Jump to content
Sign in to follow this  
mman

Ο Γαιοναύτης

Recommended Posts

mman

Όνομα Συγγραφέα: Μιχάλης Μανωλιός

Είδος: Επιστημονική Φαντασία

Βία; Ελάχιστη

Σεξ; Πάλι δεν τα κατάφερα...

Αριθμός Λέξεων: 5.900

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Προοριζόταν να μείνει στο συρτάρι, αλλά τελικά είπα να πάρω μερικές σταράτες γνώμες πριν το κλειδώσω. Thx.

 

 

 

Ο Γαιοναύτης

 

 

 

1

 

 

 

Όταν ο Γκάμον έσπασε, τον πήγαν σηκωτό μέχρι τη στολή και τη μοίρα του. Είχε συνεργαστεί μέχρι εκεί. Είχε χαιρετίσει τους φίλους του, τους είχε μοιράσει ό,τι θα μπορούσε να κατέχει ένας δεκαεφτάχρονος μαθητευόμενος του Ναού, είχε προσευχηθεί και, με το μυαλό του γεμάτο από εκείνη την απίστευτη τελευταία ημέρα, είχε βγάλει το ράσο του νομίζοντας ότι ήταν έτοιμος για το Ιερό Φρέαρ.

 

Δεν είχε υπολογίσει όμως τον φόβο. Δεν είχε φανταστεί τον τρόμο που τον κατέκλυσε όταν αντίκρισε ξανά το κλειστό ακόμα μεταλλικό στόμιο πάνω από το μαύρο χάος. Λύγισε. Ο πανικός τον ανάγκασε να παλέψει, αλλά το Δικαστήριο είχε εμπιστευτεί σε τέσσερεις γεροδεμένους αδελφούς την εφαρμογή της απόφασής του. Τον κουβάλησαν σηκωτό μέχρι εκείνη τη μυστήρια, στο χρώμα του χώματος, στολή και, δύσκολα αλλά αποφασιστικά, τον έχωσαν μέσα της, με την εσωτερική της τραχιά επίστρωση να του γδέρνει τις πληγές από το φραγγέλιο στην πλάτη.

 

Ο ιερέας Θέρσου στάθηκε από πάνω του. Άνοιξε μια περγαμηνή με άλικη βούλα και η φωνή του σε τίποτα δεν θύμιζε τον αυστηρό αλλά καλοπροαίρετο εξομολογητή που ήξερε ο Γκάμον. Όμως, όσο κι αν τα λόγια του αντηχούσαν υποβλητικά μέσα στην υπόγεια Αίθουσα του Ιερού Φρέατος, ήταν παραπάνω από εμφανής σ’ αυτά η αβεβαιότητά του. Κανείς δεν το είχε ξαναδεί να γίνεται αυτό. Κανείς, εκτός ίσως από τα φάσματα που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται γύρω τους, δεν ήξερε τι ακριβώς θα γινόταν. «Μισέ αδελφέ Γκάμον, σύμφωνα με την απόφαση του Ιερού Δικαστηρίου που απηχεί τη θέληση των Θεών, για την ακατονόμαστη πράξη σου θα αφεθείς να πέσεις στο Ιερό Φρέαρ, όπου θα βρεις τη μοίρα που γνωρίζουν και σου επιφυλάσσουν οι Θεοί και μόνον Εκείνοι».

 

Έπειτα ήρθε η δύσκολη στιγμή της προσωπίδας. Μπορούσε να βλέπει από το μπροστινό διάφανο μέρος της, αλλά, όταν του την προσάρμοσαν στον λαιμό του σκληρού εκείνου ρούχου, οι ήχοι του κόσμου χάθηκαν. Ο Γκάμον προσπάθησε να ουρλιάξει, μα ο φόβος τού είχε πάρει τη φωνή. Μια στιγμή μετά, ακούστηκε για λίγο ένας συριστικός ήχος και είδε τον ιερέα και τους αδελφούς γύρω του να κάνουν ένα βήμα πίσω. Ο αέρας μέσα στη στολή πρέπει να ερχόταν από το κλειστό δοχείο που ήταν κολλημένο στο στήθος του.

 

Καθώς τίποτα άλλο δεν συνέβη, οι αδελφοί ξεπέρασαν τον δικό τους φόβο λίγες στιγμές μετά και έπειτα από ένα νόημα του ιερέα, τον έστησαν όρθιο. Δεν ήταν το βάρος της στολής αλλά εκείνο του μέλλοντος που λύγιζε τα γόνατά του πάνω στη γέφυρα προς το στόμιο. Ήταν τα πενήντα πιο δύσκολα μέτρα που είχε διανύσει ποτέ. Μόνο δύο από τους αδελφούς χωρούσαν μαζί του και πιο πολύ τον στήριζαν παρά τον ανάγκαζαν να προχωρεί στην πέτρινη προεξοχή που κατέληγε στον διάφανο ημικώδωνα και στο μεταλλικό στόμιο μέσα του. Η τεράστια διαφανής κυκλική επιφάνεια γύρω από το στόμιο κάλυπτε το έρεβος που περίμενε υπομονετικά αιώνες τώρα.

 

Οι αδελφοί τον ξάπλωσαν ανάσκελα πάνω στις υποδοχές με πολύ προσεκτικές κινήσεις. Στο στόμιο δεν υπήρχαν πέτρινα προστατευτικά όπως στη γέφυρα, και ο διάφανος ημικώδωνας δεν κάλυπτε παρά μόνο τον μισό από τον κύκλο του στομίου. Το τελευταίο που θα ήθελαν ήταν να πέσει κάποιος πάνω στο μυστηριώδες διάφανο υλικό που τους περικύκλωνε. Όσο για τον Γκάμον, είχε αφεθεί πια, είχε παραδοθεί. Αισθανόταν το στόμα του ξερό και τα μέλη του ξυλιασμένα και λυμένα συγχρόνως. Τώρα το σώμα του βρισκόταν μοιρασμένο στα δύο κομμάτια του στομίου και, όταν οι αδελφοί ανέβασαν τα χέρια του στην έκταση, ο Γκάμον άκουσε μια δυνατή κλαγγή. Τα σιδερένια επιθέματα στην πλάτη της στολής είχαν κολλήσει στις υποδοχές, που ξαφνικά συμπεριφέρθηκαν σαν μαγνήτες, ενώ ταυτόχρονα το διάφανο υλικό που αποτελούσε τον ημικώδωνα άρχισε να κλείνει γύρω απ’ το στόμιο και τον Γκάμον. Οι αδελφοί τινάχτηκαν όρθιοι και απομακρύνθηκαν τρομαγμένοι μέσω της γέφυρας όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ο Γκάμον σήκωσε το κεφάλι του να τους φωνάξει μέσα απ’ το κράνος να γυρίσουν πίσω, αλλά μια άηχη απελπισία ήταν το μόνο που βγήκε απ’ το στόμα του.

 

Τότε, πάνω από το αγκομαχητό της ίδιας του της ανάσας, άκουσε, πιο πολύ μέσα από το υλικό της στολής, να έρχεται ένας ήχος αέρα που αναρροφάται. Αρπάχτηκε από αυτή τη μία παρήγορη νησίδα γνώσης –ο δάσκαλος Κίζλοτ τού είχε μιλήσει γι’ αυτό. Η εκκένωση του ολοκληρωμένου πλέον διάφανου κώδωνα από τον αέρα θα κρατούσε το Φρέαρ κενό όταν θα άνοιγε το στόμιο.

 

Ξαφνικά μια σκέψη-εφιάλτης χτύπησε το μουδιασμένο μυαλό του. Ο Γκάμον ήταν ο μόνος που είχε δει έστω και μία φορά το στόμιο να ανοίγει κι αυτό είχε γίνει με τα δύο μέρη του να απομακρύνονται το ένα από το άλλο. Αν, ενάντια σε κάθε λογική, γινόταν τώρα αυτό, το κορμί του Γκάμον θα σκιζόταν στα δύο. Αλλά αυτό δεν έχει νόημα, έχει; προσπάθησε να παρηγορήσει τον εαυτό του καθώς ο θόρυβος του αέρα έσβηνε.

 

Για μια στιγμή δεν ακουγόταν τίποτα. Μετά, με έναν θόρυβο σαν κάποιοι τεράστιοι πείροι να τραβήχτηκαν, το κυκλικό στόμιο άρχισε να περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα στο επίπεδο του διαφανούς καλύμματος του Φρέατος. Ο Γκάμον, που μέχρι τότε κοίταζε μέσα απ’ τον κώδωνα τη σκαλισμένη στο βράχο οροφή της Αίθουσας του Φρέατος και κάποια φάσματα να αιωρούνται, είδε πρώτα τους πυρσούς στους τοίχους και μετά τον έκπληκτο ιερέα με τους αδελφούς και τους άφωνους επίσημους στο βάθος πλαισιωμένους από περισσότερα φάσματα. Ψέλλισε την αρχή μιας προσευχής, μα έχασε τα λόγια. Καθώς το στόμιο τον γυρνούσε προς τα κάτω, είδε την πέτρινη γέφυρα να γέρνει προς το μέρος του και τελικά να τον προσπερνάει. Ξεκίνησε μια δεύτερη προσευχή αλλά ο τρόμος την άφησε κι αυτή στη μέση. Και μόνο όταν το στόμιο τον κλείδωσε ηχηρά μες στο σκοτάδι, το μυαλό του γύρισε σ’ εκείνον τον μοναδικό άνθρωπο και το στόμα του βρήκε τα λόγια:

 

Ευλογήστε μας με την ευτυχία των ζώων, Θεοί

 

Αξιώστε μας με την αρμονία της Φύσης

 

Αίρετε την Τιμωρία των δούλων σας, Θεοί

 

Τιμήστε μας την Ημέρα της Κρίσης

 

Τα χείλη του γεννούσαν άνοα και αγχωμένα τις καθησυχαστικές λέξεις πάλι και πάλι ενώ κρεμόταν εκεί, αντικρίζοντας το τίποτα. Αλλά κι η τελευταία προσευχή πνίγηκε στο λαρύγγι του.

 

Από τα φώτα.

 

Τα πρώτα τέσσερα συμμετρικά τοποθετημένα φώτα άναψαν μόνα τους, χωρίς φωτιά, ακριβώς από κάτω του. Αυτό που αντίκρισαν τα διάπλατα μάτια του ήταν ένα αχανές πηγάδι με εκατό μέτρα διάμετρο και απροσμέτρητο βάθος. Και κάθε στιγμή που περνούσε, σαν ένα τεράστιο κοσμικό ρολόι, μια ακόμα τετράδα φώτων άναβε λίγα μέτρα πιο κάτω. Και πέρασαν πολλές, πολλές ατελείωτες στιγμές, με τον Γκάμον κρεμασμένο εκεί, να μυρίζει, να γεύεται και ψηλαφεί τον φόβο του απείρου, πριν νιώσει εκείνο τον μικρό βόμβο να έρχεται από το στόμιο στην πλάτη του.

 

Όχι!

 

Η σειρά των φώτων σταμάτησε σε ένα εφιαλτικό βάθος. Ο Γκάμον προσπάθησε μάταια να καταπιεί.

 

Μια ανάσα.

 

Δυο ανάσες.

