Jump to content

Recommended Posts

mman

Όνομα Συγγραφέα: Μιχάλης Μανωλιός

Είδος: Επιστημονική Φαντασία

Βία; Όχι

Σεξ; Όχι γαμώτ.

Αριθμός Λέξεων: 3.495

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Για τον 1ο (13ο) Διαγωνισμό Ε.Φ. Επισυνάπτεται αρχείο Word.

 

Πάσ_α.doc

 

 

 

Ο Αρχιμήδης θα μνημονεύεται όταν ο Αισχύλος θα έχει ξεχαστεί γιατί ενώ οι γλώσσες πεθαίνουν, οι μαθηματικές ιδέες είναι αθάνατες. Ίσως η «αθανασία» είναι μια ανόητη λέξη, αλλά μάλλον ο μαθηματικός έχει την καλύτερη τύχη ό,τι κι αν αυτό σημαίνει.

 

G.H. Hardy

 

 

 

Τα κομμάτια της σπασμένης κούπας έτρεξαν να βρουν το ένα το άλλο ενώ το τσιμεντένιο βάρος μάζεψε κι αυτό τα λιγοστά του θρύψαλα και σηκώθηκε στον αέρα πάνω από το σκεύος που ξανασχηματιζόταν. Η Χριστίνα κοιτούσε για εκατοστή φορά μαγεμένη το βίντεο. Το βάρος εκτοξεύτηκε και κρεμάστηκε ξανά με το χοντρό του σπάγκο από τον πύρο που ίσιωσε μόνος του. Πολύ πριν απ’ όλα αυτά, η κούπα ήταν και πάλι άθικτη, με το μήνυμά της να θυμίζει στην κάμερα: The Boss is always right”.

 

Η Χριστίνα δεν θα πίστευε τίποτα από όλα αυτά. Δεν θα πίστευε ούτε το ρολόι κάτω δεξιά που αποδείκνυε ότι αυτό δεν ήταν μια αντίστροφη βιντεοσκόπηση, ούτε όλες τις μετρήσεις του πειράματος που συμφωνούσαν με την ιδεομορφική θεωρία. Όχι αν δεν είχε δει με τα μάτια της κι αν δεν είχε ακούσει με τ’ αυτιά της.

 

«Αρκετά μ’ αυτό, κοπέλα μου!» Ο Γέρος είχε γλιστρήσει δίπλα της χωρίς να τον αντιληφθεί. «Το είδες. Συνέβη. Είναι γεγονός πια». Έφερε την κούπα με τον καφέ μέχρι το στόμα του. Την ίδια κούπα που πριν μισή μόλις ώρα είχε διαλυθεί στον αποστειρωμένο πειραματικό γυάλινο θάλαμο. Η Χριστίνα έβλεπε τώρα την άλλη πλευρά της, αφού ο Γέρος, που ήταν αριστερόχειρας, την κρατούσε πάντα ανάποδα: Im the Boss!” Γύρω τους, η ομάδα ετοιμαζόταν να φύγει μέσα σε γέλια και πειράγματα. Ήταν, από κάθε άποψη, μέρα γιορτής αλλά το αφεντικό της είχε όπως πάντα μια μούρη μέχρι το πάτωμα.

 

«Θέλω να μείνεις λίγο», έκανε ξερά ο Γέρος. «Θέλω να ελέγξεις κάτι. Στο έχω ήδη στείλει», πρόσθεσε και, χωρίς να περιμένει απάντησή της, σχεδόν σπίναρε το αναπηρικό αμαξίδιό του προς την έξοδο του εργαστηρίου.

 

Κολλημένο γεροζόμπι! Μόλις πετύχαμε το αδιανόητο! Κι έχουμε Πάσχα, γαμώτο! Κι ούτε κι εγώ πιστεύω, τουλάχιστον όχι σ’ αυτό το Πάσχα, όμως είναι αργία που να πάρει! Όπως και χθες! Η Χριστίνα χαιρέτησε έναν – έναν όλους τους συνεργάτες της ανταλλάσοντας συγχαρητήρια και, όταν ήταν πια μόνη, άνοιξε το email της. Ήθελε να υπολογίσει πρώτα πόσο θα καθυστερούσε πριν τηλεφωνήσει στον Θάνο.

 

Ήταν το θεωρητικό μέρος του πειράματος με ζωντανό υποκείμενο. Ολοκληρωμένο, σε κάθε του λεπτομέρεια, λες και θα το δημοσίευαν αύριο. Αυτό το ανθρώπινο ρομπότ, που δεν είχε τι άλλο να κάνει στη ζωή του, βρισκόταν πάντα τουλάχιστον ένα βήμα μπροστά. Κι αυτό ήταν ένα πολύ δύσκολο βήμα. Δέκα σελίδες πήχτρα στις ιδεομορφές, με αυτή της ζωής να κυριαρχεί στις εξισώσεις. Κι όταν έμπλεκες με τη ζωή τα πράγματα γίνονταν πάντα πολύ περίπλοκα. Ήταν ένα πανέμορφο ιδεομορφικό τέρας φρακταλικής δομής, ένα μωσαϊκό από μια πλειάδα άλλων ιδεομορφών, όπως ο χώρος, ο χρόνος, η ενέργεια, η εντροπία και η ύλη και φυσικά έκρυβε από πίσω του το πρώτο Ελληνικό νόμπελ θετικών επιστημών.

 

Η Χριστίνα δεν θα μπορούσε ποτέ να γράψει αυτό το δεκασέλιδο, ήταν όμως σίγουρα σε θέση να ελέγξει την ορθότητά του. Θα της έπαιρνε κανένα δίωρο, και άνοιξε το τηλέφωνο για να πάρει τον Θάνο, όταν είδε την πρώτη κόκκινη σημείωση. Ο Γέρος το είχε μαρκάρει αλλά δεν χρειαζόταν. Εκείνο το πλαγιαστό οχτάρι ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Φώναζε και τσίριζε και ούρλιαζε ότι δεν έπρεπε να βρισκόταν εκεί. Η Χριστίνα σκέφτηκε ότι μόλις έβρισκε το λάθος θα σταματούσε εκεί για σήμερα, αφού η συνέχεια δεν θα είχε νόημα πριν ξεπεραστεί αυτό. Έκανε ένα γρήγορο πέρασμα χωρίς αποτέλεσμα. Το επιστημονικό ίνδαλμά της μπορεί να ήταν ανίκανο να πει μια σωστή καλημέρα αλλά δεν τα είχε χάσει ακόμα.

 

Η Χριστίνα έσμιξε τα φρύδια, έσκυψε πάνω απ’ την οθόνη και ξαναπροσπάθησε μάταια να βρει την ασυνέχεια. Δεν ήταν κάτι ασήμαντο. Αυτό που απειριζόταν ήταν μια χρονική ιδεομορφή που είχε σχέση με το υποκείμενο του πειράματος της αντιστροφής της εντροπίας. Πήρε τον Θάνο, ενώ, αφηρημένη, πρόσεχε ότι ο αντιστροφέας είχε επαναφορτιστεί μετά το πείραμα της κούπας.

 

«Αγάπη μου, θ’ αργήσω λίγο».

 

Καμία διαμαρτυρία, ούτε η παραμικρή υποψία απογοήτευσης.

 

«Εντάξει μικρή μου», χαμογέλασε εκείνος πρόσχαρα στην οθόνη. «Προσπάθησε όμως να μην αργήσεις πολύ. Γιατί το λαγουδάκι μας είναι ήδη στη μητέρα μου κι έχω αρχίσει να μαγειρεύω ένα υπέροχο γεύμα που θα πρέπει μετά να ξεπληρώσεις με σκληρή δουλειά στο κρεββάτι», συμπλήρωσε κλείνοντάς της το μάτι.

