Jump to content

Write off #43 (Nienor vs DinoHajiyorgi)


Mindtwisted
 Share

Ψηφίστε  

20 members have voted

  1. 1. Ποια ιστορία σας άρεσε περισσότερο

    • του DinoHajigiorgi
      5
    • της Nienor
      15

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Το σαλόνι ήταν ζεστό, λουσμένο στη θαλπωρή της φωτιάς που έκαιγε τρίζοντας στο τζάκι. Η Μαρία χάζευε τη μεγάλη προθήκη με τα ασημικά, περιμένοντας να δοκιμάσουν ο Αντώνης τον καφέ του και η Πέγκη το τσάι της.

 

«Άντε λοιπόν, θα μας πεις για ποιο λόγο μας κάλεσες έτσι ξαφνικά;», ρώτησε με περιέργεια η φίλη της, αφήνοντας με ένα κουδούνισμα το φλιτζάνι στο πιατάκι του, «Πριν λίγο φαινόσουν πολύ ανυπόμονη και μου κίνησες την περιέργεια.»

 

Η Μαρία χαμογέλασε στον Αντώνη, που έσφιγγε την κούπα με το αχνιστό ρόφημα στις παλάμες του, κι αυτός της ανταπέδωσε ένα βλέμμα προτροπής, «Εντάξει, θα σας δείξω.»

 

Επιτέλους η ώρα είχε φτάσει. Έσκυψε, γονάτισε στο ακριβό χαλί, τράβηξε το χρυσοποίκιλτο κουτί κάτω από τον καναπέ και το απόθεσε στο τραπεζάκι.

 

«Δεν θα πιστέψετε τι ανακάλυψα εξερευνώντας τη σοφίτα.», είπε.

 

Οι άλλοι έσκυψαν με περιέργεια πάνω από το γυαλιστερό αντικείμενο, κι αυτή, ευχαριστημένη που είχε μαγνητίσει στο έπακρο την προσοχή τους, άνοιξε με αργές, τελετουργικές κινήσεις το καπάκι.

Edited by nyheelliw
Link to comment
Share on other sites

Θα χρησιμοποιήσουμε την καθιερωμένη παρατασούλα μέχρι το πρωινό ξύπνημα :)

(Τουτέστιν μέχρι το πολύ τις 12 το μεσημέρι αύριο)

 

Δεν έχει κανείς πρόβλημα με αυτό? ε? Ε? :p

Link to comment
Share on other sites

Θα χρησιμοποιήσουμε την καθιερωμένη παρατασούλα μέχρι το πρωινό ξύπνημα :)

(Τουτέστιν μέχρι το πολύ τις 12 το μεσημέρι αύριο)

 

Δεν έχει κανείς πρόβλημα με αυτό? ε? Ε? :p

 

Ραντεβού αύριο το μεσημέρι εδώ λοιπόν. The Clash of the Fantasies!

Link to comment
Share on other sites

Η Μαρία των δύο αιώνων...

 

 

Το σαλόνι ήταν ζεστό, λουσμένο στη θαλπωρή της φωτιάς που έκαιγε τρίζοντας στο τζάκι. Η Μαρία χάζευε τη μεγάλη προθήκη με τα ασημικά, περιμένοντας να δοκιμάσουν ο Αντώνης τον καφέ του και η Πέγκη το τσάι της.

 

«Άντε λοιπόν, θα μας πεις για ποιο λόγο μας κάλεσες έτσι ξαφνικά;», ρώτησε με περιέργεια η φίλη της, αφήνοντας με ένα κουδούνισμα το φλιτζάνι στο πιατάκι του, «Πριν λίγο φαινόσουν πολύ ανυπόμονη και μου κίνησες την περιέργεια.»

 

Η Μαρία χαμογέλασε στον Αντώνη, που έσφιγγε την κούπα με το αχνιστό ρόφημα στις παλάμες του, κι αυτός της ανταπέδωσε ένα βλέμμα προτροπής, «Εντάξει, θα σας δείξω.»