 

Και στη μέση της τρίτης, οι μαγνήτες στην πλάτη του άνοιξαν και ο Γκάμον άρχισε να πέφτει.

 

Τώρα, μπορούσε να ουρλιάξει.

 

 

 

2

 

 

 

Ο Γκάμον διέκρινε μέσα απ’ το καφασωτό το γερασμένο πρόσωπο να σκύβει βλοσυρό, σαν η πραγματικότητα να το είχε για μια ακόμα φορά καταβάλει.

 

«Ώστε υπέκυψες ξανά, μισέ αδελφέ Γκάμον, σκλάβε της σάρκας», είπε αυστηρά η φωνή του ιερέα Θέρσου.

 

«Μισέ ιερέα Θέρσου…» ψέλλισε ο Γκάμον αλλά αμέσως το μετάνιωσε. Μόλις είχε εξομολογηθεί την αμαρτία του και το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να επιβαρύνει την ήδη άσχημη θέση του. Πριν την ανακοίνωση της ποινής, προηγείτο πάντα ένα κατηχητικό λογύδριο, οπότε ο Γκάμον πήρε μια αθόρυβη, στωική ανάσα και ανήμπορος ν’ αλλάξει τη μοίρα του, περίμενε.

 

«Είμαι υποχρεωμένος από τους Θεούς να παραγγείλω μια τιμωρία εξιλέωσης για σένα, μισέ αδελφέ μου, αλλά όση και να είναι αυτή, θέλω να τη δεις σαν σύμβολο. Γιατί τι άλλο μπορεί να είναι δέκα ή τριάντα ή πενήντα χτυπήματα στην πλάτη μπροστά στην αιώνια Τιμωρία του ανθρώπινου γένους; Να θυμάσαι όμως ότι από τέτοιες προσωπικές αλλά σημαδιακές αμαρτίες κατέληξε ο άνθρωπος να προκαλέσει την μήνη των Θεών. Για χιλιάδες χρόνια, χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από την σύντομη φιλοξενία μας εδώ στη Γη της Τιμωρίας, οι άνθρωποι έριζαν για την ύπαρξη και τη φύση των Θεών. Όταν όμως τους εξόργισαν με την αλαζονεία και την ύβρη τους, η νέμεση ήρθε τρομερή μεν, διαποτισμένη από θεϊκή σοφία δε:»

 

Η φωνή του ιερέα ανέβηκε έναν τόνο, αλλά ο Γκάμον ήταν προετοιμασμένος. Τα είχε ξανακούσει εκατοντάδες φορές σε δεκάδες παραλλαγές. Προσπάθησε παρ’ όλ’ αυτά να συγκεντρωθεί στην ιστορία. Στη διάρκεια της εξομολόγησης δεν μπορούσες να κάνεις ερωτήσεις και ήθελε να οργανώσει τις απορίες του για τον δάσκαλο Κίζλοτ.

 

«Αφάνισαν όλους τους ανθρώπους σε παρά μία ενενήκοντα ημέρες, αλλά διαφύλαξαν το μυστικό της δημιουργίας μας ώστε να μπορέσουμε να υπάρξουμε ξανά! Μας φιλοξενούν στη Γη της Τιμωρίας μέχρι να καταστούμε και πάλι άξιοι για την πατρίδα μας, αλλά μας επιδεικνύουν ως παράδειγμα αμαρτίας στους πιστούς του σύμπαντος κόσμου! Μας χορήγησαν έναν ολόκληρο νέο κόσμο αλλά με τη Μεσημβρινή Οροσειρά φρόνιμα τον διαίρεσαν στα δύο! Εμφύσησαν ζωή σε εκατό μυριάδες ψυχές, και εκατό μυριάδες ψυχές εν σοφία διατηρούν τα τέκνα τους! Κι εσύ, μισέ αδελφέ Γκάμον, εσύ, ευλογημένος με το υπέρτατο δώρο της ζωής ανάμεσα σε μυριάδες μυριάδων ψυχών που δεν θα το δουν ποτέ, πώς συμβάλεις στο ιερό όραμα του ανθρώπινου γένους για παλινόρθωση; Αμαρτάνεις με τη σάρκα σου!»

 

 

 

3

 

 

 

Ο Γκάμον κατέβαινε αργά τα ατελείωτα σκαλιά. Ήταν δύσθυμος, όχι, ήταν θυμωμένος. Μπερδεμένος. Κρατούσε στο ένα χέρι τον πυρσό και στο άλλο το φραγγέλιο αλλά αυτό που δεν μπορούσε να συγκρατήσει ήταν οι σκέψεις του.

 

Τα ζώα. Ο Ναός είχε σκύλους, γάτες, κότες, πάπιες, κουνέλια. Κι ο Γκάμον παρακολουθούσε προσεκτικά αν καμιά φορά τύχαινε να είναι μόνος του. Έτσι ήξερε ότι τα μικρά ζώα έβγαιναν μέσα από τα μεγάλα αλλά αφού εκείνα είχαν… αλλά ήταν ντροπή και ποταπό και αμαρτία να το σκέφτεται και να το παρατηρεί γι’ αυτό και ο Γκάμον έστρεφε το κεφάλι όποτε το έβλεπε –παρουσία άλλων.

 

Τα σκαλιά ήταν μεγάλα και πλατιά. Αν και ήταν ήδη θαμμένος βαθιά στο βράχο, δεν υπήρχε ίχνος υγρασίας και τα σκαλιά στριφογύριζαν με μονότονη υπομονή κατεβάζοντάς τον μέχρι την αχανή Αίθουσα του Ιερού Φρέατος.

 

Η αμαρτία ήταν, σύμφωνα με τους ιερείς, το σημαντικότερο πρόβλημα πάνω στη Γη της Τιμωρίας. Ο Γκάμον ήταν ήδη μαθητευόμενος ένα χρόνο τώρα και καμιά φορά είχε την αίσθηση ότι ο ιερέας Θέρσου θεωρούσε αμαρτία οτιδήποτε, μα οτιδήποτε σε έκανε να περνάς καλά.

 

Έσφιξε στο χέρι του το φραγγέλιο με πικρή αποφασιστικότητα. Όταν θα έφτανε στην Αίθουσα, έπρεπε να πάει κατευθείαν στην κάμαρα του επιστάτη και να ξεκινήσει αμέσως. Αν σταματούσε να χαζέψει το Φρέαρ (καμιά φορά ο Γκάμον παρέλειπε στις σκέψεις του τον χαρακτηρισμό και φοβόταν μήπως αυτό συμβεί και μπροστά σε κάποιον ιερέα) ή να ρίξει μια ματιά στους τίτλους των βιβλίων, μετά δεν θα ‘βρισκε το κουράγιο να ξεκινήσει την τιμωρία του και η κάθαρση δεν θα ερχόταν ποτέ.

 

Ο νεαρός αδελφός που έκανε την προηγούμενη βάρδια – ένας παχουλός έφηβος, δεν θυμόταν τ’ όνομά του– τον περίμενε ανυπόμονα στο τέλος της σκάλας. Όταν τον είδε, φόρεσε την κουκούλα του και, μουρμουρίζοντας ένα τυπικό «οι Θεοί μαζί σου», βιάστηκε να ξεκινήσει τη δύσκολη ανάβαση. Η Αίθουσα του Ιερού Φρέατος μπορούσε να γίνει αφόρητα βαρετή σε κάποιον που δεν έδειχνε ενδιαφέρον για τα βιβλία της μικρής βιβλιοθήκης. Ή που δεν είχε μια τιμωρία να επιτελέσει.

 

Ο Γκάμον έσυρε απρόθυμα τα βήματά του προς την κάμαρα του επιστάτη. Πριν περάσει την ξύλινη πόρτα της, έριξε μόνο μια ματιά στο Ιερό Φρέαρ λέγοντας στον εαυτό του ότι πιο πολύ το έκανε για να ελέγξει τους πυρσούς στους τοίχους, αλλά στην πραγματικότητα κλωθογυρίζοντας με παράλογη ελπίδα στον νου του τα λόγια του δάσκαλου Κίζλοτ.

 

Το Φρέαρ πάντα τον εντυπωσίαζε όποτε κατέβαινε για βάρδια επιστάτη. Ήταν ένας γιγάντιος κύκλος από το ίδιο διάφανο υλικό με τον ημικώδωνα τον οποίο τρυπούσε μόνο η πέτρινη γέφυρα που έφτανε μέχρι το επίσης στρογγυλό και μεταλλικό στόμιο στο κέντρο του. Το Φρέαρ ήταν μαύρο, όπως το χάος από κάτω του. Δεν αντανακλούσε το φωτισμένο ταβάνι. Αν στεκόσουν δίπλα στην περίμετρο του Φρέατος έβλεπες ένα δυσοίωνο, άπατο, κυκλώπειο πηγάδι. Οι Θεοί δεν είχαν αφήσει κανένα γραπτό μήνυμα για την χρησιμότητα ή τη σημασία του αλλά οι άνθρωποι θεωρούσαν πρέπον κάποιος να προσέχει μια τέτοια επιβλητική κατασκευή κάθε στιγμή της μέρας και της νύχτας.

 

Έπειτα ήταν και τα φάσματα. Λεγόταν ότι τα φάσματα εδώ ήταν πιο συχνά από οπουδήποτε στη Γη της Τιμωρίας˙ το Φρέαρ φαινόταν να τα ελκύει. Ο Γκάμον μπορούσε ακόμα και τέτοια ώρα να δει ένα να αιωρείται πάνω από τη διάφανη επιφάνεια, κοντά στο στόμιο, εκεί που δεν είχε δει ποτέ κανέναν άνθρωπο να πηγαίνει. Το φάσμα τού έριξε κι εκείνο μια ματιά και μετά τον πλησίασε, αθόρυβα, με μια αέρινη κίνηση. Ανήκε στο είδος με το εντομοειδές σαν σφήκας κεφάλι και τα σαν πλοκάμια άκρα με τις λεπτές, ευκίνητες απολήξεις στην άκρη τους. Ο Γκάμον παρατήρησε αμφίθυμα ότι ήταν θηλυκό και μετά, συνειδητά, το αγνόησε. Τα φάσματα δεν μπορούσαν να αγγίξουν ή να μιλήσουν στους ανθρώπους, κι αν απλώς τα αγνοούσε κανείς, μετά από λίγο τον άφηναν ήσυχο.

 

Μπήκε στην κάμαρα και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Με γρήγορες κινήσεις, για να μη σκεφτεί και δειλιάσει, στερέωσε τον πυρσό σε μια υποδοχή στον τοίχο, έβγαλε τα μανίκια του ράσου του και το άφησε να κρέμεται από το σχοινί στη μέση του. Κοιτώντας τα βιβλία στους τοίχους, τα ψίχουλα απ’ το ψωμοτύρι του προηγούμενου αδελφού στο τραπέζι και το Κορδόνι της Κρίσης που κρεμόταν απ’ το χαμηλό πέτρινο ταβάνι, ο Γκάμον έστειλε την ουρά του φραγγέλιου να διαγράψει έναν σχεδόν πλήρη κύκλο πάνω απ’ το κεφάλι του.

