Jump to content
Sign in to follow this  
mman

Ίσως Κάποιο Επόμενο Ξύπνημα

Recommended Posts

mman

Όνομα Συγγραφέα: Μιχάλης Μανωλιός

Είδος: Επιστημονική φαντασία

Βία; Όχι

Σεξ; Μα, φυσικά! Πολύ! (Διαφήμιση) Ε, όχι live... (Ειλικρίνεια)

Αριθμός Λέξεων: 8.000

Αυτοτελής; Ναι.

Σχόλια: Αυτό είναι ένα "άτυχο" διήγημα. Γράφτηκε το 1993, ακριβώς πριν τη "Σοκολάτα" (για όσους την ξέρουν). Έμεινε την τελευταία στιγμή έξω από την πρώτη συλλογή διηγημάτων μου "Σάρκινο Φρούτο" υπέρ ενός άλλου διηγήματος ("Μόνο Ένα Παιχνίδι"). Το 2005 υπέστη μερικές σημαντικά βελτιωτικές διορθώσεις, κυρίως στο θέμα της σαφήνειας, ακολουθώντας τις υποδείξεις του 6ου Λογοτεχνικού Εργαστηρίου της ΑΛΕΦ (τους συμμετέχοντες του οποίου και ευχαριστώ πολύ). Έτσι, ήταν έτοιμο για την δημοσίευσή του στο φανζίν "Δραματουργοί των Γιανν" (έτσι κι αλλιώς, λόγω μεγέθους δεν χωρούσε πουθενά αλλού). Όμως το επίμαχο τεύχος δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Πριν λίγους μήνες, αποκλείστηκε (με μάλλον συνοπτικές διαδικασίες) από τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου ("...και το Τέρας") που θα εκδοθεί μέσα στο 2009, οπότε και κατέληξε στις οθόνες σας.

 

 

ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΙΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

 

«Πραγματικότητα είναι αυτό που όταν σταματήσεις να το πιστεύεις, συνεχίζει να υπάρχει»

 

Philip K. Dick

 

 

 

Μάνα, 49713 μ.

 

 

Ο Στόρλια Έι κοίταξε σκεπτικός τις ατελείωτες σειρές τους. Ήταν ένα θέαμα που το είχε ξαναντικρίσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια, κι όμως δεν είχε χάσει τίποτα από εκείνο το πανάρχαιο μεγαλείο, τη φθαρμένη, ξεχασμένη σχεδόν, μεγαλοπρέπεια και κυρίως εκείνο τον αυθόρμητο υποβλητικό σεβασμό που ενέπνεε και το ανατριχιαστικό συχνά δέος που προκαλούσε.

 

Εκατοντάδες απ’ αυτές, αιωρούμενες και ξεθαμμένες, να δέρνονται από τους προαιώνιους ανέμους που δεν είχαν κουραστεί να φυσάνε σηκώνοντας άμμο, σκόνη και χώμα, καθώς συμπλήρωναν τη μια χιλιετία μετά την άλλη, και σίγουρα δεν θα κουράζονταν ποτέ – τουλάχιστον όπως μπορεί να εννοήσει ένας άνθρωπος την λέξη αυτή.

 

Αρκετές δεκάδες απ’ αυτές μισοθαμμένες στην πλαγιά του βουνού, με το χώμα να ρέει ασταμάτητα πάνω τους και να απομακρύνεται συνεχίζοντας έτσι υπομονετικά αυτή τη μεγάλη αποκάλυψη, που ακριβώς έτσι είχε άλλωστε ξεκινήσει. Με κοντά, καχεκτικά, γκρίζα απ’ τη σκόνη φυτά, που παρ’ όλα αυτά δεν φαίνονταν να έχουν γνωρίσει καλύτερες μέρες, να προσπαθούν μάταια να συγκρατήσουν το χώμα που ξέφευγε αργά αλλά σταθερά μέσα απ’ τις ρίζες τους.

 

Και τέλος, εκατομμύρια απ’ αυτές θαμμένες μέσα στο βουνό, σε τέλεια στοίχιση με τις υπόλοιπες και, σίγουρα, εξακριβωμένα, ατελείωτα επίπεδα απ’ αυτές απλωμένα σε χαμηλότερα ύψη και τακτικά διασκορπισμένα μέσα στη μάζα του βουνού αλλά και του ωκεανού πιο κάτω.

 

Ο Στόρλια Έι σάρωσε με μια ματιά όλο αυτό το γνώριμο πια, αλλά πάντα εντυπωσιακό θέαμα: Ένα αιωρούμενο βουνό από σαρκοφάγους. Μετά πήδηξε από την έξοδο της ακάτου στο χώμα που έμοιαζε να τρέχει συνεχώς κάτω απ’ τα πόδια του. Στράφηκε προς τα πίσω και ο Ντράβλις Α του έδωσε το πρώτο κιβώτιο. Τα δύσκολα τώρα ξεκινούσαν.

 

Με το κιβώτιο στους ώμους και τους σάρκινους και μηχανικούς συντρόφους του να τον ακολουθούν ξεφορτώνοντας κι εκείνοι, ο Στόρλια Έι έριξε μια ματιά μέσα απ’ τα ερμητικά κλειστά μαύρα γυαλιά του στο κίτρινο άστρο που, αρκετά ψηλά στο στερέωμα, έτρωγε όπως πάντα τα ίδια του τα σωθικά εκσφενδονίζοντάς τα υπό μορφή ενέργειας προς τον πλανήτη. Υπολόγιζε από τη θέση του ήλιου ότι θα πρέπει να ήταν γεμάτο μεσημέρι, αλλά όλη αυτή η σκόνη που στροβιλιζόταν και λυσσομανούσε στον αέρα είχε σαν αποτέλεσμα τίποτα να μην θύμιζε έστω και ελάχιστα αυτό που ο Στόρλια Ει ήξερε για μεσημέρι. Στην Κοιμισμένη Πόλη των Ανέμων έμοιαζε να επικρατεί ένα πάντα όψιμο απόγευμα, που εναλλασσόταν με βαθιές, κατάμαυρες, μανιασμένες νύχτες.

 

Την αποστολή αυτή τη φορά αποτελούσαν πέντε έμπειροι αλλά και παθιασμένοι επιστήμονες, που βιάζονταν τόσο πολύ να στήσουν τον εξοπλισμό τους πριν απ’ το σούρουπο, ώστε οι πιο νέοι βγήκαν έξω να βοηθήσουν τα ρομπότ στη δουλειά. Ακόμα και τα μέλη του πληρώματος της ακάτου που τους είχε κατεβάσει από το μητρικό σκάφος, φόρεσαν κι εκείνοι τις στολές τους και βγήκαν ένας – ένας έξω να δουλέψουν. Η περιστροφή της Μάνας γύρω απ’ τον εαυτό της δεν ήταν υπερβολικά γρήγορη, αλλά όλος αυτός ο χαλασμός μείωνε σημαντικά την ορατότητα, επιταχύνοντας έτσι την έλευση της νύχτας.

 

Μόλις πέντε λεπτά αργότερα, ο ένας θόλος, ο Δυτικός, είχε ήδη ορθωθεί και είχε κλείσει αεροστεγώς γύρω από το συγκεκριμένο κομμάτι που αποτελούσε χρόνια τώρα το αντικείμενο της μελέτης τους.

 

Ο Στόρλια Έι είχε αρχίσει να βγάζει τα μηχανήματα έξω απ’ τις συσκευασίες τους, όταν από τη διπλή πόρτα μπήκε η Μόρτα Ο, βγάζοντας την μάσκα οξυγόνου και τινάζοντας ενοχλημένη τη σκόνη που έκανε τα μακριά μαλλιά της να ξεραίνονται και να κολλάνε.

 

«Ευτυχώς που έχουμε να εγκαταστήσουμε τα μηχανήματα, Στόρλια», είπε εκείνη. «Δεν θ’ άντεχα άλλο κουβάλημα μ’ αυτό το χαμό που γίνεται έξω».

 

«Την ξέρεις την Κοιμισμένη Πόλη, Μόρτα», απάντησε ο Στόρλια Έι ενώ άρχιζε τις συνδέσεις. «Τρία χρόνια κατεβαίνω εδώ και δεν έχω δει τους ανέμους να ησυχάζουν μια φορά. Και ποτέ δεν έχει αναφερθεί κάτι τέτοιο από άλλες αποστολές».

 

Η κοπέλα έπιασε κι εκείνη δουλειά στήνοντας τον εξοπλισμό τους πάνω απ’ το αντικείμενο. Ο θόλος δεν είχε ούτε δέκα μέτρα διάμετρο, και το αρχαίο εύρημα έπιανε σημαντικό όγκο, αλλά ο ομοιόμορφος φωτισμός που έβγαινε από τα τοιχώματα του θόλου έδινε την εντύπωση μιας σχετικής άνεσης χώρου. Όταν τα ρομπότ με τη βοήθεια του ψυχολόγου Ντράβλις Α έστησαν και τον δεύτερο, τον Ανατολικό Θόλο γύρω από την άλλη σαρκοφάγο λίγες δεκάδες μέτρα μακριά, οι δυο ηλεκτρονικοί είχαν έτοιμες τις διατάξεις τους στον πρώτο θόλο, και έτσι επικοινώνησαν με την άκατο.

 

Ο εβδομηνταπεντάχρονος αλλά καλοστεκούμενος αρχαιολόγος Χίκπρε Ις βγήκε χωρίς να χάσει καιρό και κατευθύνθηκε προς τον Δυτικό Θόλο ακολουθούμενος από την ασυνήθιστα ενθουσιασμένη Ξέλσαϊ Ου. Στην πενηντάχρονη ψυχολόγο δεν άρεσε και τόσο η ιδέα να ξοδεύει τόσες ώρες, καμιά φορά και μερόνυχτα, μέσα σ’ εκείνα τα φωτισμένα αλλά σκυθρωπά ημισφαιρικά κουτιά, ακριβώς δίπλα στα υποβλητικά πανάρχαια κομμάτια, μια σίγουρα ενδιαφέρουσα αλλά και ανατριχιαστική εμπειρία, απόψε όμως θα ήταν μια ξεχωριστή στιγμή.

 

Λιγότερο από μια ώρα αργότερα, ο Στόρλια Έι και η Μόρτα Ο είχαν εγκαταστήσει και τον εξοπλισμό στον Ανατολικό Θόλο. Είχε πια νυχτώσει, όταν όλες οι συνομιλίες σταμάτησαν ξαφνικά και μόνο ο Ντράβλις Α ακούστηκε στο μικρόφωνο.

 

«Στον Ανατολικό Θόλο είμαστε έτοιμοι να τους γνωρίσουμε, Ξέλσαϊ».

 

«Και στον Δυτικό Θόλο, όλα εντάξει», απάντησε εμφανώς συγκινημένη εκείνη. «Τους έχουμε εκεί που θέλουμε. Πάμε».

