Jump to content

Write off #41 (Cassandra Gotha vs Naroualis)


cesar_cy
 Share

Write Off 41, Cassandra Gotha Vs Naroualis   

9 members have voted

  1. 1. Cassandra Gotha Vs Naroualis

    • Cassandra Gotha
      3
    • Naroualis
      6

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Μια γυναικεία κραυγή έσπασε την μονότονη σιωπή της νύχτας. Η γυναίκα έτρεχε μέσα στο δάσος. Προσπαθούσε να αποφύγει τους κυνηγούς της. Δεν θα τα κατάφερνε, οι λύκοι ήταν πολύ πιο γρήγορη από αυτήν και αργά ή γρήγορα θα την κατασπάραζαν. Η αγωνία την κυρίευε. Προσπαθούσε να σκεφτεί κάποιο τρόπο να σωθεί αλλά το μυαλό της είχε παγώσει. Τι ήθελα να έρθω στο δάσος τέτοια ώρα αναρωτιόταν και τα έβαζε με τον εαυτό της. Οι ελπίδες της σιγά-σιγά άρχισαν να εξανεμίζονται. Οι λύκοι κόντευαν απειλητικά.

 

Δεν πίστευε ποτέ πως θα γινόταν δείπνο για τους λύκους αλλά έτσι είναι η ζωή. Μέσα στο δάσος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα, μόνο σκιές. Ήταν πολύ αργά, σίγουρα θα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα.

 

Ξαφνικά μέσα στις σκιές τους δάσους διέκρινε ένα χλωμό φως ακριβώς μπροστά της. Χωρίς να σκεφτεί άρχισε να τρέχει προς την πλευρά του φωτός. Όσο προχωρούσε τόσο πιο δυνατό και λαμπερό γινόταν το φως. Οι ελπίδες πως θα τα καταφέρει ξανά γεννιούνταν. Έτσι όπως ακολουθούσε το φως, βγήκε έξω από το δάσος.

 

Το φως γινόταν πιο δυνατό και τελικά είδε πως προερχόταν από μια σπηλιά που την έβλεπε πρώτη φορά. Μπήκε μέσα στην σπηλιά αλλά οι λύκοι δεν την ακολούθησαν, απλός κάθισαν γύρω από την είσοδο της σπηλιάς και την περίμεναν να βγει.

 

 

------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

211 λέξεις . Όριο λέξεων 2000 ? 3000 Ξεκινάμε στης 10 Αυγούστου η ώρα 10 :30 και τελειώνουμε στης 17 Αυγούστου 10:30

Edited by cesar_cy
Link to comment
Share on other sites

Το Πέρασμα

 

 

Μια γυναικεία κραυγήέσπασε την μονότονη σιωπή της νύχτας. Η γυναίκα έτρεχε μέσα στο δάσος.Προσπαθούσε να αποφύγει τους κυνηγούς της. Δεν θα τα κατάφερνε, οι λύκοι ήτανπολύ πιο γρήγοροι από αυτήν και αργά ήγρήγορα θα την κατασπάραζαν. Η αγωνία την κυρίευε. Προσπαθούσε να σκεφτείκάποιο τρόπο να σωθεί αλλά το μυαλό της είχε παγώσει. Τι ήθελα να έρθω στο δάσος τέτοια ώρα αναρωτιόταν και τα έβαζε με τον εαυτό της. Οι ελπίδες της σιγά-σιγά άρχισαν να εξανεμίζονται. Οι λύκοι κόντευαν απειλητικά.

 

Δεν πίστευε ποτέ πως θα γινόταν δείπνο γιατους λύκους αλλά έτσι είναι η ζωή. Μέσα στο δάσος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα, μόνο σκιές. Ήταν πολύ αργά, σίγουρα θα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα.

 

Ξαφνικά μέσα στις σκιές τους δάσους διέκρινε ένα χλωμό φως ακριβώς μπροστά της. Χωρίς να σκεφτεί άρχισε να τρέχει προς τηνπλευρά του φωτός. Όσο προχωρούσε τόσο πιο δυνατό και λαμπερό γινόταν το φως. Οι ελπίδες πως θα τα καταφέρει ξανά γεννιούνταν. Έτσι όπως ακολουθούσε το φως, βγήκε έξω από το δάσος.

 

Το φως γινόταν πιο δυνατό και τελικά είδε πωςπροερχόταν από μια σπηλιά που την έβλεπε πρώτη φορά. Μπήκε μέσα στην σπηλιά αλλά οι λύκοι δεν την ακολούθησαν, απλώς κάθισαν γύρω από την είσοδο της σπηλιάς και την περίμεναν να βγει.

 

 

 

Μόλις πήρε μερικέςανάσες πιάνοντας τα γόνατά της λαχανιασμένη, και τα μάτια της καθάρισαν από τημαυρίλα της κούρασης, σήκωσε το κεφάλι και σάστισε απ’ αυτό που αντίκρισε. Απ’όσο μπορούσε να διακρίνει, βρισκόταν σε μια τεράστια σπηλιά, πολύ πιο μεγάλη απόοποιοδήποτε σπίτι ή ναό που είχε δει ποτέ της. Ακόμα και το σπίτι ενός πλούσιουέμπορου, με δυο πατώματα και εφτά δωμάτια, που δούλευε κάποτε μαζί με άλλουςπέντε υπηρέτες, δεν έφτανε σε μέγεθος και μεγαλοπρέπεια αυτή τη σπηλιά. Ήταν μεγάλη σαν παλάτι, αν φανταζόταν σωστά ταπαλάτια, αφού δεν είχε δει ποτέ της, και τόσο λαμπερή, που η κυνηγημένη κοπέλα ένιωθενα σβήνει, να χάνεται κι η ίδια μέσα σ’ ένα ολόλευκο φωτεινό πέπλο.

 

Μαρμάρωσε στη θέση της, δεν ήθελε να κουνηθεί, ένας αλλόκοτος φόβος την κυρίευσε. Έξω από τη σπηλιά ήξερε τι την περίμενε, ήταν οι λύκοι κι οι σκιές, ήταν ο σίγουρος θάνατος μέσα στη νύχτα. Σ’ αυτή την τρομερή σπηλιά όμως, τι θα μπορούσε να της συμβεί; Το άγνωστο ίσως να την τρόμαζε περισσότερο κι από τον πόνο και το σκοτωμό.

 

Με μία κίνηση που της φάνηκε πως θα κρατούσε για πάντα, έφερε το χέρι της μπροστά στα μάτια σκιάζοντάς τα, αλλά δεν μπόρεσε να δει καλύτερα, το φως δεν ερχόταν από κάπου συγκεκριμένα, ήταν σα να το γεννούσε το ίδιο το μέρος, η πέτρα, ή ό,τι άλλο απότο οποίο ήταν λαξεμένη η σπηλιά.

Αποφάσισε πως έπρεπε να κουνηθεί, να κάνει κάτι, και προχώρησε ένα βήμα με αδύναμα πόδια. Τότε κατάλαβε και κάτι άλλο, την απουσία ήχων. Δεν άκουγε τα βήματά της, πόσο μάλλον άλλους ήχους, που δεν προέρχονταν από την ίδια. Άκουγε όμως την ανάσα της και την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή. Ξανάκανε ένα βήμα, πάλι τίποτα. Αυτό το γεγονός, ότι δεν μπορούσε να ορίσει τον εαυτό της μέσα στο χώρο, τη φόβισε ακόμα πιο πολύ και κουλουριάστηκε στο έδαφος απελπισμένη, μόνη, τυλίγοντας τα γόνατά της με τα χέρια, αφήνοντας το σιωπηλό λευκό φως να την τυλίξει και να την καταπιεί. Άκουγετην καρδιά της να χτυπάει, τη ρυθμική ανάσα της που όλο και αδυνάτιζε, και μετά υπήρχε μόνο το τίποτα. Σιωπή και φως, ανελέητο φως, το ένιωθε κι ας είχε τα μάτια της κλειστά, ήταν εκεί και την πάγωνε, της έκανε την καρδιά κρύα και καθαρή σαν κρύσταλλο.

