική κοινωνία των αθανάτων. Κατά τα άλλα, το αφηγηματικό σου ύφος ήταν πολύ καλό και το κείμενο διαβάζεται ευχάριστα. Μπράβο για την προσπάθεια.

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Σας ευχαριστώ, θα ήθελα ν' απαντήσω σε ένα-δυο πράγματα:

 

dagoncult:

α... και Δήμητρα = Στέλλα = Cassandra Gotha

Όχι. ^_^

 

Σε κάποια φάση στην αρχή λες ότι είχες δει να ξαπλώνουν στο χώμα του νεκροταφείου πολλούς συγγενείς και γείτονες και σχεδόν αμέσως μετά λες ότι ήσουν νέα στο μέρος και δεν ήξερες κανέναν. Αντίφαση, εκτός αν δεν πιάνω κάτι.

Οι νεκροί πριν φτάσουν στο οστεοφυλάκιο, μένουν για τουλάχιστον πέντε χρόνια στους τάφους. Κάποιος που ζούσε λιγότερο από πέντε χρόνια σ' εκείνο το χωριό, δεν θα είχε γνωστούς στο οστεοφυλάκιο (όσοι είχε γνωρίσει και είχαν πεθάνει, θα βρίσκονταν ακόμα στους τάφους τους).

 

roriconfan:

Γιατί δε το πήρανε όλοι το φάρμακο να τελειώνουμε;. Θα μου πεις δεν ήταν και απαραίτητο αλλά πως κάποιος θα αντιστεκόταν σε κάτι τέτοιο;

· Και γιατί οι αθάνατοι ήταν μόνοι αφού κάνανε παρέα μεταξύ τους;

· Και πως ήταν αθάνατοι αφού πεθαίνανε; Ήταν απλώς «αγέραστοι» και όχι αθάνατοι. Όχι ακριβώς εντός θέματος.

 

Μου έστειλες προσωπικό μύνημα όπου με ρώταγες τα ίδια και σου απάντησα. Γιατί με ξαναρωτάς;

Για την πρώτη ερώτηση, δεν έχω να σου πω τίποτα, συγγνώμη. Διάβασε, αν θες, πιο προσεκτικά το διήγημα.

Για τη δεύτερη: ποτέ δεν είπα ότι οι αθάνατοι ήταν μόνοι τους. Έγραψα ότι "εγώ" ήμουν μόνη μου, που δεν πήγα να ζήσω ποτέ σε μια από τις κοινωνίες τους.

Για την τρίτη σου ερώτηση, έχω να σου υπογραμμίσω αυτό:

Δεν ήταν πια απλώς ελιξίριο νεότητας, αλλά το ‘αθάνατο νερό’. Είχαν προσθέσει DNA εργαστηριακά τροποποιημένο κατά τέτοιον τρόπο, που δεν επέτρεπε στα κύτταρα να φθαρούν ποτέ. Όχι απλώς όσο καιρό παίρναμε το φάρμακο, αλλά ακόμα και μετά τη διακοπή του, τα εσωτερικά όργανα έμεναν άθικτα. Χρειαζόταν πια να το παίρνουμε μόνο για να διατηρούμε την εξωτερική μας εμφάνιση του παντοτινά νέου. Δεν μπορούσαμε να πεθάνουμε, μόνο να σκοτωθούμε,

 

Σε παρακαλώ, προσπάθησε να είσαι λίγο πιο συγκεντρωμένος όταν διαβάζεις τις ιστορίες. Είναι πολύ κουραστικό να ξαναγράφω ό,τι έχω γράψει και στο διήγημα, για να καταλάβεις ό,τι δεν έπιασες με την ανάγνωσή του.

Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ένα πράγμα με ενόχλησε στο διήγημα σου. Είχες την ευκαιρία να παίξεις μαζί μου, να με διχάσεις, και το άφησες ανεκμετάλλευτο. Η ηρωίδα σου κάνει ένα ταξίδι, μέσα από το οποίο αλλάζει δραματικά τις απόψεις της. Δεν αμφισβητώ το τελικό της συμπέρασμα, θα μπορούσες όμως να παίξεις τον δικηγόρο του διαβόλου πιο έντονα, να με κάνεις να την ακολουθήσω στα ίδια σκαμπανεβάσματα.