 

«Ελήφθη», είπε η Μόρτα Ο. «Σε 10, 9,…»

 

 

 

Γη, 4971 μ.Α.

 

 

 

Εκείνο το καλοκαίρι ο Γουίκα Άρντερεμ πήγε διακοπές μόνος του. Όταν συνέβη, έπινε το ποτό του σ’ ένα παραθαλάσσιο μπαρ, απολαμβάνοντας την Μεσόγειο που έγλειφε την αμμουδιά ένα μέτρο κάτω απ’ τα πόδια του. Η ζεστή αυγουστιάτικη νύχτα, παρέα με την αγαπημένη του μουσική, του έδειξαν την πανέμορφη κοπέλα που τον κοίταζε με φανερό ενδιαφέρον από την άλλη άκρη του πάγκου με τα μισογεμάτα μπουκάλια και ποτά και τους νωχελικά ακουμπισμένους αγκώνες των άλλων πελατών.

 

Η προσέγγιση ήταν φυσικά αναμενόμενη, αλλά κανένας δεν βιαζόταν. Το όλο σκηνικό έδειχνε ότι θα γινόταν κάτι τόσο ωραίο, που όσο πιο πολύ αργούσε τόσο πιο απολαυστικό θα ήταν και για τους δυο τους. Ήταν εκείνη που τον πλησίασε πρώτη με δυο ποτά στα χέρια. Μάτια δροσερά σαν το νερό από κάτω τους, χαμόγελο ζεστό σαν το καλοκαίρι. Από κοντά διαπίστωνε ότι τελικά δεν ήταν τόσο εντυπωσιακά όμορφη, διατηρούσε όμως κάτι σχεδόν αφύσικα οικείο και ελκυστικό πάνω της. Άνοιξε το στόμα της και πρόλαβε να πει λίγες χαμογελαστές λέξεις πριν ο Γουίκα Άρντερεμ συνειδητοποιήσει τι έτρεχε.

 

«Γεια σου. Με λενε Έριτ και σ-»

 

Ήταν ο τόνος της φωνής; Ήταν το ύφος της ομιλίας; Ή μήπως εκείνο το ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού δεξιά; Ο εαυτός του δεν του έδωσε καιρό να το σκεφτεί.

 

«Ρίντεφ!»

 

Το είχε πει, το είχε σχεδόν φωνάξει, χωρίς να έχει προλάβει να ελέγξει το γεγονός της έκπληξης και της αντίδρασής του. Πέρασε ένα ατελείωτο δευτερόλεπτο στη διάρκεια του οποίου ο Γουίκα άρχισε να αισθάνεται την όλο και αυξανόμενη αμηχανία του να μετατρέπεται σε ντροπή. Όμως η κοπέλα δεν αντέδρασε όπως θα περίμενε κανείς.

 

Τη μια στιγμή τον κοίταζε με παραξενεμένο ύφος και σμιγμένα φρύδια. Την άλλη άνοιγε έκπληκτη τα μάτια της ανατριχιάζοντας. Την τρίτη δάκρυζε – χείλη που έτρεμαν σε ένα, πολύ διαφορετικό αυτή τη φορά, χαμόγελο συγκίνησης.

 

«Παλ!»

 

Κανείς σχεδόν δεν θα πρόσεχε δυο ανθρώπους που αγκαλιάζονταν ξαφνικά σ’ ένα παραθαλάσσιο μπαρ, αν δεν ακούγονταν συγχρόνως και δυο ποτήρια να σπάνε.

 

Έσφιγγε τα χέρια του στην πλάτη της κοιτάζοντας προς την ήρεμη φεγγαρόλουστη θάλασσα χωρίς να βλέπει μπροστά του. Ήξερε ότι θεωρητικά ήταν πιθανό. Είχε ακούσει για τέτοιες περιπτώσεις, αλλά τώρα που του συνέβαινε, δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ήταν άλλο σώμα, άλλη φωνή, άλλο πρόσωπο – και άλλο φύλο! Ήταν άλλος άνθρωπος, αλλά ο Γουίκα τώρα καταλάβαινε γιατί του φαινόταν τόσο ελκυστική και οικεία απ’ την πρώτη στιγμή. Ο Ρίντεφ – δηλαδή η κοπέλα – έκλαιγε στην αγκαλιά του δοκιμάζοντας κι εκείνη την ίδια μεγάλη έκπληξη. Ο χρόνος γύρω τους έμοιαζε να έχει σταματήσει, και η επίγνωση ότι αυτές οι στιγμές ήταν ένα ορόσημο στη ζωή του χτύπησε ξαφνικά τον Γουίκα.

 

 

 

Εράμθγκιν, 4946 μ.Α.

 

 

 

Οι στριγκλιές των φρένων, ο αφόρητος πόνος σε όλο του το κορμί, οι τρομοκρατημένες φωνές των ανθρώπων που πλήθαιναν – και το λυτρωτικό σκοτάδι της αναισθησίας.

 

«Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ Παλ, ερχόταν η φωνή απ’ το σκοτάδι.»

 

Έφερνε μαζί της τους πόνους απ’ τα θρυμματισμένα του κόκαλα και τα ανακατεμένα του σωθικά, αλλά του ήταν ευχάριστη. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι του έλεγε – είχε πιο πολύ το νου του στο τσακισμένο του σώμα – όμως ο τόνος της ήταν ήρεμος και καταπραϋντικός και την ευγνωμονούσε γι’ αυτό. Αναγνώρισε τη φωνή του φίλου. Την φωνή του Ρίντεφ.

 

«Εγώ είμαι Παλ, είμαι δίπλα σου, μη φοβάσαι».

 

Περίμενε υπομονετικά μέσα απ’ τους πόνους, να καθαρίσει το σκοτάδι μπροστά απ’ τα ανοιχτά μάτια του. Αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

 

«Λοιπόν, άκου Παλ: όπως κατάλαβες τα έχεις κάνει λίγο μούσκεμα. Όπως τότε μ’ εκείνη την ξανθιά, θυμάσαι; Μπορεί και λίγο χειρότερα. Όμως όλοι εμείς που σ’ αγαπάμε, είμαστε όλοι εδώ μαζί σου τώρα. Και, Παλ αγόρι μου, όλη η παρέα έχει ένα σχέδιο. Ένα πολύ απλό σχέδιο: Πρέπει να ζήσεις».

 

 

 

Ο Ρίντεφ είχε μάθει να περιμένει το θάνατο να τον χτυπήσει εντελώς ξαφνικά από μήνα σε μήνα, κι αυτό να διαρκεί χρόνια ολόκληρα. Είχε συμφιλιωθεί με το ότι η επιστήμη, ακόμα και στην εποχή του, ήταν απόλυτα ανίσχυρη μπροστά σ’ αυτό που κυκλοφορούσε στο αίμα του και πότιζε τους ιστούς του. Κι έτσι ο Ρίντεφ δεν μπορούσε παρά να λατρεύει τον άνθρωπο ο οποίος του στεκόταν όταν η απογοήτευση της αγωνίας τον πλημμύριζε, και τον αναίσταινε το πρωί ξυπνώντας τον, εκεί που πέφτοντας για ύπνο νόμιζε πως είχε πεθάνει. Όταν κάθε καινούρια μέρα, κάθε τελευταία μέρα, ξεκινούσε με το ίδιο χαμόγελο του παιδικού του φίλου, και ήταν εκείνος ο ίδιος πάλι άνθρωπος που έδινε έμφαση και χρώμα στις χαρές και στις επιτυχίες του, τότε η απλή ανακοίνωση του ατυχήματός του ήταν ίσως πολύ χειρότερη από τον δικό του φυσικό πόνο.

 

Ο Ρίντεφ προσπάθησε να θυμηθεί πόσες ήταν εκείνες οι φορές, τόσο στο σπίτι του όσο και στο νοσοκομείο, που ξύπνησε με το πρόσωπο του Παλ να τον κοιτάζει χαμογελαστό μ’ εκείνη την έμφυτη σιγουριά του θριάμβου: «Ναι, πάλι τα κατάφερες!»

 

Όμως ο Παλ δεν μπορούσε να δει το δικό του πρόσωπο τώρα. Ο Ρίντεφ τον είδε που προσπάθησε να κουνήσει τα μέλη του και βόγκηξε απ’ τους πόνους. Το ένα του χέρι ήταν σχεδόν εντάξει. Σηκώθηκε αργά μέχρι το πρόσωπο του Ρίντεφ. Δάκρυα έτρεξαν απ’ τα τυφλά του μάτια στην αναγνώριση των γνώριμων χαρακτηριστικών. Ο Ρίντεφ έσκυψε και, πολύ προσεκτικά, τον αγκάλιασε. Έμειναν πολλή ώρα έτσι.

 

 

 

Γη, 4971 μ.Α.

 

 

 

Όταν χαλάρωσαν τα χέρια τους απ’ το απεγνωσμένο σφίξιμο, άνοιξαν τις αγκαλιές τους και, αργά, ποτισμένοι με μια γλυκιά κούραση, χώρισαν. Ο Γουίκα έπεσε κι εκείνος ανάσκελα δίπλα της.

 

Αρκετές βδομάδες μετά από κείνο το πρώτο αμοιβαίο σοκ και ακόμα προσπαθούσαν να συνηθίσουν την ιδέα. Η Έριτ δίπλα του (Έριτ Άλυ ήταν ολόκληρο το όνομα του αγαπημένου του Ρίντεφ), βγάζοντας έναν μικρό ήχο ανακουφισμένης ευχαρίστησης, ήρθε και κόλλησε πάνω του ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του, μια γυναίκα ευτυχισμένη επειδή είχε αυτό που ήθελε και που δεν περίμενε ποτέ να ξαναποκτήσει, σε μια μορφή μάλιστα ακόμα πιο όμορφη απ’ ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί.

 

Τον άκουσε που ετοιμάστηκε κάτι να πει, ένιωσε τον αέρα που φούσκωσε το στήθος του.

 

«Είναι τόσο περίεργο», είπε εκείνος μες στο σκοτάδι, «και συγχρόνως τόσο μαγικό. Ζεις κάπου δώδεκα, καμιά φορά και δεκαπέντε χρόνια, νομίζεις πως έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις, όχι ποιος είσαι, αλλά τουλάχιστον τι είσαι, και ξαφνικά, μια νύχτα...»

 

«Ναι», συνέχισε εκείνη χαμογελώντας, «ξαφνικά μια νύχτα, παφ, σαν μια ολόγιομη φούσκα να σπάει μέσα στο κεφάλι σου και το πρωί ξυπνάς και είσαι άλλος άνθρωπος, άλλοι άνθρωποι!»

 

«Δεν είναι τρομερό;» έκανε ο Γουίκα. «Εγώ είχα σχεδόν τρομοκρατηθεί. Ό,τι και να σου έχουν πει οι μεγάλοι, λίγο σε βοηθάει τη στιγμή που ανοίγεις τα μάτια σου και συνειδητοποιείς ότι όλα αυτά δεν ήταν απλώς όνειρα...»

