Jump to content
Sign in to follow this  
mman

Ο Καθρέφτης

Recommended Posts

mman

Όνομα Συγγραφέα: Μιχάλης Μανωλιός

Είδος: Επιστημονική φαντασία

Βία; Όχι

Σεξ; Ήμουν ακόμα μικρούλης για τέτοιες (συγγραφικές) αταξίες

Αριθμός Λέξεων: 4770

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια:

1) Γράφτηκε σε μία νύχτα του Οκτωβρίου του 1990 και μάλλον αποτελεί το προσωπικό μου ρεκόρ λέξεων σε ένα session.

2) Αποκλείστηκε από την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου (Σάρκινο Φρούτο, 1999) λίγο πριν την έκδοσή της υπέρ ενός άλλου διηγήματος που γράφτηκε την τελευταία στιγμή ("Εξεταστική Περίοδος").

3) Δεν εξετάστηκε καν η δημοσίευσή του στην δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου ("...και το Τέρας") που κυκλοφορεί σε λίγο καιρό. Αφού λοιπόν θα το έτρωγε το σκοτάδι του σκληρού μου, είπα να το μοιραστώ μαζί σας.

4) Είναι τόσο παλιό που κάποια στιγμή χρειάστηκε ρετουσάρισμα: Η χρονολογία 2031 που αναφέρεται αρχικά ήταν 2008(!) και το "πανίσχυρο δίκτυο" ήταν... μία στοίβα δισκέτες...

5) Είναι τόσο πρωτόλειο που δεν παίρνει διορθώσεις, οπότε απλώς διασκεδάστε και σχολιάστε για την πλάκα σας, σαν να μην ξέρατε τον συγγραφέα -κι εγώ ίσα που θυμάμαι εκείνον τον εικοσάχρονο.

 

 

 

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

 

Ο αστυνόμος Γαλανόπουλος έσκυψε πάνω απ’ τον άνθρωπο στο κρεβάτι, με τη νοσοκόμα πίσω του σχεδόν να τον τραβάει μακριά. Ο καθηγητής δεν τον άκουγε. Άσχετα με το τι τού έλεγε ο αστυνόμος εδώ και αρκετή ώρα, εκείνος στριφογύριζε στο κρεβάτι, κάνοντας νευρικές κινήσεις με το κεφάλι του. Τον είχαν φέρει στον «Ευαγγελισμό» σ’ ένα τρομερό παραλήρημα που δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό.

 

—Να το σκεπάσω. Θεέ μου, να το σκεπάσω. Δώσε μου δύναμη να το σκεπάσω. Ω, Θεέ μου...

 

—Ελάτε, αστυνόμε, είπε αποφασιστικά η νοσοκόμα. Από το πρωί λέει τα ίδια πράγματα πάλι και πάλι. Δεν πρόκειται να πει τίποτα καινούργιο. Αν θέλετε να μάθετε κάτι, θα πρέπει να τον αφήσετε να ξεκουραστεί.

 

Ο αστυνόμος βγήκε στο διάδρομο. Βούτηξε το θεράποντα γιατρό του καθηγητή, καθώς έβγαινε από μια πόρτα. Ο υπαστυνόμος, με τη βοήθεια δυο ανδρών του Σώματος, άνοιξε δρόμο ανάμεσα στους λαίμαργους δημοσιογράφους ψάχνοντας για ένα απόμερο δωμάτιο όπου θα μπορούσαν να συζητήσουν ανενόχλητοι.

 

—Τι είναι, υπαστυνόμε; Γιατρέ, υπάρχει περίπτωση να μιλήσει, έστω και για λίγο, λογικά σήμερα;

 

—Απ’ τη Σήμανση ρωτάνε ποτέ θα μπορέσουν να μπουν στο εργαστήριο, είπε ο υπαστυνόμος.

 

—Έχει υποστεί ένα τρομερό, πρωτοφανές θα ’λεγα σοκ. Είναι σαν να έχει κολλήσει σ’ έναν εφιάλτη. Για την ώρα ελάχιστα μπορούμε να κάνουμε. Κυρίως πρέπει να τον αφήσουμε να ηρεμήσει. Με ή χωρίς ηρεμιστικά πάντως, δεν πρέπει να τον πιέζουμε. Ακόμα κι έτσι, αμφιβάλλω αν θα έχει συνέλθει μέχρι το βράδυ. Φοβάμαι μήπως του έχει αφήσει τίποτα μόνιμο, κατέληξε ο γιατρός με νόημα.

 

Ο αστυνόμος ξεφύσηξε.

 

—Εντάξει λοιπόν. Θα περιμένουμε. Υπαστυνόμε, φαντάζομαι ότι το εργαστήριο έχει σφραγιστεί, όπως διέταξα. Κανείς, ούτε η Σήμανση, δεν θα μπει μέσα αν δεν συνέλθει πρώτα ο καθηγητής.

 

 

Στον Μπενέτο δεν άρεσαν αυτές οι περιστασιακές προσκλήσεις του Σωτηρίου. Και σίγουρα όχι Παρασκευή βράδυ, αμέσως μετά τη δουλειά. Και οπωσδήποτε όχι ακριβώς πριν την τριήμερη αργία της 28ης. Όλος ο κόσμος είχε φύγει, ακόμα και οι καθαρίστριες όπου να ‘ναι θα τελείωναν, και εκείνος έπρεπε να πάει κάτω στο εργαστήριο εκείνου του μονόχνοτου παλαβού, εκείνου του πωρωμένου γεροπαραξενιάρη, του χαρακτηριστικότερου τρελοεπιστήμονα του Πανεπιστημίου Αθήνας, και σίγουρα όλης της Ελλάδας.

 

Όμως καλά να πάθει. Για να μάθει «να κρατάει συμβατικά καλές σχέσεις». Κάτι ήξεραν όλοι οι υπόλοιποι που τον θαύμαζαν από μακριά. Κι έτσι, τώρα, ενώ όλοι οδηγούσαν ο καθένας προς το σπιτάκι και τη γυναικούλα του, μέσα στη βροχή και σ’ ένα φθινοπωρινό ψωφόκρυο που θύμιζε άλλες εποχές, εκείνος θα ’πρεπε να κάτσει να τον φάνε οι λύκοι μέχρι αργά, εδώ, πάνω στην Πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου. Ο Μπενέτος πήρε το ασανσέρ για το υπόγειο του κτιρίου Οπτικής. Βέβαια, ο εβδομηντάρης σχεδόν Σωτηρίου ήταν το μεγαλύτερο κεφάλι στην Ελλάδα στον τομέα της Οπτικής -μάλιστα πριν δυο χρόνια είχε προταθεί και για Νόμπελ-, αλλά ο άνθρωπος ήταν ανυπόφορος. Γι’ αυτό άλλωστε, αν και κορυφή στη χώρα, δούλευε πάντα ολομόναχος. Τόσο εργένης, που ο Μπενέτος αμφέβαλλε αν ο Γέρος θυμόταν ακόμη τι θα πει γυναίκα και τόσο ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στις έρευνες του που, αν ο ίδιος ο Πρύτανης δεν είχε παραγγείλει στους επιστάτες να τον πετάνε έξω τα βράδια, θα είχε αφήσει τα κόκαλα του πάνω στους πάγκους και τα τερματικά πριν την ώρα του. Φτάνοντας στο υπόγειο άντρο του Σωτηρίου, ο Μπενέτος προετοίμασε καρτερικά τον εαυτό του για μια ακόμα ανιαρή διάλεξη και άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ.