 

Το πρώτο χτύπημα έφερε σκέτο πόνο. Το δεύτερο δάκρυα. Και το τρίτο τρία φασματικά κεφάλια να ξεπροβάλλουν μέσα απ’ την πόρτα και τους τοίχους. Έσφιξε τα δόντια. Μπορούσε να παραλείψει τις προσευχές αλλά όχι και την τιμωρία. Γιατί ο Γκάμον είχε αμαρτήσει ξανά με το σώμα του και ο ιερέας Θέρσου ήθελε να δει αποτέλεσμα.

 

Ήταν ανάμεσα στο δωδέκατο και το δέκατο τρίτο χτύπημα όταν άκουσε εκείνον τον απρόσμενο θόρυβο από την Αίθουσα.

 

 

 

4

 

 

 

Σταμάτησε να ουρλιάζει μόνο όταν άδειασαν τα πνευμόνια του. Τα ξαναγέμισε λαίμαργα απ’ τον αέρα που του έδινε το δοχείο στο στήθος της στολής και κραύγασε ξανά τρυπώντας τ’ αυτιά του. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.

 

Με τα πόδια κλειστά και τα χέρια στην έκταση, με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά και το μυαλό τρομοκρατημένο, με το κενό γύρω του και τα φώτα χωρίς φωτιά να δίνουν μορφή στο χάος, έπεφτε προς την καρδιά του πλανήτη.

 

Μισό λεπτό αργότερα σώπασε, όταν είδε ότι τα ουρλιαχτά ήταν μάταια και τίποτα καινούργιο δεν συνέβαινε. Η λογική του δάσκαλου Κίζλοτ άρχισε σιγά-σιγά να ακούγεται στο θολωμένο κεφάλι του και προσπάθησε να διασκεδάσει τον τρόμο του εξετάζοντας τα τοιχώματα που τον προσπερνούσαν με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Έμοιαζαν πέτρινα, αν και σε μερικά σημεία γυάλιζαν με μια ξεκάθαρα μεταλλική λάμψη. Είχαν κυκλώπεια μπαλώματα και φυσικά αυτά τα άρρωστα κίτρινα φώτα που όσο μεγάλα κι αν ήταν δεν κατάφερναν παρά να δίνουν μια αμυδρή ιδέα του άχρωμου τίποτα στο οποίο βυθιζόταν.

 

Τα φώτα θα πρέπει να άναβαν μπρος και να έσβηναν πίσω του αλλά ο Γκάμον ήδη έπεφτε πολύ γρήγορα για να μπορεί να το ελέγξει. Έπεφτε τόσο γρήγορα που μόλις και μπόρεσε να αντιδράσει σ’ αυτό που είδε στο βάθος. Το πηγάδι είχε πάτο! Τα τοιχώματα συνέκλιναν μέχρι που συναντιόνταν! Για μια ατελείωτη στιγμή το μυαλό του πάγωσε. Την επόμενη, τα μέλη του, χωρίς να του αφήσουν περιθώριο για συνειδητή σκέψη, λύγισαν τη σκληρή στολή σε ένα μελλοθάνατο κουβάρι. Δεν ήξερε να πει αν είχε διακρίνει το άνοιγμα πριν το κάνει αυτό, ούτε και είχε σημασία, αφού πέρασε από μέσα του πολύ άνετα. Ήταν στενό σε σχέση με τη μέγιστη διάμετρο του Φρέατος, αλλά μεγάλο σε σχέση με το μέγεθος του γαιοναύτη. Όταν βρήκε ξανά την ανάσα του, ένας θαυμασμός τρόμου ήρθε και καταστάλαξε μέσα του. Θα διένυε πάνω από δώδεκα χιλιάδες χιλιόμετρα και ο δάσκαλος Κίζλοτ ισχυριζόταν ότι το ταξίδι του ήταν προγραμματισμένο με ακρίβεια εκατοστού. Ο Γκάμον, με όση αυτοπεποίθηση μπορούσε να συγκεντρώσει η λογική και οι καινούργιες γνώσεις του, τέντωσε ξανά τα μέλη του και συνέχισε να πέφτει.

 

Πρέπει να υπήρξαν κι άλλοι στενωποί. Ο Γκάμον δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, γιατί σύντομα η ταχύτητά του έγινε τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να διακρίνει παρά μόνο τέσσερεις συνεχείς σειρές φώτων. Το άηχο κενό άφηνε την ανάσα του να μετράει το χρόνο και την ταχύτητά του να γιγαντώνεται με κάθε χτύπο της καρδιάς του. Κι όταν ο Γκάμον υπολόγισε ότι θα είχαν περάσει έτσι κάπου είκοσι λεπτά της ώρας, το δέος τον χτύπησε αμείλικτα. Περνούσε απ’ το κέντρο της Γης της Τιμωρίας. Και ταξίδευε πιο γρήγορα κι απ’ τα διαστημόπλοια των Προγόνων.

 

 

 

5

 

 

 

«Ναι, μισέ Γκάμον. Αυτό συμπεραίνουμε ότι έκαναν». Ο δάσκαλος Κίζλοτ κούνησε αργά το κεφάλι σε μια περίεργη κατάφαση που πρόδιδε πίκρα και ικανοποίηση μαζί. Μετά έστρεψε το σπινθηροβόλο βλέμμα του έξω απ’ το παράθυρο της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου, πέρα απ’ το ήπιο ανοιξιάτικο πρωινό, στο βάθος του ορίζοντα, στους θεόρατους χιονισμένους όγκους που πυργώνονταν χιλιόμετρα πάνω απ’ τα αιώνια αφρισμένα νερά. Όταν ξαναγύρισε στον Γκάμον, η φωνή του έσταζε φυλετικό πόνο.

 

«Βλέπεις, η Μεσημβρινή Οροσειρά έχει απαγορευτικό ύψος σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη και, πριν απ’ αυτήν, ο μόνιμα τρικυμιώδης Ωκεανός καταπίνει οποιοδήποτε πλοίο προσπαθήσει να την πλησιάσει. Όπως και για τόσα άλλα πράγματα, ενώ διαθέτουμε τη γνώση, η φτωχή Γη της Τιμωρίας δεν μπορεί να μας διαθέσει τα μέσα».

 

Ο Γκάμον τράβηξε με τη σειρά του τα μάτια του από το μεγαλοπρεπές θέαμα έξω απ’ το παράθυρο. Η καρδιά του είχε αρπάξει φωτιά από την επιβεβαίωση της ελπίδας αλλά το μυαλό του πάγωνε στη σκέψη του πόσο απραγματοποίητη ήταν αυτή. «Δεν πρόκειται να δούμε ποτέ τον υπόλοιπο πλανήτη», συμπέρανε.

 

«Δεν είπα αυτό», χαμογέλασε αινιγματικά ο δάσκαλος Κίζλοτ. Έσκυψε πάνω από τα αρχαία βιβλία των Αρχείων, ανοιχτά ανάμεσά τους με τις μαγικές ολοζώντανες απεικονίσεις εκπληκτικής ακρίβειας αλλά και τις συχνά κομμένες σελίδες τους, και το πρόσωπό του, με τα ευγενικά χαρακτηριστικά, το περιποιημένο γένι και τα τετραπέρατα μάτια φωτίστηκε από μια συνωμοτική σχεδόν λάμψη. «Είπα μόνο ότι δεν θα αναρριχηθούμε ποτέ στην Μεσημβρινή Οροσειρά».

 

Ο Γκάμον τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Δεν έχουμε μηχανές που να πετούν, όπως οι Πρόγονοι», είπε απορημένος.

 

«Δεν έχουμε», συμφώνησε ο δάσκαλος. «Έχουμε όμως το Φρέαρ!»

 

«Μα, μισέ δάσκαλε Κίζλοτ, νόμιζα ότι όλ’ αυτά για το Φρ- για το Ιερό Φρέαρ ήταν μόνο…»

 

«…μύθοι; Ας υποθέσουμε για μια στιγμή ότι δεν είναι. Ας υποθέσουμε ότι το Φρέαρ όντως οδηγεί σε μια αντίστοιχη έξοδο στους αντίποδες. Τότε τι θα συμβεί σε ένα αντικείμενο που θα πέσει σ’ αυτό; Χρησιμοποιώντας τους Νόμους της Φυσικής των Προγόνων, ξέρουμε ότι αυτό θα εκτελέσει μια ταλάντωση από τη μια άκρη της Γης της Τιμωρίας στην άλλη».

 

Ο δάσκαλος χάθηκε για ένα λεπτό ανάμεσα σε δαιδαλώδεις διαδρόμους από τόνους βιβλία και, μέχρι να γυρίσει με έναν ακόμα αρχαίο τόμο στα χέρια, ο Γκάμον μακάριζε τη στιγμή που αποφάσισε να αναζητήσει απαντήσεις στο Πανεπιστήμιο. Δεν ήταν συνηθισμένο ένας μαθητευόμενος του Ναού να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά ο δάσκαλος Κίζλοτ έδειχνε σχεδόν ενθουσιασμένος με τον αναπάντεχο μαθητή του.

 

«Κοίτα εδώ», είπε δείχνοντάς του σχεδιαγράμματα που με την πρώτη ματιά έδειχναν ακατανόητα. «Πέφτοντας προς το κέντρο του πλανήτη, η ταχύτητά του αντικείμενου θα αυξάνεται συνεχώς, αλλά επειδή θα αφήνει μέρος του πλανήτη πίσω του, η επιτάχυνσή του, δηλαδή ο ρυθμός της αύξησης της ταχύτητάς του θα μειώνεται μέχρι να φτάσει στο κέντρο του. Εκεί θα ταξιδεύει ταχύτερα κι απ’ τα διαστημόπλοια των Προγόνων, αλλά στη συνέχεια η ταχύτητά του θα αρχίσει να μειώνεται καθώς ο πλανήτης θα συνεχίσει να το έλκει προς το κέντρο του. Τελικά η ταχύτητά του θα μηδενιστεί…»

 

«…στην άλλη άκρη του Ιερού Φρέατος», συμπλήρωσε ο Γκάμον.

 

Ο δάσκαλος κούνησε ικανοποιημένος το κεφάλι.

 

«Κι επειδή η Γη της Τιμωρίας δεν θα πάψει ποτέ να τον έλκει», συνέχισε πιο θαρρετά τώρα ο Γκάμον, «θα επαναλαμβάνει την ίδια κίνηση, σαν εκκρεμές, από τη μια άκρη του Ιερού Φρέατος στην άλλη».

 

«Θεωρητικά», σήκωσε ένα αυστηρό δάχτυλο ο δάσκαλος. «Αυτή η ταλάντωση προβλέπεται από τη θεωρία μόνο στην περίπτωση που το αντικείμενο ταξιδεύει σε κενό αέρα. Αλλιώς οι τριβές με αυτόν δεν θα το αφήσουν να αναπτύξει ταχύτητα ικανή να το εκτινάξει στην άλλη άκρη, και στο τέλος θα καταλήξει να ισορροπήσει στο κέντρο της Γης».

 

Οι ώμοι του Γκάμον έπεσαν. «Οπότε;»

 

«Ως μαθητευόμενος του Ναού», χαμογέλασε και πάλι ο δάσκαλος, «θα έπρεπε να έχεις προσέξει ότι το Φρέαρ είναι σφραγισμένο –και πιθανότατα κενό».