 

Θέλω να πω, όταν ξεκινάει τα εμβόλια της Αθανασίας, πριν αρχίσουν να φαίνονται οι επιπτώσεις και τα αρνητικά, θα ήταν ίσως μια υπέροχη και θεϊκή περίοδος. Βάλε μας σε αυτό το τριπάκι. Κάνε να μας τρέχουν τα σάλια. Κάνε μας να θέλουμε κι εμείς το εμβόλιο. Η αφήγηση σου όμως είναι προκατειλημμένη: «Η γκετοποίηση πήρε τραγικές διαστάσεις…», «Εκεί ζούσαν, στις μικρές, σκοτεινές συνοικίες τους, γιατί λίγο-λίγο η χαρά μας εγκατέλειψε και μείναμε κενοί.» Σα να βλέπω κάποια θεούσα να κουνάει το δάχτυλο της στους αμαρτωλούς που διασκεδάζουν μέσα σε ένα κλαμπ. Σίγουρα θα ήταν τζάμι στην αρχή, και άνετα, να νιώθεις ασφάλεια ανάμεσα στους ομοίους σου, να ζεις όπως γουστάρεις, ένας αθάνατος. Δεν «έπαιξες» λοιπόν με αυτό, μια και η ίδια σου η ηρωίδα πήγε από τη μια πλευρά στην άλλη και πάλι πίσω στο τέλος. Εμένα όμως με κράτησες σταθερά στη μία πλευρά.

Link to post
Share on other sites
TheTregorian

Κασάνδρα η προσπάθεια σου ήταν πάρα πολύ καλή! Ενδιαφέρον το θέμα σου με το φάρμακο αν και όχι και τόσο πρωτότυπο. Αυτό που ξεχωρίζω στην ιστορία σου είναι οι ψυχολογικές διακυμάνσεις των ηρωίδων σου (τις οποίες εγώ προσωπικά τις είδα πολύ διαφορετικές!). Η γραφή σου ήταν ωραίο όπως πάντα! Μπράβο και καλή επιτυχία!! :thumbsup:

Link to post
Share on other sites
Δημήτρης

Πεζή αλλά ωραία ιστορία. Μπορούν να συνδυαστούν αυτα τα δύο μεταξύ τους; Όπως είπα και στην ιστορία του Waylander φυσικά και μπορούν. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Ωραίο το ηθικό δίλλημα που έθεσες. Αν έβγαινε ένα τέτοιο φάρμακο σήμερα, πόσοι και ποιοι θα το πέρνανε; Φοβερή η σκηνή της γελοιοποίησης του γέρου, θα ήθελα περισσότερα τέτοια. Και σ΄αντιπαράθεση μ' αυτό πιστεύω πως αν στην αρχή είχες παραλείψει κάποιες λεπτομέρειες, εάν το πρώτο μέρος ήταν τόσο καλό όσο και το δεύτερο, τότε και η ιστορία σου θα ήταν σε υψηλότερο επίπεδο.

Link to post
Share on other sites
tetartos

Μου άρεσε το ξέγνοιαστο ύφος της περιγραφής που ξεκίνησε. Εκεί που διάλεγε ρούχα σκεφτόμουν, πώς να το θέσω, στερεοτυπικά για το φύλο συγγραφέως-πρωταγωνίστριας αλλά η αλληλεπίδραση με τη φίλη της μου ήταν ευχάριστη. Όσο προχωράει γίνεται όλο και πιο σκοτεινό και αυτό είναι κάτι που ταιριάζει απόλυτα με το περιεχόμενο.

 

Πιασάρικα τα βλαστοκύτταρα και οι ελεύθερες ρίζες αλλά δυστυχώς ΄(όπως έχω σχολιάσει και στην ιστορία του Νικόλα) ανακριβείς οι πληροφορίες. Είναι όμως μια καλή αρχή στην ΕΦ!

 

Επίσης, φαίνεται μια αλλαγή ταχυτήτων στην αφήγησή σου. Ξεκινάς λες και θα γράψεις μυθιστόρημα, περιγράφοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια και τελειώνεις συμπυκνώνοντας δεκαετίες ζωής σε μια παράγραφο. Κι όσο μου άρεσαν τα συναισθήματα που περιγράφονταν στην αρχή, τόσο με απογοήτευσαν οι αποστασιοποιημένες περιγραφές του τέλους.

 

Καλή επιτυχία!

Link to post
Share on other sites

Οι αρετές είναι πολλές, αλλά και πάλι οι περισσότερες έχουν ήδη αναφερθεί.