 

Όταν μπήκε στο εργαστήριο, ο Σωτηρίου σήκωσε το βλέμμα από τις σημειώσεις του, τού αφιέρωσε μια ματιά και ξαναβυθίστηκε στην οθόνη ενός τερματικού.

 

—Γεια σου Γιάννη παιδί μου, είπε.

 

—Γεια σας κύριε Σωτηρίου. Δουλεύετε ακόμα;

 

Εκείνος, σαν να μην άκουσε, είπε ξερά:

 

—Κάθισε κι άκου. Πέτυχα.

 

—Ορίστε;

 

Ο Σωτηρίου άφησε το τερματικό, έβγαλε τα γυαλιά του, κοίταξε τον Μπενέτο και του είπε:

 

—Θα πρέπει να έχεις ακούσει για εκείνη τη σκέψη που λέει ότι αν με «α» συμβολίσουμε ένα ευθύγραμμο τμήμα, τότε με «α στη δευτέρα» συμβολίζουμε ένα τετράγωνο, και με «α στην τρίτη» έναν κύβο. Όμως τότε τι συμβολίζουν τα «α στην τέταρτη», «α στην πέμπτη» κλπ;

 

—Ναι, έχω ακούσει. Αλλά είναι ανάγκη να συμβολίζουν κάτι;

 

—Όχι. Κι αν με «α» αποδώσουμε το μήκος, τότε με «α στη δευτέρα» αποδίδουμε το εμβαδόν, και με «α στην τρίτη» τον όγκο. Και μέχρι πριν λίγες μέρες το «α στην τέταρτη» δεν ήταν ανάγκη να αποδίδει τίποτα. Τώρα όμως ξέρω.

 

—Τι ξέρετε;

 

Ο Σωτηρίου σηκώθηκε, έκανε μερικά βήματα δεξιά του στον ίδιο πάγκο, και με μια τελετουργική κίνηση, σαν να έκανε αποκαλυπτήρια ανδριάντα ή κάτι ακόμα πιο σημαντικού, τράβηξε ένα πανί πάνω από ένα αντικείμενο, αποκαλύπτοντας έτσι έναν κοινό καθρέφτη περίπου 30 επί 50 εκατοστά. Έμεινε πίσω από τον καθρέφτη που ήταν γυρισμένος προς τον Μπενέτο.

 

—Τι βλέπουμε όταν κοιτάμε μέσα σ’ έναν καθρέφτη; ρώτησε.

 

Ο άλλος έσκασε ένα παιδικό χαμόγελο ενοχής.

 

—Τον εαυτό μας, φυσικά, απάντησε ξέροντας ότι δεν ήταν αυτή η απάντηση που ήθελε ο Γέρος.

 

—Κύριε συνάδελφε, ας σοβαρευτούμε. Αυτό που εννοώ είναι ότι ο καθρέφτης –ή, για ακριβολογούμε από δω και πέρα: αυτό το είδος καθρέφτη-, προσφέρει μια δισδιάστατη απεικόνιση ενός τρισδιάστατου κόσμου. Σωστά;

 

—Σωστά, σήκωσε τους ώμους ο Μπενέτος.

 

—Αυτό είναι ορθό, αλλά δεν εκφράζει όλη την αλήθεια. Γιατί αν μπορούσαμε να δούμε τον καθρέφτη αυτό από την «άλλη» του πλευρά, τι θα βλέπαμε;

 

—Μμμ... την τρισδιάστατη απεικόνιση ενός δισδιάστατου κόσμου.

 

—Ακριβώς! Τώρα θα σου εκφράσω ελλιπώς με λόγια κάτι που μόνο με μαθηματικές εξισώσεις μπορεί να περιγραφεί πλήρως. Πρόσεξε: Ο καθρέφτης προσφέρει μια δισδιάστατη απεικόνιση ενός τρισδιάστατου κόσμου, ενώ η «άλλη» του πλευρά δίνει μια τρισδιάστατη απεικόνιση ενός δισδιάστατου κόσμου. Όμως αυτές οι δυο θεωρήσεις αυτού του μέσου που λέγεται δισδιάστατος (σημείωσε το αυτό) καθρέφτης, μας δίνουν αυτόματα δυο πραγματικούς κόσμους, αφού δεν είναι λογικά σωστό να θεωρούμε πραγματικό τη μια φορά τον ένα κόσμο και την άλλη φορά τον άλλο, γιατί τότε δεν θα είχαμε σταθερό σύστημα αναφοράς για το συλλογισμό μας, ενώ συγχρόνως βέβαια οι δυο κόσμοι εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να ταυτιστούν, καθώς έχουν διαφορετικές διαστάσεις. Έτσι δεν πρέπει να δεχτούμε μόνο τον τρισδιάστατο κόσμο σαν πραγματικό, και επειδή αυτός δεν μπορεί να ταυτιστεί με το δισδιάστατο, τότε ο δισδιάστατος κόσμος πρέπει να γίνει αποδεκτός επίσης σαν ένας αληθινός κόσμος. Άρα έχουμε δυο αντικειμενικά αληθινούς, υπαρκτούς αν θέλεις, κόσμους.

 

—Μια στιγμή, αντέδρασε ο Μπενέτος, που πίστεψε πως ο Γέρος άρχιζε να τα χάνει. Αυτό μπορεί να είναι όμορφα δομημένο αλλά τα λόγια δεν αποδεικνύουν τίποτα. Κι έπειτα, γιατί να δεχτώ πως η εναλλάξ θεώρηση του πραγματικού κόσμου θα βλάψει το κύρος του συλλογισμού; Πάντως, έτσι κι αλλιώς, όλ’ αυτά δεν νομίζω ότι στέκουν ούτε από θεωρητικής άποψης, γιατί τελικά κανείς δεν μας εξασφαλίζει ότι η θέαση της «άλλης» πλευράς του καθρέφτη (αν κάτι τέτοιο υπάρχει) θα μας έδινε αυτό που είπα, δηλαδή την τρισδιάστατη απεικόνιση ενός δισδιάστατου κόσμου. Κι αυτό ποτέ δεν πρόκειται να το μάθουμε, γιατί δεν μπορούμε να κοιτάξουμε απ’ την «άλλη» πλευρά.