 

 

 

Πέρασαν χρόνια που καθότανε στο πάτωμα, ή έτσι της φάνηκε, ώσπου κάποτε ένα απαλό άγγιγμα, πιο πολύ χάδι, της ζέστανε τον ώμο κι έτσι σήκωσε το κεφάλι της να δει. Ευχόταν να έχει χαθεί πια το φως. Αλλά ήταν ακόμα εκεί. Με δυσκολία διέκρινε μια μεγάλη, ψηλή σιλουέτα να σκύβει από πάνω της και να της δίνει το χέρι.

 

«Σήκω», ακούστηκε η φωνή, ξερή, σα χτύπημα πάνω σε πάγο.

 

Δεν κουνήθηκε.

 

«Σήκω», ακούστηκε ξανά ο πάγος.

 

Τότε η κυνηγημένη κοπέλα πήρε μια τρεμουλιαστή ανάσα και ξετύλιξε τα χέρια της από τα γόνατα. Το άγγιγμα που της ζέστανε τον ώμο πριν από λίγο, τώρα την έπιανε απ’ τα χέρια και τη στήριζε, να σηκωθεί, να σταθεί ακίνητη στα μουδιασμένα της πόδια, που είχε χρησιμοποιήσει μόνο για να τρέχει. Δε φοβότανε πια, περισσότερο απ’ το φόβο την πάγωνε ο χρόνος που είχε περάσει τυλιγμένη στο φως. Ήθελε να κλάψει γιατί πονούσε, αλλά τα μάτια της ήταν στεγνά και δεν έσταζαν δάκρυ.

 

 

 

Η μορφή που τηνξύπνησε τώρα φαινόταν ξεκάθαρα και η κυνηγημένη έβλεπε πως ήταν μια σκληρή και ανέκφραστη γυναίκα, μάλλον πολύ μεγάλη, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο. Φορούσε λευκά κουρέλια ως τα γυμνά της πέλματα, και είχε τα άσπρα της μαλλιά δεμένα γύρω-γύρω από το μέτωπο, σα χιόνι επάνω σε βουνοκορφή. Το πρόσωπό της εξέπεμπε μια απόκοσμη ηρεμία, σα να βρισκόταν εκεί αλλά και αλλού ταυτόχρονα, σα να βρισκότανε παντού. Στη δεξιά της χούφτα έσφιγγε γερά ένα μαχαίρι με άσπρη λάμα, σαν πάγος έμοιαζε κι αυτό.

 

«Έλα κόρη, ακολούθησέ με».

 

«Πού;» ρώτησε μουδιασμένα, σαν υπνωτισμένη, η κυνηγημένη κοπέλα.

 

«Στο τέλος, παιδί μου, στο τέλος του φόβου».

 

 

 

Η γηραιά γυναίκα με τη φωνή του πάγου την οδήγησε στο βάθος της σπηλιάς. Το περιβάλλον δεν άλλαξε καθόλου. Από πάνω τους η οροφή τόσο ψηλά που δεν διακρινόταν, και γύρω όλα λευκά από το φως. Δεν είχε να κρατηθεί από πουθενά, έπρεπε να στηριχτεί στα πόδια της, να τα δυναμώσει, γιατί εκτός από αυτά δεν είχε τίποτα άλλο.

 

Η γηραιά γυναίκα σταμάτησε και ρώτησε την κοπέλα τι θα ήθελε να ξεχάσει ή τι θα ήθελε να θυμηθεί.

 

«Δεν καταλαβαίνω» απάντησε εκείνη σαστισμένη.

 

«Τι θέλεις να διώξεις από μέσα σου, παιδί μου, να το σκορπίσεις να χαθεί; Και τι θέλεις να ξεκαθαρίσεις, γιατί τώρα ομίχλη το σκεπάζει και σου κρύβεται, κάνοντάς σου κακό μέσα απ’ τις σκιές;».

 

Τότε η κοπέλα της απάντησε πως δεν ήθελε να θυμηθεί τίποτα, και τίποτα δεν είχε να ξεχάσει.

 

Η ασπροντυμένη γυναίκα με μια αστραπιαία κίνηση της χάραξε το δεξί μπράτσο και αίμα ανάβλυσεαμέσως. Η ματωμένη κοπέλα έβγαλε μια έκπληκτη φωνή κι έπιασε την πληγή. Πήγε να διαμαρτυρηθεί, να πει πως δεν είχε λόγο ούτε δικαίωμα να την πληγώνει. Τότε όμως, καθώς το ζεστό αίμα της γαργαλούσε τα δάχτυλα, θυμήθηκε κάτι, χρόνια και χρόνια πριν, όταν ήταν ακόμα κοριτσάκι. Θυμήθηκε πώς έπιανε το μπράτσο της μητέρας της, ψηλά, κοντά στον ώμο, προσπαθώντας να σταματήσει το αίμα. Η μάνα της ξαπλωμένη κάτω στη γη, σφαδάζοντας από τον πόνο, κι η μικρούλα να κλαίει και να φωνάζει ‘το χέρι σου, το χέρι σου!’ γιατί της τό ‘χανε κόψει από τη ρίζα, όπως κάνανε σε κάθε κλέφτη που έπιαναν.

 

 

 

Η κοπέλα έκανε έναβήμα προς τα πίσω και φώναξε στην ασπροντυμένη «Γιατί μου το θύμησες αυτό;»

 

Ήταν θυμωμένη και απορημένη.

 

Κοίταξε το έδαφος, φωτεινό, άσπρο, που βρώμιζε λίγο-λίγο μετο αίμα που έτρεχε από την πληγή στον ώμο της, και μια παράξενη αίσθηση τηνκυρίευσε. Για κάποιο λόγο αυτό το θέαμα τής έδινε ικανοποίηση, ένιωθε πως δικαιωματικά λέρωνε το καθαρό πάτωμα της φυλακής της με το αίμα της.

 

 

 

Η γηραιά δεσμοφύλακας δεν άλλαξε όψη. Δεν γέλασε ούτε σκυθρώπιασε, δεν ανοιγόκλεισαν τα βλέφαρά της, ούτε έσμιξαν τα φρύδια της. Με το ίδιο παγερό βλέμμα ρώτησε την κοπέλα αν ήθελε κάτι να συγχωρέσει ή να εκδικηθεί. Εκείνη δεν απάντησε γιατί φοβότανε τις αναμνήσεις. Τότε η ασπρομαλλούσα την διέταξε αυταρχικά να ξαπλώσει κάτω, κι όταν εκείνη δεν το έκανε, την έσπρωξε δυνατά και κάθισε πάνω της με τα γόνατακαι δεν την άφηνε να κουνηθεί. Η ματωμένη κοπέλα ήθελε να φωνάξει αλλά δενμπορούσε, σαν κάτι να της έκλεβε τη φωνή. Μόνο τρόμο ένιωθε πάλι, εκείνο τον τρόμο που νόμιζε πως είχε φύγει από καιρό, και πόνο τεράστιο, αλλά δεν ήξερε από πού ερχόταν, κι όταν κοίταξε το πρόσωπο του βιαστή της, είδε τη γυναίκα χωρίς έκφραση να την κρατάει κάτω και να της κόβει χαμηλά την κοιλιά λίγο-λίγομε την άσπρη λάμα της. Το αίμα πεταγόταν καυτό, μαύρο, και λέρωνε τα ολόλευκα κουρέλια της σκληρής γυναίκας. Όταν λερώθηκαν μέχρι και τα μαλλιά της, σηκώθηκεκαι άφησε τη βιασμένη κοπέλα στο πάτωμα, μέσα στο ίδιο της το αίμα. Εκείνη ανασήκωσε αδύναμα το κεφάλι και μόνο τότε πρόσεξε πως ήτανε γυμνή. Άραγε, να ήταν απόπάντα; Δεν ήξερε, δε θυμόταν, μόνο κρύωνε και νόμιζε ότι δεν μπορούσε να κουνηθεί. Κοίταξε την κατακόκκινη απ’ το αίμα λευκοφορεμένη δεσμοφύλακά της και ευχαριστήθηκε. Ευχαριστήθηκε που την είδε έτσι. Της άξιζε να είναι λερωμένη. Ηίδια χαιρόταν με τη γύμνια της, όσο κι αν τη χτυπούσαν και την έκοβαν τίποτα δεν την ασχήμαινε. Θυμήθηκε κάποιον άντρα που την έκανε κάποτε να φοβηθεί καινα πονέσει, και τώρα τον ένιωθε πολύ μακριά. Τον έβλεπε να μικραίνει, να γίνεται ένα βρώμικο μικρό ανθρωπάκι χωρίς καμιά σημασία και κανέναν προορισμό.