 

«Εγώ δεν είχα φοβηθεί ακριβώς», είπε η Έριτ χαϊδεύοντάς τον αργά. «Ένιωθα για ολόκληρους μήνες ένα ανείπωτο δέος μπροστά σ’ όλο αυτό το παρελθόν που αποκαλυπτόταν σιγά – σιγά».

 

«Πάντως η πρώτη νύχτα της ενηλικίωσης είναι ό,τι πιο συνταρακτικό για έναν άνθρωπο. Την ημέρα σηκώνεσαι έχοντας μεγαλώσει ολόκληρα χρόνια ή και δεκαετίες».

 

Έγινε μια μικρή σιγή. Μετά ο Γουίκα ψιθύρισε:

 

«Και μετά αρχίζουν να έρχονται όλα ένα - ένα. Θυμάσαι στον Εράμθγκιν ;...»

 

 

 

Εράμθγκιν, 4946 μ.Α.

 

 

 

Και βέβαια θυμόταν. Πώς θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει; Αυτό δεν ήταν άλλωστε που τον έριξε αμέσως στο κρεβάτι την επομένη σχεδόν της κηδείας του Παλ; Ο φίλος του δεν είχε συνέλθει ποτέ. Η κατάστασή του, αντί να βελτιωθεί, χειροτέρευε, αργά αλλά σταθερά παρά τις πολλαπλές εγχειρήσεις. Κι εκείνος ήταν πάντα εκεί, έχοντας παρατήσει τα πάντα. Οι γιατροί (απ’ τους καλύτερους που μπορούσαν να βρεθούν πάνω στον Εράμθγκιν εκείνη την εποχή) δεν είχαν προλάβει να ασχοληθούν με τα θρυμματισμένα του κόκαλα, αφού αν δεν αποκαθιστούσαν τα όργανα μέσα στον κορμό, όλα τα υπόλοιπα θα ήταν μάταια. Η σπλήνα είχε αναγκαστικά αφαιρεθεί από τις πρώτες μέρες, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Ο Ρίντεφ κοιμόταν όρθιος στους διαδρόμους. Μετά άρχισαν να εντείνονται τα προβλήματα με το συκώτι, και ο Ρίντεφ έμενε κολλημένος για ώρες στο τζάμι της εντατικής.

 

 

 

Ο Παλ περνούσε αρκετές ώρες σε λήθαργο, και δεν θυμόταν ποτέ να έχει πάρει ή να έχει αποβάλει τροφή μετά το ατύχημα. Καμιά φορά που ένιωθε την ύπαρξή του κάπως, σκεφτόταν ότι θα ’πρεπε να τον ταΐζουν με σωληνάκια ή κάτι αντίστοιχο και κάποιος θα πρέπει να τον καθάριζε, αλλά δεν αισθανόταν τίποτα. Οι πόνοι έρχονταν και έφευγαν – είχαν πάψει να έχουν μεγάλη σημασία. Κάποτε άκουσε τους γιατρούς να σχολιάζουν κάποιον που «έλιωνε μέρα με τη μέρα έξω απ’ το θάλαμο». Σήκωσε το χέρι για να δείξει το ενδιαφέρον του σ’ αυτό το άκουσμα, και από τότε μια νοσοκόμα του μίλαγε για το τι έκανε ο Ρίντεφ.

 

 

 

Οι πρώτες σοβαρές επιπλοκές στους πνεύμονες βρήκαν τον Ρίντεφ να έχει κλείσει σχεδόν δυο βδομάδες μέσα στο νοσοκομείο. Είχε μείνει, όταν οι απλοί φίλοι και οι πιο μακρινοί συγγενείς είχαν κάνει τη βόλτα τους και είχαν εξαφανιστεί από καιρό, αλλά δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι θα μπορούσε να αντέξει για πολύ ακόμα. Του το απέδειξε όμως ο ίδιος ο Παλ. Ήταν αργά ένα απόγευμα, κι ο Ρίντεφ απελπισμένος ακουμπούσε τα χέρια και το μέτωπο στο τζάμι της εντατικής. Η νοσοκόμα πλησίασε τον Παλ και του είπε κάτι. Μετά, ένα χέρι σηκώθηκε, έκανε μια κίνηση και τον χαιρέτησε. Κι ο Ρίντεφ πήρε δυνάμεις για ένα χρόνο ακόμα.

 

Και σε κανένα συγγενή δεν επιτράπηκε η είσοδος σ’ εκείνη τη μία και μοναδική αναλαμπή. Εκείνον είχε ζητήσει. Όταν του κράτησε το χέρι, ο Παλ μπόρεσε για πρώτη και τελευταία φορά να αψηφήσει το τραύμα στο λαιμό του και να μιλήσει:

 

«Δεν κοιμάσαι ποτέ;», ρώτησε. Ο Ρίντεφ έσκυψε.

 

«Δεν μπορείς να φύγεις πριν από μένα, Παλ. Υποτίθεται πως εγώ θα ήμουν αυτός που-» Ένα τελευταίο σφίξιμο του χεριού τον διέκοψε.

 

«Δεν προσέχεις τον εαυτό σου».

 

Όταν δυο μέρες αργότερα η νοσοκόμα που συνήθιζε να μιλάει στον Παλ, κοιτώντας τον Ρίντεφ έξω απ’ το τζάμι, βγήκε απ’ το θάλαμο και μίλησε, ο χρόνος συμπιέστηκε γύρω του και τα γεγονότα – οι θρήνοι, τα φάρμακα που του έδωσαν, η κηδεία, η δική του επιδείνωση – έλιωσαν ανεπανόρθωτα το ένα μέσα στο άλλο διατηρώντας μόνο μια γενική ένταση ψυχολογικής καταστροφής. Όταν μπόρεσε να τα βάλει σε μια σειρά ήταν πολύ αργά. Αυτό που κυκλοφορούσε στο αίμα του και πότιζε τους ιστούς του είχε ξυπνήσει – για τα καλά αυτή τη φορά. Και δεν υπήρχε κανένας Παλ να τον κοιτάξει μ’ εκείνο το χαμογελαστό βλέμμα της σιγουριάς.

 

Οι γιατροί είπαν διάφορα – ότι η τελειωτική κρίση θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς – και διαφώνησαν μεταξύ τους – ότι χωρίς εκείνη την πολυήμερη ταλαιπωρία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί – αλλά δεν είχε καμιά σημασία. Έτσι κι αλλιώς ούτε ο Παλ, ούτε ο Ρίντεφ θα μάθαιναν ποτέ.

 

 

 

Γη, 4971 μ.Α.

 

 

 

«Μαθαίνουμε όμως», είπε η Έριτ. «Το νιώθει κανείς. Κάθε εμπειρία, κάθε μέρα, σε κάνει πιο σοφό. Κάθε θάνατος σε κάνει ν’ αγαπήσεις περισσότερο τη ζωή. Και κάθε ζωή να αγαπήσεις περισσότερο τους άλλους γύρω σου».

 

Σήκωσε το ποτήρι της και κοίταξε στο πλάι την μικρή, καθαρή, νησιώτικη πόλη να απλώνεται κάτω απ’ την ταράτσα του εστιατόριου, μέχρι εκεί που το πέλαγος έγλειφε τις δαντέλες της μεσογειακής γης παίζοντας σκανδαλιάρικα με τον ήλιο και τα μάτια τους.

 

«Ναι», συμφώνησε ο Γουίκα, «η δυνατότητα της συσσώρευσης όλων αυτών των εμπειριών, όχι με τη μορφή της αόριστης πείρας αλλά των συγκεκριμένων αναμνήσεων, έστω κι αν αυτές ξετυλίγονται συγκαλυμμένα, σαν όνειρα, σχεδόν σε αναγκάζει να βελτιωθείς, να σεβαστείς και να βοηθήσεις».

 

«Αλλά η δική μας περίπτωση είναι κάτι το πολύ σπάνιο, εκεί δεν θέλεις να καταλήξεις;», είπε η κοπέλα.

 

«Ακριβώς, Έριτ. Οι περιπτώσεις που έχουν αναφερθεί τους τελευταίους αιώνες είναι λίγες, και αυτές που αφορούν δυο συνεχόμενες ζωές σε διαφορετικούς πλανήτες, ελάχιστες. Σκέψου ότι ήρθαμε κι οι δυο διακοπές μόνοι μας στο ίδιο νησί. Θα νόμιζε κανείς ότι η τύχη συνομώτησε με τον εαυτό της για να συναντηθούμε. Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε πιο τυχεροί, κορίτσι μου, και είμαι ευτυχισμένος γι’ αυτό».

 

 

 

Μάνα, 49713 μ.Α.

 

 

 

Στην Κοιμισμένη Πόλη των Ανέμων, τα δυο πανάρχαια ευρήματα αιωρούνταν όπως πάντα στο κέντρο των θόλων της ερευνητικής αποστολής. Η αιώρηση των ξεθαμμένων σαρκοφάγων είχε πάψει να αποτελεί μυστήριο, χωρίς όμως έτσι να χάνεται τίποτα από το μεγαλείο μιας κατασκευής που άντεχε στην φθορά τόσους αιώνες τώρα.

 

Τώρα, σε κάθε θόλο βρισκόταν, εκτός από το αρχαίο κομμάτι, ένας ηλεκτρονικός και ένας ψυχολόγος (ο Στόρλια Έι με την Ξέλσαϊ Ου στον Δυτικό και η Μόρτα Ο με τον Ντράβλις Α στον Ανατολικό). Στον Δυτικό Θόλο ο αρχαιολόγος Χίκπρε Ις καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα καθώς δεν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να κάνει. Ήξερε ότι δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια. Αν ήταν να συμβεί κάποτε, έπρεπε να συμβεί τώρα. Γιατί ο χρόνος, έστω και πολύ αργά περνούσε και για κείνους. Χρειάζονταν βέβαια δέκα πραγματικά χρόνια για να περάσει ένα δικό τους «έτος» και το σώμα τους δεν γερνούσε πιο γρήγορα από το ένα χιλιοστό του φυσιολογικού. Όμως ακόμα κι έτσι, η Κοιμισμένη Πόλη των Ανέμων, πενήντα χιλιάδες χρόνια μετά τον Αποικισμό και την μεγάλη απόφαση που κλήθηκαν να πάρουν οι κάτοικοι του μητρικού πλανήτη, είχε πια αρχίσει να φτάνει στα όριά της. Ο Χίκπρε Ις στριφογύρισε ανήσυχος περιμένοντας. Τα πάντα πια εξαρτόνταν από τους ψυχολόγους, και τώρα θα φαινόταν αν είχε γίνει καλή δουλειά όλα αυτά τα χρόνια.

 

Ο Ντράβλις Α έσκυψε πάνω από την οθόνη της Μόρτα Ο σκουπίζοντας τα ιδρωμένα χέρια του στο παντελόνι της στολής του.