 

Κι ο Σωτηρίου, με μια έκφραση πρωτόγνωρου θριάμβου και ικανοποίησης στο πρόσωπο του, έπιασε ένα μάτσο χαρτιά, δίπλα απ’ το τερματικό, τα έσεισε αργά προς το μέρος του Μπενέτου και τον κοίταξε πάνω απ’ τα γυαλιά του, με χαμηλωμένο το κεφάλι και ανασηκωμένα τα φρύδια, ίδιος ο διάολος. Τα χείλη του άνοιξαν σατανικά σ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

 

—Λες;

 

Κι ο Μπενέτος θυμήθηκε ξαφνικά ότι ο Σωτηρίου είχε πει «πέτυχα». Έκανε μια κίνηση να σηκωθεί να δει τα χαρτιά, αλλά ο Γέρος τον έκοψε.

 

—Μη βιάζεσαι.

 

—Δη-Δηλαδή;

 

—Δηλαδή αγαπητέ μου, υπάρχει η «άλλη» πλευρά και δείχνει αυτό ακριβώς που είπαμε. Βέβαια εμείς δεν μπορούμε να τη δούμε, αλλά μπορούμε να δούμε την «άλλη» πλευρά ενός άλλου καθρέφτη, και τελικά είναι το ίδιο πράγμα αφού το φαινόμενο εκδηλώνεται κλιμακωτά στον αριθμό των διαστάσεων... Αλλά άσε με να σου τα εξηγήσω απ’ την αρχή.

 

Πήρε με βιαστικές κινήσεις μια καρέκλα, γύρισε τον καθρέφτη ανάποδα, και κάθησε δίπλα στον Μπενέτο. Είχε τον ενθουσιασμό ενός μικρού παιδιού που δείχνει το καινούργιο του παιχνίδι στο φίλο του. Ο Σωτηρίου του έδειξε το γυρισμένο καθρέφτη.

 

—Φαντάσου, είπε, ότι ο χώρος μας δεν είχε τρεις διαστάσεις -εκτός από το χρόνο. Φαντάσου ότι ζούσαμε σ’ ένα τετραδιάστατο Σύμπαν. Αν τότε κοιτάζαμε μέσα από έναν ανάλογο καθρέφτη, απ’ την «κανονική» του βέβαια πλευρά, τι θα βλέπαμε;

 

Ο Μπενέτος ήξερε την απάντηση, αλλά κόμπιασε.

 

—Έναν τρισδιάστατο κόσμο που θ’ απεικόνιζε τον δικό μας τετραδιάστατο, είπε τελικά.

 

—Μπράβο. Και μάλιστα θα είχαμε την αφέλεια να νομίζουμε ότι αυτός ο τρισδιάστατος κόσμος δεν είναι πραγματικός, αλλά απλώς αντιγράφει τις δικές μας κινήσεις στον πραγματικό κόσμο των τεσσάρων διαστάσεων. Και φυσικά θα είχαμε λάθος, γιατί κόσμος σε τρεις διαστάσεις υπάρχει και παραϋπάρχει, και μάλιστα είναι εντελώς ανεξάρτητος -τέλος πάντων, αυτό σηκώνει κουβέντα. Ε, ακριβώς το ίδιο πράγμα συμβαίνει και στην «πραγματικότητα», αλλά όλα είναι κατά μια διάσταση πιο κάτω.

 

—Όχι, όχι. Δεν είναι καθόλου έτσι, αντέδρασε ο Μπενέτος. Θα είχαμε κάθε δίκιο να θεωρούμε τον τρισδιάστατο κόσμο ανύπαρκτο και πιστό αντίγραφό μας, κι αυτό γιατί εμείς θα είχαμε κατασκευάσει τον καθρέφτη. Γιατί εμείς είμαστε τα «πρωτότυπα» που κοιτάνε τον καθρέφτη.

 

—Τώρα μάλιστα, έκανε ικανοποιημένος ο Σωτηρίου με τη σιγουριά του νικητή. Φτάσαμε στο κρίσιμο σημείο. Το κριτήριο, τελικά, είναι ποιος έχει φτιάξει τον καθρέφτη, ώστε να στηθεί μπροστά του και ν’ απαιτήσει ουσιαστικά από το είδωλο του να κινηθεί όπως αυτός.

 

—Ακριβώς αυτό είναι το κριτήριο, συμφώνησε ο Μπενέτος. Και είναι αδιάσειστο και ακλόνητο. Γιατί ακόμα και αν με μαθηματικά πετύχατε να δείξετε κάτι απ’ αυτά που ισχυρίζεστε, όλα θα μείνουν για πάντα μια απ’ τις τόσες θεωρίες που δεν μπορεί να τις καταρρίψει αλλά ούτε και να τις επαληθεύσει κανείς, αφού οι υποτιθέμενοι ανεξάρτητοι κόσμοι στις διαδοχικές διαστάσεις είναι εντελώς απομονωμένοι μεταξύ τους, αφού δεν μπορούν να δουν στην πράξη, στο πείραμα, την «άλλη» πλευρά των καθρεφτών τους. Τα μαθηματικά, η θεωρία, δεν φτάνουν.

 

Ο Σωτηρίου τον άφησε χωρίς αντίλογο. Κρατούσε στα χέρια του ένα φύλλο χαρτί και ένα στυλό. Τα πρότεινε στον άλλο μ’ ένα άνετο χαμόγελο.

 

—Αυτό, τού είπε, είναι ένας δισδιάστατος κόσμος μ’ ένα συμβολικό δισδιάστατο ανθρωπάκι μέσα του. Ας υποθέσουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι υπαρκτός και ανεξάρτητος όσο είναι και ο δικός μας -αν είναι. Εντάξει; Ζωγράφισε τώρα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο έναν καθρέφτη.[/font]

 

Ο Μπενέτος πήρε παραξενεμένος το στυλό και το χαρτί. Τελικά ίσως τον είχε υποτιμήσει τον Γέρο. Αλλά και πάλι, όσο καλή κι ενδιαφέρουσα θεωρία και να είχε προετοιμάσει, πρακτικά δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα. Και κάπου εκεί βρήκε κάτι που ασυναίσθητα έψαχνε τόση ώρα στη συμπεριφορά του άλλου. Μιλούσε για καθρέφτες, κόσμους και διαστάσεις, αλλά όλη αυτή την ώρα είχε φροντίσει να κρατιέται πάντα πίσω από τον καθρέφτη. Ο Μπενέτος έκανε μια νοητή σημείωση γι’ αυτό. Τέλος πάντων, κοίτα να δεις αδελφάκι μου που έμπλεξε μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα. Κοίταξε το χαρτί σκεφτικός για λίγο. Έπειτα τράβηξε ένα ευθύγραμμο τμήμα δεξιά από το ανθρωπάκι.

 

—Θεσπέσια, έκανε ο γέρος. Ένας εξαίσιος, ολόσωμος, μονοδιάστατος καθρέφτης σε δισδιάστατο κόσμο. Κοίτα τώρα καλά, Γιάννη. Το ανθρωπάκι καθρεφτίζεται μονοδιάστατα μέσα στον καθρέφτη του, όπως εμείς καθρεφτιζόμαστε δυσδιάστατα μέσα στους δικούς μας. Το ανθρωπάκι αυτό δεν μπορεί να δει απ’ την «άλλη» πλευρά του καθρέφτη του για να διαπιστώσει αν ο μονοδιάστατος κόσμος είναι υπαρκτός και ανεξάρτητος -ακριβώς όπως κι εμείς.