 

 

Με κοφτές ανάσες έβαλε τα δυνατά της και σηκώθηκε, αυτή τη φορά μόνη της. Ήταν θυμωμένη.

 

Η γηραιά γυναίκα την κοίταζε ακίνητη.

 

 

 

«Είσαι έτοιμη τώρα, έτοιμη να μάθεις, έτοιμη να ρωτήσεις».

 

Η θυμωμένη κοπέλα την κοίταξε με φλογισμένα μάτια και τρίζοντας τα δόντια απάντησε.

 

«Άσε με να δω τη φυλακή που μ’ έκλεισες, άσε με να δω το μέρος που απέκτησα τις ουλές που θα ‘χω πάντα».

 

 

Τότε το φως υποχώρησε, δεν ήταν πια τόσο επιθετικό όπως πρώτα, γλύκανε και εμφανίστηκαν γύρω όλα τα χρώματα και τα σχήματα που υπήρχαν αλλά δεν μπορούσε πριν να τα δει. Ο χώρος άρχισε να γεμίζει και η κάθε γωνιά του φαινόταν καθαρά. Η κοπέλα άφησε το θυμό να φύγει, γιατί έβλεπε πως η σπηλιά ήτανε όμορφη αλλά και άσχημη ταυτόχρονα, και σίγουρα δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο νόμιζε. Δεν ήθελε λοιπόν πια να θυμώνει. Κατάλαβε ότι ήτανε χάσιμο χρόνου ο θυμός. Ήθελε να τη δει, να γεμίσει τα μάτια της με εικόνες, αυτά τα τυφλά μάτια που πριν έβλεπαν μόνο τη νύχτα στο μεγάλο και τρομαχτικό δάσος και το λαμπρό φως της κλεισούρας. Είδε πολλά πετρώματα χρωματιστά, και σταλακτίτες που ξεκινούσαν από την οροφή της σπηλιάς και έφταναν ως το ύψος του κεφαλιού της. Πόσο όμορφοι ήταν! Στάλες νερού ακούγονταν που έπεφταν σε μια λακούβα εκεί κοντά.

 

Είχε και άσχημες και αραχνιασμένες γωνιές, που δεν ήθελε να τις πλησιάσει γιατί ήξερε πως θα παραμόνευαν εκεί ζωύφια που τσιμπάνε. Ξαφνικά το ενδιαφέρον για τα άλλα πράγματα, όλα αυτά που την περιέβαλαν, ξύπνησε, και σταμάτησε να την απασχολεί το τι θα κάνει για να γλιτώσει από το θάνατο ή το φόβο. Όλα ήταν γύρω της, ο πόνος δεν κρατούσε για πάντα, αρκεί να έβλεπε πέρα από το σώμα και την καρδιά της. Τώρα μπορούσε να ορίσει τον εαυτό της μέσα στο χώρο, κι αυτό της έδινε δυνάμεις να περπατήσει μέσα σ’ αυτόν. Ήξερε ποια ήταν, ή τουλάχιστον, ποια ήθελενα γίνει.

 

 

 

Η γηραιά γυναίκα απάντησε με τη φωνή της από πάγο

 

«Οι ουλές είναι καλές, σημαίνουν πως οι πληγές γιατρεύτηκανκαι δεν θα πονάνε πια».

 

«Πάμε Δασκάλα, είμαστε έτοιμες κι οι δύο τώρα», χαμογέλασε σκληρά η ελευθερωμένη κοπέλα.

 

 

 

Και περπατήσανε ως την έξοδο της σπηλιάς, που τις περίμεναν ακόμα οι λύκοι. Στάθηκαν και κοίταξαν γύρω. Ήταν ακόμα νύχτα, όμως πέρα στην ανατολή μια μέρα ανέβαινε.

 

Γυναίκα και κοπέλα, γριά και νέα, μάνα και κόρη, ανάμνηση και λησμονιά, εκδίκηση και συγχώρεση, οδύνη και ανακούφιση, επιμονή και παραίτηση, επιβράβευση και τιμωρία, όλες ήταν εκεί. Όλες οι μικρότητες και οι καλοσύνες ήταν μπροστά στη σπηλιά και περίμεναν, οι Λύκαινες, οι Δασκάλες που οδηγούσαν τις χαμένες ψυχές ξανά στο φως ή τις έστελναν για πάντα στο σκοτάδι, τρώγοντας τις καρδιές τους.

 

Η Γηραιά Λύκαινα ούρλιαξε για μια στιγμή και πέφτοντας στα τέσσερα έκανε ένα σάλτο και βρέθηκε μπροστά στην αγέλη. Οι άλλες την οσμίστηκαν, το αίμα της ελεύθερης κοπέλας τις έκανε να τρεκλίζουν από ηδονή, ήταν καιρός για καινούργιο κυνήγι. Αφού πέρασαν όλες μία-μία από μπροστά της, έφυγαν παίρνοντας το δρόμο προς τη δύση. Στάθηκανλίγα μέτρα μακριά και τη χαιρέτησαν με μια φωνή, ένα ουρλιαχτό άγριο και μακρόσυρτο. Μετά συνέχισαν την πορεία τους και σε λίγο η δυνατή κοπέλα δεν τις έβλεπε άλλο.

 

 

 

Εκείνη έστριψε το κορμί της και κοίταξε προς την ανατολή. Άρχισε να περπατάει προς τα ‘κει, να συναντήσει την καινούργια μέρα πηγαίνοντας η ίδια προς το μέρος της, αποφασισμένη να τη βρει. Τυλίχτηκε καλά στον καινούργιο ζεστό μανδύα της και με τις ψηλές της μπότες περπατούσε άνετα και δεν φοβόταν ούτε βροχή ούτε κρύο.

 

 

Τίποτα δεν θα φοβόταν πια.

Το Πέρασμα.doc

Link to comment
Share on other sites

Ως τα πανθ' ορά

 

Μια γυναικεία κραυγή έσπασε την μονότονη σιωπή της νύχτας. Η γυναίκα έτρεχε μέσα στο δάσος. Προσπαθούσε να αποφύγει τους κυνηγούς της. Δεν θα τα κατάφερνε, οι λύκοι ήταν πολύ πιο γρήγορη από αυτήν και αργά ή γρήγορα θα την κατασπάραζαν. Η αγωνία την κυρίευε. Προσπαθούσε να σκεφτεί κάποιο τρόπο να σωθεί αλλά το μυαλό της είχε παγώσει. Τι ήθελα να έρθω στο δάσος τέτοια ώρα αναρωτιόταν και τα έβαζε με τον εαυτό της. Οι ελπίδες της σιγά-σιγά άρχισαν να εξανεμίζονται. Οι λύκοι κόντευαν απειλητικά.

 

Δεν πίστευε ποτέ πως θα γινόταν δείπνο για τους λύκους αλλά έτσι είναι η ζωή. Μέσα στο δάσος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα, μόνο σκιές. Ήταν πολύ αργά, σίγουρα θα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα.

 

Ξαφνικά μέσα στις σκιές τους δάσους διέκρινε ένα χλωμό φως ακριβώς μπροστά της. Χωρίς να σκεφτεί άρχισε να τρέχει προς την πλευρά του φωτός. Όσο προχωρούσε τόσο πιο δυνατό και λαμπερό γινόταν το φως. Οι ελπίδες πως θα τα καταφέρει ξανά γεννιούνταν. Έτσι όπως ακολουθούσε το φως, βγήκε έξω από το δάσος.

 

Το φως γινόταν πιο δυνατό και τελικά είδε πως προερχόταν από μια σπηλιά που την έβλεπε πρώτη φορά. Μπήκε μέσα στην σπηλιά αλλά οι λύκοι δεν την ακολούθησαν, απλώς κάθισαν γύρω από την είσοδο της σπηλιάς και την περίμεναν να βγει.