 

Τον έκλεισε μ’ ένα αφηρημένο μουρμουρητό καθώς γυρνούσε προς την οθόνη. Όπως πάντα, ο Θάνος έδειχνε πολύ περισσότερη κατανόηση απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει. Γαμώτο, ξέχασα να του πω πως τον αγαπώ, σκέφτηκε, αλλά τότε είδε τη δεύτερη σημείωση του Γέρου. Θα τον ξαναπάρω σε λίγο, υποσχέθηκε στον εαυτό της και ρίχτηκε στο νέο παράδοξο: Η θεμελιώδης ιδεομορφή της ύπαρξης έδειχνε -γιατί κανονικά δεν μπορούσε- να ανεξαρτητοποιείται από εκείνη της ύλης. Τι σκατά;

 

Η Χριστίνα ένιωσε πια τα πράγματα να περιπλέκονται πολύ περίεργα. Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να βρει καμία ασυνέχεια. Απλώς ακολούθησε ανήσυχη τους ιδεομορφικούς συλλογισμούς μέχρι το τέλος. Σταμάτησε μόνο για φορέσει τη ζακέτα της, όταν αισθάνθηκε μια μικρή ψύχρα, που ασυναίσθητα απέδωσε στο ύπουλο ανοιξιάτικο σούρουπο. Δεν είχε προσέξει πότε έπεσε ο ήλιος και το σκοτάδι του εργαστηρίου έσπαγε πια μόνο η ανοιχτή της οθόνη και ο θάλαμος του αντιστροφέα που ήταν σε αναμονή.

 

Ξανακάθισε και, προσπαθώντας να χαλαρώσει το σφιγμένο σώμα της, πέρασε, έντρομη σχεδόν, πάνω από τον απειρισμό της ιδεομορφής της δυνατότητας και έφτασε μέχρι το τέλος του δεκασέλιδου. Εκεί την περίμενε εκείνη η πρωτοφανής -δεν υπήρχε άλλη λέξη- συνθήκη. Η Χριστίνα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, ψιθύρισε κάτι και πετάχτηκε πάνω. Η καρέκλα της έκανε ένα αγριεμένο τρίξιμο στην απόλυτη ησυχία του κτηρίου. Πήγε μέχρι το παράθυρο. Ο τρούλος της εκκλησίας του Αγίου Θεράποντα ξεχώριζε στο βάθος, έξω απ’ τον περίβολο της Πανεπιστημιούπολης. Τα μεσάνυχτα θα μαζεύονταν εκεί… Τι ήταν αυτό που είχε βρει ο Γέρος; Δεν μπορούσαν να στέκουν αυτά τα πράγματα!

 

Έτριψε τα μπράτσα της, παραδεχόμενη κακόκεφα ότι εκείνες οι εξισώσεις την είχαν αγριέψει. Δεν θέλω μαλακίες! Είσαι επιστήμονας, γαμώτο! «Οκέυ!», έκανε δυνατά για να σπάσει την παγωμένη, μοναχική ατμόσφαιρα. «Οκέυ, Χριστινάκι, το σχέδιο έχει ως εξής: Στρωνόμαστε, βρίσκουμε το λάθος του Γέρου, φεύγουμε για το σπίτι, περνάμε μέλι με τον Θάνο, και από την Τρίτη του τρίβουμε στη μούρη το δεκασέλιδο μαζί με τις ασυνέχειές του. Πάμε!»

 

Γύρισε στο γραφείο και εκτύπωσε το email. Πήρε δυο κόλλες χαρτί και άναψε ένα μικρό επιτραπέζιο φωτιστικό δίπλα στην οθόνη. Μετά ρίχτηκε στη δουλειά. Έγραψε, έσβησε, σκέφτηκε, απέρριψε. Έκοψε βόλτες όρθια και κάθισε πάνω στους πάγκους. Στο τέλος ακούμπησε στην γυάλινη πόρτα του θαλάμου του αντιστροφέα, σαν να προσπαθούσε να εκμαιεύσει την απάντηση από τις ανύπαρκτες πια γρατσουνιές της κούπας στα διπλά τζάμια. Δεν είχαν παραβιάσει τον Δεύτερο Θερμοδυναμικό Νόμο, αφού ο θάλαμος του αντιστροφέα δεν ήταν ένα κλειστό θερμοδυναμικό σύστημα. Η ενέργεια που χρειαζόταν το μηχάνημα για την αντιστροφή της εντροπίας προερχόταν απ’ έξω. Το αποτέλεσμα όμως θα δικαίωνε απόλυτα τη μεγάλη κατανάλωση. Ένα ζωντανό ον που θα πέθαινε μέσα στον θάλαμο…

 

Η Χριστίνα ακούμπησε το μέτωπό της στο γυαλί.

 

Τίποτα.

 

Ο Γέρος ήταν για μια ακόμα φορά αλάνθαστος.

 

Μετά από τόσες ώρες επίθεσης στο δεκασέλιδο -είχε πάει κιόλας εντεκάμισι!- η Χριστίνα ήταν πλέον απόλυτα σίγουρη. Το είχε ελέγξει ξανά και ξανά. Κανονικά δεν ήθελαν απειρισμούς στις εξισώσεις. Τις καθιστούν άλυτες και οδηγούν σε μαθηματικά αδιέξοδα. Αυτό όμως! Αυτό ήταν διαφορετικό! Όλα δούλευαν ρολόι. Για την ακρίβεια, το πρόβλημα ήταν ότι δούλευαν καλύτερα απ’ ότι είχαν φανταστεί όταν ξεκιν-

 

Ο μεταλλικός βρόντος στην πόρτα την τίναξε σαν ηλεκτρική εκκένωση. Ποιος άλλος μπορεί να είχε μείνει τέτοια ώρα, τέτοια μέρα; Φοβισμένη σαν μικρό κοριτσάκι, κοίταξε κλεφτά απ’ το φινιστρίνι. Ο Γέρος! Είχε πέσει με το αμαξίδιό του πάνω στην πόρτα! Δεν της ζήτησε να του ανοίξει. Μόνο την κοιτούσε μ’ εκείνο το ψυχρό, στραβό κι ανάποδο υπολογιστικό βλέμμα του μέσα απ’ το τζάμι. Η Χριστίνα γύρισε το χερούλι. Με περίμενε όλες αυτές τις ώρες!

 

Άνοιξε την πόρτα. Ο Γέρος όρμησε στο εργαστήριο και θα την είχε πατήσει αν δεν τραβιόταν στην άκρη την τελευταία στιγμή. Μέχρι η Χριστίνα να κλείσει πίσω του την πόρτα, εκείνος είχε περάσει ανάμεσα απ’ τους πάγκους, είχε σπρώξει καρέκλες και είχε φτάσει στο τερματικό της. Έριξε μια αυστηρή ματιά στην εκτύπωση και τις σημειώσεις της και έκανε μια απότομη επιτόπια αναστροφή προς το μέρος της.

 

«Λοιπόν!» απαίτησε. «Πού είναι το λάθος;»

 

Με περίμενε μέχρι να σιγουρευτώ.

 

Κατέβασε το κεφάλι λες και έφταιγε εκείνη: «Δεν υπάρχει λάθος».

 

Ο ξερακιανός άντρας κύλισε, πιο αργά τώρα, μέχρι το παράθυρο. Κοίταξε έξω το πυκνό σκοτάδι της Πανεπιστημιούπολης σαν να προσπαθούσε να διακρίνει κάτι που κρυβόταν εκεί. «Πες μου τι κατάλαβες», είπε με ύφος προφορικής εξέτασης φοιτητών.