 

Επιτέλους η ώρα είχε φτάσει. Έσκυψε, γονάτισε στο ακριβό χαλί, τράβηξε το χρυσοποίκιλτο κουτί κάτω από τον καναπέ και το απόθεσε στο τραπεζάκι.

 

«Δεν θα πιστέψετε τι ανακάλυψα εξερευνώντας τη σοφίτα.», είπε.

 

Οι άλλοι έσκυψαν με περιέργεια πάνω από το γυαλιστερό αντικείμενο, κι αυτή, ευχαριστημένη που είχε μαγνητίσει στο έπακρο την προσοχή τους, άνοιξε με αργές, τελετουργικές κινήσεις το καπάκι.

 

 

 

***

1939 Πλάκα

 

 

 

Ο άνεμος έξω λυσσομανούσε, όμως το σπιτικό μέσα η φωτιά στο τζάκι το κρατούσε ζεστό τριζοβολώντας χαριτωμένα. Το κουτί στραφτάλιζε καθώς οι φλόγες παιχνίδιζαν επάνω στα λαμπερά του σκαλίσματα και η Μαριγώ δε μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της από πάνω του. Αν το άνοιγε για μια τελευταία φορά; Τι θα μπορούσε να πάει στραβά με μία μόνο τελευταία ματιά;

 

Σκέπασε τα μάτια της με τα χέρια της, αναστέναξε βαθιά και βούτηξε το κουτί ενώ σηκωνόταν απότομα από το χαλί. Ανέβηκε στη σοφίτα, σχεδόν τρέχοντας στην κάθετη ξύλινη σκαλίτσα, και το καταταχώνιασε στο μπαούλο της γιαγιάς της.

 

Ασθμαίνοντας άγαρμπα ακούμπησε την πλάτη της στον τοίχο της σοφίτας, δίπλα στην τρύπα απ’ όπου κατέβαινε στον πρώτο, για να βρει την ανάσα της και να μην χτυπήσει στην κάθοδο. Κοίταξε το μπαούλο. Ίσως πρέπει να το καρφώσω, σκέφτηκε, ίσως πρέπει να σφραγίσω τη σοφίτα...

 

Αργότερα, ρουφώντας ήσυχα το χαμομήλι της μπροστά στη φωτιά του τζακιού, δίπλα στην προσθήκη με τα ασημικά της προγιαγιάς της, κατάφερε κάπως να ηρεμήσει και μπόρεσε να σκεφτεί. Δεν έβγαζε νόημα όλο αυτό. Ήξερε από μάγια, αλλά τούτο… Τούτο ήταν παλιό. Πολύ παλιό. Έπρεπε να σφραγίσει το μπαούλο. Και ύστερα τη σοφίτα. Και μετά, αν κατάφερνε να μαζέψει μια σύναξη με εννιά γυναίκες... όχι, όχι εννιά... δώδεκα καλύτερα, θα τα ξεχνούσε όλα. Και τότε, μόνο τότε, θα ήταν ασφαλής. Η κόρη της. Γιατί για την ίδια ήταν πια αργά...

 

 

***

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009 Πλάκα

 

 

 

Η Μαρία είχε μετακομίσει στο σπίτι της γιαγιάς Μαρίας πριν από τρεις περίπου μήνες. Είχε κρατήσει τα περισσότερα από τα έπιπλα της γιαγιάς της, ήξερε και την ιστορία από των περισσότερων από αυτά, αλλά είχε αλλάξει εντελώς τη διακόσμηση. Είχε ξεπακετάρει τα περισσότερα από τα πράγματά της και τα είχε σχεδόν τακτοποιήσει. Όμως δεν είχε καταφέρει ακόμα να βρει την είσοδο για τη σοφίτα. Η μητέρα της δε θυμόταν καν πως το παλιό σπίτι είχε σοφίτα, μάλιστα είχε την εντύπωση πως, μεταξύ των κεραμιδιών και του πρώτου ορόφου, υπήρχε απλά ένα μεγαλούτσικο κενό στο οποίο ζούσαν ποντίκια.