 

Τυφλώθηκε. Το φως ήταν τόσο δυνατό, που της πλήγωσε τα μάτια. Όμως δε σταμάτησε, έπρεπε να κάνει μερικά βήματα μες το φως για να σωθεί. Τα ζώα δεν πλησίαζαν ποτέ σ’ αυτό το μέρος κι έτσι ήταν σίγουρη για την επιτυχία του σχεδίου της. Ή μάλλον για την επιτυχία της αποκοτιά της.

 

Ήξερε ότι δεν έπρεπε να μπει. Ιστορίες και λόγια είχε ακούσει από παλιά για το Φωτισμένο Σπήλιο. Για το ότι μπαίνεις μέσα και βρίσκεις ότι η καρδιά σου επιθυμεί, ότι η ψυχή σου λαχταράει. Και για το πώς σε παίρνει ο ύπνος και κοιμάσαι, εκεί σιμά, στη μπασιά, με όσα θέλησες ποτέ στην αγκαλιά σου, μόνο που το πρωί, όταν ξυπνήσεις, όλα έχουν γίνει κάρβουνο και θειάφι και μαυροκίτρινα μουτζουρωμένος αναρωτιέται με συντριβή γιατί πρέπει πάντα έτσι να τσακίζονται τα όνειρα των ανθρώπων.

 

Εκείνη μπήκε όμως. Δεν είχε τίποτε να φοβηθεί πιότερο από τους λύκους. Δεν την ένοιαζε ν’ αποτρελαθεί από τη θλίψη της, ήταν δυνατή, είχε φτάσει σ’ αυτό το σημείο πριν λίγες ώρες κι όμως δεν το ‘χε ξεπεράσει ακόμη, παρά τον τόσο πόνο που είχε νιώσει δεν είχε τρελαθεί. Οπότε τι είχε να φοβηθεί; Τίποτε. Μόνο για τη ζωή της, μόνο τη ζωή της λογάριαζε πια, γιατί είχε πράγματα να κάνει μ’ αυτήν.

 

Οι λύκοι πίσω της ζάρωσαν. Άλλος κλαψούριζε τρομαγμένα, άλλος ούρλιαζε με μανία, άλλος γρύλιζε σα να της υποσχόταν ότι κάποτε θα την έπιανε. Άκουγε -όση ώρα το φως την τύφλωνε και την εμπόδιζε να βλέπει- τα σουρσίματα από τις ουρές τους και τα κοφτά τους πατήματα και τις λαχανιαστές ανάσες τους -ή μήπως ήταν η δική της; Ήταν κι εκείνη λαχανιασμένη, το στόμα της κολλούσε, το πλευρό της πονούσε, τα γόνατά της έτρεμαν, οι ώμοι της είχαν καμπουριάζει. Ω, Παναγία Παρθένα, τι τρεχάλα είχε ρίξει…

 

Λίγο-λίγο, οι θόρυβοι στο σκοτάδι άρχισαν να αραιώνουν. Δε μπορούσε να ξέρει αν οι λύκοι είχαν φύγει ή αν απλώς είχαν καθίσει εκεί έξω, περιμένοντάς την. Ήλπιζε το πρώτο, όμως ένιωθε ότι γινόταν το δεύτερο. Ακόμα δεν τολμούσε να κουνηθεί, τα μάτια της δεν είχαν συνηθίσει στο φως και δεν ήθελε να πατήσει κάτι που δεν έπρεπε. Οπότε περίμενε κι η ίδια, την ανάσα της να ηρεμήσει, την καρδιά της να σταματήσει να χτυπά ξέφρενα. Περίμενε.

 

Δε μπορούσε να υπολογίσει την ώρα, όμως είχε αρχίσει να ζεσταίνεται κάπως. Τα ρούχα της ήταν χοντρά, χειμωνιάτικα, στο κεφάλι της φορούσε μαντήλι, στα πόδια της κάλτσες χοντρές, που την είχαν προστατέψει από το κρύο. Λογικά, μέσα στη σπηλιά δεν έπρεπε να ανεβαίνει πολύ η θερμοκρασία, όμως εκείνη είχε αρχίσει να ζεσταίνεται. Λες να ‘φταιγε το φως;

 

Επιτέλους άρχισε να διακρίνει κάτι. Την πηγή του φωτός, που άθελα της κοιτούσε κατά πάνω της, δύσκολεύοντάς την να ανακτήσει την όραση της. Κατάφερε να ξεχωρίσει ένα ασαφές περίγραμμα, σαν ανθρώπινο σώμα, τίποτε παραπάνω όμως. Έστρεψε τα μάτια της αλλού κι αυτό τη βοήθησε πολύ, λίγο ακόμη κι άρχισε να βλέπει κι άλλα πράγματα

 

Είδε αρχικά τους τοίχους του Σπήλιου, τραχείς, πέτρινους. Μόνο η Φύση κι η Ζωή τους είχαν ακουμπήσει, αλλά κι οι δυο τους είναι θηλυκά που μπορούν και σημαδεύουν ανεξίτηλα όσους αγγίζουν. Είδε το χώμα που πατούσε, χαλίκια και πέτρες λίγο μεγαλύτερες, γωνιώδεις, κοφτερές. Κι όσο περνούσε η ώρα, έβλεπε και λεπτομέρειες, το χρώμα της πέτρας, τα σημάδια του χρόνου και της φθοράς.

 

Τώρα που έβλεπε λίγο, αποτόλμησε να βγάλει την κάπα και το μαντήλι της. Της ξέφυγε ένα στεναγμός, είχε αρχίσει να ζεσταίνεται υπερβολικά. Έστρωσε λίγο τα μαλλιά της, καστανά τσουλούφια είχαν ξεφύγει από τις πλεξούδες της και τη γαργαλούσαν στ’ αυτιά και τα μάγουλα. Πήρε μια βαθιά ανάσα ακόμα κι ακούμπησε τα ρούχα της στο χώμα. Ας λερώνονταν. Θα τα ‘πλενε αύριο.

 

Ένιωθε καλύτερα. Πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Τίποτε δε σε φέρνει στα συγκαλά σου πιότερο από το φόβο του θανάτου. Έπαιξε λίγο τα βλέφαρά της κι ύστερα διερευνητικά, γύρισε το βλέμμα της ξανά προς την πηγή του φωτός.

 

Μπόρεσε να διακρίνει κι άλλα πράγματα. Η μορφή ήταν ανδρική, οπωσδήποτε. Παρά τα μακριά μαλλιά και το γυναικείο, κοντό ως το γόνατο φουστάνι, υπήρχε κάτι στο σχήμα των ώμων και στα γόνατα που ήταν σίγουρα αντρικό. Το πρόσωπο ήταν ανεξιχνίαστο, πολύ λεπτό για να ‘ναι αντρικό, πολύ αυστηρό για να ναι γυναικείο, με τονισμένα ζυγωματικά κι ολόισια μύτη. Κάτι στο ανεπαίσθητο μειδίαμα την έκανε να μην ξέρει αν έπρεπε να χαίρεται ή όχι.

 

Μπαίνοντας στο Σπήλιο ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει ο,τιδήποτε. Μάγους, καλοκιουράδες, αράπηδες, καλικαντζάρους, μόρες, ακόμη και την ίδια τη Μοίρα της. Παρά την ετοιμότητά της όμως, όταν η μορφή της έκανε νόημα με το χέρι να πλησιάσει, τρόμαξε. Η καρδιά της άρχισε πάλι να χτυπάει δυνατά, κρύος ιδρώτας την έλουσε. Έγλυψε τα χείλη της με γλώσσα ξερή, ενώ η μορφή συνέχισε να γνέφει. Τα φωτεινά δάχτυλα σάλευαν αργά, το ένα μετά το άλλο, σα βεντάλια που κλείνει, ενώ το ανεπαίσθητο μειδίαμα έμενε σταθερά ανεξιχνίαστο ως προς τις προθέσεις της μορφής.