Θα σταθώ στο ζήτημα της φόρμας. Είναι τουλάχιστον νουβέλα το μέγεθος που απαιτείται για να μας δείξεις αυτήν την εξέλιξη και να μας οδηγήσεις να βγάλουμε εμείς αβίαστα τα συμπεράσματά σου. Τώρα μας τα λες και αυτό είναι συγγραφικά "κακό". Θα μείνω στην πρόταση Ντίνου. Βάλε το χάι της αρχικής περιόδου και μετά (ακόμα και με άλμα χρόνου) την αντιστροφή της κατάστασης.

Αν και νομίζω πως με ανάπτυξη του υλικού το προτιμότερο θα ήταν να το κορυφώσεις σταδιακά (είκοσι χιλιάδες λέξεις, να το αφήσω;)

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha
(είκοσι χιλιάδες λέξεις, να το αφήσω;)

Να το αφήσεις! :D Το σκέφτομαι, να του δώσω το χώρο που χρειάζεται, κάνοντας και τη διόρθωση που μου είπατε στην αφήγηση. Δηλαδή να αφηγηθώ πόσο ωραία ήτανε στην αρχή. Το έγραφα έτσι, με αρνητισμό απ' την αρχή ως το τέλος, γιατί σκέφτηκα πως το αφηγείται κάποια που τώρα έχει αυτή (την αρνητική) γνώμη και μιλάει για το παρελθόν. Αλλά μάλλον δεν λειτουργεί καλά, θα μπορούσε να θυμηθεί πώς ένιωθε στην αρχή.

Ευχαριστώ για τη χρήσιμη συμβουλή!

 

Το πρώτο μέρος της ιστορίας δεν είναι γραμμένο έτσι τυχαία. Έχει το σκοπό του. Το πρόβλημα είναι στο τέλος, που είπα "Όχι, μα πότε τελειώσαν οι λέξεις;" και δυστυχώς φαίνεται!

 

Επίσης, τέταρτε, δεν ξέρω αν είναι πιασάρικα τα βλαστοκύταρρα, αλλά είναι το μόνο που μπορούσα να γράψω από ΕΦ! Μη με βάλετε να γράψω για κουμπάκια, φωτεινά σήματα και διαστημόλποια, δεν θα το αντέξω! :crazy:

Link to post
Share on other sites

Αρκετά καλό. Έχεις πιάσει τον παλμό της κοινωνίας, αν και η πρωταγονίστρια είναι... κάπως. Όχι ηθικά ασταθής, αλλά ηθικά ανειλικρινής.

 

Επίσης, παρτίδες του φάρμακου, χωρίς το dna, υπάρχουν;

Link to post
Share on other sites
Nienor
Πάρα πολλά να πω και στον εαυτό μου, γιατί η αλήθεια ήταν πολύ πικρή. Η αλήθεια έμοιαζε με κακιά, στριμμένη, ξεδοντιάρα γριά που καθόταν σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο σκαμνάκι με το τσεμπέρι στο κεφάλι και τις παντόφλες μισοφορεμένες στα πρησμένα της πόδια και με κορόιδευε από το σκαμνάκι της, γελώντας σατανικά, δείχνοντας το μοναδικό της δόντι κι εγώ δεν μπορούσα να πω τίποτα, γιατί σεβόμουνα τα χρόνια της…

Τα ρέστα μου, κοπελιά. Με έστειλες αδιάβαστη εδώ... Απίστευτη εικόνα.

Και γενικά δηλαδή, δεν ξέρω γιατί δεν το λέει κανένας άλλος, οι λέξεις και οι φράσεις και το ύφος σου είναι υπέροχο.

 

Δε θα σου πω για την πλοκή, κι εγώ ξετυλιγμένο όπως θα του άξιζε θα το ήθελα, αλλά οκ, 3.500 λέξεις, πόσο κουβάρι να ξετυλίξεις; Θα σου πω όμως για τους χαρακτήρες που συμπληρώνονται (κι ας είναι επανάληψη) και για το καθρέφτισμα Δήμητρας-Στέλλας που τις κάνει πάρα πάρα πολύ πιστευτές και μαζί με τη γραφή σου είναι και ο λόγος που το απόλαυσα.

 

Για την ιδέα δε μπορώ να σου πω πάρα πολλά. Δεν πιστεύω πως της έχει δώσει το χώρο της για να τη νιώσουμε στο πετσί μας (τώρα θα μου πεις κοίτα ποιος μιλάει, αλλά οκ, το βλέπω να μην το πω; :p).