 

Σταμάτησε για μια στιγμή, και μετά είπε με στόμφο:

 

—Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κοιτάξει απ’ την «άλλη» πλευρά κανενός καθρέφτη. Γιατί δεν υπάρχει μόνο ένα είδος καθρέφτη. Ξέρω, σου φαίνεται παλαβό, αλλά τελικά μπορώ να αποδείξω ότι κάθε καθρέφτης έχει δυο πλευρές, αλλά ο κάθε κόσμος από τους δυο που γεφυρώνει έχει πρόσβαση μόνο στη μία. Και ο κόσμος με τη μεγαλύτερη διάσταση μπορεί πάντα πολύ πιο εύκολα να κατασκευάσει τον καθρέφτη, ακριβώς επειδή έχει την «εύκολη» πλευρά -η οποία απαιτεί μια διάσταση λιγότερη από κείνες που διαθέτει. Και ακόμα μπορώ να αποδείξω, ότι όλοι οι κόσμοι είναι υπαρκτοί. Και ανεξάρτητοι και εξαρτημένοι συγχρόνως. Και, α!, Γιάννη παιδί μου, οι καθρέφτες δεν απεικονίζουν πάντα πιστά αντίγραφα των διάφορων κόσμων...

 

Ο Γέρος πήρε το στυλό απ’ το χέρι του έκπληκτου και επιφυλακτικού καθηγητή.

 

—Κοίτα τι μπορεί να φτιάξει εδώ το ανθρωπάκι μας αφού δεν μπορεί να κοιτάξει απ’ «άλλη» πλευρά του μονοδιάστατου καθρέφτη του.

 

Ζωγράφισε ένα παραλληλόγραμμο αριστερά απ’ το ανθρωπάκι.

 

—Ξέρεις τι είναι αυτό Γιάννη παιδί μου; Είναι ένας δισδιάστατος καθρέφτης, αλλά, πρόσεξε, σ’ ένα δισδιάστατο κόσμο. Τώρα αυτό θα στο πω κάπως μπακάλικα. Όταν εμείς από πάνω κοιτάμε τον καθρέφτη, βλέπουμε μέσα απ’ την «κανονική» πλευρά τον δισδιάστατο κόσμο του χαρτιού.

 

Σήκωσε τώρα το χαρτί όρθιο ψηλά και το γύρισε ανάποδα μπροστά στον Μπενέτο, έτσι ώστε να του δείχνει την καθαρή σελίδα. Το ανθρωπάκι με τους δυο αλλόκοτους καθρέφτες του διαγραφόταν στο φως της λάμπας, καθώς το χαρτί έτεινε να γίνει διαφανές.

 

—Τι βλέπει λοιπόν Γιάννη το ανθρωπάκι απ’ την «άλλη» πλευρά του καθρέφτη;

 

Ο Μπενέτος μισάνοιξε το στόμα του. Ανατρίχιασε.

 

—Εμάς, είπε. Τον τρισδιάστατο κόσμο.

 

Ο Σωτηρίου άφησε το φύλλο να πέσει σιγά – σιγά στο τραπέζι, καθώς χαμογελούσε ευχαριστημένος.

 

—Μα όμως όλ’ αυτά..., άρχισε ο Μπενέτος.

 

—Όλ’ αυτά, αγόρι μου, θα μπορούσα να τα είχα σκεφτεί και σπιτάκι μου, δεν νομίζεις; Και τότε γιατί κλείνομαι στο εργαστήριο κοντά δυο χρόνια τώρα;

 

Σηκώθηκε.

 

—Ζήτησες πράξη. Πείραμα. Αποδείξεις. Θα τα έχεις.

 

Έδειξε με τον αντίχειρα πίσω του, ένα μεγάλο, σχεδόν κυβικό κουτί με ακμή ενάμισι περίπου μέτρο, ακουμπισμένο πάνω σ’ έναν πάγκο και σκεπασμένο μ’ ένα πανί. Ο Μπενέτος μέχρι τώρα δεν του είχε δώσει προσοχή. Το είχε περάσει για κάποιο καλυμμένο μηχάνημα που δεν ήταν σε χρήση τώρα τελευταία. Υποψιαζόταν τι έτρεχε, αλλά παρόλα αυτά ρώτησε σαν χαμένος:

 

—Τι είν’ αυτό;

 

—Το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής 2031, γέλασε ο Γέρος. Ή, αλλιώς, ένας τρισδιάστατος καθρέφτης.

 

—Η «άλλη» πλευρά του;

 

—Ακριβώς, έκανε ο άλλος κάπως συνωμοτικά. Η αντίθετη από ’κείνη που βλέπουν οι άνθρωποι του τετραδιάστατου κόσμου.

 

—Ε, τότε ξεσκέπασέ τον. Είμαι περ-

 

—Και όπως πάντα βιαστικός. Γιάννη αγόρι μου, πριν δεις, χρειάζεσαι πρώτα λίγη ακόμα θεωρία.

 

Ο Μπενέτος ξεφύσηξε σιγανά αλλά έμεινε υπομονετικά στη θέση του. Εδώ και λίγα λεπτά είχε αρχίσει να αλλάζει ριζικά γνώμη σχετικά με τις περιστασιακές προσκλήσεις του γεροπαραξενιάρη. Τελικά, φαίνεται ότι αυτοί οι μήνες αυτοεξαφάνισης του Σωτηρίου δεν είχαν παει χαμένοι. Και όλες εκείνες οι, ατελείωτες καμιά φορά, ώρες κάποια βράδια που τον έστηνε εδώ, δεν ήταν σκέτες αερολογίες, ή απλές θεωρητικές και μόνο διαλέξεις όπως είχε νομίσει κάποιες φορές. Αν τα μισά μόνο απ’ όσα έλεγε αυτός ο άνθρωπος ήταν αλήθεια, και μπορούσε να τ’ αποδείξει, και κυρίως αν αυτός ο τρισδιάστατος καθρέφτης ήταν πραγματικά ένα παράθυρο σ’ ένα τετραδιάστατο Σύμπαν, τότε ο Σωτηρίου θα είχε χωρίς αμφιβολία εξασφαλίσει το πρώτο Νόμπελ θετικών επιστημών για την Ελλάδα, και με ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο.

 

—Κάνε μου τη χάρη παιδί μου και σκέπασε πάλι τον δισδιάστατο καθρέφτη. Έχει σημασία αυτό.

 

—Δεν καταλαβαίνω. Τι-

 

—Θα καταλάβεις σε λίγο.

 

Ο Μπενέτος υπάκουσε, και τώρα ο Γέρος καθόταν πάλι δίπλα του.

 

—Τι είδους επικοινωνία, εκτός από οπτική, έχουμε με τον δισδιάστατο κόσμο μέσα στους καθρέφτες μας;

 

—Δεν νομίζω ότι έχουμε καμιά άλλη.