 

Τα μάτια του Γκάμον πρόδωσαν για μια στιγμή την έκπληξή του, αλλά η απογοήτευση επέστρεψε γρήγορα. «Τότε πώς θα μπορούσε κανείς… Δεν γίνεται να πάμε στους αντίποδες με μιαν ανάσα!»

 

Ο δάσκαλος Κίζλοτ σηκώθηκε και σταυρώνοντας τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη του, περπάτησε αργά μέχρι το ανοιχτό στην άνοιξη παράθυρο. Ατένισε σιωπηλός και πάλι την Μεσημβρινή Οροσειρά και ο Γκάμον προσπάθησε να συγκρατήσει κάθε ανυπόμονη ερώτησή του. Ο δάσκαλος φαινόταν σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει για κάτι. Γύρισε να κοιτάξει τον μαθητευόμενο που τον περίμενε με μισάνοιχτο στόμα, πριν στραφεί ξανά προς το παράθυρο.

 

«Πριν λίγους μήνες…» ξεκίνησε τελικά, αλλά άφησε τη φράση στη μέση. Πέρασαν λίγες ακόμα στιγμές μέσα στη σιωπή και μετά η πλάτη του δάσκαλου τού είπε: «Μισό αγόρι, κατανοείς ότι σε εμπιστεύομαι

 

«Το κατανοώ και σε ευγνωμονώ, μισέ δάσκαλε Κίζλοτ», ψιθύρισε επίσημα ο Γκάμον χωρίς να κινήσει βλέφαρο.

 

Ο δάσκαλος γύρισε προς το μέρος του και, με τα συνοφρυωμένα χαρακτηριστικά του να σκιάζονται από το φως πίσω του, είπε: «Πριν λίγους μήνες, πολύ μακριά από δω, δεν έχει σημασία πώς ή πού ακριβώς, ανακαλύφθηκαν μερικές εκατοντάδες παράξενα αντικείμενα. Μόλις πριν λίγες μέρες κατάφερα να πείσω το Πανεπιστήμιο και τον Ναό να ξεκινήσει η χρονοβόρα και πανάκριβη μεταφορά τους στην πρωτεύουσα».

 

Ο Γκάμον κοιτούσε χωρίς να αναπνέει. Τι σχέση μπορούσε να έχει αυτό με το Φρέαρ; Τότε, σαν η φωνή του δάσκαλου να άκουσε τη σκέψη του, του είπε:

 

«Και σε εμπιστεύομαι επειδή ένα εκατομμύριο πληθυσμός δεν είναι μεγάλος όταν ψάχνεις εθελοντές για κάτι τέτοιο. Γιατί είναι στολές, μισέ Γκάμον. Ολόσωμες, αεροστεγείς, θερμαινόμενες στολές».

 

 

 

Ο Γκάμον γύρισε από τη Βιβλιοθήκη στον Ναό περνώντας μέσα από ανθισμένους αγρούς με το κεφάλι του να βράζει σε μια πρωτόγνωρη έξαψη. Όλα τα υπόλοιπα εξηγούνταν τώρα. Ο αφανισμός των Προγόνων από τους Θεούς μετά τη σθεναρή τους αντίσταση, η αυστηρή διατήρηση του πληθυσμού της Γης της Τιμωρίας, η επίδειξη της μοίρας τους στα φάσματα. Όλα τα υπόλοιπα, ξαφνικά αποκτούσαν νόημα. Οι πενιχρές πηγές ενέργειας του τεχνητού τους πλανήτη που τους εμπόδιζαν να προοδεύσουν παρά τις έτοιμες γνώσεις των Αρχείων και η τεχνολογική παντοδυναμία των Θεών να κατασκευάσουν έναν τέτοιο τερατώδη φυλετικό κήπο.

 

Αλλά ο Γκάμον δεν είχε μυαλό για τίποτα απ’ το παρελθόν. Ο νους του γύριζε γύρω από όλ’ αυτά που του έλειπαν σήμερα, όλα εκείνα που στερούνταν τόσες γενιές ανθρώπων, γύρω από την αρετή και την αμαρτία, γύρω από το Φρέαρ που όντως ήταν Ιερό.

 

 

 

6

 

 

 

Στην αρχή νόμισε ότι ήταν η ιδέα του.

 

Σκεφτόταν τον τεράστιο αριθμό των Αρχείων στη Βιβλιοθήκη, προσπαθώντας όσο μπορούσε να αγνοεί το δάγκωμα των πέτσινων λουριών στη σάρκα του. Ακόμα άκουγε τον δάσκαλο Κίζλοτ να απορεί κι ο ίδιος.

 

«Στην πραγματικότητα, μισέ Γκάμον, ο μόνος λόγος που ο Ναός ανέχεται ακόμα την ύπαρξή μας είναι αυτά», έλεγε δείχνοντας τις αμέτρητες σειρές των βιβλίων. «Αυτά, δεν μπορούν ν’ αγνοηθούν. Ερωτήσεις, όχι απαντήσεις, αδελφέ Γκάμον! Όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, το σημαντικό είναι οι ερωτήσεις. Γιατί οι Θεοί μας άφησαν τόσα πολλά Αρχεία; Να μια ενδιαφέρουσα ερώτηση. Μόνο ελάχιστα από αυτά μας είναι πραγματικά χρήσιμα. Τα περισσότερα αφορούν τεχνολογίες που δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε, υλικά που δεν διαθέτουμε, ιστορίες που δεν μας αφορούν. Ήθελαν να τα βλέπουμε σαν κίνητρο για την πρόοδό μας; Ή απλώς να κλαίμε για τα περασμένα μεγαλεία και την Τιμωρία μας;»

 

Οι ερωτήσεις ακόμα αντιλαλούσαν στ’ αυτιά του μυαλού του προσπαθώντας να παλέψουν τον πόνο που προκαλούσε το νεκρό δέρμα πάνω στο δικό του. Κι έτσι, όταν άκουσε τον ήχο, για μια στιγμή νόμισε ότι ήταν μόνο η ιδέα του. Αμέσως μετά όμως, κατέβασε αργά το φραγγέλιο απ’ την πληγωμένη πλάτη του. Γιατί όλα τα φάσματα είχαν εξαφανιστεί.

 

Ήταν ένας χαμηλός υπόκωφος βόμβος που ο Γκάμον ένιωθε να έρχεται πιο πολύ μέσα απ’ τον λαξευμένο βράχο γύρω του παρά απ’ τον αέρα. Πλησίασε την πόρτα της κάμαρας του επιστάτη και την άνοιξε μια χαραμάδα.

 

Τα φάσματα ήταν εκεί έξω˙ μάλιστα είχαν μαζευτεί και κάνα δυο ακόμα. Κοίταζαν όλα προς το στ- Τα μάτια του Γκάμον γούρλωσαν: Ο μόνιμα ανοιχτός διάφανος ημικώδωνας έκλεινε! Το μυστηριώδες υλικό του απλωνόταν γύρω από την περίμετρο του στομίου κλείνοντάς την σε έναν κύλινδρο με διάμετρο όση και αυτό και ύψος όσο περίπου δυο άνθρωποι. Τελευταίο έμεινε ανοιχτό το κομμάτι μπροστά από την πέτρινη γέφυρα, προς το μέρος που κρυβόταν ο Γκάμον, κι εκείνος το είδε να σφραγίζεται κι αυτό σχηματίζοντας πρώτα το αδρό περίγραμμα μιας ανθρώπινης μορφής.

 

Η ανάσα του έγινε βαριά κι αυτό δεν είχε καμία σχέση με το φραγγέλιο που του έπεσε απ’ το χέρι. Το Φρέαρ προετοιμαζόταν. Κάτι θα ερχόταν από κει! Ο Γκάμον έστρεψε το σώμα του ξανά στο εσωτερικό της κάμαρας ακουμπώντας οδυνηρά την πλάτη του στον τοίχο και βρέθηκε σχεδόν μπροστά στο Κορδόνι της Κρίσης. Κρεμόταν δίπλα του, εκεί που μπορούσε να το τραβήξει χωρίς να πάρει τα μάτια του από το στόμιο, φτιαγμένο ακριβώς για μια τέτοια στιγμή: Να ειδοποιήσει τον Ναό αν κάτι περίεργο συνέβαινε με το Φρέαρ. Ο Γκάμον άπλωνε το χέρι του προς το Κορδόνι, όταν όλα, οι διδαχές του Ναού, οι εξομολογήσεις στον ιερέα Θέρσου, οι δικές του απορίες, ο δάσκαλος Κίζλοτ, αλλά κυρίως όλος ο πόνος και η ντροπή και η αδικία, όλη η πραγματικότητα έπεσε με μιας ανάμεσα σ’ εκείνον και στο Κορδόνι. Ο Γκάμον είδε το χέρι του να τραβιέται πίσω, τη στιγμή που η λογική του ούρλιαζε τι κάνεις ηλίθιε, μισέ Γκάμον; Τράβα το Κορδόνι! Κάνε μια φορά αυτό που πρέπει στη ζωή σου!

 

Εκείνη τη στιγμή ο βόμβος σταμάτησε. Ο Γκάμον κράτησε την ανάσα του. Θόρυβος αέρα. Χωρίς να αναπνέει, γύρισε ξανά στη χαραμάδα της πόρτας, με τα λόγια του δάσκαλου Κίζλοτ να γυρνούν στο μυαλό του. Ο κώδωνας άδειαζε τον αέρα από μέσα του για να υποδεχτεί το κάτι που ερχόταν. Τότε πρόσεξε ότι τα φάσματα ήταν πια παντού. Δεν τον εμπόδιζαν να δει το στόμιο. Αιωρούνταν πάνω από το Φρέαρ και ψηλά στην οροφή της Αίθουσας και ο Γκάμον δεν είχε ξαναδεί ποτέ τόσα πολλά μαζεμένα και τόσων διαφορετικών φυλών. Ξανακοίταξε το Κορδόνι, το μόνο του καθήκον. Ένα τράβηγμα και οι τύψεις θα έφευγαν, ο Ναός θα τον ευγνωμονούσε. Ένα απλό τράβηγμα και θα μπορούσε να συνεχίσει ήσυχος να κρυφοκοιτάει την Ιστορία μπροστά του.

 

Ο θόρυβος του αέρα σταμάτησε και ο Γκάμον γύρισε το βλέμμα του και πάλι προς το στόμιο. Για λίγο δεν συνέβη τίποτα. Και ξαφνικά, με έναν δυνατό μεταλλικό θόρυβο τεράστιων πείρων που τραβιούνται, το στόμιο χωρίστηκε στα δύο. Η πέτρινη γέφυρα δεν ξεκινούσε ακριβώς μπροστά του, αλλά κάπως αριστερά κι έτσι, παρά τα πάνω από πενήντα μέτρα που τον χώριζαν απ’ το στόμιο, ο Γκάμον μπορούσε καθαρά να διακρίνει τη μαύρη τρύπα που άνοιγε στον πάτο του κώδωνα προς το χάος από κάτω της, κι εκείνη ήταν η στιγμή που κατάλαβε ότι δεν θα τραβούσε ποτέ το Κορδόνι της Κρίσης. Γιατί ο Γκάμον ήξερε τι περίμενε να γίνει, βαθιά μέσα του γνώριζε καλά γιατί με κάθε σφυροκόπημα της καρδιάς του τα γόνατά του λύνονταν όλο και πιο πολύ.