 

Εκείνη θυμήθηκε τις ιστορίες και τα λόγια που είχε ακούσει από παλιά και θυμήθηκε αυτό που είχε δει πριν από μερικές ώρες. Και αποφάσισε να υπακούσει. Πλησίασε τη μορφή με βήματα διστακτικά -άλλο η απόφαση του νου κι άλλο η απόφαση του σώματος!- και ξανάγλυψε τα χείλη της.

 

-Να με συμπαθάς, αφέντη, αλλά με κυνηγούσαν οι λύκοι, είπε θαρρετά. Είπα να μπω εδώ, που η χάρη σου τους διώχνει μακριά. Ως τότε συμπάθα με, να, εδώ, στη μπασιά του αρχοντικού σου θα κάθομαι κι ούτε τον ανασεμό μου δε θ’ ακούς να σ’ ενοχλήσει.

 

Η μορφή δε μίλησε, ούτε έχασε το χαμόγελό της. Έγειρε λίγο το κεφάλι δεξιά, λες και καλοσώριζε τη γυναίκα. Ύστερα το χέρι έκανε μια κίνηση πλατιά, που σήμαινε «κόπιασε» και έδειξε στα δεξιά τους.

 

Η γυναίκα έβγαλε μια μικρή κραυγή. Εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο πέτρα και μούσκλια από την υγρασία, τώρα έβλεπε ένα τραπέζι στρωμένο πλούσια, μ’ όλα τα καλά του Θεού. Ο άντρας συνέχισε τα νοήματα, μέχρι που κατάφερε να την κάνει να καθίσει σε μια από τις δύο καρέκλες. Εκείνος κάθισε στην άλλη και γέμισε δυο ασημένια κύπελλα με κίτρινο κεχριμπαρένιο κρασί από μια γυάλινη καράφα. Η γυναίκα πήρε το ένα κύπελο, το σήκωσε στον αέρα κι είπε το «καλώς σας βρήκα» πριν πιει μια γενναία γουλιά.

 

Σήκωσε το χέρι της κι έκανε το σταυρό της, πριν αρχίσει να τρώει. Ο οικοδεσπότης της έδειξε προς στιγμήν να χάνει το χαμόγελό του, όμως το ξαναβρήκε σχεδόν αμέσως. Εκείνη το πρόσεξε.

 

-Να με συμπαθάς και πάλι, αφέντη, είπε βάζοντας στο στόμα της μια μπουκιά ψωμί γλυκό σα μέλι. Ξέρω ότι σ’ ενόχλησε που ‘κανα το σταυρό μου, αλλά το έκανα μηχανικά, άθελά μου, που λένε. Έτσι μας έχουν μάθει εμάς τους ανθρώπους. Θα κοιτάξω να μην το ξανακάνω, γιατί καταλαβαίνω ότι σε πείραξε.

 

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι κι έκανε ένα νόημα που σήμαινε «δεν πειράζει». Ύστερα ήπιε μια γουλιά κρασί και το μειδίαμά του επέτρεψε, τόσο ανεπαίσθητο όπως και πριν.

 

Εν τω μεταξύ η γυναίκα άρχισε να τρώει. Δεν ήταν από την πόλη, αλλά από χωριό κι έτρωγε βιαστικά, με μεγάλες μπουκιές και χωρίς χάρη. Και τι δεν είχε μπροστά της, κρέατα ψητά, ώριμα λαχανικά, γαβάθες χυλωμένα όσπρια, ψωμιά όλων των ειδών, ψάρια τηγανισμένα. Όμως για κάποιον λόγο που η ίδια τον έλεγε περηφάνια, μόνο στο ψωμί και στο τυρί άπλωσε το χέρι της.

 

-Ξέρεις, αφέντη, είπε ανάμεσα σε δυο μπουκιές, λένε πολλά στα χωριά για σένα εδώ γύρω. Ή μάλλον όχι για σένα, για το Σπήλιο λένε. Για σένα δεν έχει πει ποτέ κανείς τίποτε. Γι’ αυτό και τρόμαξα λιγάκι όταν σε είδα. Τι είσαι; Μάγος ή αερικό;

 

Δεν πήρε απάντηση. Φαίνεται ότι ο οικοδεσπότης της ήταν μουγκός. Σεβάστηκε την κατάστασή του, όμως δεν ήθελε και να σταματήσει να μιλάει. Το κρασί κι ο προηγούμενος φόβος της είχαν φλογίσει τα μάγουλα και της είχαν λύσει τη γλώσσα.

 

-Εγώ πάντως να ξέρεις, αφέντη, δε φοβάμαι. Τι δε φοβάμαι δηλαδή, φοβάμαι, αλλά δεν τρέμω από το φόβο μου σαν κάτι άλλους.

 

Ήπιε μια γουλιά ακόμη, το ‘νιωθε το κεχριμπάρι να κατεβαίνει στο λαιμό της κι από στο στομάχι της, να απλώνεται και να την κυριεύει, να την ζεσταίνει από μέσα προς τα έξω με μια ζέστη ευχάριστη, μαυλιστική.

 

-Και ξέρεις γιατί δε φοβάμαι, αφέντη; Γιατί δεν έχω τίποτε να φοβηθώ. Εμένα που με βλέπεις, έχω κάνει έξι ώρες δρόμο για να φτάσω εδώ. Από την Άνω Λακκιά ξεκίνησα να κατέβω στην πόλη, ξέρεις, επάνω στη Βελά είναι το χωριό, ανάμεσα στα έλατα. Κατέβηκα που λες, γιατί είμαι αρραβωνιασμένη με το Μαθιό του Νικολή κι ο Μαθιός είχε κατέβει στην πόλη να πουλήσει τρεις κατσίκες κι είχε πολλές μέρες να φανεί.

 

Έχωσε ένα κομμάτι τυρί στο στόμα της κι εκείνο γέμισε σάλιο, το τυρί ήταν γλυκό σαν να ‘χε ζάχαρη.

 

-Αλλά εψές το πρωί ανέβηκε από τον κάμπο ο Μανώλης της Τσουρμουλέσας και είπε ότι είδε τον Μαθιό με σαρίκι στο τζαμί. Τι ‘θελε ο Μαθιός στο τζαμί, αφέντη μου καλέ; Τι το ‘θελε το σαρίκι;

 

Δεν κατάλαβε για πότε τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν. Συνέχισε να τρώει και να μιλάει, η φωνή της δε ράγισε ούτε στιγμή, το χέρι της δε σταμάτησε να φέρνει στο στόμα της τροφή, τα μάγουλά της βράχηκαν σιγά-σιγά από ήσυχα δάκρυα, δάκρυα της αποδοχής, δάκρυα της παράδοσης στη μαύρη της μοίρα.

 

-Και πήρα κι εγώ των ομματιών μου, κρυφά από τη μάνα μου και κατέβηκα κάτω στην πόλη, στον κάμπο. Έξι ώρες περπατούσα, αφέντη μου, έξι ώρες χωρίς φαΐ και χωρίς νερό ούτε μια στάλα και χωρίς να σταθώ πουθενά, όλο έκλαιγα κι έτρεχα, έκλαιγα κι έτρεχα. Έφτασα στην πόλη, πήγα στον ξάδελφό μου τον Κωσταντή κι εκείνος μου είπε «ξέχνα τον το Μαθιό, άλλαξε την πίστη του, γιατί ο αγάς τού έταξε να τον κάνει βοσκό στο κοπάδι του». Λιγοψύχησα, αφέντη μου, τι να σκεφτώ; Πότε ο Μαθιός είχε σκεφτεί έτσι, που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να μου κόβει το πιο καλό κομμάτι από τα τυριά που έπηζε και να μου το φέρνει πεσκέσι στο μαντήλι του;

 

Ο φωτεινός άντρας είχε γύρει λίγο μπροστά και την κοιτούσε έντονα. Μέσα στην ζάλη της πρόσεξε για πρώτη φορά ότι τα μάτια του ήταν κάτασπρα, σα να μην είχε κόρες. Αλλά αυτό δεν την τρόμαξε, ήταν πολύ πιωμένη και πολύ θλιμμένη για να τρομάξει από κάτι τέτοιο, κι επιπλέον η παρουσία του οικοδεσπότη της, όσο παράξενος κι αν ήταν αυτός, τη γέμιζε με μια ζεστασιά που δεν είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της, σαν να ‘χε κατέβει ο ίδιος ο ήλιος από τον ουρανό και να την κανάκευε.