 

—Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι θα μπορούσαμε να είχαμε και ακουστική επαφή χωρίς όμως να το ξέρουμε;

 

Ο Μπενέτος μαρμάρωσε.

 

—Όχι, δεν το ‘χω σκεφτεί, κι αν θέλετε τη γνώμη μου, μου φαίνεται τρομερά απίθανο. Αυτό πια αγγίζει τα όρια της…

 

—Της παράνοιας; συμπλήρωσε ο Σωτηρίου. Η διαμαρτυρία σου είναι απόλυτα κατανοητή. Όταν όμως δεις αυτό που έφτιαξα, θα πάψεις να σκέφτεσαι έτσι. Λοιπόν, πιστεύω ότι είναι πιθανό να μπορούμε να επικοινωνήσουμε ακουστικά με τον κόσμο μέσα στους καθρέφτες μας, αλλά μέχρι τώρα ούτε εμείς, ούτε εκείνοι το είχαμε φανταστεί, λόγω ενός απλούστατου και τόσο αναμενόμενου γεγονότος που καθιστά το όλο ζήτημα υπεράνω κάθε υποψίας: Όταν μιλάμε εμείς κι εκείνοι στις δυο πλευρές του καθρέφτη, λεμε ακριβώς τα ίδια πράγματα και συγχρόνως. Μη βιαστείς να προβάλεις τις αντιρρήσεις σου. Αυτό που μόλις είπα είναι απλώς μια σκέψη μου, μια ανεπίσημη υπόθεση που έχω κάνει, αντίθετα μ’ όλα τ’ άλλα, που είναι μαθηματικά και πρακτικά επαληθευμένα.

 

—Ήθελα να πω ότι, αν ήταν έτσι, τότε θα ’πρεπε να ακούγονται δυο φωνές μαζί, όσο κι αν έχουν την ίδια χροιά. Και μια τέτοια επικοινωνία θα σήμαινε αυτόματα την μη ανεξαρτησία των δυο κόσμων. Το είδωλο μου είναι αναγκασμένο να λέει και να κάνει τα ίδια μ' εμένα άσχετα από τη θέλησή του.

 

—Αγαπητέ μου Γιάννη. Εδώ μπαίνει εκείνο το πολύ σημαντικό που σου είπα, ότι οι κόσμοι είναι αλληλοεξαρτώμενοι και ανεξάρτητοι συγχρόνως. Για παράδειγμα, γιατί κάθε πρωί ο εαυτός σου στον καθρέφτη ξυρίζεται;

 

—Γιατί πάω εγώ να ξυριστώ βέβαια.

 

—Αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο. Ξέρεις, ξεκίνησα την έρευνά μου μ’ αυτή την αποδοχή αίτιου-αιτιατού, αλλά όλες οι προσπάθειες για μαθηματική μοντελοποίηση της θεωρίας κατέληξαν σε μια περίεργη απροσδιοριστία. Ανάστρεψα την σχέση αίτιου-αιτιατού, δηλαδή θεώρησα τον κόσμο μας αντανάκλαση του δισδιάστατου, αλλά η απροσδιοριστία παρέμεινε, με άλλη όμως μορφή. Δεν μου έμενε λοιπόν, παρά να παραδεχτώ ότι δυο παράλληλα γεγονότα στους δυο κόσμους τους οποίους χρησιμοποίησα για παράδειγμα, ήταν ταυτόχρονα αίτιο και αιτιατό. Ξέρω πως αυτή η άποψη ανατρέπει ριζικά την μέχρι τώρα ιδιαίτερα τακτοποιημένη ιδέα που έχουμε για τον κόσμο μας ακόμα και μετά την Κβαντομηχανική ή τις Θεωρίες της Σχετικότητας και του Χάους. Όμως ήταν η μόνη διέξοδος που είχα, και η άμεση άρση της απροσδιοριστίας σ’ όλες τις εξισώσεις και τα συστήματα ήταν εντυπωσιακή. Το συμπέρασμα είναι, ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε ποιος προκαλεί πρώτος ποιον να έρθει στον καθρέφτη. Μ’ άλλα λόγια, κανένας κόσμος δεν είναι αντανάκλαση κανενός. Συνυπάρχουν ταυτόχρονα όλοι, και ο καθένας τους εξαρτάται τόσο απ’ όλους τους άλλους, όσο κι εκείνοι απ’ αυτόν. Για παράδειγμα, σκέφτηκα να ειδοποιήσω τον δισδιάστατο και τον τετραδιάστατο εαυτό μου για την ανακάλυψη μου σχετικά με την «άλλη» πλευρά των καθρεφτών. Όμως, απλώς δεν χρειάζεται, αφού, -πιθανότατα-, η ίδια ανακάλυψη έγινε ταυτόχρονα σ’ όλες τις διαστάσεις. Και ξαναγυρίζουμε πίσω στην ακουστική πλευρά του ζητήματος. Είδαμε πως ο εαυτός σου δεν είναι ακριβώς αναγκασμένος να κάνει ό,τι κι εσύ, κι εσύ το ίδιο. Όμως ποτέ δεν έχεις ακούσει τον εαυτό σου να λέει κάτι διαφορετικό από σένα. Αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα. Η ταύτιση της δράσης στους κόσμους είναι σχεδόν απόλυτη. Κάποιες φορές όμως αυτό δεν τηρείται. Και τότε ακούς τον εαυτό σου να λέει ή και να κάνει κάτι διαφορετικό. Τότε αποδεικνύεται και η ακουστική επαφή. Ξέρω τουλάχιστον έναν τρόπο για να το προκαλέσω αυτό, και το έχω δει μια φορά να συμβαίνει.

 

—Θα θελα να το δω κι εγώ, αν δεν έχετε αντίρρηση, κύριε καθηγητά.

 

—Μην είσαι καθόλου σίγουρος. Είναι τρομερά οδυνηρό. Καθόλου ευχάριστο. Πολύ δύσκολο να το χωρέσει ο νους μας, που τόσα χρόνια έχει μάθει να σκέφτεται μ’ έναν πολύ πιο ήρεμο και σταθερό τρόπο. Ξέρεις, στην αρχή πίστευα κι εγώ πως, κάθε φορά που ερχόμουν στον καθρέφτη, εξανάγκαζα τον εαυτό μου. Όμως είναι έτσι, αλλά και πάλι όχι ακριβώς. Δυστυχώς μόνο αυτό μπορώ να σου πω με λέξεις. Όταν θα δεις τις εξισώσεις, θα καταλάβεις.

 

Ο Σωτηρίου σηκώθηκε και πήγε ως το βάθος της αίθουσας, σε κάτι πάγκους που ακουμπούσαν στον τοίχο. Έδειξε τους σωρούς με τα βιβλία και τα χοντρά ντοσιέ και μερικά από τα τερματικά του πανίσχυρου δικτύου.

 

—Αντιμετώπισα μεγάλο πρόβλημα με τα μαθηματικά, είπε τέλος. Η μέχρι τώρα υπάρχουσα Θεωρία των Διανυσματικών Χώρων αποδείχτηκε ανεπαρκής. Έτσι, αναγκάστηκα να της κάνω μια μικρή αλλά σημαντική βελτίωση - προσθήκη...