 

Ένας δεύτερος μεταλλικός θόρυβος σηματοδότησε το απόλυτο άνοιγμα του στομίου. Τώρα η τρύπα προς το Φρέαρ ήταν όση και η διάμετρος του κώδωνα από πάνω της.

 

Τα φάσματα παρακολουθούσαν ακίνητα.

 

Ο Γκάμον κοιτούσε, ανίκανος να βλεφαρίσει.

 

Μια ανάσα.

 

Δυο ανάσες.

 

Και στη μέση της τρίτης, κάτι εμφανίστηκε γρήγορα και απαλά από το στόμιο και αιωρήθηκε ακίνητο για μια αιώνια στιγμή.

 

Θα πρέπει να ακούστηκε μια τρομακτική κλαγγή καθώς τα χείλη του στομίου ενώθηκαν ξανά, εμποδίζοντας το αντικείμενο να ξαναπέσει στο Φρέαρ, αλλά τα αυτιά του Γκάμον δεν αποκωδικοποίησαν ποτέ τον ήχο. Ένιωσε μόνο ανεπαίσθητα τον βρόντο που έκανε αυτό πέφτοντας περίπου μισό μέτρο, πάνω στο κλειστό στόμιο. Το στόμα του έχασκε ανοιχτό. Οι στολές του δάσκαλου Κίζλοτ! Οι αεροστεγείς, θερμαινόμενες στολές που δεν είχαν φτάσει ακόμα στον Ναό! Μια τέτοια ήταν ξαπλωμένη πάνω στο στόμιο!

 

Μέσα σε έναν φόβο που στιγμή τη στιγμή θέριευε σε πανικό, ο Γκάμον είδε τα μέλη της στολής να κινούνται αργά. Πνίγοντας μια κραυγή, ακούμπησε το μέτωπό του στον τοίχο, ψέλλισε λέξεις ικεσίας προς τους Θεούς, στράφηκε στο Κορδόνι και ξανά προς το στόμιο. Η στολή, λάθος, ο άνθρωπος μέσα στη στολή, σταμάτησε να σκιάζει την προσωπίδα με το χέρι του και άρχισε μια επίπονη προσπάθεια να σηκωθεί όρθιος. Τότε μια τρύπα άνοιξε στο διάφανο υλικό του κώδωνα και ο αέρας που επέστρεψε ορμητικός μέσα τον πέταξε ανάσκελα και πάλι. Μέχρι να καταφέρει η χοντροκομμένη μορφή να σηκωθεί όρθια, η τρύπα στον κώδωνα είχε πάρει το περίγραμμα της στολής πριν επεκταθεί και πάλι στον μισό κώδωνα, αφήνοντας ελεύθερη την πρόσβαση προς την πέτρινη γέφυρα.

 

Ο άνθρωπος βγήκε απ’ τον ημικώδωνα και προχώρησε πάνω στην πέτρα. Έδειχνε κουρασμένος και μετρούσε το κάθε βήμα του, αλλά ο Γκάμον φαντάστηκε ότι η στολή, που είχε το χρώμα του χώματος, θα πρέπει να ήταν βαριά και δύσκαμπτη και ακόμα υπήρχε κι εκείνο το μεγάλο δοχείο στο στήθος του. Ο Γκάμον δεν μπορούσε να διακρίνει το πρόσωπό του κάτω από τις αντανακλάσεις των πυρσών στην προσωπίδα του.

 

Όταν τελικά πέρασε τη γέφυρα, ο γαιοναύτης σταμάτησε λίγο να ξαποστάσει. Στεκόταν τώρα μόλις δέκα με δεκαπέντε μέτρα μακριά του και ο Γκάμον ήταν σίγουρος ότι αν δεν τον εμπόδιζε η στολή, ο ξένος θα μπορούσε να ακούσει τις κλωτσιές της καρδιάς στο στήθος του.

 

Και ποτέ στο μέλλον δεν κατάφερε να ανακαλέσει τις επόμενες στιγμές, όταν έσφιγγε με το ένα χέρι τον βράχο του τοίχου και με το άλλο το ξύλο της πόρτας κοιτώντας τον να προσπαθεί με μεγάλη δυσκολία να βγάλει τη στολή. Θυμόταν μόνο ότι, τα γόνατά του λύγισαν και ο φτωχός, μισός Γκάμον κατέρρευσε πάνω στις φτέρνες του όταν ο γαιοναύτης τελικά τα κατάφερε.

 

 

 

7

 

 

 

Ο φόβος επέστρεψε λίγο πριν το τέλος, όταν οι τέσσερις συνεχείς σειρές στα τοιχώματα του Φρέατος έγιναν ξανά διακριτά φώτα που χάνονταν πίσω του με ολοένα και μικρότερη ταχύτητα. Και επέστρεψε μεταμφιεσμένος σε μια λογική ανησυχία βασισμένη στα καινούρια πράγματα που είχε μάθει.

 

Δεν είχαν καμιά εγγύηση ότι το δοχείο στο στήθος της στολής του είχε αρκετό αέρα για ένα δεύτερο ταξίδι -και ο Γκάμον είχε σπαταλήσει πολλές πολύτιμες ανάσες ουρλιάζοντας.

 

Τα φώτα επιβραδύνονταν.

 

Είχε δει την άφιξη στον δικό του κόσμο -η στολή δεν είχε περάσει παρά μόλις μισό μέτρο το στόμιο. Ο Γκάμον δεν είχε ιδέα αν όλες οι σπασμωδικές κινήσεις που εκείνος είχε κάνει θα του αφαιρούσαν τελικά αυτή την ελάχιστη αλλά τόσο αναγκαία επιπλέον ταχύτητα. Και ήξερε καλά ότι, αν δεν κατάφερνε να βγει στην άλλη άκρη του Φρέατος, ήταν βέβαιο ότι δεν θα είχε την ενέργεια να φτάσει ούτε πίσω στον Ναό. Θάνατος από ασφυξία πριν θαφτεί για πάντα στην καρδιά του πλανήτη.

 

Τα φώτα επιβραδύνονταν!

 

Κι αν όλα πήγαιναν καλά, αν όλα ήταν υπολογισμένα επακριβώς όπως πίστευε ο δάσκαλος Κίζλοτ, τότε τι ήταν στην άλλη άκρη της Γης της Τιμωρίας; Θα κατάφερνε να βγάλει μόνος του τη στολή ή θα τον περίμεναν; Πώς θα τον υποδέχονταν οι… άνθρωποι εκεί; Θα έβγαινε στον Παράδεισο των σκισμένων σελίδων των Αρχείων ή σε κάποια άλλη Κόλαση Θεϊκής επινόησης;

 

Τα φώτα τώρα σέρνονταν απειλητικά αργά στα τοιχώματα.

 

Τότε ο Γκάμον είδε, στο βάθος και στο κέντρο του μαύρου τίποτα μπροστά του, μια μικρή χαραμάδα φωτός να ανοίγει σε έναν λαμπερό κίτρινο κύκλο. Κοίταξε στα τοιχώματα αλλά τα καταραμένα τα φώτα έδειχναν τόσο κουρασμένα! Προσπάθησε να σκεφτεί, έχεις συνηθίσει στις μεγάλες ταχύτητες, δεν μπορείς να κρίνεις κι εξάλλου ο φωτεινός κύκλος μεγάλωνε. Δυο στιγμές αργότερα, έχασκε ολόλαμπρος μπροστά του, αλλά ελάχιστα πριν το τέλος,

 

τα φώτα σταμάτησαν.

 

Ο Γκάμον ακινητοποιήθηκε.

 

Η ανάσα του δεν κατέβηκε στα πνευμόνια του.

 

Η καρδία του αρνήθηκε να χτυπήσει.

 

Έκλεισε τα μάτια –δεν άντεχε να δει τον κύκλο να απομακρύνεται.

 

Όμως το δυνατό φως δεν δυσκολεύτηκε να τον χτυπήσει μέσα από σφαλιστά μάτια ούτε και η βαρύτητα να τον βροντήξει με την πλάτη πάνω στο στόμιο.

 

Ο γαιοναύτης είχε φτάσει.

 

 

 

8

 

 

 

Ο γαιοναύτης είχε φτάσει και είχε αφήσει τη στολή σαν κενό κουκούλι πίσω του. Τα μάτια του Γκάμον έλιωναν ανεξήγητα στη θέα αυτού του σώματος όπως το έβλεπε από πίσω. Μαύρα στιλπνά μαλλιά μέχρι τους στρογγυλούς ώμους, χέρια που έτριβαν τα λεπτά μπράτσα να τα ζεστάνουν –κι εκεί τελείωνε κάθε τι το συνηθισμένο. Το σώμα αυτό δεν ήταν… ομοιόμορφο. Κάτω απ’ τα πλευρά έκλεινε σε ένα ομαλό στένεμα για ν’ ανοίξει ξανά κάτω απ’ τη μέση με δυο υπέροχες καμπύλες, εκεί που ξεκινούσε το κοντό άσπρο ύφασμα που κάλυπτε τα λαγόνια.

 

Το χέρι του Γκάμον τεντώθηκε ανοίγοντας την πόρτα. Τα γόνατά του τον σήκωσαν χωρίς να τον ρωτήσουν. Βγήκε αθόρυβα από την κάμαρα του επιστάτη με πλήρη επίγνωση ότι τα επόμενα λεπτά ζωής θα σημάδευαν ανεξίτηλα τη μνήμη του.

 

Θαύμαζε τις γραμμές των γυμνών ποδιών καθώς πλησίαζε δίνοντας θάρρος στον εαυτό του. Είμαστε έτοιμοι. Ξέρουμε τι να περιμένουμε. Έχουμε παρατηρήσει τα ζώα. Σχεδόν γνωρίζουμε τι κρύβει το άσπρο ύφασμα.

 

Τότε το πλάσμα, που περπατούσε διστακτικά προς τη σκάλα, είδε τα φάσματα που είχαν γεμίσει την οροφή. Τα είχε προσέξει και πιο πριν, αλλά τώρα η έξαψή τους πρόδωσε τον Γκάμον. Σταμάτησε και, αργά, γύρισε προς το μέρος του.

 

Ο Γκάμον κοκάλωσε και ξεροκατάπιε. Δεν είχαν προβλέψει τα στήθη! Ο πίθηκοι δεν είχαν τέτοιους μαστούς και δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ήταν αυτό που τον ζέσταινε κοιτώντας τους.

 

Και δεν ήξεραν τίποτα! Δεν ήταν έτοιμοι. Δεν ήξεραν τι να περιμένουν. Όλες οι σκισμένες σελίδες των Αρχείων, όλες οι κομμένες απεικονίσεις τους, όλες οι άγρυπνες νύχτες της αμαρτίας, όλες οι εξομολογήσεις και όλες οι πληγές εξαγνισμού δεν θα μπορούσαν να τον είχαν προετοιμάσει για το πρόσωπο!

 

Ένας θηλυκός άνθρωπος! Ο Γκάμον έπνιξε έναν γλυκό λυγμό και κοίταξε μέσα από στερημένα μάτια που θόλωναν. Κανείς δεν τους είχε πει ότι θα ξεχώριζαν και μόνο απ’ το πρόσωπο!