 

«Από τον Ανατολικό Θόλο, είμαστε έτοιμοι», είπε στο μικρόφωνο του.

 

«Και από τον Δυτικό όλα εντάξει», ακούστηκε η Ξελσάϊ Ου. «Έναρξη διαδικασίας επέμβασης».

 

Για λίγο δεν ακουγόταν παρά μόνο η φωνή της Μόρτα Ο να μέτρα αντίστροφα. Κανείς δεν κουνιόταν. Πολύ αργά, βασανιστικά, η μέτρηση έφτασε στο μηδέν.

 

 

 

Γη, 4971 μ.Α.

 

 

 

Κάτω από το φως της Σελήνης, στη μέση νύχτας, η Έριτ Άλυ ξύπνησε τρομοκρατημένη από μια δυνατή κραυγή ακριβώς δίπλα της. Είδε στο φεγγαρόφωτο τον Γουίκα καθισμένο πάνω στο κρεβάτι, το γυμνό δέρμα του να γυαλίζει απ’ τον ιδρώτα. Ούρλιαζε.

 

«Ηρέμησε, αγάπη μου», τον ταρακούνησε, «– μα εσύ είσαι μούσκεμα. Ένας κακός εφιάλτης ήταν».

 

Την κοίταξε περίεργα, φοβισμένα.

 

«Έριτ, είδα ότι εσύ κι εγώ... ότι εσύ κι εγώ δεν υπήρχαμε. Ότι ήμασταν απλώς ένα όμορφο όνειρο τις τελευταίες στιγμές του Παλ. Όταν ψυχορραγούσε. Ήμουν πάλι ο Παλ, κι εμείς μόνο ένα όνειρο».

 

«Έλα, ησύχασε αγόρι μου», έκανε η Έριτ νυσταγμένα. «Άκου τι λες. Σε λίγο θα νομίζεις πως κι ο ίδιος ο Παλ ήταν ένα άλλο όνειρο. Ξέχασέ το».

 

«Όχι, αλήθεια σου λέω», επέμεινε όμως εκείνος, «δεν είχε εκείνη τη θολούρα του ονείρου˙ Έριτ, δεν ξέρεις πώς ήταν, πονούσα σ’ όλο μου το σώμα και-»

 

«Για μια στιγμή Γουίκα μου», ανακάθησε η Έριτ και τίναξε κουρασμένα την νύστα από πάνω της. «Μου λες πως ο Παλ μας ονειρεύτηκε. Εγώ όμως δεν θυμάμαι να είχες ομοφυλοφιλικές τάσεις στην προηγούμενη ζωή μας. Γιατί λοιπόν θα ονειρευόσουν ότι ξανασυνάντησες τον Ρίντεφ σαν γυναίκα;»

 

«Δεν ξέρω», έκανε εκείνος, «για σκέψου όμως, ήμουν ετοιμοθάνατος, σε μια κατάσταση που αν μπορούσα να μιλήσω θα παραληρούσα, ήξερα ότι εσύ ήσουν ο μόνος που βρισκόσουν κάθε στιγμή απ’ έξω. Γιατί αποκλείεις η φιλία μου να μετατράπηκε σε έρωτα μέσα στα όνειρά μου;»

 

Η Έριτ ξεφύσηξε απελπισμένα. «Αυτό που κάναμε προηγουμένως σου φάνηκε σαν όνειρο;», ρώτησε απότομα.

 

«Ο...όχι».

 

«Τότε πέσε να κοιμηθείς».

 

Ξαναξάπλωσαν. Μέσα στο ημίφως ο Γουίκα Άρντερεμ έκλεισε τα μάτια. Μια στιγμή αργότερα τα άνοιγε διάπλατα. Η Έριτ είχε πει...

 

 

 

Η μέρα πέρασε ήρεμα και φυσιολογικά. Έκαναν μια μικρή εκδρομή στην άλλη πλευρά του νησιού, όπου βρήκαν καινούριες, όμορφες, φαινομενικά παρθένες, παραλίες. Συζήτησαν αρκετά για το όνειρο του Γουίκα πάνω στην ζεστή άμμο, και κάτω απ’ τον ίσκιο των κωνοφόρων, αλλά το θέμα έμεινε εκεί.

 

Το άλλο πρωί όμως, κι ενώ η νύχτα είχε περάσει ήσυχη, ο Γουίκα έδειχνε πολύ σκεπτικός στο πρωινό.

 

«Είχα κι άλλο ένα όνειρο σήμερα. Αυτή τη φορά όχι τρομακτικό – κι αυτή τη φορά σίγουρα όνειρο. Ήταν χωρίς συγκεκριμένη υπόθεση. Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, το μήνυμά του ήταν ακόμα πιο συνταρακτικό. Κι όμως δεν με τρομάζει».

 

«Τι ήταν, λοιπόν;» ρώτησε η Έριτ.

 

Ήταν ήρεμη. Ήταν αρκετά αργά και έπαιρναν το πρωινό τους στην άνετη, σκιερή ταράτσα του απλού αλλά πανέμορφου σπιτιού όπου έμεναν. Σκεφτόταν ότι ήταν εκπληκτικό το να έχει διατηρηθεί η παραδοσιακή αρχιτεκτονική των μεσογειακών αυτών νησιών μετά από τόσα χρόνια (πόσα άραγε; ). Κοίταξε τον Γουίκα. Αυτή τη φορά ήταν νηφάλιος και ψύχραιμος. Και πάνω απ’ όλα είχε την επίγνωση ότι αυτό που είχε ήταν πράγματι δημιούργημα του δικού του μυαλού.

 

«Τι ήταν;» έκανε εκείνος. «Τίποτα. Απλώς η γνώση ότι ολόκληρος ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε είναι ένα όνειρο. Ότι τίποτα δεν είναι πραγματικό».

 

«Α. Μόνο αυτό;»

 

«Ναι», χαμογέλασε κι εκείνος με την ειρωνεία της. «Μετά ήρθαν αναμνήσεις από μια προηγούμενη ζωή που δεν ήξερα μέχρι τώρα. Αγρότης στον Γκρίκουλ. Πέθανα ευχαριστημένος σε βαθιά γεράματα ανάμεσα στα εγγόνια μου. Μια ζωή δούλευα κι όμως με ικαν-»

 

«Δεν νομίζεις πως το παρατράβηξες λίγο αυτή τη φορά; Όχι μόνο εμείς οι δύο, αλλά όλος ο κόσμος είναι ένα όνειρο; Κι αν είναι έτσι, ποιος κάνει τον κόπο και την τιμή να μας ονειρευτεί, παρακαλώ;»

 

«Αυτό δεν το ξέρω, αλλά αν είναι έτσι, που περιέργως δεν το αποκλείω, έχει μεγάλη φαντασία».

 

«Προσγειώσου, Γουίκα. Και μην στεναχωριέσαι: Τα όνειρα δεν ονειρεύονται».

 

 

 

Την επομένη το απόγευμα περπατούσαν αργά, αγκαλιασμένοι, στους στενούς δρόμους της μικρής νησιώτικης πόλης, μέσα στο κέντρο, εκεί όπου απαγορεύονταν τα οχήματα. Αρκετός κόσμος ντυμένος ελαφριά έκανε βόλτα στα μαγαζιά και χάζευε νωχελικά αλλά και με κέφι, περιμένοντας ίσως κάποιο βραδινό ξεφάντωμα, ή απλώς απολαμβάνοντας ακόμα μια μέρα που έκλεινε γλυκά μέσα σε μια ευχάριστα δροσερή άπνοια.

 

«Δεν πιστεύω να συνεχίστηκαν εκείνα τα περίεργα όνειρα», ρώτησε εκείνη.

 

«Όχι... δηλαδή, όχι ακριβώς. Είδα πάλι καινούριες προηγούμενες ζωές. Παλιές ζωές». Ο Γουίκα Άρντερεμ σταμάτησε να περπατάει. Στέκονταν στη μέση ενός δρόμου. Ο κόσμος περνούσε και φλυαρούσε δίπλα τους. Γύρισε και την κοίταξε.

 

«Πολύ παλιές ζωές», είπε.

 

Δυο δροσιστικά κοκτέιλ και η ήσυχη Μεσόγειος να τους χαϊδεύει σχεδόν τα πόδια.

 

«Ήταν τρεις. Τις είδα για πρώτη φορά. Ήταν η μια παλιότερη απ’ την άλλη και ήταν όλες οι πιο αρχαίες που ξέρω ότι έχω ζήσει. Και τώρα που το συνειδητοποιώ, και ο αγρότης στον Γκρίκουλ ήταν ό,τι πιο απομακρυσμένο απ’ το χρόνο μας ήξερα – μέχρι χθες».

 

«Πόσο αρχαίες, Γουίκα;»

 

«Η τελευταία έφτανε μόλις μια σχεδόν χιλιετία από την αρχή του Αποικισμού».

 

Η Έριτ σφύριξε επιδοκιμαστικά.

 

«Μα τόσο μακρινές ζωές υποτίθεται πως τις θυμάται κανείς μόνο απ’ τα πενήντα του και μετά».

 

«Ακριβώς. Γι’ αυτό παραξενεύομαι».

 

Η κοπέλα χαμογέλασε.

 

«Έλα αγάπη μου, δεν είναι τίποτα κακό. Έτσι όπως πας εσύ σε λίγο θα μου πεις πως είδες και πριν από την πρώτη σου ζωή. Ο καθαρός αέρας και η θάλασσα θα πρέπει να σου χαλάρωσαν ασυνήθιστα το μυαλό. Άστα τώρα αυτά. Πες μου τι θα κάνουμε το βράδυ».

 

Όμως ο Γουίκα Άρντερεμ είχε σμίξει τα φρύδια του και την κοιτούσε επίμονα στα μάτια.