 

Έχεις δει την Catwoman με τη Χάλι Μπέρι? Αν όχι δες την πριν τις 20.000. Μπορεί να φανεί χρήσιμη :)

Link to post
Share on other sites
Naroualis

Μ’ αρέσει: η ιδέα, η σχέση μεταξύ των δύο γυναικών, η αρχή του διηγήματος με τον αργό ραχατλίδικο ρυθμό, οι συμβολισμοί με το νεκροταφείο, το οστεοφυλάκιο και τους βαθρακούς. Μ’ αρέσει πάααααρα πολύ η απορία της Δήμητρας σχετικά με τη βαφή αυγών, την κάνει απίστευτα απλή στην σκέψη κι όμως απίστευτα πολύπλοκη, απίστευτα πραγματική.

 

Δε μ’ αρέσει: Το ότι η αφήγηση είναι χαλαρή στο πρώτο μισό του διηγήματος και μετά, οι τελευταίες οχτακόσιες λέξεις είναι μια απλή τελεσίδικη περιγραφή των γεγονότων, αγγίζει το δημοσιογραφικό ύφος. Αυτή η αλλαγή στο ρυθμό ξκαι το στυλ της αφήγησης χτυπάει παράταιρη. Επίσης δεν με ικανοποίησαν οι αλλαγές στην ιδιοσυγκρασία των ηρωίδων σου. Τολμώ να πω ότι δε με πείθουν οι αλλαγές αυτές. Είναι σαν να προσαρμόζουν τους χαρακτήρες τους στην πλοκή σου κι όχι η πλοκή να προσαρμόζεται στους χαρακτήρες. Νομίζω ότι επιβάλλεται να ξαναδείς τον τρόπο ομιλίας τους, και ειδικότερα τις σκέψεις-παύλα-αφηγήσεις της Δήμητρας. Στην αρχή μιλάει σα μια γυναίκα χαλαρή που βρίσκεται σε αρμονία με την πραγματικότητα γύρω της, με τη νόρμα του κόσμου κι ύστερα τόσο απλά, αποφασίζει να ταράξει αυτήν τη νόρμα. Παρατήρησα επίσης κι ένα πρόβλημα αληθοφάνειας. Πώς κατάφερε να μην ζήσει σε μια συνοικία κι όμως να μη δέχεται επιθέσεις; Είναι δυνατόν να ζήσεις έξω από ένα γκέτο χωρίς να γίνεις στόχος; Το ότι κρύβεται θα έπρεπε για μένα να είναι από τα δυνατά σημεία της αφήγησής σου, αλλά μας το δίνεις σε μια και μοναχική λεξούλα λίγες λέξεις πριν το τέλος. Με κούρασε επίσης η επαναλαμβανόμενη χρήση της λέξης αλαζονεία. Από μόνη της είναι ιδιαίτερα δυνατή και σε «μπουκώνει». Πες την πολλές φορές κι έχασες την όποια δύναμη περιέχει.

 

Στο σύνολο: Θετικές εντυπώσεις, που θέλουν όμως αρκετή δουλειά για ν’ αναδειχθούν.

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Για τη λέξη "αλαζονεία":

Το πρόσεξα όταν ανέβασα την ιστορία και το ξαναδιάβασα μια "τρεχάτη" να δω πώς δείχνει και στο τόπικ. Όταν το κατάλαβα, είπα "Μα τι έκανα;" αλλά ήταν αργά. Και μετά αναρωτιόμουν "ποιος θα μου την πει, ποιος θα μου την πει..."

Μα τίποτα δεν σου ξεφεύγει, Naroualis? :tongue:

Link to post
Share on other sites
Naroualis

Το ένα μου μάτι, το αριστερό, όταν είμαι πολύ χαρούμενη. :crazy: Αυτό φεύγει λιγάκι. :lol:

Link to post
Share on other sites
Solonor

Η ιστορία σου μου άρεσε, τη βρήκα ολοκληρωμένη. Η σχέση των δύο γυναικών ήταν πολύ ρεαλιστική. Ειδικά η αλλαγή διάθεσης της ηρωίδας ήταν δυνατό σημείο. Ωραία η τρίπλα για την αποφυγή εξηγήσεων, το ίδιο και τ’ όνομα του φαρμάκου. Θα προτιμούσα την οπτική σου λιγότερο ταυτισμένη με τα αρνητικά της αθανασίας, με την έννοια πως το τέλος σου δίνει ξεκάθαρα αυτό που θέλεις και τα προηγούμενα σχόλια δεν χρειάζονται. Η περιγραφή των γεγονότων από τότε που παίρνει το φάρμακο θα μπορούσε να βελτιωθεί. Συνολικά μου άρεσε.