 

Τότε εκείνη –ο Γκάμον μπορούσε επιτέλους να την σκέφτεται με το σωστό της γένος– εκείνη έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά. Τα πόδια του Γκάμον τον τράβηξαν ασυναίσθητα πίσω –όχι!– αλλά ένα δειλό και μαζί καθάριο χαμόγελό της τον σταμάτησε. Μετά άνοιξε το στόμα της και είπε τρεις συλλαβές δείχνοντας το στέρνο της με το χέρι, αλλά ο Γκάμον δεν μπόρεσε ν’ απαντήσει γιατί τίποτα δεν τους είχε προετοιμάσει για τη φωνή –γλυκιά σαν πουλιού, αγαπημένη σαν μωρού αλλά όχι ακριβώς. Προσπάθησε, προσπάθησε πάνω από μία φορά να πει κι εκείνος το όνομά του, αλλά οι ήχοι κόλλησαν στα τρεμάμενα χείλη του.

 

Άπλωσε αργά τα χέρια της προς το μέρος του κι έκανε άλλο ένα βήμα. Το χαμόγελο που πλάτυνε τον βοήθησε να καρφώσει τα πόδια του στην πέτρα. Αφέσου, σκέφτηκε, μην αντιστέκεσαι. Έχει έρθει προετοιμασμένη, έχεις αιφνιδιαστεί. Μέχρι να τον φτάσει, είχε καταφέρει όπως μπορούσε να καθρεφτίσει το χαμόγελο αλλά και πάλι δεν ήταν έτοιμος για την επαφή.

 

Τα δάχτυλά τους αγγίχτηκαν και ναι, μέχρι εκεί ο Γκάμον μπορούσε να το χειριστεί. Αλλά μετά, χωρίς να θυμάται πώς ή πότε βρέθηκε στην αγκαλιά της και η λογική και ο κόσμος κατέρρευσαν γύρω του. Τα φάσματα, οι Θεοί και οι Γαίες της Τιμωρίας απλώς βυθίστηκαν και χάθηκαν στο άρωμά της. Η υφή του δέρματός της και η αίσθηση της επαφής έσκασε στο μυαλό του σαν να ήταν ήδη εκεί από πάντα -κάτι προαιώνιο, αήττητο, αθάνατο που δεν ξεπερνιέται και δεν καταλαγιάζει ποτέ.

 

Ένιωσε δάκρυα σε ώμους που τραντάζονταν απ’ τα δικά του, οι πληγές της πλάτης του λάτρεψαν τα ακροδάχτυλά της και η μόνη συνειδητή σκέψη του, το μόνο που θα θυμόταν ξεκάθαρα από κείνες τις στιγμές στις μέρες που θα έρχονταν, ήταν ότι δεν θα επέτρεπε ποτέ και σε κανέναν να τον αποκαλέσει ξανά μισό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Amandel

Χαίρομαι που το έβαλες τελικά! Η ατμόσφαιρα που δημιουργείς μου αρέσει πολύ και πάντα σκαλώνω με τέτοιου στυλ διηγήματα οπότε λογικό μου φαίνεται που σκάλωσα και με το δικό σου :thmbup:

 

Με γλύκανε επίσης πολύ το τέλος. Well done. :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Μου άρεσε αλλά κάπου μπερδεύτηκα.

 

Στην αρχή κατάλαβα πως διαβάζω μια ιστορία σε παρόντα χρόνο και σε flashback. Στην πτώση στο φρέαρ και κάποια συμβάντα πριν την πτώση.

 

Μετά, πέραν του μισού, νόμισα, και ενθουσιάστηκα,

πως δεν διάβαζα παρόντα και παρελθόντα χρόνο αλλά δύο διαφορετικές οπτικές του παρόντος χρόνου. Πως στην άλλη άκρη του φρέατος υπήρχε ένας κόσμος καθρέπτης.

 

 

Η αποκάλυψη στο τέλος πολύ καλή αλλά με μπέρδεψε.

Σε όλα τα σημεία είναι Ο Γκάμον. Δεν νομίζω πως υπήρξε συγκαλημένη αφήγηση της θηλυκού Γκάμον. Υπήρξε; Αν λοιπόν στο φινάλε ο αρσενικός υποδέχεται τη θηλυκιά, στην αρχή του διηγήματος ποιον ρίχνουν στο φρέαρ, τον αρσενικό δεν ρίχνουν; Άρα πότε διαδραματίζεται εκείνο σε σχέση με το τέλος;

 

Αυτά, λυπάμαι για το μπέρδεμα, θα ήθελα όμως μια βοήθεια να το καταλάβω.

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Ενδιαφέρουσα ιδέα, είχα κι εγώ μερικά σκαμπανεβάσματα στο τι καταλάβαινα, όμως αυτό λειτουργούσε υπέρ του να με κρατάει.

 

μου φάνηκε πως το πρώτο κεφάλαιο ήταν flashback δλδ επειδή την απάυτωσε τον στείλανε πακέτο όπως και το πως έφτανε στην άλλη άκρη. Τώρα αν ήθελες να πιστέψουμε στο τέλος πως και η γκόμενα ήταν Γκάμον-αλήθεια γκόμενα, γκάμον χμμ, εγώ την απέριψα τη σκέψη αυτή. Και κάτι ακόμα γιατί δεν έριχναν καμιά πετρούλα, κανά μηνυματάκι, κατιτίς στην άλλη πλευρά;

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Μου άρεσε, με κράτησε, είχε κάτι το ξεχωριστό. Νομίζω πως κατάλαβα τι έγινε, αλλά και πάλι έχω απορίες, δεν μπορώ να πω ότι είναι όλα στη θέση τους στη σκέψη μου. Ίσως ο τρόπος που το έγραψες, αυτό το συνεχές χρονικό μπρος-πίσω, να μη δουλεύει υπέρ της σαφήνειας του διηγήματος. Είναι από τις ιστορίες που θέλουν μελέτη, και όχι απλή ανάγνωση, για να γίνουν κατανοητές.

 

Κράτα ότι δεν είμαι σχετική με την επιστημονική φαντασία, μπορεί να παίζει ρόλο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Ευχαριστώ για τα σχόλια, παιδιά.

 

Οι τρεις ενότητες της πτώσης (1, 4, 7) δεν είναι flashback. Συμβαίνουν μετά την 8 ακριβώς γι αυτό που λέει ο Solonor (την... απαύτωσε laugh.gif , έλεος ρε Αντώνη...) και αυτό φαίνεται (αλλά προφανώς όχι αρκετά καθαρά) στην ενότητα 1 εκεί που του απαγγέλουν την κατηγορία ("...για την ακατονόμαστη πράξη σου θα αφεθείς να πέσεις στο Ιερό Φρέαρ..."). Το έχω γράψει έτσι γιατί μαζεμένη η πτώση θα έπεφτε κουραστική και φυσικά επειδή το διήγημα έπρεπε να τελειώνει με την ενότητα 8.

Στο Φρέαρ δεν μπορούσαν να ρίξουν τίποτε άλλο εκτός από ανθρώπους γιατί πολύ απλά δεν άνοιγε το στόμιο αν δεν ακουμπούσαν μια από τις στολές πάνω στις ειδικές υποδοχές.

 

Ο βασικός μου προβληματισμός μ' αυτό το διήγημα είναι ότι η ιδέα και η εκτέλεση μού φαίνονται κάπως παλιομοδίτικες.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Μιχάλη, η εξήγηση που δίνεις όντως δουλεύει. Θα μπορούσα να το μαντέψω κι εγώ. Ο λόγος όμως που ο νους μου δεν πήγε εκεί είναι γιατί νόμιζα πως ό,τι υπήρχε στον πάτο του φρέατος ήταν το "μεγάλο άγνωστο"! Δεν υπήρξε καμία έκπληξη ή δέος στην επίσκεψη του θηλυκού από τον άλλο κόσμο; Ξερά τον τιμώρησαν για το σεξ;

 

Ο βασικός μου προβληματισμός μ' αυτό το διήγημα είναι ότι η ιδέα και η εκτέλεση μού φαίνονται κάπως παλιομοδίτικες.

 

Το διήγημα είναι μια χαρά. Πάσχεις από το θανάσιμο αμάρτημα της Αλαζονείας πως υπάρχει και καλά κάποιο ανώτερο επίπεδο στο οποίο και καλά πρέπει να φτάσεις για να μπορείς επιτέλους να λές ελεύθερα πως είσαι μεγάλος. magnus-man. Δεν σου φτάνει να το λέμε εμείς;

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

1) [...] Δεν υπήρξε καμία έκπληξη ή δέος στην επίσκεψη του θηλυκού από τον άλλο κόσμο;

[...]

 

2) Το διήγημα είναι μια χαρά. Πάσχεις από το θανάσιμο αμάρτημα της Αλαζονείας πως υπάρχει και καλά κάποιο ανώτερο επίπεδο στο οποίο και καλά πρέπει να φτάσεις για να μπορείς επιτέλους να λές ελεύθερα πως είσαι μεγάλος. magnus-man. Δεν σου φτάνει να το λέμε εμείς;

1) Σίγουρα υπήρξαν, αλλά δεν μπορούσα να τα δείξω γιατί θα χάλαγα το τέλος του διηγήματος.

 

2) Δεν θέλω να μπορώ να λέω τίποτα. Και φαντάζομαι ότι δεν θα μου έφτανε να έλεγαν οτιδήποτε οι άλλοι. Θέλω μόνο η κάθε δουλειά μου να είναι (με τα δικά μου τουλάχιστον κριτήρια) καλύτερη από όλες τις προηγούμενες. Φυσικά, σχεδόν ποτέ δεν το καταφέρνω και σπάνια το πλησιάζω, αλλά τουλάχιστον απολαμβάνω τη διαδικασία.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Ο βασικός μου προβληματισμός μ' αυτό το διήγημα είναι ότι η ιδέα και η εκτέλεση μού φαίνονται κάπως παλιομοδίτικες.

 

Εμένα αυτό που μου άρεσε στο διήγημα είναι ακριβώς ότι η ιδέα και η εκτέλεση είναι κάπως παλιομοδίτικες. Με το που ξεκίνησα να το διαβάζω αισθάνθηκα να πνέει αυτός ο αέρας της παλιάς εποχής, της ε.φ. που μου άρεσε.

Η επιπλέον γοητεία της ιστορίας είναι ότι υπάρχει ολόκληρη κοσμοπλασία με αρκετά που λέγονται και ακόμα περισσότερα που μπορεί να μαντέψει κανείς ή και ακόμα καλύτερα να συμπληρώσει όπως του αρέσουν.

Ωστόσο, sorry, όπως και οι προηγούμενοι κι εγώ μπερδεύτηκα, σε άλλο σημείο, αλλά δυστυχώς μάλλον στο πιο κρίσιμο.

 

 

Ενώ κατάλαβα μέχρι και το 7 ποια ήταν στον παρόντα χρόνο και ποια ήταν flashback, την πάτησα πιστεύοντας ότι το 8 ήταν η συνέχεια του 7. Ότι δηλαδή εκείνος έφτασε στον συμμετρικό κόσμο και βρήκε τη γυναίκα να τον περιμένει. Ίσως φταίει ότι μπαίνοντας στο παλιομοδίτικο κλίμα, άρχισα να προτρέχω και έδωσα μόνη μου ένα τέλος που θα ταίριαζε περισσότερο σε διήγημα εκείνων των χρόνων.