 

Αναστέναξε και σάλεψε στην καρέκλα της, έφερε λίγο από το κίτρινο κρασί στο στόμα της, πήρε στο άλλο χέρι ένα κομμάτι ψωμί, αλλά δεν το έφαγε, το κράτησε και το κοιτούσε μόνο. Συνέχισε να μιλάει, μόνο που ο τόνος της φωνής της έπεσε κάπως, τόσο μιλούσε ήρεμα πολύ, παρετημένα.

 

-Δεν κατάφερε να με κρατήσει ο Κωσταντής. Προσπάθησε, γιατί αυτό που ήθελα να κάνω δεν το κάνουν οι κοπέλες οι σωστές κι οι σεμνές. Αλλά εγώ, ούτε που να τον ακούσω, από το δωμάτιο που με κλείδωσε, βρήκα το παραθυράκι πώς ανοίγει και πήδηξα έξω στην αυλή κι από κει στο δρόμο. Όλη την πόλη γύρισα μέσα στη νύχτα, γιατί ξέρεις δα πώς νυχτώνει νωρίς τώρα το χειμώνα, είδα άπιστους ένα σωρό, ένας μάλιστα πήγε να με βουτήξει, αλλά εγώ ήμουν αγριεμένη, δεν νόγαγα καθόλου, του ‘χωσα μια κλωτσιά, του πάτησα και μια δαγκωνιά κι έβαλα την τρεχάλα πάλι, νηστικιά και διψασμένη, αλλά ούτε που το είχαν καταλάβει. Κάποτε βρήκα και το μέρος που κοιμούνταν οι υποτακτικοί του αγά, βάρεσα την πόρτα, τους ξύπνησα όλους, ευτυχώς ο αγάς κοιμόταν στην άλλη μεριά του σαραγιού του και δεν τον ξύπνησα κι αυτόν, να με βάλει μπροστά και να με λιανίσει στο ξύλο. Βγήκε ο αρχηγός τους, με ρώτησε τι θέλω, «το Μαθιό», του λέω, «που τον πήρε χτες ο αγάς στη δούλεψή του».

 

Σταμάτησε να μιλάει. Έμεινε ακίνητη σαν άγαλμα, σιωπηλή, τα χείλη της είχαν κρεμάσει. Τα μάτι της έβλεπαν κάπου πέρα από το ψωμί, σ’ ένα μέρος όπου το κακό είχε θριαμβεύσει.

 

-Το ‘λεγε η μάνα μου του πατέρα, μην τη δώσει του Μαθιού. Αχ, το ‘λεγε, αφέντη μου, μην την αρραβωνιάσεις, αυτός καλός άνθρωπος δεν είναι, αυτός, λένε, της ντροπής πράμματα κάνει με τους κλέφτες. Κι έλεγα κι εγώ, με τους κλέφτες τι να κάνει, θα κλέβει, αφέντη μου και χάιντε, τι πειράζει; Από τους Τουρκαλάδες τα κλέβει, δεν τα κλέβει από τους χριστιανούς. Πού να ‘ξερα, η λωλή, πού να ‘ξερα η καημένη…

 

Ο άντρας άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το δικό της. Ήταν ζεστό, απαλά, σαν το χάδι του ήλιου. Μέσα στο κεφάλι της άρχισε ν’ ακούει μια απαλή μουσική, γλυκειά και τρυφερή κι υπέροχη, μια μουσική σα νανούρισμα που γλύκαινε τον πόνο και τη θλίψη.

 

-Τι μου είπε ο υποτακτικός του αγά, ξέρεις; Μου είπε, «χάιντε, τσούπρα μου κι ο Μαθιός με τον αγά κοιμάται. Τέτοια δούλεψη του κάνει του αγά ο Μαθιός σου». Και γελάγανε μετά όλοι, γελάγανε, αφέντη μου, κι εγώ δεν άντεξα άλλο κι έφυγαν σαν την τρελή κι ούτε πίσω στον Κωσταντή γύρισα, μόνο πήρα μέσα στη νύχτα τους δρόμους, να γυρίσω στο χωριό, να μην τον ξαναδώ ποτέ, να τον ξεχάσω… Αλλά με μυρίσανε οιλύκοι, με λυπηθήκαν φαίνεται, αφέντη μου, κι είπαν «ας τη φάμε, την καημένη, ας τη φάμε, να μη γυρίσει ποτέ στο χωρίο της, αν μην την κοιτάνε με μάτι μισό οι συγχωριανοί, να μη γελάνε οι άλλες κοπελιές στη βρύση, πίσω από την πλάτη της», αφέντη μου, έτσι θα γελάνε οι άτιμες και θα λένε «ωχού, η καημένη που πήγε να πάρει άντρα το Μαθιό, δεν τον έβλεπε που δεν ήταν άντρας;», θα γελάνε οι άτιμες αφέντη μου, θα γελάνε κι εγώ θα τις ακούω και θα κάνω ότι δεν καταλαβαίνω…

 

Ο άντρας σηκώθηκε όρθιος όμως εκείνη δεν το πρόσεξε. Συνέχισε να μιλάει, να παραληρεί για το κακό που τη βρήκε, για την κακή της μοίρα τη μαύρη. Εκείνος την τράβηξε από το χέρι, τη σήκωσε απαλά, την οδήγησε μέσα στο παραλήρημά της ως τη μπασιά της σπηλιά, την έβαλε να ξαπλώσει πάνω στην κάπα της. Όταν η γυναίκα κατάλαβε που ήταν, εκείνος της φιλούσε απαλά το μέτωπο, τα χείλη του ήταν ζεστά, μόνο που τώρα η λάμψη του είχε σβήσει. Μέσα στο μεθύσι και τη ζάλη της, κατάφερε να καταλάβει ότι δεν ήταν άνθρωπος αυτό που είχε μπροστά της, αλλά ένα άγαλμα, ένα άγαλμα λευκό, αρχαίο, από εκείνα που έβρισκαν καμιά φορά οι συχωριανοί της όταν όργωναν τα χωράφια τους.

 

Σταμάτησε να μιλάει και έμεινε να τον κοιτάζει, νυσταγμένη αλλά εκστατική, τι θαύμα κι αυτό, Κύριε των Δυνάμεων, ένα άγαλμα από πέτρα λευκή, που κινείται και λάμπει και της στρώνει τραπέζι και τώρα σκύβει από πάνω της και της ξαναφιλάει το μέτωπο…

 

«Μην ευχαριστείς το θεό σου για τη συνάντησή μας, κόρη του βουνού», άκουσε μέσα στο μυαλό της. «Εγώ από ψηλά, από το άρμα μου που οδηγεί ο γιος μου ο Ήλιος είδα το κακό και το άδικό. Γιατί όλα τα βλέπω, για όλους σας ματώνω. Εγώ έστειλα το Νικολή να πει για το Μαθιό σου. Εγώ ζήτησα από την αδελφή μου την κυρά του κυνηγιού να στείλει τους λύκους της κατά πάνω σου, να σε οδηγήσουν ως εδώ. Εγώ φύσηξα ζωή σε τούτο το ξεχασμένο ξόανο, να σε φιλοξενήσει, να σε νοιαστεί. Κι εγώ, που όλα τα βλέπω, εγώ που ξέρω απ’ όπου περισσότερο πώς είναι να χάνεις έναν εραστή μέσα από τα χέρια σου, εγώ θα σου γιατρέψω την πληγή σου, κόρη του βουνού, εγώ θα σε βοηθήσω να το ξεπεράσεις…»

 

Τα μάτια της έκλεισαν. Στον ύπνο της είδε ένα σωρό όμορφα όνειρα, με εννιά καλοκιουράδες που χορεύαν γύρω από έναν όμορφο λυράρη, ξανθό σαν τον ήλιο. Κι όταν ξύπνησε το άλλο πρωί δεν κρατούσε ούτε κάρβουνα ούτε θειάφι.