 

Τον πλησίασε αργά μέσα στο ημίφως, προσπαθώντας να βάλει τις παλαβές σκέψεις της σε τάξη. «Η αντιστροφή της εντροπίας μετά από τον θάνατο ενός ζωντανού υποκειμένου μέσα στον αντιστροφέα, δεν θα έχει ως συνέπεια μόνο την… επαναφορά του στην πρότερη κατάσταση…»

 

Αν ένας αστροναύτης πέθαινε μέσα σ’ αυτό το κουτί στο δρόμο προς τον Τιτάνα, την Ευρώπη ή και τον Άλφα του Κενταύρου ακόμα, θα μπορούσε να ζωντανέψει και να ολοκληρώσει την αποστολή του. Αν ένας κατάδικος που εκτελέστηκε εκεί μέσα αποδεικνυόταν μετά αθώος, η ποινή θα μπορούσε να αναιρεθεί. Πολλές, πραγματικά θεϊκές εφαρμογές.

 

«…αλλά και τον απειρισμό της χρονικής διάρκειας της ζωής του υποκειμένου…»

 

«Απλά Ελληνικά», πρόσταξε ο Γέρος χωρίς να πάρει το βλέμμα του απ’ το παράθυρο.

 

Η Χριστίνα έμεινε ακίνητη. Ξεροκατάπιε. Άνοιξε το στόμα της αλλά η λέξη απλώς δεν μπόρεσε να βγει.

 

Ο Γέρος γύρισε και την κοίταξε. Τα ξασπρισμένα του μάτια φαίνονταν ακόμα πιο άδεια καθώς αιχμαλώτιζαν τις λιγοστές αντανακλάσεις απ’ έξω.

 

Πέρασε τη γλώσσα πάνω απ’ τα χείλη της. «Α-Αθανασία», είπε τελικά. Ακόμα και ο ήχος της έμοιαζε απίστευτος.

 

Ο Γέρος γύρισε στο παράθυρο. «Τι άλλο;»

 

«Η… η ανεξαρτησία των ιδεομορφών της ύπαρξης και της ύλης».

 

«Απλά Ελληνικά».

 

«Εεε… ασώματο πνεύμα».

 

Ο Γέρος κούνησε ανεπαίσθητα το κεφάλι. Δεν θα της το έκανε πιο εύκολο.

 

«Και… ο απειρισμός της ιδεομορφής της δυνατότητας του υποκειμένου, δηλαδή…»

 

Μια στιγμιαία αλλά άχρονη σιωπή.

 

«…παντοδυναμία».

 

Οι λέξεις ακούγονταν γκροτέσκα κούφιες.

 

«Συνειδητοποιείς τι περιέγραψες μόλις τώρα;» ήρθε όπως πάντα σκληρή η φωνή του.

 

Η Χριστίνα έδεσε τα χέρια της στο στήθος. Έπρεπε να ξυπνήσει, να πάρει το πάνω χέρι. «Να με πάρει και να με σηκώσει, φυσικά και συνειδητοποιώ! Αλλά-»

 

«Αλλά…;» τα ξασπρισμένα μάτια πάλι πάνω της.

 

«Αλλά υπάρχει αυτή η αδιανόητη συνθήκη της μη επαναληψιμότητας στο τέλος. Αν το πείραμα εκτελεστεί μία φορά, μετά δεν μπορεί να επαναληφθεί. Ποτέ, πουθενά και από κανέναν». Ανέμισε αγανακτισμένη τα χέρια της στον αέρα. «Ένα πείραμα πρέπει εξ ορισμού να είναι επαναλήψιμο, αλλιώς χάνει κάθε επιστημονική αξία. Δεν γνωρίζουμε καμία διεργασία στη Φύση που να μπορεί να εκτελεστεί μία και μόνη φορά. Αυτή η συνθήκη είναι πέρα για πέρα παράλογη. Γιατί το Σύμπαν είναι τεράστιο. Είναι τόσο αχανές που ακόμα και το φως χρειάζεται αιώνες, χιλιετίες, εκατομμύρια χρόνια για να ταξιδέψει μέσα του. Πώς είναι λοιπόν δυνατόν να ξέρει αυτό εκεί το μαραφέτι», έδειξε με το χέρι της τον αντιστροφέα, «αν πριν από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια κάποιος άλλος που απέχει δέκα δισεκατομμύρια έτη φωτός από δω εκτέλεσε το πείραμα και έφτιαξε έναν…, τέλος πάντων ολοκλήρωσε το πείραμα, όταν η πληροφορία δεν είχε τον χρόνο να φτάσει ακόμα εδώ; Πώς θα το ξέρει η Φύση για να μας απαγορεύσει την επανάληψη;»

 

Ο Γέρος κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι –μια σπάνια έκφραση. «Πολύ σωστά», είπε. «Δεν έχω απάντηση. Ίσως η Φύση να κάνει εξαίρεση γι αυτήν και μόνο την πληροφορία. Δεν ξέρω πώς. Αλλά είδες τον ιδεομορφικό λογισμό. Μπορείς να τον καταρρίψεις;»

 

Η Χριστίνα άφησε το χέρι να πέσει στο πλευρό της. «Όχι», ψέλλισε, «δεν μπορώ. Είναι άψογος».

 

«Τότε αποτελεί την απόδειξη ενός φυσικού νόμου. Η Φύση δεν επιτρέπει να έχεις πάνω από έναν θ- να αναστήσεις πάνω από ένα ζωντανό ον».

 

Η Χριστίνα άνοιξε τις παλάμες της. «Το δέχομαι! Αλλά είναι όλα τρελά και απίστευτα! Τι σημαίνει αθανασία σε ένα Σύμπαν καταδικασμένο μια μέρα να πεθάνει από θερμικό θάνατο; Τι θα μπορούσε να κάνει ένα τέτοιο παντοδύναμο ον γι αυτό; Και πρώτ’ απ’ όλα τι σημαίνει παντοδύναμο; Θα μπορούσε να φτιάξει μια πέτρα τόσο μεγάλη που δεν θα μπορούσε να τη σηκώσει;»

 

Ο Γέρος σήκωσε συμφιλιωτικά τα χέρια. «Ειλικρινά, δεν ξέρω. Αυτά αποτελούν και δικές μου απορίες. Τα μόνα αδιάσειστα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας αυτή τη στιγμή είναι τα εξής:»

 

Η Χριστίνα κάθισε στη θέση της, ενώ ο Γέρος απαριθμούσε.

 

«Ένα: Αν αναστήσουμε ένα ζωντανό ον στον αντιστροφέα, τότε αυτό θα είναι αθάνατο, παντοδύναμο και δεν θα εξαρτάται απ’ την ύλη, κάτι που πολλοί θα περιέγραφαν…, λοιπόν ας μην φοβόμαστε τις λέξεις, κάτι που πολλοί θα αποκαλούσαν θεό. Δύο: Δεν θα μπορούμε να επαναλάβουμε τη διαδικασία, πράγμα που σημαίνει ότι οι εφαρμογές για τις οποίες το ξεκινήσαμε όλο αυτό πάνε περίπατο. Τρία: Αν κάποιος άλλος πολιτισμός όλα αυτά τα χρόνια, μας έχει προλάβει, τότε το υποκείμενο του πειράματος δεν πρόκειται να αναστηθεί. Θα παραμείνει νεκρό. Για πάντα. Και τέσσερα, Χριστίνα, δεν είμαστε μόνοι μας».

 

Την κοίταξε βαθιά μες στα μάτια κάνοντας μια μεγάλη, δυσοίωνη παύση. «Ακόμα κι αν εξαφανίσουμε την απόδειξη μου, η ομάδα δεν θ’ αργήσει να φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Είναι η φυσική εξέλιξη του πρότζεκτ και η τεχνογνωσία του αντιστροφέα δεν είναι μόνο στα χέρια μου. Μια ντουζίνα ικανότατοι ιδεομορφιστές θα βάλουν κάτω τις εξισώσεις. Ίσως δεν το βρουν αμέσως, ίσως φάνε τα μούτρα τους ακόμα και για μερικά χρόνια, αλλά τα κίνητρα είναι τεράστια και η σημερινή επιτυχία τούς δείχνει ότι είναι στο σωστό δρόμο. Δεν θα το βάλουν κάτω ποτέ».