 

 

Κατά τα άλλα, είναι ένα όμορφο διήγημα και μην τολμήσεις να το θάψεις με επόμενο post, παραθέτοντας ν+1 σημεία αναληθοφάνειας, όπως μας έκανες με το Πάσχα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Πυθαρίων

Μιχάλη,

 

η δομή του σε αναγκάζει να το ανασκοπήσεις, πριν αποφασίσεις ότι ξεκαθάρισες τα πάντα (κι αυτό με ερωτηματικό). Αλλά όπως κάθε φορά*, το έκανα συνεπαρμένος, ενθουσιασμένος και με την αγωνία του αναγνώστη που τον έχει αρπάξει η απίστευτη περιγραφική γλαφυρότητα, η υποβλητική αφηγηματική ένταση και το εξαιρετικό θεματικό ενδιαφέρον.

 

Δηλώνω ενθουσιασμένος. Το εισπράττω και σαν έναν μικρό ύμνο λατρείας στην γυναικεία φύση (= ομορφιά, θέλγητρο, σαγήνη) με ιδιαίτερη ευχαρίστηση.

 

Ευχαριστώ γι’ αυτό το υπέροχο, κατά την ταπεινή μου άποψη, κομμάτι.

 

(*) Όπως κάθε φορά που διαβάζω τους πιο έγκυρους και αγαπημένους συγγραφείς ε.φ.. Προσωπικά το βρίσκω απόλυτα φυσιολογικό. Ορίζεται στα πλαίσια της σχέσης συγγραφέα – αναγνώστη, όπου ο συγγραφέας προσφέρει στον αναγνώστη ένα λογοτεχνικό κείμενο με περιεχόμενο, όχι μεν δυσνόητο αλλά, που προϋποθέτει επεξεργασία. Τι πιο λογικό;

Edited by Πυθαρίων

Share this post


Link to post
Share on other sites
Martin Ocelotl

Μου αρέσει γιατί έχει εκείνη την πατίνα του παλιού. (όπως ειπώθηκε ήδη).

Δεν μπορώ να καταλάβω πως μπορεί κάποιος να διηγηθεί μια ιστορία σε τόσο λίγες λέξεις και θαυμάζω τους ανθρώπους που μπορούν να το κάνουν, έτσι δικαιολογώ την λίγο αβέβαιη χρονική παλινδρόμηση που δεν ξέρω αν δούλεψε όσο πρέπει ή θα ήθελες.

Περίμενα πως και πως την δικαιολόγηση του "Μισού" που εμφανιζόταν πριν το όνομα των χαρακτήρων και μόνο όταν παρουσιάστηκε στο τέλος η γυναίκα το κατάλαβα. Έκρυψες λοιπόν το μυστικό σου καλά μέσα στη θεοκρατία του κόσμου σου και μ' άρεσε. Λίγο η Φυσική του πράγματος με ξένισε αλλά τι διάολο Ε.Φ θα ήταν ....

 

Μην το αφήνεις στο συρτάρι.

Edited by Martin_D.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

[...] Κατά τα άλλα, είναι ένα όμορφο διήγημα και μην τολμήσεις να το θάψεις με επόμενο post, παραθέτοντας ν+1 σημεία αναληθοφάνειας, όπως μας έκανες με το Πάσχα!

Φτου γαμώτ! Και μόλις είχα συμπληρώσει 1500+ λεξούλες αυτομαστιγώματος με το αγαπημένο μου φραγγέλιο της αυτοκριτικής...:D

 

[...] Το εισπράττω και σαν έναν μικρό ύμνο λατρείας στην γυναικεία φύση (= ομορφιά, θέλγητρο, σαγήνη) με ιδιαίτερη ευχαρίστηση.

Say that again!, αν και είμαι πολύ μικρός, άτεχνος και ανεπαρκής για κάτι τέτοιο. (Καμία μετριοφροσύνη εδώ: Απλώς ο στόχος είναι αληθινά πολύ ψηλά.)

 

[...]

1) Δεν μπορώ να καταλάβω πως μπορεί κάποιος να διηγηθεί μια ιστορία σε τόσο λίγες λέξεις [...]

2) Μην το αφήνεις στο συρτάρι.

1) Η αλήθεια είναι ότι ο (χαλαρός) στόχος ήταν οι 3.500 λέξεις. Ξέφυγα αρκετά.

2) Μη μου βάζεις δύσκολα!

 

Ευχαριστώ για τα σχόλια!

Share this post


Link to post
Share on other sites
khar

Αυτό που πραγματικά μου άρεσε ήταν η ιδέα με το τούνελ που διαπερνά τον πλανήτη.

 

Σχεδόν πηδούσα λέξεις για να διαβάσω περισσότερα για την κατασκευή και το ταξίδι μέσα σε αυτό. Και φυσικά, έτρωγα τα νύχια μου για να δω τι υπάρχει στο τέλος του.

 

Από την άλλη μεριά, αυτό είναι ίσως το πιο αδύναμο στοιχείο γιατί περιμένω να δικαιολογηθεί η κατανάλωση τόσο πόρων και δυναμικού για αυτόν τον τεχνητό χωρισμό, αλλά αυτό δεν γίνεται ποτέ. Οι θεολογικές εξηγήσεις παραμένουν αδύναμες χωρίς κάποια «ρεαλιστική» εναλλακτική λύση.

 

Έτσι στο τέλος δεν συγκινούμαι όσο θα έπρεπε, γιατί μου λείπει η ερμηνεία αυτών που διαβάζω. Αισθάνομαι ότι έφτιαξες έναν κόσμο για να γράψεις το διήγημα, αλλά δεν τον υποστήριξες και αυτό με αφήνει έντονα ανικανοποίητο.

 

Ερωτήματα όπως: Γιατί έγινε ο διαχωρισμός, τι χρησιμότητα έχει η κατασκευή ενός τούνελ αυτής της μορφής (τεράστιο κόστος με ποιο όφελος;, γιατί επιτρέπεται η επαφή μέσω της σήραγγας και αρκετά άλλα δευτερεύοντα, παραμένουν μετέωρα στο κενόJ και μαζί τους η απόλαυση που θα αποκομίζαμε. Αν αντικαταστήσεις το τούνελ με μια πόρτα που απαγορεύεται να ανοίξεις, έχεις το ίδιο πυρήνα διηγήματος. Και αυτό δεν μου αρέσει.

 

 

Είσαι σίγουρος ότι η λύση άντρας-γυναίκα είναι η ενδεδειγμένη; Έχεις εξετάσει όλες τις εναλλακτικές για το τι θα μπορούσε να βρεί εκεί ο Γκαμόν; Είτε πλάσμα, είτε τεχνολογικό αντικείμενο, είτε χτίσμα, κάτι που να δικαιολογεί την ύπαρξη αυτού του παράξενου κόσμου;

Edited by khar

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

OK, ας το κατασποϊλεριάσουμε, μικρό το κακό.

 

 

Οι εξωγήινοι επιτίθενται στη Γη. Η γήινοι αντιστέκονται σθεναρά. Οι εξωγήινοι φέρνουν ισχυρές ενισχύσεις. Εξολοθρεύουν όλους του ανθρώπους, αλλά κρατούν το DNA πολλών από αυτούς. Για παραδειγματισμό προς τρίτες φυλές τις οποίες έχουν επίσης κατακτήσει (φάσματα) κατασκευάζουν μία τεχνητή Γη με το Φρέαρ στη μέση. Προς τιμωρία των ανθρώπων (που δεν παραδόθηκαν αλλά προξένησαν σοβαρές ζημιές στους κατακτητές) χωρίζουν τους άντρες από τις γυναίκες (από ένα εκατομμύριο σε κάθε ημισφαίριο) και τους αναπαράγουν με κάποιο είδος τεχνητής γονιμοποίησης ή/και κλωνοποίησης. Οι εξωγήινοι μεταφέρουν στην τεχνητή έναν μεγάλο όγκο γραπτών αρχείων από τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν μόνο να μαντέψουν τα περασμένα μεγαλεία τους. Από τα αρχεία αυτά έχουν αφαιρεθεί όλες οι πληροφορίες και αναφορές στο αντίθετο φύλο, του οποίου οι άνθρωποι την ύπαρξη μπορούν να μαντέψουν μόνο παρατηρώντας τα ζώα.

Οι άνθρωποι (ή τουλάχιστον οι άντρες) λατρεύουν τους εξωγήινους σαν θεούς, αλλά συγχρόνως η ύπαρξη των Αρχείων ευνοεί την ανάπτυξη των επιστημών. Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει σε τι χρησιμεύει το Ιερό Φρέαρ, μέχρι που εκείνο ανοίγει όταν οι άνθρωποι ανακαλύπτουν τις στολές που έχπουν φτιαχτεί γι αυτό.

 

 

 

Νομίζω ότι όλες αυτές οι πληροφορίες αναφέρονται στο κείμενο τουλάχιστον μία φορά. Αν κάποιες απ' αυτές δεν έχουν τονιστεί αρκετά ώστε να γίνονται σαφείς με την πρώτη ανάγνωση, το λάθος είναι μόνο δικό μου και φυσικά έγινε στον βωμό της δημιουργίας ατμόσφαιρας. Ίσως το μόνο που δεν εξηγείται είναι η ύπαρξη του Φρέατος. Θεώρησα ότι έτσι η Τιμωρία γίνεται πιο ενδιαφέρουσα αφού υπάρχει μια ελπίδα σωτηρίας.

Κατά τα άλλα, khar, συμφωνώ μαζί σου και προσθέτω: Δεν είναι ένα εμπνευσμένο διήγημα.

(Συμβουλή: Μην γράφετε στις διακοπές, όταν οι καινούργιες εντυπώσεις μπορούν εύκολα να σας αποσπάσουν και ιδιαίτερα ποτέ κάτω από χρονική πίεση. Τουλάχιστον με μένα δεν δουλεύει: Έχω 0 στα 2.)

Ευχαριστώ για τα σχόλια.

 

Υ.Γ. Εννοείται ότι τα νουμεράκια που αναφέρονται ή υπονοούνται σχετικά με το ταξίδι, όσο εντυπωσιακά κι αν ακούγονται, είναι πραγματικά:

Η μέγιστη ταχύτητα στο κενό (την ώρα που περνάει απ' το κεντρο) είναι, αν θυμάμαι καλά λίγο πάνω από 28.000 km/h(!!) και χρειάζονται μόλις 42 λεπτά για να βγει κανείς στους αντίποδες ενός πλανήτη σαν τη Γη!

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
synodoiporos

Αυτό είναι !, κατά την γνώμη μου.

 

Μία πολύ καλή ιστορία, καλογραμμένη, με μία στρωτή αφήγηση που κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με τον συγγραφέα να χειρίζεται πολύ καλά το υλικό του.

 

Θα μπορούσα να μιλήσω για ένα κάπως ουδέτερο ύφος, περισσότερο περιγραφικό, αλλά τα μέρη 6,7 και 8 με κάλυψαν πλήρως κι από την πλευρά του συναισθήματος. Οπότε, το διήγημα είναι πλήρες, ολοκληρωμένο, λύνει πολύ ικανοποιητικά όλες τις απορίες που δημιουργεί, αποτελεί γόνιμο αναγνωστικό χρόνο.