 

Δεν είχε όμως και τίποτε άλλο στην αγκαλιά της.

 

 

Link to comment
Share on other sites

Σε γενικές γραμμές μου άρεσαν και οι δύο ιστορίες. Όμως έπρεπε να επιλέξω μία από τις δύο και αυτή ήταν «Το πέρασμα» παρόλο που ο τίτλος είναι αισχρά κλεμμένος (πλάκα κάνω έτσι;)) από παλαιότερο διήγημά μου:bleh:. Νομίζω πως αυτή η ιστορία έδεσε καλύτερα με τον πρόλογο και μου άρεσε ο τρόπος που η ηρωίδα αφήνει πίσω τον παλιό της εαυτό (η διαδικασία της «κάθαρσης»).

 

Το «Ως τα πανθ' ορά» είναι ένα επίσης όμορφο διήγημα και δεν νομίζω ότι είναι χειρότερο από το πέρασμα, εκτός ίσως από μια μικρή επιμέλεια που χρειάζεται. Καταλαβαίνω ότι όταν υπάρχει πίεση χρόνου και στο background τρέχει ένα τεράστιο έργο τότε δεν μπορείς να χτενίσεις πολλές φορές ένα κείμενο. Μου άρεσε όμως η γραφή αν και το(σπήλιο) με έκανε να τα χάσω προσωρινά. Εκείνο που μου ήρθε πολύ απότομα ήταν ο Φοίβος. Δεν τον περίμενα με τίποτα!:D

Edited by kitsos
Link to comment
Share on other sites

Λοιπόν καταρχής να πω πς δεν περίμενα να συνεχιστεί με τέτειο τρόπο ο πρόλογος μου.

 

Εγώ με την σειρά μου ψήφισα υπέρ της κ.Naroualis και έτσι με την ψήφο μου φέρνω το ματς σε ισοπαλία.

 

Το Πέρασμα : Όταν το διάβαζα μου γεννιόντουσαν διάφορα ερωτήματα που δεν μου είχαν απαντηθεί στο τέλος. Τί γύρευε αυτή η κυρία στην σπηλιά ; Γιατί την βήθησε να αφήσει τους φόβους της ;Τι γύρευε η γυναικα μέσα στο δάσος ; Δε ξέρω αλλά αυτή η ιστορία μου φάνηκε πολύ πρόχειρη.

 

Ως τα πανθ' ορά : Δεν ήταν κάτ ιδιαίτερο αλλά μου άρεσε περισσότερο από το "πέρασμα". Αντιθέτως σε με τη άλλη ιστορία αυτή η ιστορία μας απαντά σε όλα τα ερωτήματα μας. Επίσης αυτό που μου άρεσε πολύ είναι το χιούμορ της.

 

Υ.Γ:΅Αυτά τα λίγα σχόλεια απο έμενα.

Link to comment
Share on other sites

Το Πέρασμα ήταν στρωτό και κατά τη γνώμη μου, κατάφερε να περάσει το μήνυμα του συγγραφέα. Έβγαζε νόημα, αλλά η απουσία πλοκής ήταν αισθητή. Δεν ξέρω βέβαια αν ήταν κι απαραίτητη, αλλά σίγουρα, η έλλειψη μιας ανατροπής ή μιας πιο «διακοσμημένης» ροής σκέψης έφερνε την σκέψη μου ένα βήμα μπροστά από την αφήγηση. Μου άρεσε πολύ η σύλληψη της σπηλιάς και του λευκού φωτός και η απουσία ήχων, αλλά δεν κατάλαβα την κλιμάκωση. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι η συγγραφέας ήθελε να μεταδώσει στον αναγνώστη την διάσταση του πάγου, κι αυτό να πέρασε συνειδητά ή ασυνείδητα στην γραφή της. Όπως και να ‘χει, ήταν μια καλή προσπάθεια και αξιοποίησε πολύ όμορφα την εισαγωγή!

 

 

Λοιπόν, όσον αφορά το Ως τα πανθ ορά, εδώ μπορώ να πω πως μου άρεσε πάρα πολύ η αφήγηση και η γλώσσα. Δε μου φάνηκε ιδιαίτερα πρόχειρο, όπως ειπώθηκε, αλλά είχε κάποια λάθη απροσεξίας. Η ηρωίδα με κέρδισε γιατί ξεδιπλώθηκε αρκετά μέσα σε λίγες γραμμές, ενώ όντως υπήρχε μια «τσιμπιά» χιούμορ που λειτουργούσε σε δεύτερο επίπεδο, δίνοντας περισσότερες διαστάσεις στο διήγημα.

 

Η αλήθεια είναι πως και οι δυο ιστορίες, λίγο-πολύ, διαπραγματεύονται το ίδιο θέμα, μιλούν για μια χαμένη ψυχή που μπαίνει σε μια σπηλιά για να βρει παρηγοριά, πράγμα πολύ ενδιαφέρον. Και οι δύο μου άρεσαν, αλλά θα ψηφίσω της Naroualis γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να σχηματίσω πιο καθαρά τον κόσμο όπου εκτυλίσσονταν η ιστορία καθώς και το ιστορικό και τον χαρακτήρα της ηρωίδας.

Συγχαρητήρια και στις δυο σας! :thmbup:

Link to comment
Share on other sites

Το σκέφτηκα αρκετά πριν ψηφίσω, όχι μόνο επειδή οι ιστορίες ήταν όντως ισάξιες, αλλά κι επειδή, όπως παρατήρησε και η Manstredin, είχαν και μια ομοιότητα στο βάθος τους.

Στα συν και των δυο η γοητευτική ατμόσφαιρα που δημιούργησαν, έστω και με εντελώς διαφορετικό τρόπο, μια που η Cassandra Gotha χρησιμοποιεί σιωπή, σκληρότητα και πάγο, ενώ η Naroualis ζεστασιά, φαγοπότι και τη φλυαρία της κοπελιάς.

Ο λόγος που διάλεξα τη μια ιστορία έναντι της άλλης είναι ότι μου άρεσε η ιδέα του Περάσματος, (rite of passage, έτσι;) και μου άρεσε ότι έκλεισε με τους λύκους, όπως και είχε ξεκινήσει. Είχε ένα αέρα δύναμης στο τέλος της.

 

Υ.Γ. Βρε κορίτσια, τέτοιες μέρες που κάνατε το write off, τις αδικήσατε τις ιστορίες σας και ήταν και οι δυο καλές!

Link to comment
Share on other sites

Υ.Γ. Βρε κορίτσια, τέτοιες μέρες που κάνατε το write off, τις αδικήσατε τις ιστορίες σας και ήταν και οι δυο καλές!

Νά 'σαι καλά, είπα κι εγώ, μα τόσο χάλια τα πήγαμε και κανείς δεν διαβάζει; Αν και μετά τον Κίτσο τις πήρατε πρέφα κι άλλοι. :D

Link to comment
Share on other sites

Η αλήθεια είναι πως και οι δυο ιστορίες, λίγο-πολύ, διαπραγματεύονται το ίδιο θέμα, μιλούν για μια χαμένη ψυχή που μπαίνει σε μια σπηλιά για να βρει παρηγοριά, πράγμα πολύ ενδιαφέρον.

 

Εδώ θα μπορούσαμε να κάνουμε μια όμορφη και μεγάλη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο αντιδρούμε με τον ίδιο τρόπο απέναντι στο αρχετυπικό θέμα της σπηλιάς (βλ. παραλληλισμός με τη μήτρα, οπότε λογικό είναι μέσα της να βρεις την παρηγοριά) επειδή είμαστε κι οι δύο γυναίκες ή επειδή είμαστε κι οι δύο άνθρωποι. Θα είχε πλάκα να βλεπαμε την αντιμετώπιση του θέματος αυτού από έναν άντρα.

 

Πάντως ευχαριστούμε για τα σχόλια! :)

Edited by Naroualis
Link to comment
Share on other sites

Πράγματι, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να βλέπαμε κι έναν άντρα να συνεχίζει την εισαγωγή!

Link to comment
Share on other sites

Πράγματι, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να βλέπαμε κι έναν άντρα να συνεχίζει την εισαγωγή!