Link to post
Share on other sites

Η γραφή είναι ενδιαφέρουσα, ρέουσα και με αρκετές πινελιές που φωτίζουν ωραία το βαρύ, ούτως ή άλλως, θέμα. Μου αρέσει ότι ασχολείσαι και νοιάζεσαι για τις ηρωίδες, και δίνεις στο επιστημονικό κομμάτι όσο χώρο απαιτείται. Πολύ ωραία η προβολή στο μέλλον των γκέτο των αθανάτων και συγκλονιστική η σκήνη από το θεατρικό. Βρήκα πολύ καλό και το τέλος. Τηλεγραφικό και δυνατό. Είχα πρόβλημα με τους χαρακτήρες γιατί αλλάζουν πολύ εύκολα την άποψή τους σχετικά με την αθανασία και την ηθική τους σχετικά με τα έμβρυα. Ίσως σε ένα μυθιστόρημα να μπορούσες να παραθέσει μια σειρά γεγονότων που να οδηγούν σε αυτές τις αλλαγές, αλλά εδώ δείχνουν απότομες και αδικαιολόγητες. Νομίζω ότι θα ήταν πιο αληθοφανείς αν εξαρχής η μία ήταν εναντίον της αθανασίας και η άλλη υπέρ(κάνοντας και το πειραματόζωο και ακολουθώντας στη συνέχεια τη θεραπεία). Έτσι, δεν θα προβληματιζόμασταν με τις συχνές εναλλαγές στην επιχειρηματολογία των δύο ηρωίδων και θα επικεντρωνόμασταν στην πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη με τη γκετοποίηση των αθανάτων. Οι πολύ σοβαρές παρενέργειες των φαρμάκων(ατεκνία, παραμόρφωση όταν διακόπτεται) δείχνουν υπερβολικές για να μην έχουν ανακαλυφθεί στις δοκιμές και είναι αχρείαστες. Η ατεκνία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι το φάρμακο έχει επιπτώσεις στα κυοφορούμενα έμβρυα και γι’ αυτό είναι επιλογή των αθανάτων, ενώ η παραμόρφωση μπορεί να δηλώνεται εξαρχής από τους κατασκευαστές ότι είναι παρενέργεια, αλλά να μην νοιάζει τους χρήστες. Στο επιστημονικό κομμάτι, απ’ ότι φαίνεται πολύ σύντομα θα μπορούμε να μετατρέπουμε όλα τα κύτταρα σε βλαστοκύτταρα και μάλλον δε θα χρειάζεται η φριχτή διαδικασία με τα «έμβρυα» που περιγράφεις.

3L_σ_όλια.doc

Edited by khar
Link to post
Share on other sites

Χαμηλή πυκνότητα πληροφορίας κειμένου στην πρώτη σκηνή μέχρι την αναφορά στο 3L.

Υπερ του δέοντος απλοί και «μη σημαντικοί» διάλογοι.

Το φαινόμενο της γκετοποίησης και απομόνωσης των Αθάνατων από τους θνητούς είναι πασίγνωστο και χιλιοχρησιμοποιημένο σε λογοτεχνία και κινηματογράφο. Έτσι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι δεν είχε προβλεφθεί αυτή η «παρενέργεια» του 3L. Θα ήταν προτιμότερο να ανέφερες ότι είχε συνειδητά αποσιωποιηθεί και σε κάθε περίπτωση υπερκεραστεί από τα οφέλη της αγωγής.

Από τεχνικής άποψης, η ιστορία εκτείνεται πολύ χρονικά οπότε αναγκάστηκες να την περιγράψεις περιληπτικά χωρίς, εκτός από την αρχή, να ζουμάρεις σε συγκεκριμένες σκηνές και φοβάμαι ότι αυτό μείωσε την ζωντάνια του διηγήματος.

Θα προτιμούσα η κοινωνική απομόνωσή της θα καταδεικνυόταν με πραγματική δράση μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, παρά με περιληπτική αναφορά παρέλευσης δεκαετιών. Η υπόθεση σου δίνει πάρα πολλές τέτοιες ευκαιρίες (σκηνές στο δρόμο, στα χωριά ή τις πόλεις, ταραχές, μια αποτυχημένη σχέση κλπ).