 

Θα μπορούσε να περιλαμβάνεται στις σελίδες του Αsimov's, για παράδειγμα, κοσμώντας το συγκεκριμένο τεύχος.

 

Well Done !

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Εμένα μου έφερε στο μυαλό το Wall of Darkness και εκείνη την ομορφη εποχή της ΕΦ. Κατ' αρχάς, μου άρεσε. Αγαπώ πολύ την παλιομοδίτικη ΕΦ, οπότε δεν υπάρχει κανένα ελάττωμα σε αυτό, για τα γούστα μου. Το τέλος με άγγιξε. Ήταν ένα δύσκολο τέλος, αν δεν απέδιδες σωστά το τις σκέψεις και τα αισθήματα του Γκάμον μπροστά στην αποκάλυψη, θα πήγαινε όλο το διήγημα στράφι. Το θέμα με τα flashback δούλεψε πολύ καλά, και ποτέ δεν προπάθησα να μπω σε πιο περίπλοκες σκέψεις για το συμμετρικό Γκάμον κτλ. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που για μένα δε δουλεύουν, με πιο προφανές την ιστορία με τα φάσματα, που ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ρόλο παίζουν. Περισσότερες εξηγήσεις, για το γιατί ο κόσμος χωρίστηκε, ποιος και γιατί έφτιαξε το τούνελ κτλ δε μου χρειάζονται - ο κόσμος είναι έτσι, και τον ζούμε μέσα από τα μάτια των κατοίκων του. Αλλά τα φάσματα αναφέρονται αρκετές φορές, δείχνουν να παίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο, αλλά τελικά απλώς υπάρχουν. Κάτι άλλο που δε με έπεισε, ή δεν εξηγήθηκε καλά, ή εγώ κάτι δεν έπιασα είναι το εξής: Τον ρίχνουν στο φρέαρ, γιατί αμάρτησε. Αφού όμως, όπως αναφέρεται, τέτοιες επισκέψεις είχαν ξαναϋπάρξει, οι ιερείς δεν ήξεραν σε γενικές γραμμές τι ακριβώς συνέβαινε με αυτό; Και αφού ήξεραν, αντί να τον τιμωρούν, δεν είναι ουσιαστικά σαν να τον στέλνουν εκεί που ήθελε;

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

[...]

1) Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που για μένα δε δουλεύουν, με πιο προφανές την ιστορία με τα φάσματα, που ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τι ρόλο παίζουν. [...] αναφέρονται αρκετές φορές, δείχνουν να παίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο, αλλά τελικά απλώς υπάρχουν.

 

2) Κάτι άλλο που δε με έπεισε, ή δεν εξηγήθηκε καλά, ή εγώ κάτι δεν έπιασα είναι το εξής: Τον ρίχνουν στο φρέαρ, γιατί αμάρτησε. Αφού όμως, όπως αναφέρεται, τέτοιες επισκέψεις είχαν ξαναϋπάρξει, οι ιερείς δεν ήξεραν σε γενικές γραμμές τι ακριβώς συνέβαινε με αυτό; Και αφού ήξεραν, αντί να τον τιμωρούν, δεν είναι ουσιαστικά σαν να τον στέλνουν εκεί που ήθελε;

1) Υπάρχει αυτό η πληροφορία στην ενότητα 2: "Μας φιλοξενούν στη Γη της Τιμωρίας μέχρι να καταστούμε και πάλι άξιοι για την πατρίδα μας, αλλά μας επιδεικνύουν ως παράδειγμα αμαρτίας στους πιστούς του σύμπαντος κόσμου!" Αν την συνδυάσει κανείς με την περιγραφή ενός φάσματος και την συμπεριφορά των φασμάτων γενικότερα θα μπορούσε να φτάσει σ' αυτό που ήθελα να πω, αλλά καταλαβαίνω ότι για να χρειάζεται να το εξηγώ έτσι, έχω πέσει στο λάθος που συνήθιζα παλιότερα: Βοηθάω πολύ λίγο τον αναγνώστη.

 

2) Καλή απορία: Υποτίθεται ότι το σκεπτικό του Διακστηρίου πάει κάπως έτσι:

"Έι, μια γυναίκα πετάχτηκε μέσα απ' το Φρέαρ! Άρα το άλλο ημισφαίριο κατοικείται αποκλειστικά από γύναίκες! Αλλά είναι εξαιρετικά επικίνδυνο αυτό το ταξίδι. Οπότε ποιον να στείλουμε για πρώτη φορά, που δεν είμαστε ακόμα σίγουροι ότι θα φτάσει σώος; Τον Γκάμον που απαύτωσε (Solonor...) την πρώτη Γαιοναύτισσα πριν καλά-καλά πατήσει το πόδι της! Ρίχτε τον!"

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

1) Ναι, το είχα προσέξει αυτό, αλλά παραμένει η εντύπωση ότι τα φάσματα μένουν ξεκρέμαστα. Μέ λίγα λόγια,μου δίνεται η εντύπωση ότι και να μην αναφέρονταν καθόλου, η ιστορία δε θα έχανε και τίποτα.

 

2) Το δικαστήριο παρουσιάζεται σαν ένα θρησκόληπτο συνάφι που φοβάται και τη σκιά του. Δε με έκανε κάτι να πιστέψω ότι θα είχε την περιέργεια να στείλει κάποιον. Ίσα ίσα, δεν θα παραβιάσουν το θέλημα των θεών τους;

 

Θέλουμε όμως να τον στείλουν. Στην εισαγωγή παρουσιάζεται ως μια φοβερή τιμωρία που επιβάλλουν στον αμαρτωλό. Ίσως θα έπρεπε πχ να τον πείσουν να αυτοθυσιαστεί για έναν ανώτερο και ιερό σκοπό και να κάνει το φοβερό ταξίδι. Βέβαια έτσι πρέπει να αναθεωρηθεί το μισό διήγημα, και δεν θα το ήθελα γιατί μου αρέσει.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Υπάρχει μια σχολή που λέει ότι αν κάνεις την ιστορία σου πιο δυσκολη στον αναγνώστη, αυτομάτως την κάνεις καλύτερη. Ίσως και να ισχύει για κατώτερες πένες, στην περίπτωση όμως αυτής της ιστορίας η λογική αυτή μάλλον τρικλοποδιά της βάζει.

Καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί δεν τα κατάφερε να μπει στο "...και το τέρας", είναι εμφανώς κατώτερη από αυτές που περιέχονται στη συλλογή. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στο ότι επιλέγεις να απορρίψεις την κλασσική αρχή-μέση-τέλος ιστορία και, αντίθετα, να μη δώσεις εξηγήσεις για μια σειρά από θέματα (τα φάσματα είναι το πιο χαρακτηριστικό) αλλά συγκεχημένες πληροφορίες.

 

Πάντως η ιστορία δεν είναι σε καμία περίπτωση για πέταμα: η γραφή όπως πάντα εξαιρετική, η βασική ιδέα εξαιρετική, η κορύφωση δουλεύει και ο πρωταγωνιστής, αν τα κατάφερε, ο πιο τυχερός άντρας στον κόσμο...

Νομίζω ότι, αν καθόσουν να εξηγήσεις λίγο καλύτερα (και συμβατικά) την ιδέα που μας ανέλυσες στα ποστ, η ιστορία θα έστεκε καλύτερα (και θα μπορούσες να λες στους "σοβαρούς" αναγνώστες ότι είναι μια αλληγορία

πάνω στο χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλα και το ταξίδι που πρέπει να κάνει κανείς για να το γεφυρώσει...

)

Edited by Nihilio

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

[...]

1)Καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί δεν τα κατάφερε να μπει στο "...και το τέρας", είναι εμφανώς κατώτερη από αυτές που περιέχονται στη συλλογή.

 

2) [...] και ο πρωταγωνιστής, αν τα κατάφερε, ο πιο τυχερός άντρας στον κόσμο...

 

3) [...] και θα μπορούσες να λες στους "σοβαρούς" αναγνώστες ότι είναι μια αλληγορία [...]

1) Προφανώς συμφωνώ.:rolleyes:

 

2) You bet!:lol:

 

3) Εξαιρετική ερμηνεία! :rolleyes: Όταν κάποια μέρα θα "χτυπήσω" τους "σοβαρούς" αναγνώστες (κάτι το οποίο δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θέλω να κάνω γιατί πρώτ' απ' όλα δεν ξέρω πώς ορίζονται αυτοί) θα σε έχω υπόψη μου! Και δεν κάνω πλάκα: αυτή η αλληγορία, ήταν όντως κάτι που δεν είχα σκεφτεί.

 

Thx για τον κόπο του σχολιασμού.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

3) Εξαιρετική ερμηνεία! :rolleyes: Όταν κάποια μέρα θα "χτυπήσω" τους "σοβαρούς" αναγνώστες (κάτι το οποίο δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θέλω να κάνω γιατί πρώτ' απ' όλα δεν ξέρω πώς ορίζονται αυτοί) θα σε έχω υπόψη μου! Και δεν κάνω πλάκα: αυτή η αλληγορία, ήταν όντως κάτι που δεν είχα σκεφτεί.

Κοίτα, το κλασικό φάνταζυ όχι τόσο (διότι οι ρίζες της αλληγορίας χάνονται βήματα πίσω) αλλά κυρίως ο τρόμος και αρκετά η ΕΦ παίζουν με την αλληγορία/συμβολισμό από καταβολής του είδους και το χρειάζονται για να έρχονται σε επαφή με τον αναγνώστη.

Το συγκεκριμένο το είπα μισοαστειευόμενος (αν θες να τους καταπλήξεις τους "κουλτουριάρηδες" παραλλήλισε και τον γαιοναύτη στο τουνελ ως το σπερματοζωάριο που ταξιδεύει προς τη μήτρα και θα πάθουν ταράκουλο). Βασικά όποιον συγγραφέα και να ρωτήσεις θα σου πει ότι αυτά τα συμβολικά βγαίνουν αυθόρμητα, απλά, δεδομένου ότι κάποιοι διατείνονται ότι πρέπει η "παραλογοτεχνία" μας να γίνει αποδεκτοί από τους "σοβαρούς" αναγνώστες, παρόμοιες φιλολογικές ερμηνείες θα βοηθήσουν αν ποτέ έρθει η ώρα να γίνει αυτό (κυρίως όταν μιλάμε για ΕΦ που είναι και το πιο αποδεκτό από τα παρακλάδια στους "σοβαρούς" - ο τρόμος παραμένει το πιο mainstream όμως για κάποιο λόγο).

 

Και ναι, εδώ έχω ξεφύγει εκτός θέματος και θα το μετέφερα το σκεπτικό σε δικό του αν δε φοβόμουν όλα τα σχόλια που θα άκουγα...

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

(αν θες να τους καταπλήξεις τους "κουλτουριάρηδες" παραλλήλισε και τον γαιοναύτη στο τουνελ ως το σπερματοζωάριο που ταξιδεύει προς τη μήτρα και θα πάθουν ταράκουλο).

Χαχαχα! Γίνεται όλο και καλύτερο!biggrin.gif "Μα φυσικά και αυτό εννοούσα! Δεν ξεπηδάει αυθόρμητα η αλληγορία στο μυαλό του αναγνώστη;"

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..