 

Όμως, της Μαρίας της είχε καρφωθεί στο κεφάλι ότι πίσω από κάποιο τοίχο βρισκόταν μια σκάλα που έβγαζε σε σοφίτα. Και θα την έβρισκε, δε θα πήγαινε τσάμπα η αρχιτεκτονική που έκανε έξι χρόνια να τη βγάλει στην Ιταλία, ακόμα κι αν δεν το δούλευε το επάγγελμα ποτέ.

 

Είχε δέσει ψηλά τα κατακόκκινα μαλλιά της, είχε βάλει τις φόρμες της και κρατώντας το παλιό γουδοχέρι της γιαγιάς της χτυπούσε τους τα ντουβάρια του διαδρόμου κι αφουγκραζόταν. Ο ήχος δεν άλλαζε πουθενά. Καθόταν κατάχαμα στο διάδρομο και κάπνιζε και κοίταζε αγριεμένη τους τοίχους, σηκωνόταν και το επαναλάμβανε σχολαστικά τη διαδικασία. Ώσπου κάποια στιγμή, το μάτι της έπεσε στο εντοιχισμένο ντουλάπι που βρισκόταν δίπλα στο μπάνιο. Της πήρε ελάχιστο χρόνο για να δει πως τα μέτρα δεν της έβγαιναν και πως το ντουλάπι σαφέστατα δεν έφτανε μέχρι τον εξωτερικό τοίχο, αλλά όχι τον ίδιο για να ξηλώσει την πλάτη του και ύστερα να ξεκαρφώσει και να σπάσει το κόντρα πλακέ πίσω από αυτήν.

 

Όταν πια κατάφερε να το σπάσει ήταν εξαντλημένη, αλλά πολύ ικανοποιημένη. Πίσω από το ντουλάπι υπήρχε ένας χώρος, περίπου δύο τετραγωνικά, ο οποίος στο ταβάνι του είχε μια τρύπα. Ναι! Το σπίτι είχε σοφίτα!

 

Αλλά η Μαρία δεν είχε σκάλα.

 

***

1889 Αθήνα

 

Πήρε το τσεκούρι από την αυλή και μπήκε στο σπίτι φουριόζα. Ανέβηκε στον πρώτο όροφο έφτασε τη σκάλα της σοφίτας κι άρχισε να την πελεκάει. Νταγκ νταγκ νταγκ έσπασε τη μια μεριά της κι ύστερα την άλλη και μετά έκοψε μικρά όλα τα κομμάτια και τα πέταξε στο τζάκι.

 

Καθώς ζέσταινε τα χέρια της στη φωτιά, καθισμένη μπροστά στο τζάκι μαζί με την κορούλα της και ντυμένες στα μαύρα και οι δύο, κατάφερε μετά από πολύ καιρό να χαμογελάσει.

 

«Γιατί μανούλα έσπασες τη σκάλα; Αφού είχαμε ξύλα για το τζάκι...»

 

Κοίταξε την κόρη της σοβαρά.

 

«Για να μη πέφτουμε, καρδούλα μου, για να μην πονάμε μετά...» της αποκρίθηκε.

 

Η μικρή την κοίταξε απορημένη.

 

 

***

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009, Πλάκα

 

 

Τι είχε δει στον ύπνο της; Θυμόταν σίγουρα πως είχε δει τη γιαγιά της, αλλά ζωντανή, παρόλο που το υπόλοιπο όνειρο είχε φαντάσματα αντρών που δεν ήξερε. Η γιαγιά Μαρία ήταν νέα και για κάτι την προειδοποιούσε. Κάτι ήθελε να ξεφορτωθεί. Τι όμως;

 

Σηκώθηκε από το κρεβάτι της και κρατώντας τον ασύρματο στο ένα χέρι έβαλε νερό, καφέ και ζάχαρη στο μπρίκι κι άναψε το γκαζάκι. Πήρε δέκα νούμερα και πάτησε το πράσινο κουμπί.