 

«Πώς το είπες αυτό;»

 

 

 

Τις επόμενες δυο μέρες ο Γουίκα Άρντερεμ δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό το θέμα στην Έριτ Άλυ. Όμως μέσα του, αργά αλλά με όλο και μεγαλύτερη σιγουριά, φύτρωνε και βυθιζόταν η σκέψη, η πεποίθηση καλύτερα, ότι όλα αυτά που έβλεπε γύρω του, το νησί, ο γαλανός ουρανός από πάνω τους, το δροσερό νερό, η πράσινη φύση και τα βράχια, ακόμα και η Έριτ – το βλέμμα της, το κορμί της και τα λόγια της – και το χειρότερο κι ο ίδιος ο εαυτός του, το δικό του σώμα και η δική του ύπαρξη και συνείδηση, όλα αυτά έμοιαζαν να είναι κατά κάποιο τρόπο κούφια και φτιασιδωμένα. Μερικές φορές είχε την εντύπωση πως θα πιάσει κάτι στέρεο και αυτό θα γίνει με μιας κομμάτια στα χέρια του, ή, ακόμα χειρότερα, θα γίνουν τα ίδια του τα χέρια κομμάτια. Έκανε έρωτα με την Έριτ, εκείνη την υπέροχη, τόσο αγαπημένη μετενσάρκωση του Ρίντεφ, και περίμενε το θεσπέσιο κορμί της να εξαϋλωθεί από στιγμή σε στιγμή μέσα στα χέρια του λιώνοντας σε μια κοινή αναθυμίαση μαζί με το δικό του. Άκουγε γύρω του να μιλάνε, και όλα αυτά του φαίνονταν τόσο μάταια και ψεύτικα, που του ερχόταν να φωνάξει ότι κάποια στιγμή έπρεπε να σταματήσει αυτό το αστείο. Παρ’ όλα αυτά το αστείο συνεχιζόταν αδιάλειπτα και με μια περίεργη συνέπεια που ο Γουίκα ήξερε ότι λίγο καιρό πριν θα του φαινόταν απολύτως φυσιολογική – για την ακρίβεια δεν θα την πρόσεχε καθόλου. Έτσι αναγκαζόταν να συμμετέχει κι εκείνος σ’ αυτό που του φαινόταν η μεγαλύτερη φάρσα από καταβολής κόσμου. Αλλιώς δεν μπορούσες να επικοινωνήσεις με κανέναν για το παραμικρό. Όμως πρόσεχε συγχρόνως όσο γινόταν να μην δείχνει τίποτα, και ιδιαίτερα στην Έριτ – εξάλλου την αγαπούσε τόσο και, γνωρίζοντας καλά τον Ρίντεφ, φανταζόταν πόσο θ’ ανησυχούσε.

 

Όμως την ίδια στιγμή, η Έριτ Άλυ δεν χρειαζόταν πολύ χρόνο για να μάθει τον τρόπο με το οποίο ενεργούσε και σκεφτόταν ο Γουίκα. Ήξερε ήδη πολλά χρόνια τον Παλ και αυτό της έφτανε. Όταν λοιπόν έβλεπε τον Γουίκα να κοιτάζει κάποιες στιγμές τόσο παραξενεμένος γύρω του, να πιάνει με άπειρη προσοχή ένα ποτήρι, να αφαιρείται συχνά και, το πιο τρανταχτό, να την χαϊδεύει τόσο απαλά και προσεκτικά και να της κάνει έρωτα μ’ εκείνη την μόλις αναγνωρίσιμη υποψία φόβου στις άκρες των δαχτύλων και του μυαλού του, καταλάβαινε πολύ καλά τι σήμαιναν όλα αυτά. Έτσι, οι τύψεις δεν άργησαν να έρθουν. Στην αρχή ήταν επειδή είχε συνδέσει όλες αυτές τις αλλαγές στη συμπεριφορά του με την σχεδόν σύγχρονη, πολύ ασυνήθιστη συνάντησή τους. Μετά όμως θυμήθηκε ότι εκείνη ουσιαστικά τον είχε οδηγήσει σ’ αυτές τις ιδέες, όταν του έλεγε ότι «ίσως κι ο Παλ να ήταν ένα άλλο όνειρο». Η Έριτ, όσο κι αν είχε σκεφτεί, δεν μπορούσε να βρει λύση. Ο Γουίκα ισχυριζόταν πράγματα που δεν μπορούσε να αποδείξει, αλλά κι εκείνη απ’ την πλευρά της δεν μπορούσε να τα καταρρίψει. Η Έριτ δεν ήξερε τι να κάνει.

 

Ώσπου ένα πρωί, και μετά από έναν φαινομενικά ήσυχο ύπνο, ο Γουίκα ξύπνησε λουσμένος στον κρύο ιδρώτα, με μάτια κυνηγημένου αγριμιού που περιμένει από στιγμή σε στιγμή να του επιτεθούν.

 

«Αυτό ήταν, Έριτ. Την είδα», ξεφύσηξε σχεδόν ανακουφισμένα.

 

Η Έριτ είχε ξυπνήσει από ώρα. Πλησίασε παραξενεμένη. «Ποια είδες; Εσύ φαίνεσαι τρομοκρατημένος».

 

«Ήταν μια πανάρχαιη ζωή. Έριτ, πρέπει να ήταν η πρώτη ζωή».

 

«Σύνελθε τώρα, Γουίκα. Κανείς δεν έχει δει ποτέ την πρώτη του ζωή. Άσε που είναι αδύνατον οι αναμνήσεις σου να προχωρούν στο παρελθόν με τέτοια τρομερά άλματα ολόκληρων αιώνων».

 

«Κι όμως, σου λέω αλήθεια! Ήξερα ότι ήταν η πρώτη ζωή!»

 

«Εντάξει», έκανε η κοπέλα κοιτάζοντας αλλού μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο αμφιβολίας. «Εντάξει, ας πούμε ότι είναι έτσι. Τότε τι σε φόβισε;»

 

«Τίποτα συγκεκριμένο – δεν είδα πολλά. Όμως είχα την τρομερή γνώση ότι δεν είχα καμιά άλλη ζωή να ζήσω».

 

Η Έριτ έσκυψε πάνω απ’ το κρεβάτι σχεδόν απελπισμένη. «Γουίκα, άκου τι λες! Ήταν η πρώτη ζωή σου κι όμως δεν είχες καμιά άλλη να ζήσεις;»

 

«Ναι», επέμεινε εκείνος. «Ήξερα ότι αν πέθαινα, θα πέθαινα πραγματικά».

 

«Πραγματικά; Τι θα πει πραγματικά;»

 

Ο άντρας έπιασε το κεφάλι του. «Είναι όλα τόσο μπερδεμένα και θολά... Υπήρχε για όλους μόνο ένας και μοναδικός θάνατος, τελειωτικός. Κι όμως δεν θυμάμαι να τον βίωσα... Δεν πέθανα ποτέ».

 

«Κατ’ αρχήν, Γουίκα, ξέρεις πολύ καλά ότι δεν υπάρχει τελειωτικός θάνατος. Και εξάλλου, αν δεν πέθανες ποτέ, τότε πώς έζησες όλες τις υπόλοιπες ζωές σου;»

 

Την κοίταξε με ένα χαμένο ύφος, σαν να του έλεγε κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και πέρα για πέρα παράλογο. «Τα πάντα είναι κάλπικα – αυτό είν’ όλο», της είπε. «Πουθενά σ’ ολόκληρο τον κόσμο δεν υπάρχει απολύτως τίποτα το αυθεντικό».

 

Η Έριτ κοίταξε για μια στιγμή απ’ το παράθυρο το υπέροχο νησιώτικο τοπίο έξω σαν να ζύγιζε αυτήν ακριβώς την αυθεντικότητά του. Μετά, πιο ήρεμη, γύρισε στον Γουίκα. «Ωραία. Άσε με να το καταλάβω αυτό. Εννοείς πως όλες μα όλες οι εμπειρίες μας δεν είναι πραγματικές; Πως δεν έχουν ποτέ συντελεστεί;»

 

«Όλες μα όλες», έκανε εκείνος στο ίδιο χαμένο ύφος.

 

«Δηλαδή φαίνονται απλώς πραγματικές ενώ δεν είναι;»

 

«Φαίνονται απλώς».

 

«Γουίκα, αντιλαμβάνεσαι πως δεν υπάρχει ούτε ο παραμικρός λόγος για να δεχτώ κάτι τέτοιο; Δεν μιλάς για κάτι συγκεκριμένο μικρής κλίμακας, μιλάς για ολόκληρο τον κόσμο. Και αν είχες δίκιο, τότε θα υπήρχαν κάποια σημάδια μη αυθεντικότητας που θα μπορούσα να τα διακρίνω κι εγώ – τουλάχιστον τώρα που μου το λες».

 

«Πράγματι, δεν υπάρχουν τέτοια σημάδια».

 

«Τότε ο κόσμος είναι πραγματικός».

 

«Όχι. Είναι απλώς τέλεια ψεύτικος».

 

«Πάλι δεν καταλαβαίνω. Γουίκα, ήμουν η διασημότερη ηθοποιός πίσω στον Ατρ και τα ατελείωτα χειροκροτήματα των θεατών και η αγωνία της κάθε πρεμιέρας είναι ακόμα μέσα μου. Ανιχνευτής πιλότος ναυάγησα, και πέθανα πάνω στον Σέλι κάπου εκατό χρόνια πριν αποικηθεί ο πλανήτης, και νομίζω πως η γεύση εκείνων των απαίσιων ποντικών είναι ακόμα στο στόμα μου. Διοίκησα την Σειρήνα για δέκα χρόνια, και θυμάμαι την ευημερία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων να περνάει κάθε μέρα απ’ τα χέρια μου. Υπήρξα μια απ’ τις τελευταίες πουτάνες πάνω στον Άλφα, και μερικές φορές νιώθω ακόμα τον ιδρώτα των αντρών να στάζει πάνω μου...»

 

«Όλα ψεύτικα».

 

«Και ήμουν ο Ρίντεφ, Γουίκα! Ήμουν ο Ρίντεφ και το χαμόγελο του Παλ κάθε πρωί – το δικό σου χαμόγελο! – είναι κάτι που δεν θα μπορέσω να ξεχάσω ποτέ. Μου είναι αδύνατο να διανοηθώ ότι δεν έχουν συμβεί αυτά τα πράγματα!»

 

«Όλα ψεύτικα», έκανε πάλι σαν ηχώ ο Γουίκα.

 

Η Έριτ περπάτησε για λίγο πάνω – κάτω μέσα στο ευρύχωρο δωμάτιο. Ο Γουίκα δεν είχε κάνει τον κόπο να σηκωθεί ακόμα από το κρεβάτι. «Συνειδητοποιείς για τι πράγμα μιλάς; Ωραία, είμαστε όλοι ένα όνειρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει απλώς την δημιουργία ενός ονείρου με μερικά δισεκατομμύρια ανθρώπους μέσα. Έχεις σκεφτεί ότι αυτό που ισχυρίζεσαι προϋποθέτει την ονειρική, αν θέλεις, δημιουργία ολόκληρων κόσμων; Μέσα στο όνειρο που περιγράφεις περιλαμβάνονται ολόκληροι πλανήτες με αυτόνομα και εξελισσόμενα οικολογικά συστήματα, άστρα που συνεχίζουν τις πυρηνικές τους συντήξεις εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Γουίκα, αν όλοι, όλα, είμαστε ένα όνειρο, τότε αυτός που μας ονειρεύτηκε δεν χρειάζεται απλώς να διαθέτει «μεγάλη φαντασία». Θα πρέπει να έχει μια εξαιρετικά ολοκληρωμένη γνώση πρώτ’ απ’ όλα για τους φυσικούς νόμους. Θα πρέπει να ξέρει σχεδόν τα πάντα, γιατί αλλιώς οι επιστήμονές μας μια μέρα θα ανακάλυπταν πιθανώς κάποια ανωμαλία, κάτι που δεν θα ταίριαζε σ’ αυτό το αχανές πάζλ. Επιπλέον, θα έπρεπε να είχε προβλέψει να φτιάξει ένα τόσο τεράστιο, χαώδες όνειρο και να συμπεριλάβει από πριν ολόκληρα συστήματα και γαλαξίες έτσι ώστε να καλύψει την πιθανότητα, εξερευνώντας, να φτάσουμε σε κάποια άκρη ενός ατελούς κόσμου ανακαλύπτοντας έτσι ότι πρόκειται για κάποιο παιδικό πάρκο που έχει σαφή όρια και διαθέτει απλώς μια πολύ προσεγμένη βιτρίνα. Τα έχεις σκεφτεί όλα αυτά; Τι μυαλό, τι μοναδικό ον θα μπορούσε να ονειρευτεί με τέτοιο θαυμαστό τρόπο, με τέτοια εκπληκτική, στην κυριολεξία μαθηματική, ακρίβεια;»

 

«Ένας θεός, ίσως;»

 

«Μα τότε ποια η διαφορά; Αν πιστέψουμε ότι μας δημιούργησε ένας θεός, τι μας ενδιαφέρει αν είμαστε πραγματικοί ή αν απλώς μας έχει φανταστεί; Και στις δυο περιπτώσεις η ύπαρξή μας δείχνει το ίδιο πραγματική, άρα και είναι».