Μια σκηνή με την φίλη της να πεθαίνει μπροστά της, ίσως ήταν κάπως κλισέ αλλά θα έδινε στο διήγημα μια δυναμικότητα που κατά τη γνώμη μου του λείπει.

Καλό το τέλος με την έμφαση στην μοναξιά.

Link to post
Share on other sites
constantinos

Δεν ήταν πρωτότυπη αλλά είχε κάτι τρομερό: χαρακτήρες! Μέσα σε λίγες αράδες οι Άννα έφτιαξε χαρακτήρες με τους οποίους εγώ κατάφερα να ταυτιστώ και να παρακολουθήσω τις αλλαγές τους. Μπράβο Άννα. Τεράστια διαφορά με την ιστορία που έβαλες για τον προηγούμενο διαγωνισμό. :thmbup:

Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Σε γενικές γραμμές ό,τι είπαν όλοι. Εμένα το «φλύαρο» στυλ του πρώτου μέρους μου αρέσει πάρα πολύ, κάνει το κείμενο και τους χαρακτήρες εξαιρετικά ζωντανούς. Και μετά αρχίζεις να βιάζεσαι. Ναι, έπρεπε να το χωρέσεις στο όριο λέξεων, αλλά κάνε το με πιο ομοιογενή τρόπο. Και μετά το τέλος ανεβάζεις και το director’s cut. Κατά τα άλλα, ως προς την οπτική της αθανασίας που δίνεις, νομίζω είναι μία από τις πιο ρεαλιστικές στο διαγωνισμό. Και η παρομοίωση με τη γριά είναι απλά αριστουργηματική.

Link to post
Share on other sites
Tiessa

Παρόλο που το διήγημα έχει κάποια τεχνικά από πλευράς γραφής και επιστημονικά λάθη, τα οποία δε θα γίνω κουραστική να αναφέρω γιατί τα έχουν ήδη εντοπίσει οι προηγούμενοι, εμένα μου άρεσε ιδιαίτερα επειδή με άγγιξε προσωπικά. Ταυτίστηκα άμεσα με ηρωίδα, που πρώτα αντιστεκόταν και μετά υπέκυψε, βρήκα τον εαυτό μου και έμεινα μαζί της μέχρι το τέλος. Οι αλλαγές γνώμης δε με πείραξαν καθόλου. Είναι πέρα για πέρα ανθρώπινες.

Ας το παραδεχτούμε, όλοι τρέμουμε μπροστά στο θάνατο. Ποιος μπορεί ν' αντισταθεί στην αθανασία; Τι ηθικά διλήμματα και κολοκύθια; Όταν σου δίνεται η ευκαιρία να ζήσεις περισσότερο (άσε πια για πάντα) οι αντιστάσεις σου κάμπτονται ταχύτατα. Το είδα να συμβαίνει στο κείμενο όπως θα συνέβαινε στους περισσότερους από μας στη θέση της κοπέλας και το θεωρώ την πλέον ειλικρινή και τολμηρή γραφή πάνω στο θέμα. Έτσι γυμνό και ζόρικο, χωρίς ωραιοποιήσεις, φτάνοντας στο τέλος -ίσως και αλληογορικά- και φαίνονται και απέξω οι αθάνατοι που δεν έπαιρναν το φάρμακό τους να δείχνουν τόσο άσχημοι όσο ψυχικά ήταν από μέσα.

Εξαιρετικά ψυχολογημένο, Cαssandra, με συγκίνησες.

Link to post
Share on other sites
Waylander
:thmbup: :thmbup: :thmbup: Ωραια η ιστορια σου και πραγματικα ολοζοντανη(ως τα μισα τουλαχιστον) χαρη στους διαλογος και τις περιγραφες σου!!!! Γενικα ηταν μια ωραια ιστορια που εφευγε με ευκολο τροπο :beerchug:
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Αυτή η ιστορία που έγραψα με έκανε να χαρώ, να λυπηθώ και να χαρώ ξανά.

 

Στην αρχή χάρηκα, γιατί το έκανα: δεν περίμενα να γράψω κάτι τέτοιο και μάλιστα μου βγήκε αξιοπρεπές!

Μετά λυπήθηκα, με κάποια χαζά λάθη από απροσεξία, που πόσο ακόμα θα συνεχίσω να κάνω;

Και τώρα ξαναχάρηκα, γιατί είδα πως κατάφερα να κάνω έστω και έναν άνθρωπο να δει αυτά που έγραψα με τη δική μου οπτική. Νομίζω ότι δεν το έχω ξαναπετύχει! Ευχαριστώ Tiessa.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..