 

«Ή απλώς θα πετάξουν στον αντιστροφέα την πρώτη Λάικα που θα βρουν μπροστά τους πριν το αποδείξουν θεωρητικά». Η Χριστίνα έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της.

 

«Ακριβώς. Τώρα καταλαβαίνεις γιατί προσπάθησα να αποτρέψω το σημερινό πείραμα, και γιατί όταν δεν τα κατάφερα επέμεινα να γίνει σε αποστειρωμένο περιβάλλον. Το χειρότερο όμως απ’ όλα θα ήταν…»

 

«…το πείραμα να διεξαχθεί με τον λ-λάθος άνθρωπο», τραύλισε σχεδόν η Χριστίνα. «Που θα έχει επιλεγεί με τα λάθος κριτήρια. Και με τις χειρότερες προθέσεις».

 

«Οπότε συνειδητοποιείς την ευθύνη μας».

 

Σήκωσε αργά το κεφάλι της προς τον άντρα. Κάτι άσχημο και ύπουλο και φριχτό αναδεύτηκε στο στομάχι της. «Προ-προτείνεις κάτι;» ψέλλισε.

 

Ο Γέρος την κοιτούσε ακίνητος. Για μια ατελείωτη στιγμή δεν έγινε τίποτα. Απλώς την κοιτούσε. Αν δεν ήξερε ότι ήταν ζωντανός θα μπορούσε να τον περάσει για κούκλα, για τον καλόγερο που ρίχνει ανθρωπόμορφες, εφιαλτικές σκιές πάνω απ’ το κρεβάτι σου στο σκοτάδι. Τότε, εκείνη η πικρή φούσκα αλήθειας έσκασε μέσα της.

 

«Όχι!» σφύριξε ξέπνοα. «Όχι! Όχι! Είσαι τρελός!»

 

«Κοπέλα μου», είπε η μορφή στο καρότσι, «είμαι πολύ περισσότερα και πολύ χειρότερα απ’ αυτό. Αλλά δεν είμαι τρελός».

 

Γι αυτό την είχε κρατήσει! Γι αυτό το είχε αποκαλύψει μόνο σ’ εκείνη! Γι αυτό είχε φορτίσει τον αντιστροφέα!

 

«Άκου. Ό,τι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει απόψε. Μόνο τώρα ελέγχουμε την κατάσταση και δεν θα έχουμε αυτόν τον έλεγχο για πολύ. Είσαι η καλύτερη επιλογή μου…»

 

«Δεν είμαι επιλογή σου!» ύψωσε τη φωνή της. «Αν θες αυτή την τόσο αμφίβολη τιμή, ιδού ο αντιστροφέας, ιδού και το πήδημα. Μόνο κοίτα να τον προγραμματίσεις σωστά γιατί εγώ δεν πρόκειται να συμμετ-»

 

«Σκασμός!» Η φωνή του ξαφνικά απέκτησε μια καμπανιστή επιβλητικότητα. «Βούλωστο κορίτσι! Νομίζεις ότι ξέρεις; Ότι είναι θέμα τιμής; Ιεραρχίας; Προτεραιότητας; Νομίζεις ότι παίζουμε εδώ; Κοίτα με! Κοίτα με καλά και σκέψου: Δεν έχω περπατήσει ποτέ. Μισώ τη νοσοκόμα μου. Ζω μόνο για τους αριθμούς και τις εξισώσεις. Δεν γνώρισα οικογένεια. Δεν κέρδισα ποτέ ούτε έναν φίλο. Και όχι, ένα νόμπελ δεν βοηθάει καθόλου στην κοινωνικοποίηση ενός τέρατος σαν κι εμένα».

 

Παύση. Το κοκαλιάρικο κεφάλι στράφηκε ξανά προς το παράθυρο. «Δεν έχω αγγίξει ποτέ κορμί γυναίκας. Μπορώ μόνο να υποθέσω τι σημαίνει αγάπη, φιλία, συντροφικότητα. Ο χαρακτήρας μου κλείνει τον φαύλο κύκλο της απομόνωσής μου και το ότι το αναγνωρίζω δεν σημαίνει ότι μπορώ να κάνω κάτι γι αυτό».

 

Η Χριστίνα άκουγε με το στόμα ανοιχτό.

 

«Αν μπω εκεί μέσα, φοβάμαι μήπως δεν βγω νεκρός». Τα μάτια του πίσω στα δικά της. «Αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να επιτρέψω. Δεν θέλεις, κανείς δεν θέλει έναν τέτοιο θεό».

 

«Αλλά δεν ξέρουμε αν ένα τέτοιο ον θα ενδιαφέρεται πραγματικά…» ξεκίνησε εκείνη.

 

«Νομίζεις ότι μπορούμε να ρισκάρουμε κάτι τέτοιο; Ναι, μπορεί το πείραμα να πετύχει, να κλειδώσουμε τον αντιστροφέα και πρακτικά τίποτα να μην αλλάξει στον κόσμο μας. Αλλά δεν έχουμε την πολυτέλεια του ρίσκου εδώ, κοπέλα μου».

 

Ξαφνικά, το αμαξίδιο έκανε μισό μέτρο προς το μέρος της. Η Χριστίνα έφερε το χέρι στο στόμα της να πνίξει μια μικρή κραυγή.

 

«Τώρα σκέψου εσένα», μαλάκωσε η γέρικη φωνή. «Χαρούμενη, φυσιολογική παιδική ηλικία. Ευτυχισμένη οικογένεια, υγιή φλερτ. Επιτυχημένη καριέρα και επιστημονική αναγνώριση, κοινωνικές και πολιτικές ευαισθησίες. Ένας υπέροχος σύζυγος, ένα αγαπημένο παιδί. Σε ξέρω από μεταπτυχιακή, Χριστίνα, και ό,τι δεν γνώριζα, το έμαθα τις τελευταίες μέρες. Ένας ολόκληρος, γεμάτος, υπεύθυνος άνθρωπος με κάθε έννοια της λέξης».

 

«Αλλά», μουρμούρισε εκείνη, έμφοβη και μόνο στην ιδέα ότι το συζητούσε, «ποια η πιθανότητα αυτό να μην έχει ξανασυμβεί στο παρελθόν; Μιλάμε για σχεδόν δεκατέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια. Για πάνω από εκατό δισεκατομμύρια γαλαξίες…»

 

«Τα μεγέθη είναι τερατώδη, έχεις δίκιο. Αλλά, σαν αντιστάθμισμα, και το επίτευγμά μας είναι εξαιρετικά δύσκολο. Δεν μπορώ να εκτιμήσω την πιθανότητα που μας ενδιαφέρει ακριβώς επειδή δεν μπορώ να εκτιμήσω το γινόμενο να έχει συμβεί κάτι τόσο απίθανο σε ένα τόσο μεγάλο σύμπαν. Όμως το ερώτημα παραμένει: Μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε;»

 

«Έχω οικογένεια», αγκομάχησε η Χριστίνα. «Έχω μια ολόκληρη ζωή να ζήσω. Και έχει πάψει εδώ και καιρό να είναι απόλυτα δική μου».

 

Το αμαξίδιο επιτάχυνε προς το μέρος της. Η γυναίκα τινάχτηκε όρθια και υποχώρησε ένα βήμα πετώντας το κάθισμά της πίσω. Ο άντρας σταμάτησε σχεδόν μπροστά της.