 

«Ήταν. Μέχρι σήμερα. Γιατί τώρα είμαι βέβαιος».

 

«Είσαι βέβαιος!», χλεύασε σχεδόν η Έριτ. «Γουίκα, μου φαίνεται ότι αρχίζεις και παραλογίζεσαι. Λοιπόν, δεχόμαστε πως πράγματι μας έχει δημιουργήσει ή απλώς μας έχει ονειρευτεί ένας θεός – ας τον πούμε δημιουργό ή ονειρευτή. Γιατί; Για ποιο λόγο το έκανε αυτό; Απλώς σκέφτηκε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι, το έφτιαξε και το άφησε να παίζει μόνο του; Ή μήπως επεμβαίνει κιόλας στην εξέλιξή του διορθώνοντάς την ή πειραματιζόμενος με τους μικρούς και ανίδεους πρωταγωνιστές και κομπάρσους; Ή πάλι έπλασε ή ονειρεύτηκε όλο αυτό το υπέροχα δομημένο τέρας, όχι για απλή διασκέδαση, αλλά για κάποιο σκοπό που ακόμα δεν έχει φανεί; Τι λενε τα περίεργα όνειρά σου για όλα αυτά;»

 

«Τίποτα, Έριτ», απάντησε ήσυχα ο Γουίκα. «Αυτά τα ερωτήματα μπαίνουν οπωσδήποτε σχεδόν αυτόματα, αλλά τα όνειρά μου δεν μου έχουν πει τίποτα γι’ αυτά. Μόνο ό,τι σου έχω πει. Θολά, συγκεχυμένα, αλλά συγχρόνως και σίγουρα».

 

Ο άντρας σηκώθηκε και πήγε να σταθεί μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Τα γαλανά νερά στο βάθος δεν ξεκούρασαν αυτή τη φορά τα μάτια του. Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι ήταν μόνο η επιφάνεια, ότι αν προσπαθούσε να βυθιστεί στη θάλασσα θα έβρισκε από κάτω το αληθινό κενό της απατηλής ύπαρξής της, αλλά αμέσως θυμήθηκε την παρατήρηση της κοπέλας για την προσεγμένη λεπτομέρεια αυτού του υποθετικού ψέματος. Το μυαλό του γύρισε γρήγορα πίσω στην κουβέντα.

 

«Υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα, Έριτ, είπε. Κι άλλες υποθέσεις που μπορεί να κάνει κανείς». Γύρισε προς το μέρος της.

 

«Ποιος δημιούργησε τον δημιουργό ή ποιος ονειρεύτηκε τον ονειρευτή; Γιατί, αν δεχτούμε αυτή τη διαδικασία, τότε τίποτα δεν αποκλείει αυτή να συνεχίζεται προς τα πίσω – για να μην πω ότι οφείλει να το κάνει. Υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα που φυσικά δεν είναι καινούρια και που έχουν τεθεί σε διάφορες μορφές και με διάφορες διατυπώσεις πολλές φορές μέχρι τώρα. Όμως δεν ξέρω ν’ απαντήσω, Έριτ. Θα ήμουν ίσως θεός αν ήξερα. Αν και ούτε εκείνος ίσως να μην ξέρει. Γιατί, για σκέψου τα όνειρά σου, Έριτ, τα κανονικά σου όνειρα. Οι ήρωές τους ίσως να νομίζουν ότι ο ονειρευτής τους ξέρει τα πάντα για τον κόσμο τους και για τους νόμους που τον διέπουν. Κι όμως, ο κάθε άνθρωπος που ονειρεύεται ξέρει τόσα λίγα για το υποσυνείδητό του... Και α, Έριτ, πιστεύω τώρα πιο πολύ από ποτέ ότι, ναι, τα όνειρα ονειρεύονται».

 

Η Έριτ κούνησε το κεφάλι της απογοητευμένη. «Γουίκα, φαίνεται ότι δεν υπάρχει τρόπος να με πείσεις ότι ο κόσμος μας είναι ολόκληρος ένα όνειρο – και μόνο που ακούω τον εαυτό μου να το λέει μου φαίνεται γελοίο – αλλά ούτε κι εγώ μπορώ να σε πείσω για την αυθεντικότητά του. Και από την άλλη μου λες πράγματα σχεδόν απίθανα, όπως ότι ονειρεύτηκες την πρώτη σου ζωή, όπου υπήρχε κάποιος οριστικός θάνατος, κι ότι στη διάρκεια της δεν πέθανες ποτέ. Σέβομαι αλλά και φοβάμαι αυτά που σκέφτεσαι. Θα ήθελα όμως να μου κάνεις μια μόνο χάρη».

 

«Θα ’θελες να δω ένα γιατρό», χαμογέλασε κάπως πικρά εκείνος.

 

Η Έριτ κούνησε το κεφάλι ξαφνιασμένη.

 

«Η αμφιβολία σου για την ισορροπία μου φαίνεται στα μάτια σου, κορίτσι μου», είπε εκείνος απροσδόκητα γλυκά. «Θα το κάνω», πρόσθεσε.

 

 

 

Η Έριτ δεν πίστευε ότι θα υπήρχε ψυχολόγος πάνω στο μικρό νησί. Όμως τώρα το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια επίσκεψη το επόμενο απόγευμα, και οι ανέλπιστα κοινές διακοπές τους θα μπορούσαν να συνεχιστούν κανονικά – ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να ελπίζει. Αλλά το ίδιο εκείνο πρωί ο Γουίκα πρόλαβε και πάλι τις εξελίξεις.

 

Η Έριτ είχε ξυπνήσει λίγο νωρίτερα και τον κοίταζε, ξαπλωμένο ανάσκελα δίπλα της, να κοιμάται με την απόλυτη ηρεμία απλωμένη στα χαρακτηριστικά του. Η κοπέλα έδιωξε για λίγο τις δυσάρεστες σκέψεις των τελευταίων ημερών και έσκυψε από πάνω του να θαυμάσει την ομορφιά του συντρόφου, την ομορφιά του φίλου σ’ ένα ξέσπασμα έκφρασης εσωτερικής αγάπης, ίσως από αντίδραση και μόνο στα όσα συνέβαιναν. Δεν ήταν πια σε θέση να κρίνει αντικειμενικά την ομορφιά του. Ο Γουίκα τής φαινόταν κάθε στιγμή πανέμορφος, και τα γλυκά χαρακτηριστικά του-

 

«Πεντακάθαρα! Είδα τα πάντα!»

 

Πετάχτηκε πίσω φωνάζοντας, καθώς την χτύπησε εκείνο το κύμα ξαφνικού, σχεδόν υπερφυσικού φόβου. Ο Γουίκα τη μια στιγμή κοιμόταν, η προσωποποίηση της γαλήνης, και την άλλη άνοιγε απότομα τα μάτια του, έστρεφε το κεφάλι του και τα βύθιζε μέσα στα δικά της καθώς μιλούσε δυνατά. Από τον στιγμιαίο τρόμο δεν βρήκε το κουράγιο ούτε να τον ρωτήσει τι εννοούσε, και ούτε κι εκείνος φάνηκε πρόθυμος να της εξηγήσει.

 

 

 

Ήταν από κείνες τις στιγμές που η Έριτ θα ευχόταν να είχε κάποια κακή συνήθεια, απ’ αυτές που καταφέρνουν τόσο καλά να απασχολούν κάποιον κάνοντας πιο υποφερτή την αγωνία του. Ο γιατρός, έχοντας έτσι κι αλλιώς ελάχιστη δουλειά, δεν βιαζόταν καθόλου με τον Γουίκα. Η Έριτ σκεφτόταν ότι λίγες μέρες νωρίτερα δεν θα πίστευε με τίποτα κάποιον που θα της έλεγε ότι η ζωή της θα άλλαζε σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα και με τέτοιο τρόπο. Αλλά μόλις τώρα συνειδητοποιούσε ότι πάλι εκείνη ήταν που είχε εμπνεύσει αρχικά αυτό το καινούριο εύρημα σχετικά με την πρώτη ζωή στον Γουίκα. Κι όλα αυτά στην προσπάθειά της να βοηθήσει...

 

Ο Γουίκα βγήκε απ’ το γραφείο του γιατρού. Είχε μείνει μέσα τρεις ολόκληρες ώρες, αλλά τώρα έβγαινε με μια πολύ έντονη, πολύ έκδηλη έκφραση δικαιωμένου θριάμβου στο πρόσωπό του. Κρατούσε ένα χαρτί σφιχτά στο χέρι του, και περπατούσε γρήγορα προς το μέρος της.

 

«Κοίτα αυτό!», έκανε χαμογελώντας.

 

Η Έριτ πήρε το χαρτί. Ήταν μια συνταγή. Τη διάβασε δυνατά.

 

«Πιλς Ρέτεναλ: Ένα δισκίο προ του ύπνου».

 

«Τι;», έκανε σαν χαμένος ο Γουίκα. Της άρπαξε το χαρτί μέσα απ’ τα χέρια. «Έριτ, δεν βλέπεις; Διάβασε!»

 

Η κοπέλα ξανακοίταξε το χαρτί ενώ ένας όλο και πιο κρύος φόβος για το χειρότερο ξυπνούσε μέσα της. «Ναι, Γουίκα», είπε κομπιάζοντας. «Αυτό είναι καλό. Τα Ρέτεναλ είναι μόνο ελαφριά χάπια για την ρύθμιση της ακτινοβολίας άλφα κατά τον ύπνο. Ο γιατρός δεν σου βρήκε τίποτα σοβ-»

 

«Έριτ, τι λες; Ποια Ρέτεναλ και ποια άλφα; Εσύ μου μιλάς για συνταγές. Αυτό εδώ είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι έχω απόλυτο δίκιο. Κοίταξέ το: “Ξύπνα στην πραγματική ζωή. Ξέρεις πώς”».