 

Ο Μπενέτος είχε ανοίξει το στόμα του απ’ την έκπληξη. Για μια στιγμή είχε δυσπιστήσει, αλλά μετά θυμήθηκε ότι το μεγάλο εκείνο μυαλό που είχε μπροστά του κατείχε κάνα - δυο ακόμη Ph.D. σε ισάριθμες επιστήμες εκτός της Φυσικής. Και είχε κρατήσει μυστικές όλες αυτές τις ανακαλύψεις μέχρι το τέλος! Και τώρα τις ανακοίνωνε για πρώτη φορά σ’ ένα και μόνο άτομο, μ’ αυτή την εκνευριστική νηφαλιότητα και ηρεμία. Θα πρέπει να του είχε στοιχίσει πολύ που είχε χάσει εκείνο το Νόμπελ. Δούλεψε τρομερά τα δυο τελευταία χρόνια. Άκου εκεί «είχε κάνει μια μικρή βελτίωση». Ομάδες απόλυτα εξειδικευμένων επιστημόνων χρειάζονταν χρόνια για να κάνουν κάτι τέτοιο! Κι αυτός...

 

—Στο τέλος δούλεψε. Τώρα, όλ’ αυτά που σου είπα, είναι εδώ, και μέσα στους υπολογιστές, μαθηματικά τεκμηριωμένα, μια πλήρης θεωρία, με την μαθηματική της επένδυση και την πειραματική της επαλήθευση. Μοναδική εξαίρεση είναι η ηχητική επικοινωνία, που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην προσωπική μου εμπειρία. Η κατασκευή του τρισδιάστατου καθρέφτη μου πήρε κάπου έξι μήνες. Αυτός ο καθρέφτης καθρεφτίζει με τον όγκο και όχι με την επιφάνειά του. Το πώς έγινε αυτό κατορθωτό, θα το βρεις σ’ αυτούς τους τόμους, και θα μου έπαιρνε καμιά βδομάδα για να το εξηγήσω ακόμα και σ’ έναν ειδικό σαν εσένα. Πάντως σου εγγυώμαι ότι είναι ένα μικρό θαύμα. Λοιπόν...

 

Ο Μπενέτος ανακάθισε ανήσυχα στην καρέκλα του. Σε κάθε λέξη του Σωτηρίου είχε ταλαντευτεί πότε από ‘δω και πότε από ’κει, είχε τρανταχτεί ο ίδιος ο τρόπος σκέψης του, είχε ανάψει το επιστημονικό και προσωπικό του ενδιαφέρον όσο δεν πήγαινε άλλο. Η αγωνία του είχε μεγαλώσει με την αποκάλυψη κάθε καινούριας πληροφορίας, που συνήθως ήταν ακόμα πιο συνταρακτική από την προηγούμενη. Ο Μπενέτος δύσκολα θα άντεχε λίγα ακόμα λεπτά αναμονής.

 

—Ξέρω, ξέρω. Τώρα θες να δεις τον τρισδιάστατο καθρέφτη και τον τετραδιάστατο κόσμο. Όμως θα πρέπει να σε προειδοποιήσω. Γιατί μ’ εμένα έγινε ένα -τρομερό θα έλεγα- περιστατικό, λίγες μέρες πριν. Αναρωτιόμουν το ίδιο που αναρωτιέσαι κι εσύ τώρα. Και είδα. Ο τετραδιάστατος κόσμος είναι τρομακτικός. Η εμφάνιση του ειδώλου σου σού κόβει την ανάσα. Αυτό θα πρέπει να οφείλεται σ’ εκείνη την επιπλέον διάσταση, που δίνει στα είδωλα εκείνα μια αποτρόπαιη επιβλητικότητα. Όπως μπορείς να φανταστείς, δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια αυτή την τέταρτη διάσταση η οποία σε κεντρίζει. Θα τη δεις μόνος σου. Αυτό που είναι όμως ακόμα πιο περίεργο, είναι το ότι, ενώ τις πρώτες φορές φοβόμουν τόσο πολύ, και ακόμα φοβάμαι σημαντικά, η αντίδρασή μου δεν ήταν ανάλογη. Δεν έτρεξα να κρυφτώ. Μπορεί εσωτερικά να έγινα σμπαράλια, και οι απειλητικές, όπως είμαι σίγουρος ότι θα διαπιστώσεις, φιγούρες να με τρομοκρατούσαν ως τα βάθη της ψυχής μου, αλλά καθώς διαπίστωσα και επιβεβαίωσα μετά από πολλές χρήσεις του καθρέφτη, η αντίδραση του σώματός μου ήταν ακριβώς αυτή των ειδώλων μας σε ένα δισδιάστατο καθρέφτη. Όταν το σκέφτηκα αργότερα το βρήκα πολύ λογικό και αναμενόμενο. Οι άνθρωποι του δισδιάστατου κόσμου βρίσκονται κάθε φορά στη θέση που είχα βρεθεί εγώ, που θα βρεθείς εσύ σε λίγο. Και τι κάνουν; Παρ’ όλο που σίγουρα τρομοκρατούνται από την δική μας επιπλέον διάσταση, κάνουν ακριβώς τις κινήσεις μας -ή εμείς τις δικές τους, δεν έχει σημασία. Έτσι κι εγώ, αντιδρούσα σαν ένα κοινό είδωλο στον καθρέφτη αντιγράφοντας τις κινήσεις του τετραδιάστατου εαυτού μου (ή αυτός τις δικές μου).

 

Ο γέρος σταμάτησε λίγο, έγλειψε αμήχανα και διστακτικά τα χείλια του και συνέχισε με χαμηλή φωνή.

 

—Και τότε έγινε εκείνο το ατύχημα. Είχα αναρωτηθεί τι θα συνέβαινε αν έβαζα τον ένα καθρέφτη απέναντι στον άλλο. Θα γεφύρωνα τις δύο με τις τέσσερις διαστάσεις. Και πώς θα αντιδρούσε ο δισδιάστατος εαυτός μου που μόλις και άντεχε εμένα στην όψη; Δεν το ήθελα. Όμως οι καθρέφτες ήταν απέναντι όπως τώρα, και ξεσκέπασα τον τρισδιάστατο χωρίς να έχω σκεπάσει τον δισδιάστατο. Μόλις το κατάλαβα, έκανα πάνω στη σαστιμάρα μου το δεύτερο και μοιραίο λάθος. Μπήκα ανάμεσά τους στην προσπάθειά μου να σκεπάσω τον δισδιάστατο. Τότε ο δισδιάστατος εαυτός μου είδε για μια στιγμή την πλάτη του τετραδιάστατου. Και έγινε εκείνο που είχα προβλέψει θεωρητικά. Ο δισδιάστατος εαυτός μου, στην τρομερή εκείνη θέα δύο διαστάσεων πάνω απ’ αυτόν, σταμάτησε να τρέχει καταπάνω μου, κι ενώ εγώ συνέχιζα να τρέχω να σκεπάσω το μικρό καθρέφτη, έπιασε το κεφάλι του, έβγαλε μια ανατριχιαστική κραυγή απόγνωσης και έπεσε νεκρός από το σοκ. Είχε πραγματικά γίνει μια διαφοροποίηση πράξεων από διάσταση σε διάσταση. Και είχε ακουστεί κάτι που το είχε πει μόνο ο ένας απ’ τους δυο μας.