 

«Φοβάσαι;» έκανε η αντιπαθής φωνή. «Είμαι ένας παράλυτος, αδύναμος γέρος. Ό,τι ώρα θέλεις, μπορείς να μ’ αρπάξεις και να με πετάξεις στον θάλαμο. Αλλά δεν θα το κάνεις, γιατί ξέρεις ότι δεν είναι αυτό που πρέπει να γίνει. Σκέψου και πάλι, Χριστίνα. Είναι τόσο παρανοϊκό όλο αυτό που δεν θα μπορούσα ποτέ να πείσω κάποιον που δεν κατανοεί και εμπιστεύεται τον ιδεομορφικό λογισμό να μπει εκεί μέσα. Και δεν θα μπορούσα να πείσω οποιονδήποτε πιστό γιατί πολύ απλά, ακόμα κι αν εμπιστευόταν τις εξισώσεις, θα πίστευε ότι, εφόσον υπάρχει ήδη θεός, δεν θα είχε καμιά ελπίδα να αναστηθεί και θα θυσιαζόταν για το τίποτα. Εσύ διαθέτεις το απαραίτητο γνωσιακό υπόβαθρο συνδυασμένο με μια αθεΐα που εγγυάται-»

 

«Δεν είμαι άθεη! Είμαι αγνωστικίστρια, όπως στην πραγματικότητα είμαστε και θά ‘πρεπε να δηλώνουμε όλοι μας, από τον Ντόκινς μέχρι τον Βενέδικτο, αφού δεν διαθέτουμε αποδείξεις ούτε για την ύπαρξη ούτε για την μη ύπαρξη του θεού».

 

«Λεπτομέρεια! Σημασία έχει ότι, πολύ σωστά, αφήνεις ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην έχει χρησιμοποιηθεί ο αντιστροφέας στο παρελθόν. Στην περίπτωση αυτή, το ρίσκο αν δεν το κάνουμε τώρα, είναι αδιανόητο ενώ το κέρδος πρακτικά άπειρο. Αντίθετα, αν έχει χρησιμοποιηθεί, το ρίσκο είναι μόνο μία, στην πραγματικότητα δύο, ανθρώπινες ζωές και πάλι θα κερδίσουμε τη σιγουριά ότι ο αντιστροφέας είναι ουσιαστικά κλειδωμένος».

 

«Αλλά είναι η δική μου ζωή…»

 

Ένα κοκαλιάρικο χέρι απλώθηκε αργά προς εκείνη και η Χριστίνα είδε το δικό της να το συναντά στον αέρα. Είχε αρχίσει να νικιέται;

 

«Ξέρω ότι σου ζητάω τα πάντα. Αλλά είσαι ορθολογίστρια. Μπορείς και πρέπει οπωσδήποτε να το εκλογικεύσεις. Τώρα καταλαβαίνεις ότι είσαι η καλύτερη, η μοναδική μου επιλογή».

 

Η Χριστίνα έσκυψε το κεφάλι και μέσα σε μια απόλυτα στέρεη παραζάλη λογικής, άφησε το χέρι του και γύρισε. Ξαφνικά, ήξερε ότι έπρεπε να προλάβει να το κάνει πριν η ανθρώπινη έκρηξη των συναισθημάτων τη σταματήσει. Έσπρωξε με το πόδι της το πεσμένο κάθισμα, έκανε δυο βήματα και άνοιξε την πόρτα του θαλάμου. Μπήκε στο μεγάλο σαν ασανσέρ γυάλινο κουτί και κάθισε στη μια γωνία του αγκαλιάζοντας τα γόνατά της.

 

Ο πανικός γαργάλαγε τα άκρα της. Σκαρφάλωνε στο στόμα της, στα μαύρα απ’ τις σκιές των προβολέων του θαλάμου μάτια της. Ήθελε να του φωνάξει να κάνει γρήγορα αλλά ο Γέρος την είχε ακολουθήσει και τώρα ήδη έκλεινε και ασφάλιζε την πόρτα.

 

Τον είδε να στρίβει το αμαξίδιο και νόμισε ότι έπιασε κάτι να γυαλίζει στα μάτια του αλλά πραγματικά δεν είχε πια καμία σημασία. Έφτασε μπροστά στην κονσόλα της και άρχισε με πυρετικές κινήσεις να βάζει μπροστά τη διαδικασία. Τότε, στον κώνο φωτός του επιτραπέζιου φωτιστικού, η Χριστίνα είδε το τηλέφωνο.

 

Δεν είχε ξαναπάρει τον Θάνο.

 

Ο άνθρωπος μέσα της την τίναξε πάνω και την έστειλε να χτυπάει το παχύ διπλό τζάμι του αεροστεγούς θαλάμου που έπνιγε τις κραυγές της.

 

Τρέμοντας την ασφυξία που ερχόταν καλπάζοντας, έβλεπε το μέλλον. Το σώμα μου στα σκουλήκια και το παιδί μου ορφανό. Ή Αθανασία και το παιδί μου ορφανό.

 

Κανείς άνθρωπος δεν θα ξανάβγαινε από κει μέσα.

 

 

 

Όταν ο Γέρος ολοκλήρωσε τους λίγους χειρισμούς που είχε να κάνει, γύρισε την πλάτη του στον θάλαμο και στο κλαμένο πρόσωπό της που τον εκλιπαρούσε πνιχτά.

 

Δύο κυβικά μέτρα αέρα. Πόσο μπορούσε να ζήσει ένας άνθρωπος μ’ αυτό; Όχι πολύ όταν ούρλιαζε και χτυπιόταν έτσι. Ο θάλαμος φίμωνε τους φρικτούς ήχους. Τότε, η χαρμόσυνη κωδωνοκρουσία του Αγίου Θεράποντα έστειλε το βλέμμα του Γέρου στο ρολόι του τοίχου.

 

Πάσχα.

 

Έχωσε το κεφάλι στα χέρια του και έσκυψε στα γόνατά του, ξεσπώντας σε ανεξέλεγκτους, σχεδόν παιδικούς λυγμούς. Τα χτυπήματα στο τζάμι σταμάτησαν λίγο πριν τις καμπάνες.

 

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Amandel

Μανωλιέ με φρίκαρες μιλάμε!

 

Ασδφ :o

 

Διάβασα μονοκοπανιά την ιστορία σ χωρίς να πάρω ανάσα και με κράτησε σε αγωνία από την αρχή ως το τέλος. Εύγε! :thmbup:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Ναι, είναι από εκείνες τις ιστορίες που τις διαβάζεις νεράκι. Εγώ ακολούθησα τη συμβουλή σου και τη διάβασα Μεγάλο Σάββατο βράδυ, αλλά λίγο μετά την Ανάσταση (και όχι στις 23:30, όπως προτείνεις). Είχα ακούσει λίγο πριν τις καμπάνες και διαβάζοντας την ιστορία σου "έλαμψε" κατ' ευθείαν στο μυαλό μου η ιδέα: δεν ξέρουμε τι της συνέβη μετά, εμείς την αφήσαμε εκεί και δεν μας λέει ο αφηγητής τίποτα άλλο. Μόνο να "πιστεύουμε" μπορούμε...

 

Πολύ καλό, μπράβο!

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult

Και 'γω μονοκοπανιά την διάβασα και με ταχύτητα, για να δω τι γίνεται στο τέλος. Φταίει και το γεγονός ότι πέρασα αρκετά χρόνια στην πανεπιστημιούπολη και είχα στο μυαλό μου έτοιμες τις εικόνες του χώρου, όπως και έναν περίεργο - πολύ περίεργο - φυσικοχημικό, που βάραγε μπιέλα αν του έσπαγες στο εργαστήριο καμιά προχοίδα. Η εξήγηση με την εντροπία μ' άρεσε πολύ, πιστεύω όμως ότι ίσως να απαιτεί ένα μικρό ''τσικ'' γνώσεων από μέρους των αναγνωστών και όποιοι δεν τις έχουν μπορεί να δυσκολευτούν. Η λογικη (πιο καλά λογικοφανής, μιας και μιλάμε για Ε.Φ.) κατάληξη της θεοποίησης του πειραματόζωου και της μοναδικότητας-μη επαναληψιμότητας του πειράματος, ήταν πολύ πρώτες ιδέες για την εξέλιξη της ιστορίας σου. Κάτι σχετικά με το τέλος σκέφτομαι, αλλά δεν είμαι σίγουρος τι είναι αυτό. Καλύτερα... ας σε βάζει μια ιστορία σε όσο περισσότερες σκέψεις γίνεται. Μαζί σου.