 

Η Έριτ κοίταξε για μια ακόμα φορά το χαρτί, αν και το κεφάλι της είχε ήδη αρχίσει να βουίζει. «Πιλς Ρέτεναλ: Ένα δισκίο προ του ύπνου».

 

 

 

Τα γαλανά ήρεμα νερά σε καμία περίπτωση δεν καθρέφτιζαν τα συναισθήματά τους. Η δαντελωτή παραλία, αργά το απόγευμα, είχε ελάχιστο κόσμο. Η Έριτ συνοφρυωμένη, σχεδόν εκνευρισμένη, κοίταζε προς το πέλαγος. Ένιωθε την ψιλή άμμο ζεστή ακόμα από κάτω της. Το πηγούνι της, που στηριζόταν στις παλάμες της, σήκωνε το κεφάλι της σε ακανόνιστους ρυθμούς, καθώς οι αντιδράσεις της άλλαζαν συνεχώς, από την απαθή, καρτερική αλλά και απελπισμένη ακρόαση, μέχρι την δυναμική, καμιά φορά φωναχτή διαμαρτυρία ενάντια σ’ έναν παραφρόνα πια Γουίκα, που περιέγραφε την πρώτη του, όπως έλεγε ζωή, στα χρόνια ακριβώς του Αποικισμού. Η συζήτηση είχε πάρει από ώρα τον χαρακτήρα λογομαχίας, και οι εντάσεις των φωνών είχαν ανέβει.

 

«Είναι αδύνατον, Γουίκα!», έλεγε τώρα δυνατά. «Απλώς σου έχει γίνει έμμονη ιδέα. Συλλογίσου για μια στιγμή αυτά που λες. Μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ονειρεύονται ένα και μόνο κοινό όνειρο;»

 

«Ναι! Σ’ το εξηγώ: Οι Μηχανές φροντίζουν για να υπάρχει συνέπεια σ’ αυτό».

 

«Και τότε γιατί ο συνολικός πληθυσμός του γνωστού σύμπαντος είναι μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια, δηλαδή κάποιες χιλιάδες φορές μεγαλύτερος απ’ αυτούς που ονειρεύονται; Κι αυτό οι Μηχανές σου το φροντίζουν;»

 

«Μπορεί! Θα πρέπει να έχουν προσθέσει εμβόλιμους κομπάρσους. Ή ίσως οι ίδιοι οι ονειρευτές έχουν δημιουργήσει κι άλλους χαρακτήρες».

 

«Ξέχνα το, Γουίκα. Απλώς δεν στέκει. Οι Μηχανές σου είναι αδύνατον να κατασκευαστούν. Σχεδόν πέντε χιλιάδες χρόνια μετά τον Αποικισμό, κι ακόμα δεν έχουμε τις απαραίτητες γνώσεις σχετικά με τον ανθρώπινο εγκέφαλο για να κατασκευάσουμε κάτι παρόμοιο. Πώς λοιπόν αυτό θα μπορούσε να είχε κατασκευαστεί πέντε χιλετίες πριν, όταν ο πολιτισμός και η επιστήμη ήταν σίγουρα σε πιο χαμηλό επίπεδο;»

 

«Έριτ, όταν κλείνεις κάποιον στη φυλακή του αφήνεις και το κλειδί για να μπορεί να βγει όποτε του κατεβεί; Ή μήπως, πιο προνοητικά, κατευθύνεις την επιστήμη να στραφεί σε μια συνεχή ανάπτυξη προς τα έξω, αποικώντας τον ένα κόσμο μετά τον άλλο αλλά παραλείποντας να κοιτάξει μέσα στον άνθρωπο; Γιατί δεν θυμόμαστε καμιά προηγούμενη ζωή μας που να είναι πολύ κοντά στην αρχή του Αποικισμού; Αλήθεια, αναρωτήθηκες ποτέ πώς και έχουμε τόσο λίγες γνώσεις για τα πρώτα χρόνια του Αποικισμού και σχεδόν καμιά ιστορική λεπτομέρεια που να αναφέρεται στον αιώνα του;»

 

«Μα γιατί είναι πέντε χιλιάδες χρόνια πίσω, Γουίκα!», ανακάθησε αγανακτισμένη η Έριτ. «Επιτέλους, σου φαίνεται μικρό αυτό το μεσοδιάστημα; Και μην επιμένεις να φορτώνεις την αδυναμία της σημερινής τεχνολογίας να κατασκευάσει τις Μηχανές σου ακριβώς στην ίδια την ύπαρξη των Μηχανών, γιατί φυσικά έτσι δεν αποδεικνύεις απολύτως τίποτα».

 

Ο Γουίκα έσκυψε κοντά της, το ξαναμμένο βλέμμα του στα μάτια της. Μιλούσε γρήγορα. «Τότε πες μου πώς εξηγείς τις εξαφανίσεις. Γιατί κανείς δεν τις έχει εξηγήσει μέχρι σήμερα. Άνθρωποι πεθαίνουν και δεν μετενσαρκώνονται. Με λίγα λόγια πεθαίνουν μια για πάντα. Δεν ξέρω τι γίνονται, αλλά πεθαίνουν πραγματικά».

 

Η Έριτ φαινόταν έτοιμη να σπάσει. «Οι περιπτώσεις είναι ελάχιστες», είπε.

 

«Αλλά υπάρχουν!»

 

«Γουίκα, είναι ανεξακρίβωτες! Ο τελειωτικός θάνατος είναι μόνο ένας θρύλος για τους προληπτικούς. Ένας μπαμπούλας για να φάνε τα μικρά παιδιά το φαΐ τους».

 

«Κι εγώ σου λέω ότι απλώς πεθαίνουν. Πεθαίνουν γιατί είμαστε θνητοί. Στοιχηματίζω τα πάντα ότι αυτός ο παιδικός μπαμπούλας έχει αυξηθεί κατακόρυφα την τελευταία χιλιετία. Και θα συνεχίσει να αυξάνεται, όχι μόνο αυτός, αλλά και ο ρυθμός με τον οποίο αυξάνεται. Γιατί γερνάμε – έξω, στην πραγματικότητα, εννοώ. Κι αυτοί που ήταν μεγαλύτεροι όταν όλοι πέσαμε για ύπνο, είναι αυτοί που «ανεξακρίβωτα» εξαφανίζονται πρώτοι. Γιατί πεθαίνουν πρώτοι».

 

Όμως η κοπέλα ήταν ήδη ένα κουλουριασμένο κουβάρι που έκλαιγε με λυγμούς πάνω στην ψιλή άμμο. Ο άντρας σαν να ξύπνησε και να κατάλαβε ξαφνικά πόσο αφύσικες της φαίνονταν οι αντιδράσεις του, κάθησε προσεκτικά δίπλα της και την κράτησε, ένα μαλακό κορμάκι που σπάραζε μες στα χέρια του. Της γέμισε τα δάκρυα φιλιά.

 

«Συγγνώμη μικρή μου Έριτ», είπε. «Δεν θέλω να σε βλέπω να κλαις, αλλά δεν μπορώ να κρατήσω μέσα μου αυτά που βλέπω – αυτά που ξέρω – όσο... όσο τρελά κι αν ακούγονται».

 

Εκείνη κάτι πήγε να αρθρώσει, αλλά ο Γουίκα ακούμπησε ένα χέρι στο στόμα της.

 

«Μη φοβάσαι, ξέρω τι θα κάνω. Έτσι κι αλλιώς το μήνυμα το λέει ξεκάθαρα».

 

Στο άκουσμα αυτό η Έριτ πετάχτηκε πάνω. Τον είχε δει να αλλάζει σε λίγες μόλις μέρες από την πλήρη φυσιολογικότητα και υγεία, και με την αφύσικα υπερβολική επίδραση μερικών μόνο ονείρων να επιμένει αψυχολόγητα σε μια σειρά αναπόδεικτων παραλογισμών. Είχε παρακολουθήσει το όνειρο του αγαπημένου της Παλ, που τόσο αναπάντεχα είχε αναβιώσει, να ξεθωριάζει και να χάνει κάθε λογική μετά από λίγες μόνο νύχτες, λες και η μοίρα είχε αποφασίσει να παίξει ένα απ’ τα μεγαλύτερα ειρωνικά παιχνίδια της μαζί της.

 

Ήξερε πως δεν μπορούσε να τον συνεφέρει σε καμιά περίπτωση. Αλλά τουλάχιστον μπορούσε να τον αποτρέψει από την ολοκληρωτική καταστροφή. Πετάχτηκε λοιπόν πάνω.

 

«Γουίκα, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό! Δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα και το ξέρεις».

 

«Φυσικά και θα καταφέρω αγάπη μου», έκανε εκείνος σε έναν ήρεμο πια, συγκαταβατικό τόνο. «Καταλαβαίνω ότι δεν μπορείς να το δεις, αλλά σε μένα φαίνεται απόλυτα αυτονόητο. Και είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα».

 

«Γουίκα, θυμήσου: Εσύ ήσουν που πριν λίγες μέρες μου έλεγες πως ήσουν ευτυχισμένος μαζί μου».

 

«Εγώ είμαι. Κι ακόμα είμαι ευτυχισμένος μαζί σου».

 

Η Έριτ σάστισε για μια στιγμή κι η ελπίδα ανέτειλε στις άκρες των ματιών της.

 

«Τότε;»

 

«Έχω την ευτυχία ενός πιονιού που ο σκακιστής που διεύθυνε το στρατό του κέρδισε τη μάχη. Μόνο που συμβαίνει να είμαι το μοναδικό πιόνι που ξέρει ότι υπάρχει και ο κόσμος έξω απ’ τη σκακιέρα. Και θέλω να βγω εκεί».

 

Η κοπέλα, απογοητευμένη πάλι, ρώτησε σιγανά: «Τι αξίζει η ευτυχία όταν τη βιώνεις μόνος σου; Όταν απλώς νομίζεις ότι είναι ευτυχία; Όταν οι άλλοι δεν μπορούν να την καταλάβουν, ίσως ακριβώς επειδή δεν είναι;»

 

«Είναι υποκειμενική, αγάπη μου. Μερικές φορές τόσο, που περνάει από δίπλα μας, μας αγκαλιάζει, μένει μαζί μας, κι όμως δεν την αντιλαμβανόμαστε. Και, Έριτ, τι πρέπει να κάνει κάνεις όταν ανακαλύπτει έναν καινούριο δρόμο; Να διακινδυνέψει και να τον ακολουθήσει προς όφελος ίσως και της γνώσης των υπολοίπων ή να επαναπαυτεί στα γνωστά δοκιμασμένα μονοπάτια;»

 

Ο Γουίκα Άρντερεμ πλησίασε το πρόσωπό του και φίλησε απαλά την Έριτ Άλυ. Έπειτα σηκώθηκε. Εκείνη τον παρακολούθησε. Περπατούσε αργά, η άμμος να τρίζει κάτω απ’ τα πόδια του. Περπατούσε προς το πέλαγος. Έφτασε στο νερό και μπήκε μέσα. Δεν κολύμπησε. Συνέχισε να περπατά – πιο αργά τώρα. Συνέχισε ώσπου το νερό τον κάλυψε ολόκληρο. Σκούρο μπλε νερό, στο τέλος ενός γήινου απογεύματος.