 

Ο Μπενέτος δεν τολμούσε ν’ αρθρώσει λέξη. Ο Σωτηρίου είχε σωπάσει καθώς στεκόταν δίπλα στο σκεπασμένο μικρό καθρέφτη. Κοίταξε μια τον συνάδελφό του και μια τον καθρέφτη. Ο Μπενέτος σχεδόν έτρεμε από την ένταση και την αγωνία.

 

—Κοίτα, είπε ο Σωτηρίου. Δεν θέλω τώρα τίποτα βλακείες περί βρικολάκων ή οτιδήποτε άλλο, αλλά... δεν έχω είδωλο, είπε και τράβηξε το πανί.

 

Κρύος ιδρώτας έλουσε στη στιγμή τον άλλο. Ο Γέρος ήταν όρθιος εκεί, δίπλα ακριβώς στον καθρέφτη, και μέσα του δεν καθρεφτίζονταν παρά μόνο οι τοίχοι του εργαστηρίου και οι πάγκοι με τα όργανα. Ο Σωτηρίου τον είδε που υπέφερε σ’ αυτή την αλλόκοτη, αφύσικη θέα. Κάλυψε πάλι τον καθρέφτη.

 

—Τώρα ξέρεις όλα όσα χρειάζεσαι. Θέλεις να δεις ακόμα τον τρισδιάστατο καθρέφτη;

 

—Ναι, ψέλλισε ο Μπενέτος.

 

—Είσαι σίγουρος;

 

Ο καθηγητής σηκώθηκε απ’ τη καρέκλα του και πήγε στον μικρό καθρέφτη. Έχοντας τον Γέρο δίπλα του, σήκωσε το πανί και κοίταξε το είδωλό του σκεφτικός για αρκετή ώρα. Ανάσαινε βαριά. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι (στον εαυτό του; στο είδωλο του; στον γέρο; ) και το δισδιάστατο είδωλο του ακολούθησε αμέσως την κίνηση. Ο Μπενέτος δεν είπε τελικά τίποτα, ίσως γιατί κατάλαβε πόσο μάταιο θα ήταν. Μόνο ξεροκάταπιε με προσπάθεια, άφησε το πανί να πέσει στη θέση του και, γυρίζοντας στον Σωτηρίου, του έκανε ένα διστακτικό καταφατικό νεύμα. Εκείνος έκανε μερικά βήματα μέχρι τον απέναντι πάγκο και, τραβώντας το πανί, αποκάλυψε το θαυμαστό και τρομακτικό συγχρόνως κατασκεύασμά του, αφήνοντας τον Μπενέτο μια παγοκολώνα γεμάτη από έναν πρωτόγνωρο τρόμο ανείπωτης έντασης που του ξυπνούσε, τραβώντας έξω, τους πιο βαθιά θαμμένους αρχέγονους εφιάλτες του υπερφυσικού, μιας πραγματικότητας που δεν άνηκε στο γνωστό Σύμπαν, ενός κόσμου με μια ολόκληρη διάσταση παραπάνω.

 

Το θέαμα ήταν τραγικά οδυνηρό για τα ανθρώπινα μάτια, που είχαν μάθει χιλιετίες τώρα να δουλεύουν σ’ ένα τρισδιάστατο Σύμπαν. Η τέταρτη εκείνη χωρική διάσταση βίαζε την όρασή τους και εκδηλωνόταν μ’ έναν αβάσταχτα αμείλικτο τρόπο, που ο εγκέφαλος με δυσκολία μπορούσε ν’ αντέξει. Παρ’ όλα αυτά, ο Μπενέτος στεκόταν εκεί, κοιτάζοντας ακίνητος, μαζί με τον εφευρέτη αυτού του πράγματος τα τετραδιάστατα είδωλα τους, προσπαθώντας ν’ αντέξουν το βάναυσο θέαμα.

 

Ο καθρέφτης αυτός πραγματικά καθρέφτιζε με τον όγκο του. Δεν ήταν ακριβώς κυβικός, αλλά είχε κάπως πρισματικές πλευρές, που αποτελούνταν από πυραμίδες με βάση την κάθε έδρα του κύβου και πολύ μικρό ύψος. Ο καθρέφτης ήταν διάφανος για να μπορεί να γίνει εκμετάλλευση του όγκου του, και καθρέφτιζε προς οποιαδήποτε δυνατή κατεύθυνση στο χώρο. Υπήρχαν στιγμές που ο Μπενέτος τον έβλεπε με αυτές τις πλακουτσωτές πυραμίδες στις έδρες του να προσομοιάζει κάπως μια χοντροκομμένη σφαίρα, και άλλες που του φαινόταν σαν ένα ελάχιστα κατεργασμένο διαμάντι. Τα είδωλά τους διαχέονταν σ’ όλο του τον όγκο και τους κοίταζαν αδυσώπητα μέσα στα μάτια κάθε φορά που εκείνοι τολμούσαν να τα υψώσουν προς τα δικά τους, έχοντας πάντα όλη εκείνη την άνεση και την ανωτερότητα που τους έδινε η μία παραπάνω διάστασή τους. Ήταν ένα εξοντωτικό θέαμα, που τα «φυσιολογικά» ανθρώπινα μάτια δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν για πολύ. Δεν ήταν ν’ απορεί κανείς που ο Γέρος κρατούσε την πύλη αυτή της κόλασης συνέχεια καλυμμένη.

 

—Δηλαδή έτσι νιώθουν τα είδωλά μας κάθε φορά που κοιταζόμαστε στον καθρέφτη;

 

—Ναι. Κάπως έτσι, εφόσον κάνουν χρήση του δικού τους δισδιάστατου καθρέφτη. Μπορούσες να φανταστείς ότι είχες βασανίσει έτσι ανθρώπινα πλάσματα;

 

Γύρισαν την πλάτη τους στον καθρέφτη μην αντέχοντας άλλο. Δεν ένιωθαν και πολύ άνετα ξέροντας ότι άφηναν πίσω τους εκείνους τους τετραδιάστατους απειλητικούς γίγαντες, προσπαθούσαν όμως να παρηγορηθούν στην ιδέα ότι (μάλλον...) κι εκείνοι τους είχαν γυρίσει την πλάτη.