ΥΓ: Η έννοια της αθανασίας γεμίζει το κείμενο, άλλά η έννοια του θεού την υποσκελίζει κάπως

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest roriconfan

Ε, χμ… Κατάλαβα την ιδέα του κειμένου περί αθανασίας αλλά… Δε κατάλαβα πως γίνεται να έλπιζε ο οποιοσδήποτε ότι θα πετύχει το πείραμα. Αφού θεός ήδη υπάρχει και επαναλήψεις δεν επιτρέπονται. Περισσότερο με μπέρδεψε παρά με ικανοποίησε αυτό αν και ομολογώ ότι είχε την πρωτοτυπία του στην εξήγηση.

Share this post


Link to post
Share on other sites
alchemist

Καταπληκτική η ιδέα σου να σκαρφιστείς ένα μοντέλο φυσικής ως μέσο για την αθανασία. Ο γέρος είναι μάλλον η πιο cult φιγούρα από όλα τα διηγήματα του διαγωνισμού. Απόλαυσα το διήγημά σου, το οποίο κύλησε με αμείωτο ενδιαφέρον. Συγχαρητήρια!

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ένα εξαίσιο, καλογραμμένο διήγημα που μου έστυψε τα σωθικά. Διόρθωσε με αν κάνω λάθος αλλά είναι η ιστορία όπου ένας μισάνθρωπος δολοφονεί μια γυναίκα – ελπίζοντας πως δεν είναι φόνος γιατί, ίσως, η ανάσταση του Ιησού Χριστού δεν συνέβη ποτέ; (Είναι άσχετο αν ο Θεός –σε περίπτωση που υπάρχει- αναστήθηκε χωρίς τη χρήση θαλάμου αντιστροφέα;) Ήταν τέλος πάντων ένας ψυχικός βιασμός ο τρόπος που ο Γέρος επιβλήθηκε στην Χριστίνα και στο τέλος, ό,τι και να είχα να φανταστώ για την συνέχεια, δεν μου άφηνε καμία απολύτως ανακούφιση. Και τώρα τι; Να σου πω μπράβο; Μπράβο Μιχάλη. (Για να δουν οι φαντασούδες πως και η ε.φ. ξέρει να σε κάνει κουρέλι.)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Πυθαρίων

mman,

παίζεις περίτεχνα με μια έννοια, την εντροπία, που ακόμα και για τους φυσικούς παίρνει διαφορετικές σημασίες, οι οποίες από πρώτη άποψη δεν φαίνονται ισοδύναμες. Εμπλέκεις με τολμηρό τρόπο την ζωή, τον χρόνο, κλπ. ως ιδεομορφές σε μαθηματικές εξισώσεις. Το κάνεις με αβίαστο και ρευστό τρόπο, να φαντάζει εφικτό. Διαχειρίζεσαι και υποτάσσεις την αντιστροφή της θερμοδυναμικής εντροπίας, ώστε να εξυπηρετήσει τον σκοπό του διηγήματός σου. Ακόμα και φυσικός να ήμουνα, δεν θα είχα αντιρρήσεις. Αυτό, είναι ε.φ.. Άρτια και η απόδοση από λογοτεχνικής πλευράς. Συγχαρητήρια.

Edited by Πυθαρίων

Share this post


Link to post
Share on other sites
Δημήτρης

Φυσικά δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα. Τρομερή ιστορία που διαβάζεται χωρίς αναπνοή. Μορφή ο Γέρος και έξοχος ο τρόπος με τον οποίο παγίδεψε την Χριστίνα. Πάντως αν γνώριζα καποια πράγματα παραπάνω σχετικά με το υπόβαθρο της εντροπιάς που χρησιμοποίησες, υποψιάζομαι πως η ιστορία θα μου άρεζε ακόμα περισσότερο. Σκέψου λίγο και εμάς ρε mman που δεν το κατέχουμε το άθλημα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
PiKei

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να ξέρει κανείς τρομερή Φυσική ή Μαθηματικά για να παρακολουθήσει το διήγημα (αν και οι Ιδεομορφές έχουν πολύ ψωμί δραματουργικά). Το "κεντράρισμα" είναι εκεί που πρέπει, το γράψιμο στο επίπεδο mman και η εσωτερική σύγκρουση της ηρωίδας εξαιρετική. Ο γέρος λέει... και το σκηνικό έχει αυτήν την άθλια μαγεία που καταφέρνει καλά ο Μιχάλης. Να κάνει το πεζό και βαρετό εξωτικό και ενίοτε ισχυρά συμβολικό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Δημήτρης

Σαφώς και δεν χρειάζεται κανείς να ξέρει τρομερή Φυσική και Μαθηματικά για να καταλάβει το διήγημα. Αν πάντως ήξερε τότε μερικές έννοιες θα ήταν πιο εύπεπτες. Και φυσικά για το ότι δεν κατέχω τις παραπάνω εννοιες δεν φταίει ο mman για αυτό..

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Οι απο πάνω είπαν ότι είχα να πω κι εγώ. Πολύ δυνατή ιστορία, έξυπνη επιλογή θέματος και υποδειγματική υλοποίηση. Παίζει πολύ έξυπνα με τις μεταφυσικές ανησυχίες υπό το πρίσμα της ΕΦ και τελειώνει εκεί ακριβώς που πρέπει.

Share this post


Link to post
Share on other sites
TheTregorian

Άριστα γραμμένο, έξυπνη χρήση της επιστήμης, μια ωραία δόση τρόμου και το προσωπικό σας ταλέντο μεσιέ, ισοδυναμούν με ένα άριστο διήγημα. Ωστόσο, εμένα με κούρασε λιγάκι αυτή η υπερβολική δόση φυσικής και με μπέρδεψαν κάποιες έννοιες, αλλά αναμφίβολα από τεχνικής αλλά και πνευματικής πλευράς, το διήγημα είναι άριστο! Μπράβο και καλή επιτυχία! :thumbsup:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Μ’ αρέσει: Που διέκρινα μια «φρακταλική» οσμή στο γράψιμό σου. Αλλά βέβαια, όμοιος τον όμοιο και τα λοιπά και τα λοιπά. Το στήσιμο της ιστορίας, ο παραλληλισμός με το Πάσχα (αν και το τέλος θα πρέπει να ταυτίζεται με τη Σταύρωση κι όχι με την Ανάσταση). Οι επιστημονικές εξηγήσεις.

 

Δε μ’ αρέσει: Το σκεπτικό των δύο επιστημόνων. Είναι απαίσιο. Αυτό ίσως να είναι το θετικό της ιστορίας, αλλά στ’ αλήθεια τους μίσησα και τους δύο και δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναδιαβάσω αυτήν την ιστορία, ακόμη κι αν εκδοθεί. (Περίπου το ίδιο συναίσθημα μου προκαλεί η ταινία «Ένας νομοταγής πολίτης». Αδυνατώ να τη δω γιατί είναι απίστευτα πικρή.) Είναι η χειρότερη ιστορία τρόμου που έχω διαβάσει ποτέ. Δε με έπεισε η συνθήκη σχετικά με τη μοναδικότητα του πειράματος. Επίσης η φράση «τα πράγματα να περιπλέκονται πολύ περίεργα», γιατί είναι λίγο ξύλινη στη δομή της. Τα πράγματα μπορούν να περιπλέκονται με περίεργο τρόπο.