 

 

 

Μάνα, 49713 μ.Α.

 

 

 

Οι ηλεκτρονικοί βεβαίωναν πως, από τη δική τους τουλάχιστον πλευρά, δεν υπήρχε κανένα λάθος, αλλά το κυριότερο ήταν πως και οι δυο ψυχολόγοι, που τόσο προσεκτικά και λεπτεπίλεπτα είχαν δουλέψει αυτούς τους δυόμιση σχεδόν μήνες, ήταν σίγουροι για την επιτυχία, με μια βεβαιότητα σπάνια για επιστήμονα. Και όλα ήταν έτοιμα.

 

Γύρω απ’ τον Δυτικό Θόλο, που τώρα είχε γίνει διαφανής και μέσα του δεν είχε μείνει κανείς παρά μόνο οι ηλεκτρονικές και οι μηχανικές διατάξεις, είχε ορθωθεί ένας δεύτερος μεγαλύτερος. Μέσα σ’ αυτόν είχαν οργανωθεί και ετοιμαστεί όλα τα συνεργεία κάλυψης φέρνοντας την Κοιμισμένη Πόλη των Ανέμων της Μάνας στο κέντρο της προσοχής του γνωστού κόσμου. Ο καθένας βρισκόταν στη θέση του ξέροντας ακριβώς τι θα κάνει. Κανείς δεν μιλούσε αυτά τα τελευταία λεπτά. Κι όταν η Μόρτα Ο από τον Ανατολικό Θόλο άρχισε την τελευταία αντίστροφη μέτρηση, κανείς δεν ανάσαινε.

 

Και τότε, ένα ολόκληρο τεράστιο δευτερόλεπτο μετά από το «μηδέν», ο ογκώδης θάλαμος στο κοινό κέντρο των δυο θόλων άνοιξε με έναν σιγανό σφυριχτό ήχο. Κάτω από το θόρυβο του τριξίματος του παμπάλαιου καλύμματός του και των αθέλητων επιφωνημάτων θαυμασμού, ένα μικρό συννεφάκι υδρατμών διαλύθηκε γρήγορα. Μέσα στον θάλαμο, λεπτός και πολύ γερασμένος, ένας άνθρωπος έδειχνε να κοιμάται.

 

Μια στιγμή αργότερα, άνοιγε τα μάτια του.

 

Δευτερόλεπτα μετά, σηκωνόταν.

 

Κοίταξε τους ανθρώπους γύρω του μέσα απ’ το διάφανο θόλο, αλλά γρήγορα η προσοχή του γύρισε στο δικό του σώμα.

 

«Γέρασα», είπε στην δική του παράξενη, ξεχασμένη μέσα στις χιλιετίες γλώσσα.

 

Η έκπληξή του όμως δεν ήταν μεγάλη, έδειχνε να το περιμένει. Ο αρχαιολόγος Χίκπρε Ις, αφού ξεπέρασε το αρχικό σοκ, πλησίασε το διάφανο τοίχωμα κοιτώντας μια τον ονειρευτή και μια τη συσκευή διερμηνείας που κρατούσε με τρεμάμενα χέρια.

 

«Πενήντα χιλιάδες χρόνια δεν είναι λίγα», μίλησε στο μικρόφωνο. «Καλωσήρθες, Κοιμισμένε».

 

 

 

Γη, 4971 μ.Α.

 

 

 

Η Έριτ περπατούσε αργά στο μικρό αλλά περιποιημένο δρομάκι. Τα κυπαρίσσια στις δυο άκρες του όρθωναν ψηλούς καταπράσινους τοίχους, και οι δεκαοχτούρες μέσα στα πυκνά τους φυλλώματα έσπαγαν περιοδικά την απόλυτη ησυχία. Στο τέλος του δρόμου και των δυο κυπαρισσένιων τοίχων, το γαλάζιο πέλαγος που τον κατάπιε και, τι ειρωνεία, ακριβώς ανάμεσα στην θάλασσα και σ’ εκείνη, το νεκροταφείο.

 

Τα δάκρυα αυλάκωναν το ένα μετά το άλλο το πρόσωπό της, αλλά η Έριτ είχε πάψει από ώρες να τους δίνει σημασία. Το βουβό κλάμα της ήταν πια τόσο αυτονόητο, όσο και η αναπνοή, και τα μάτια του μυαλού της δεν μπορούσαν να αφήσουν τη μορφή του.

 

Ήταν ένα μικρό και ήσυχο νησιώτικο κοιμητήρι πάνω από μια κάθετη σχεδόν μεσογειακή ακτή. Η Έριτ μπήκε και κατευθύνθηκε μέσα απ’ τις λίγες σειρές προς το κενοτάφιο. Όσο κι αν είχαν ψάξει δεν είχαν καταφέρει να βρουν έναν άνθρωπο που χάθηκε πέντε μέτρα απ’ την ξηρά. Η Έριτ δεν κρατούσε λουλούδια. Ήθελε μόνο να κοιμηθεί μαζί του το πρώτο εκείνο βράδυ. Έφτασε μπροστά του – και κοίταξε.

 

Ο γεράκος που συντηρούσε το κοιμητήρι ήταν ο μοναδικός άνθρωπος εκεί γύρω. Είδε την όμορφη κοπελιά να λυγίζει έξαφνα και να πέφτει στα γόνατα. Έμοιαζε έτοιμη να καταρρεύσει. Όμως έσκυψε μπροστά και έπιασε την πλάκα από τις άκρες με τα δυο της χέρια. Έγειρε από πάνω της, τα μαλλιά της να χύνονται χαϊδεύοντάς την. Ο γεράκος την είδε να μένει εκεί ώρα πολλή, κοιτάζοντας μόνο την λευκή μαρμάρινη άδεια πλάκα. Έπειτα σκούπισε τα μάτια της και τα ’τριψε με τα χέρια της κοιτάζοντας πάντα τον τάφο. Μισό λεπτό αργότερα άρχισε να έρχεται όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς εκείνον.

 

«Τι είναι, κόρη μου!»

 

Του έκανε νόημα ν’ ακολουθήσει. Του έδειξε τον τάφο με αγωνία. Μπόρεσε μόνο να τραυλίσει: «Τ-τι γράφει;»

 

Ο γεράκος τη λυπήθηκε την κακομοίρα. Είχε δει κι άλλες φορές συγγενείς να μη θέλουν να το πιστέψουν. Ακόμα κι αν η ζωή έδινε πολλές ευκαιρίες, ο, προσωρινός έστω, θάνατος πονούσε πολύ, γιατί χώριζε τους ανθρώπους μια για πάντα. Διάβασε αυτό που έβλεπε όσο πιο ήσυχα μπορούσε:

 

«Γουίκα Άρντερεμ, 4946 – 4971».

 

«Μ-Μόνο αυτό;»

 

Ο άνθρωπος τώρα παραξενεύτηκε.

 

«Μόνο αυτό».

 

Τι περίεργο. Γιατί η Έριτ μπορούσε να διαβάσει ακόμα:

 

 

 

Ρέοντας ανάμεσα στις πραγματικότητες

 

Ίσως κάποιο επόμενο ξύπνημα

 

Να μου δείξει τον αληθινό θάνατο πριν

 

Τελειώσω τον κύκλο μου πάλι πίσω σ' εσένα

 

Ένας κόσμος άγνωστος, κι εγώ

 

Φοβάμαι, μα δεν θα λείψεις απ’ τα όνειρά μου

 

 

Ένας κόσμος άγνωστος, κι εγώ

 

Ρέοντας ανάμεσα στις πραγματικότητες

 

Ίσως κάποιο επόμενο ξύπνημα

 

Τελειώσω τον κύκλο μου πάλι πίσω σ' εσένα

Edited by mman

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nova

Δεν είναι και η πιο πρωτότυπη ιδέα στο χώρο τηε ΕΦ, αλλά εδώ κατάφερες να της δώσεις νέα πνοή.

 

Πολύ καλοδουλεμένη και πολύ καλό γράψιμο, μπράβο σου.

 

Επίσης μου άρεσαν πάρα πολύ οι σκέψεις των πρωταγωνιστών, τα θέματα για τα οποία μιλούσαν, με λίγα λόγια μια καλή ιστορία.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Εγώ λυπήθηκα πολύ που αυτό το διήγημα δεν μπαίνει στη συλλογή. Μου είχε αρέσει από την πρώτη φορά που το είχα δει (το 2005), κι ας περιείχε κάποιες ασάφειες και δυσκολίες, οι οποίες έτσι κι αλλιώς δε φαίνονται καθόλου στο τροποιημένο κείμενο που μας παρατίθεται εδώ.

Η σκηνή στο μπαρ έιναι όλα τα λεφτά και οι περιγραφές μέσα σε όλο το κείμενο έχουν ιδιαίτερη γοητεία.

Ίσως να είναι βέβαια θέμα γούστου μια που, αντίθετα από τη συνηθισμένη σου θεματολογία, που αφορά συνήθως το κοντινό μέλλον, αυτό το διήγημα έχει πιο 'φανταστική' χροιά καθώς διαδραματίζεται πολύ αργότερα.

Ίσως Κάποια Επόμενη Συλλογή; :-)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Πολύ ωραίο. Ας είναι συνηθισμένο το θέμα, πάντα γοητεύει. Το διήγημα έχει πολύ ζωντανές εικόνες και χαρακτήρες και είναι γραμμένο ξεκούραστα και εθιστικά. Απλά, ήθελα κι άλλο, είναι από τα κείμενα που με ρουφάνε στην πραγματικότητά τους και δεν θέλω να βγω. Όταν όμως έχει πει ό,τι είναι να πει, πρέπει να βγεις κάποτε, ε;

 

Η μόνη μου λίγο αρνητική στιγμή ήταν όταν άρχισαν να μιλάνε για το γνωστό "Γιατί Ζούμε;" Εκεί μόνο πήγα να ξενερώσω, γιατί βαριέμαι αφόρητα αυτές τις κουβέντες. Βέβαια, δεν βαρέθηκα τελικά, αφού αυτή η συζήτησή τους ήταν κάτι που φυσικά και άνετα ήρθε μέσα απ' το διήγημα και κράτησε όσο χρειαζόταν.

 

Πολύ ευχάριστο πρωινό ανάγνωσμα, νά 'σαι καλά!

Edited by Cassandra Gotha

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Ευχαριστώ για τον κόπο να σχολιάσετε -και τον κόπο να διαβάσετε πριν απ' αυτό.rolleyes.gif

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..