 

 

Cesar_cy? Μια που απογοητεύτηκες από τις δικές μας αντιδράσεις στο θέμα σου, θα μας έδινες τη δική σου εκδοχή;

Link to comment
Share on other sites

Παρόλο που καμία από τις δύο κυρίες δεν ήταν σε μια από τις καλύτερες στιγμές της (έχετε παραχαλαρώσει μάλλον ε?:p) μου άρεσαν και οι δύο ιστορίες. Το αρχέγονο στοιχείο έντονο και στις δυο, η χρήση των λύκων και του κηνυγιού μια χαρά και ο λόγος σας -όπως πάντα εξάλλου- όμορφος και μεστός.

 

Ναρού Μπουνταρού από μένα, γιατί αυτό το ελληνικό του χωριού πάντα με κερδίζει ρε παιδί μου.

Link to comment
Share on other sites

Και τα δυο θέματα ήταν πιασάρικα με τα δικά μου μέτρα (Μύηση καιλαογραφικό), και οι δυο υλοποιήσεις είχαν προβληματάκια (δείτε τααρχεία).

 

Στην ιστορία της Naroualis βρήκα νομίζω ένα λογικόκενό (

Πώςκαι γιατί λειτουργούσε η σπηλιά όσον αφορά τουςάλλους επισκέπτες αν στην περίπτωση της πρωταγωνίστριας ήταν όλαπροσχεδιασμένα από ειδικόενδιαφέρον του θεού;

), αλλά αυτό μεπείραξε λιγότερο από τιςδυο σκηνές του παρελθόντος της πρωταγωνίστριαςστο Πέρασμα, που τιςβρήκα ελαφρώς "προκάτ" (εύκολες και άνευ ισχυρούσυναισθήματος ή έστω ισχυρής εικόνας)

Ος τα πανθ' ορά.doc

Το Πέρασμα.doc

Link to comment
Share on other sites

Ψηφίζω Naroualis. Γενικά και οι δύο κυρίες δεν ήταν σε πολύ φόρμα στην ιστορία αυτή, αλλά, αν και προτιμούσα το ύφος γραφής της CassandraGotha (στην άλλη ιστορία υπήρχε υπερβολικά πολύ χρώμα για το γούστο μου) η έλλειψη πλοκής μου χτύπησε κάπως άσχημα.

 

 

Πράγματι, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να βλέπαμε κι έναν άντρα να συνεχίζει την εισαγωγή!

Ο υποφαινόμενος σας κάνει για το πείραμα αυτό, κυρίες μου;

Link to comment
Share on other sites

  • 2 weeks later...

Ήταν ένα χαλαρό καλοκαίρι αλλά...okay, καιρός κάποιος κονφερασιέ να λήξει το παρόν write-off. Ανθοδέσμες στη νικήτρια κλπ. (Συγχαρητήρια στη Naroualis.)

 

Τη Δευτέρα ξεκινάει άλλη μονομαχία.

Edited by DinoHajiyorgi
Link to comment
Share on other sites

Ουφ, επιτέλους, τώρα μπορώ να πω κι εγώ τη γνώμη μου για την ιστορία της Naroualis, ε; :air_kiss:

 

 

Λοιπόν, κυρία μου, σας πληροφορώ ότι μου άρεσε πάρα πολύ και δεν σας κρύβω πως αυτή τη φορά έπιασα τα κύμματά σας, παρόλο που συνήθως δεν τα συμφωνάμε 'μείς οι δυο. :tease: Ευχαριστώ για το κονταροχτύπημα, ήταν απολαυστικό.

Link to comment
Share on other sites

Αχά! Θενκ γιου, αγαπητή συνάδελφος κι επίσης θενκ γιου, αγαπητοί συφφορουμίτες που ασχοληθήκατε και με τις δύο ιστορίες ντάλα καλοκαίρι.

 

Έχω μια ερώτηση, μια απάντηση και μια κριτική να κάνω και θα τις κάνω με αυτή τη σειρά.

 

Η ερώτηση: πού το είδατε το χιούμορ βρε παιδιά; blink.gif Μετά και τη δεύτερη αναφορά στο χιούμορ της ιστορίας, πήγα και την ξαναδιάβασα, μπας κι είχα κάνει λάθος κι είχα ανεβάσει άλλη από εκείνη που ήθελα. Αν υπάρχει χιούμορ εκεί, τότε είναι εντελώς χωρίς να το θέλω. Φαίνεται ότι ακόμη κι όταν γράφω δράματα, ακόμη και τότε, ο χαρακτήρας μου μπαίνει στη μέση... tongue.gif

 

Η απάντηση: Ελέκτρο, ήθελα να δώσω την αίσθηση ότι στο σπήλαιο υπήρχε ένα ξεχασμένο άγαλμα Κούρου. Κι ότι όποιος έμπαινε εκεί έβλεπε διαφορα πράγματα από το φόβο του, εξ ου και ο Φοίβος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να μπορέσει να βοηθήσει την κοπέλα. Δυστυχώς η τεκμηρίωση αυτού χάθηκε στη λαίλαπα της ταχύτητας.

 

Κι η κριτική: Κασσάνδρα, πιστέυω ότι έχεις πολλά περισσότερα να δώσεις σε αυτό το διήγημα. Δεν κατάφερα να ταυτιστώ με την ηρωίδα σου. Περίμενα να νιώσω τις ενοχές της και τον πόνο της για όσα είχε ζήσει και της θύμιζε σιγά-σιγά η άλλη γυναίκα, όμως δεν τα κατάφερα. Για μένα ήταν το ίδιο απόμακρες κι οι δύο. Αυτό που ευχαριστήθηκα ήταν ο τρόπος γραφής. Ενώ δεν ήταν κοφτός κι απότομος, μου άφηνε αυτήν την αίσθηση στο στόμα, λες και η σκληρότητα της γριάς περνούσε στη γραφή σου. Thumps up, με την προϋπόθεση ότι θα του ρίξεις μια ματιά ακόμη (και με την υπόσχεση να ρίξω εγώ δέκα ή δεκαπέντε στο δικό μου... tongue.gif )

Link to comment
Share on other sites

Εννοείται! Αναμένουμε...:thmbup:

 

 

Αμέ.yessir.gif Πόσον καιρό θες για να τη γράψεις, Νιχ;

 

 

Ναι, μας κάνει και περιμένουμε την ιστορία του. :)

Επειδή σήμερα είδα το ΟΚ σας, μια από τις επόμενες εβδομάδες στη βιβλιοθήκη τρόμου.

Link to comment
Share on other sites

λίγο ως πολύ αργά, ήθελα να τις διαβάσω στην εβδομάδα του διαγωνισμού αλλά... η 'ζωή' μπήκε στη μέση....

 

1ον και οι δύο ιστορίες μου άρεσαν, θα συμφωνήσω οτί... μου έλειπε το συναίσθημα από την κοπέλα στην 1η και το που ακριβώς βρέθηκε η γριά. το τέλος με τους λύκους ήταν πολύ ωραίο....

 

2ον η Ελληνική ύπαιθρος με τις ιστορίες και τις σπηλιές της ήταν κάπως πιο κοντά μου.... και ο Φοίβος στην αποκαληψή του ήταν παρα πολύ... συναισθηματικό, δραματικό ίσως, με κέρδισε αλλά.... θέλει ένα χτένισμα ακόμα...

 

τα συγχαρητήρια μου και στις δύο σας. :first:

Link to comment
Share on other sites

White Unicorn, ευχαριστώ για το σχολιασμό. Να απαντήσω στην ερώτησή σου, μια και είναι δεύτερη φορά που τη διαβάζω και απορώ γιατί δεν το καταλάβατε. Χρειαζόταν, άραγε, να δώσω εξήγηση; Να πω ότι η γριά λύκαινα περίμενε την κοπέλα εκεί; (Αφού ήδη εξηγώ ότι η αγέλη την οδήγησε στη σπηλιά).

 

Δεν θα ήθελα να πω άλλα, γιατί αν δεν καταλάβατε τα κύρια σημεία της ιστορίας μου, έχω αποτύχει στην αφήγηση.

:yessir:

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #41 (Cassandra Gotha vs Naroualis)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..