 

Στο σύνολο: Αδυνατώ να το σχολιάσω περεταίρω. Ήταν τόσο καλό, που με έκανε να μη θέλω να το ξαναδιαβάσω.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

«Afentiko, epeidi einai paska tha m’ afiseis ligo laska?»

Όχι, εσύ εκεί, να μας βγάλεις τ’ άντερα. Το σκηνικό ήταν ενδιαφέρον όπως και η περιγραφή την οποία βρήκα πρωτότυπη και μ’ έκανε να ψάχνω κι εγώ το λάθος. Ο διάλογος με συνεπήρε, ειδικά το γεγονός πως σε 3500 λέξεις χώρεσες δύο διαφορετικούς χαρακτήρες αλλά και τα συναισθήματά τους. Τι να πω, απλά συγχαρητήρια. Α, ναι, έχω την εξής απορία Μιχάλη, σ’ έχει χτυπήσει ποτέ θαυμαστής σου;

Share this post


Link to post
Share on other sites
khar

Έχει το σύνηθες υψηλό επίπεδο γραφής, καλά σκιαγραφημένους και πειστικούς χαρακτήρες, και ένα σοβαρό δίλημμα για την ηρωίδα. Αυτό που δεν με έπεισε είναι το στήσιμο του προβλήματος. Κατ΄ αρχάς σου τρώει πολύ χρόνο για να εξηγήσεις το μαθηματικό υπόβαθρο το οποίο ούτως ή άλλως είναι φανταστικό. Επιπλέον, όσοι έχουμε μια εμπειρία από νόμους της Φυσικής, είμαστε αρκετά δύσπιστοι απέναντι σε έναν τόσο δεσμευτικό νόμο, που απαιτεί να μην έχει ξαναχρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη διαδικασία ποτέ και οδηγεί στη δημιουργία ενός πιθανού παντοδύναμου όντος. Κυρίως, γιατί εμπλέκει σνθρωποκεντρικές έννοιες (παντοδύναμο, επανάληψη του γεγονότος, ζωντανό και πεθαμένο) με τους απρόσωπους νόμους της ύλης. Υπάρχουν τόσο πολλοί περιορισμοί που σε βάζουν σε υποψίες για τη συνέχεια του διηγήματος. Νομίζω ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος, ώστε να πειστεί ο απαιτητικός αναγνώστης να δεχτεί τόσο την ύπαρξη επινοημένου μαθηματικού κλάδου όσο και του σαφώς υπερβολικά παράξενου πορίσματος αυτού. Σε δεύτερη ανάγνωση, σκέφτομαι ότι θα υπήρχαν και χιλιάδες βακτηρίδια, μύκητες κ.α. μικροοργανισμοί οι οποίοι αναγεννώνται σε κάθε πείραμα, αλλά κάπως πρέπει να αποκλειστούν από την έννοια του ζωντανού/πεθαμένου. Η αρχή είναι πολύ καλή αλλά το τέλος θα ήθελα να έχει κάποιον υπαινιγμό που να απογειώνει την ιδέα.

Πάσ_α_σ_όλια.doc

Share this post


Link to post
Share on other sites
Glowleaf

Με την πρωτη αναγνωση, δεν μου αρεσε καθολου. Με τσαντισε το οτι δεν εξηγειται το τελος, και ο συσχετισμος με το Πασχα τον οποιο θεωρησα ακυρο.

Μετα προβληματιστηκα πανω στην ιδεα, και σκεφτηκα τις πιθανοτητες. Για καποιο λογο μετα απο δυο μερες, χωρις να το εχω ξαναδιαβασει, μου αρεσε. Το ξαναδιαβασα μολις τωρα για να θυμηθω την μαθηματικη εξηγηση που δινεις, η οποια οντως ειναι λιγο τραβηγμενη για καποιον που ξερει. Σαν ιδεα παντως ειναι αληθοφανης. Επισης, για αλλη μια φορα καταφερνεις να γραψεις λεπτομερειες για την ηρωιδα σου που μονο ενα γυναικειο μυαλο σκεφτεται (και πρεπει να μας πεις καποια στιγμη πως το κανεις). Μεταδοθηκε και η αγαπη για τον αντρα της, και το μισος/σεβασμος για τον Γερο, και το παθος της για την δουλεια τους, και η ανθρωπια της (ουφ μωρε αργια ειναι...)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Waylander

Ωραια η ιστορια σου και εφυες το τελος που μας αφεινει με το ερωτημα του τη γινεται μετα....Εχω μια μονο ερωτηση: γιατι το πειραμα δεν γινοταν να επαναλυφθει????

Share this post


Link to post
Share on other sites
constantinos

Μιχάλη δυστυχώς τη δική σου ιστορία τη διάβασα σε fast forward. Μη με παρεξηγείς. Γράφεις ωραία κατά την άποψη μου με εξαίρεση ατάκες του στυλ:

 

«Εντάξει μικρή μου», χαμογέλασε εκείνος πρόσχαρα στην οθόνη. «Προσπάθησε όμως να μην αργήσεις πολύ. Γιατί το λαγουδάκι μας είναι ήδη στη μητέρα μου κι έχω αρχίσει να μαγειρεύω ένα υπέροχο γεύμα που θα πρέπει μετά να ξεπληρώσεις με σκληρή δουλειά στο κρεββάτι», συμπλήρωσε κλείνοντάς της το μάτι.

 

Αυτή ειδικά η ιστορία ανήκει ακριβώς στο είδος της ΕΦ που δεν μπορώ να διαβάσω καθόλου. Στις ιστορίες δηλαδή που αναλώνονται σε επιστημονικοειδής-λογικοφανής και δεν ξέρω ‘γω τι άλλο σάλτσες (πχ «…αλλά και τον απειρισμό της χρονικής διάρκειας της ζωής του υποκειμένου…»), που είναι εντελώς στεγνές από άποψη συναισθήματος. Σαν μαθηματικό πρόβλημα ένα πράγμα. Είναι θέμα καθαρά γούστου.

Edited by constantinos

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Υπέροχη ιδέα, όχι ότι περίμενα κάτι λιγότερο, αλλά υπέροχη ιδέα.

 

Θέλω να σταθώ σε ένα θεματάκι που το ανέφεραν αρκετοί: "τη μοναδικότητα του πειράματος" Και θέλω να πω γιαυτό, ότι προσωπικά χέστ**κα που η ιστορία είναι εφ. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, θα μπορούσε να είναι άρλεκιν και να με έχεις πείσει το ίδιο. Δηλαδή, εγώ γενικά πιστεύω ότι κατά πόσο στέκει κάτι μέσα στον κόσμο που φτιάχνεις για την ιστορία σου έχει να κάνει μόνο με την τεκμηρίωση που αποπνέει από τη γραφή σου. Και εμένα προσωπικά με έχεις πείσει απόλυτα. Έτσι είναι τα πράγματα, μόνο μια φορά μπορεί να γίνει. Τι σχέση έχουν οι γνώσεις μου του πραγματικού κόσμου με το σύμπαν που δημιουργείς εσύ; Δεν πρέπει να με κάνεις να το ασπαστώ για να το παρακολουθήσω; Η δικιά μου απάντηση σε αυτό είναι "ναι" και το φάουλ θα ήταν να μη με κάνεις να το πιστέψω, όχι το να δείχνει στα μάτια μου γενικότερα τόσο τρελό που να μοιάζει απίστευτο. Και ως εκ τούτου το βρίσκω εκπληκτικό.