 

—Και αυτό μέχρι πού συνεχίζεται; Αν ο μονοδιάστατος καθρέφτης σ’ ένα δισδιάστατο κόσμο είναι ένα ευθύγραμμο τμήμα, τότε ο αδιάστατος καθρέφτης σ’ ένα μονοδιάστατο κόσμο είναι ένα σημείο;

 

—Ίσως. Η θεωρία μου δεν μπορεί να προβλέψει κάτι τέτοιο. Μάλλον θα πρέπει να σταματάει εκεί προς τα κάτω. Προς τα πάνω δεν μπορώ να πω απολύτως τίποτα. Δεν ξέρω καν αν σταματάει, ψιθύρισε ο Σωτηρίου και τα λόγια του κόπηκαν στη σκέψη εκείνου του πλαγιαστού οχταριού που ήταν πολύ μεγάλο για οποιοδήποτε ανθρώπινο μυαλό.

 

Ο Σωτηρίου πέρασε μέσα σε μεγάλη έξαψη τα χέρια του πάνω απ’ το πρόσωπό του μουρμουρίζοντας απεγνωσμένα:

 

—Θεέ μου, αναρωτήθηκε, φοβούμενος να μιλήσει δυνατά, μετά απ’ όλ’ αυτά ποιος αποκλείει ότι υπάρχουν αρνητικές διαστάσεις; Γιατί να υπάρχει κάτω όριο;

 

Ο Μπενέτος κοίταζε μπροστά του σαν χαμένος. Στεκόταν πολύ κοντά στον δισδιάστατο καθρέφτη. Τώρα κοίταζε επίμονα το πανί που τον κάλυπτε.

 

—Μην το κανείς, είπε ο γέρος. Μην του το κανείς αυτό.

 

Άπλωσε το χέρι του. Ακούμπησε το πανί. Ήθελε να δει. Θυμήθηκε τον καθρέφτη άδειο απ’ το είδωλο του γέρου. Έσφιξε την άκρη του πανιού στο χέρι του. Και των δυο τα νεύρα ήταν από ώρα πολύ τεντωμένα. Τώρα πήγαιναν να σπάσουν. Ξαφνικά, ο Μπενέτος άφησε το πανί. Έκανε να γυρίσει προς τον μεγάλο καθρέφτη πίσω τους.

 

—Θα τον σκεπ-

 

Ο Μπενέτος έμεινε εκεί, να κοιτάζει μέσα στον καθρέφτη, για ένα περίπου δευτερόλεπτο, βγάζοντας σιγανούς άναρθρους ήχους. Ο Σωτηρίου γύρισε και κείνος. Και είδε. Είδε μέσα στο βάθος του τρισδιάστατου καθρέφτη, έναν τετραδιάστατο καθρέφτη, να ξεχειλίζει απ’ το θανατηφόρο θέαμα δυο πενταδιάστατων πλασμάτων που ήταν οι εαυτοί τους!

 

Ο γέρος έβγαλε ένα μικρό βογκητό και έπεσε νεκρός. Ο Μπενέτος τον είδε να πεθαίνει και, τρελός απ’ τον πενταδιάστατο φόβο, προσπάθησε να φτάσει τον αποτρόπαιο καθρέφτη. Με την παραφροσύνη να θεριεύει μέσα του και τον θάνατο να παραμονεύει στο επόμενο κλάσμα του δευτερολέπτου, τρέκλιζε, μπουσούλαγε, σερνόταν.

 

—Να το σκεπάσω. Θεέ μου, να το σκεπάσω. Δώσε μου δύναμη να το σκεπάσω...

Edited by mman

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Σνιφ σνιφ! Lovecraft μυρίζει. Αυτός ο μικρός εικοσάχρονος δείχνει να έχει ταλέντο. Ας τον έχουμε υπ' όψιν για το μέλλον. Ένα παράπονο έχω. Παρακαλώ θέλω πίσω το 2008 και - κυρίως - τους σωρούς από δισκέτες.

 

Απορία γενικής φύσεως: Γιατί πάντα μια ματιά σε έναν τέτοιο κόσμο πρέπει να συνδυάζεται με αποτρόπαια φρίκη. Γιατί όχι απαράμιλλη ομορφιά;

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

1) Σνιφ σνιφ! Lovecraft μυρίζει. [...] Ένα παράπονο έχω. Παρακαλώ θέλω πίσω το 2008 και - κυρίως - τους σωρούς από δισκέτες.

 

2) Απορία γενικής φύσεως: Γιατί πάντα μια ματιά σε έναν τέτοιο κόσμο πρέπει να συνδυάζεται με αποτρόπαια φρίκη. Γιατί όχι απαράμιλλη ομορφιά;

1) Προσπαθώ να θυμηθώ αν είχα διαβάσει Lovecraft τότε. Νομίζω αυτό συνέβη τα αμέσως επόμενα χρόνια, δηλαδή '91-'93. Αλλά βλέποντάς το από τόσο μακριά, σίγουρα έχεις δίκιο. Μυρίζει Lovecraft. Έντονα μάλιστα. Και σίγουρα ήταν πιο αυθεντικό πριν το ρετουσάρισμα.

 

2) Χαχα, αυτό ήταν καλό όσο και διδακτικό: Γιατί το "πάντα" δεν ήταν καθόλου προφανές στο μυαλό του συγγραφέα και φαντάζομαι ότι αυτό, μεταξύ άλλων, οφείλεται και στα όχι αρκετά διαβάσματά του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αν το διάβαζα σήμερα, νομίζω θα του έλεγα "Φίλε, γράφεις τα προφανή και, πέρα από την ενδιαφέρουσα ιδέα του καθρέφτη, είναι εμφανές ότι σου λείπει η πρωτοτυπία. Διάβασε περισσότερο!" Για την ιστορία, το έκανε αλλά όχι τόσο όσο έπρεπε.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Martin Ocelotl

Αν το διάβαζα στην ηλικία που το έγραψες, θα είχα να σου πω ένα κάρο πράματα για τις διαστάσεις και τη συμπεριφορά τους. Τωρα που το διαβάζω είμαι πια 45 κι έχω μάθει να εκτιμάω την φαντασία όσο και την επιστήμη. Ετσι λοιπόν, δεν εχει νοημα να σχολιάσω κάτι, πέρα από το ότι μου άφησε μια ωραία γεύση.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Επειδή δεν περιμένεις πολύ σοβαρά σχόλια, δεν κάνω και πολλά.

Να πω πάντως ότι μου άρεσε η ιδέα του καθρέφτη ως συσκευή επικοινωνίας για δυο λόγους:

α) Οι συνειρμοί από φυσική αλλά και παραμύθια είναι ισχυροί.

β) Η φάση με τον τύπο

που δεν είχε είδωλο

ήταν δυνατή. Επιπλέον, από εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα ότι ήταν θέμα χρόνου να δρομολογηθεί μια χιονοστιβάδα αλλαγών.

 

 

Είναι τόσο παλιό που κάποια στιγμή χρειάστηκε ρετουσάρισμα: Η χρονολογία 2031 που αναφέρεται αρχικά ήταν 2008(!) και το "πανίσχυρο δίκτυο" ήταν... μία στοίβα δισκέτες...

 

Ω, πόσο μου αρέσουν αυτά! Εγώ που είμαι και ολίγον παλαιότερη, έχω για ρετουσάρισμα ένα ολόκληρο μυθιστόρημα που βασίζεται σε μαγνητικές ταινίες!

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..