 

Αν υπάρχει κάτι που με τραβάει κάπως πίσω στην όλη διαδικασία και δε σου λέω "ουάου" για τα πάντα είναι το ότι δεν την πίστεψα τη Χριστίνα. Δεν κατάφερα να ταυτιστώ και να βάλω τον εαυτό μου στη θέση της ούτε σε επίπεδο παρόρμησης "ανοίγω την πόρτα μπαίνω και μετά το μετανιώνω αλλά είναι αργά". Δεν ξέρω αν ήταν πρόθεσή σου ή όχι, εμένα όμως μου έλειψε λιγάκι.

 

Γενικότερα όμως είναι από τις ωραιότερες ιδέες που έχω διαβάσει. Κι όχι μόνο στο διαγωνισμό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας. Τα διαβάζω με πολύ ενδιαφέρον και θα απαντήσω μετά τη λήξη της ψηφοφορίας. Τα λέμε από Παρασκευή λοιπόν.

Edited by mman

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Κρατήθηκα να μην απαντήσω πριν πάρω τα διηγήματα με τη σειρά, αλλά πριν σχολιάσω το κείμενο, θα σχολιάσω ένα σχόλιο, γιατί δεν αντέχω άλλο:

 

@Amandel:

Μανωλιέ με φρίκαρες μιλάμε!

Αμ, δεν ήξερες, δε ρώταγες; Εγώ έχω πάψει πια να διαβάζω Μανωλιό μετά από κάποια ώρα τη νύχτα. Α) Ξέρω ότι δεν θα κοιμηθώ αν δεν τελειώσω αυτό που γράφει. Β) Ξέρω ότι δεν θα κοιμηθώ ούτε και μετά.

Θα μου χρειαστεί ένα διάστημα να βρίσω που με στενοχώρησε τόσο πολύ, να πιω κανένα ποτάκι για να παρηγορηθώ που εγώ δεν μπορώ να γράψω έτσι, να αναστατώσω το σπίτι για να βγει η περίσσια ενέργειας που μου έχει συσσωρεύσει το συγκινησιακό φορτίο και στο τέλος, σαν μαζώχα να κάτσω να το ξαναδιαβάσω. Welcome to the club, Amandel.

 

Τέρμα το spam, on topic τώρα:

Αυτό το διήγημα είναι στο πρώτο του τουλάχιστον μέρος το είδος της ε.φ. που λατρεύω. Καθηγητής και βοηθός, πειραματική συσκευή, Μαθηματικά, ω, ναι τα λατρεύω τα Μαθηματικά! Όταν διάβασα για το πλαγιαστό οχτάρι, απογειώθηκα. Μου άρεσε εξαιρετικά που όλα στήνονταν γύρω από ένα μαθηματικό υπόβαθρο, αυτή η θεωρία του ενός και μοναδικού αναδύεται με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο, μ' εκείνα τα εφιαλτικά πλαγιαστά οχτάρια να επιμένουν να εμφανίζονται στην εξίσωση. Εξαιρετικός και ο τρόπος που μας δίνει πρώτα με μαθηματική και μετά με καθημερινή γλώσσα τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η θεωρία της δημιουργία του παντοδύναμου όντος. Μέχρι εκεί συλλογίζομαι ότι για μένα το διήγημα έχει πιάσει την απόλυτη κορυφή. Και, τέρμα τα καλά νέα. Ο διάλογος για να πειστεί η Χριστίνα να μπει στο θάλαμο, δε μου άρεσε. Ήταν πολύς για την έκταση του δηγήματος και λίγος για την έκταση του εγχειρήματος. Άσε που το επιχείρημα ότι εγώ είμαι ένας δυστυχισμένος/κακός άνθρωπος και θα γίνω ένας κακός θεός, ενώ εσύ είσαι ένας ευτυχισμένος/καλός άνθρωπος και θα γίνεις ένας καλός θεός είναι κάπως παρακινδυνευμένο, η όλη φάση έγινε πολύ βιαστικά.

Παρόλα αυτά, μια ανάγκη να πάρω μια βαθιά ανάσα την έχω ακόμα και τόσες μέρες μετά που διάβασα το διήγημα. Μια ερώτηση: Χριστίνα; Θάνος, δηλαδή Αθανάσιος; Παίζει κάτι στο επίπεδο με τα ονόματα;

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Κι εμένα δεν κατάφερε να με πείσει η ιδέα ενός φαινομένου που μπορεί να συμβεί μόνο μία φορά στο σύμπαν, όπως και με ποιον τρόπο το σύμπαν, η φύση, θα ξεχώριζε το ότι συνέβη σε ένα έμβιο ον. Στο σύμπαν όλοι ύλη δεν είμαστε; Ακόμα και η ηρωίδα προβληματίζεται. Αλλά αφού είπα στον εαυτό μου να το αποδεχτεί, άλλωστε χωρίς αυτό το στοιχείο δεν υπάρχει το διήγημα, διάβασα μια απλά καταπληκτική ιστορία που με φρίκαρε και με στενοχώρησε όσο δεν πάει. (Ναι, μπορεί το τέλος να μην είναι και τόσο σαφές, αλλά ας μου πει κάποιος ότι το διάβασε και έμεινε με την εντύπωση ότι όλα πήγαν καλά). Η δεσποτική μορφή του του Γέρου για μένα ήταν αρκετά πειστική ώστε να μπει η Χριστίνα χωρίς να θέλει στο θάλαμο. Η εντύπωση που μου έδωσε αυτός ο χαρακτήρας ήταν εφιαλτική. Του άξιζε πάντως καλύτερος τίτλος.

 

 

 

Και μία (εντελώς) σαχλή παρατήρηση: Την κούπα μπορείς να την κρατάς με όποιο χέρι θες. Εξαρτάται τι κάνεις εκείνη τη στιγμή και που βρισκόταν στο τραπέζι. Δεν έχει να κάνει με το αν είσαι αριστερόχειρας ή δεξιόχειρας.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor
Αν υπάρχει κάτι που με τραβάει κάπως πίσω στην όλη διαδικασία και δε σου λέω "ουάου" για τα πάντα είναι το ότι δεν την πίστεψα τη Χριστίνα. Δεν κατάφερα να ταυτιστώ και να βάλω τον εαυτό μου στη θέση της ούτε σε επίπεδο παρόρμησης "ανοίγω την πόρτα μπαίνω και μετά το μετανιώνω αλλά είναι αργά". Δεν ξέρω αν ήταν πρόθεσή σου ή όχι, εμένα όμως μου έλειψε λιγάκι.

Κουοτάρω τον εαυτό μου... πως με βρίσκετε? :p

 

Ξαναδιαβάζοντας αυτό εδώ, ήθελα να συμπληρώσω/διευκρινήσω πως δεν εννοώ καθόλου ότι βρίσκω το χαρακτήρα ψεύτικο. Ούτε ότι δεν την πόνεσα την κοπελιά όταν ήθελε να βγει. Φυσικά και την πόνεσα. Απλά την έβλεπα απ' έξω, η αγωνία μου πιο πολύ έμοιαζε με παρατηρητή της ιστορίας που δε μπορούσε να τη βοηθήσει (δεν ξέρω πως θα μπορούσα να το κάνω πιο λιανά) ενώ μάλλον θα προτιμούσα να νιώθω αντί για αυτό τη δική της αγωνία. Αυτό εννοώ όταν λέω πως ίσως να το έχεις στήσει έτσι ηθελημένα και επομένως είναι θέμα γούστου και μπορείς να με αγνοήσεις.

 

Και όντως, ο Γέρος είναι Ο Εφιάλτης. Συμφωνώ απόλυτα με το Scanner σε αυτό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
northerain

Η ιστορία έχει πολύ καλή ροή και η αρχική ιδέα είναι πολύ έξυπνη. Θα ήθελα πάντως να δώ τι συνέβη μετά το πείραμα, αλλά δέχομαι την επιλογή του συγγραφέα.

Λυπάμαι που δεν βρήκα κάτι αρνητικό να σχολιάσω :D

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..