 

«Έλα,» ακούστηκε η φωνή του Αντώνη «καλημέρα.»

 

«Καλημέρα, είσαι στη δουλειά;»

 

«Εεεε... Μαράκι μου, είναι Σάββατο, Ψυχοσάββατο κι όλας για την ακρίβεια...»

 

«Α, το ξέχασα τελείως. Ωραία άρα μπορείς να ασχοληθείς μαζί μου.» Γέλασε εκείνη.

 

«Πες μου, μωρό μου, τι θες; Κι άσε τις γαληφιές σε μένα, δεν πιάνουν...»

 

«Μια σκάλα.»

 

«Τι σκάλα;»

 

«Ε, μια σκάλα, μεγάλη... διπλή αν βρεις.»

 

«Σκάλα... οκ, τι να την κάνεις;»

 

«Δε μπορώ να σου πω, είναι έκπληξη.»

 

«Τι έκπληξη;»

 

«Ε, έκπληξη, ρε παιδί μου, πως το λένε; Έ-κπλη-ξη. Θα δεις το βράδυ. Αν μου έχεις φέρει μια σκάλα μέχρι τότε...»

 

Ο Αντώνης γέλασε.

 

«Βρήκες τη σοφίτα;!» Δεν ήταν ακριβώς ερώτηση, ήταν μάλλον δήλωση.

 

***

Κυριακή των αποκριών, 22 Φεβρουαρίου 1909

 

 

 

Εχτές το πρωί πήγαμε στον τάφο του πατέρα και ύστερα στου παππού. Όλη την Παρασκευή η μάνα ετοίμαζε τα κόλλυβα και χτες τα λειτουργήσαμε και τα μοιράζαμε όλη μέρα στο νεκροταφείο. Με άφησε να κρατήσω λίγα να τα βάλω κάτω από το μαξιλάρι μου.

 

Είχα πολύ αγωνία να δω ποιον θα παντρευτώ κι ο ύπνος δε με έπαιρνε εύκολα. Κι όταν πια κατάφερα να κοιμηθώ, τις ώρες πριν το ξημέρωμα, τις πιο σκοτεινές, τα όνειρά μου ήταν ταραγμένα. Φοβεροί εφιάλτες με φαντάσματα με κύκλωσαν κι εγώ λέει να τους ξεφύγω δε μπορούσα.

 

Σηκώθηκα με δυσκολία και χώθηκα στο κρεβάτι της μάνας. Κι εκεί, ησύχασαν οι εφιάλτες, αλλά δεν είχα και κόλλυβα κάτω από το μαξιλάρι μου για να δω τον μελλοντικό μου σύζυγο. Όμως, κοιμήθηκα καλά, σχεδόν μέχρι το μεσημέρι και σήμερα αρχίσαμε να ‘τοιμάζουμε τις τσουκάλες, να βράσουμε την τσουκνίδα για να ξορκίσουμε το κακό των αποκριών.

 

***

17 Νοέμβρη 1973, Πλάκα

 

Στεκόταν μπροστά στον τάφο του τρίτου της άντρα κρατώντας την κορούλα της από το χέρι. Θα ήταν το τρίτο παιδί της αν δεν είχε αποβάλλει δυο φορές πριν να την κάνει. Και τις δύο αγόρια. Τώρα όμως η Μαρία ήταν μοναχοπαίδι. Το έφερνε έτσι κι αλλιώς βαρέως που έχασε τον πατέρα της, αλλά δεν είχε και κανέναν στην ηλικία της να μοιραστεί τις σκέψεις της. Μόνο μια μάνα, συνηθισμένη να χάνει τους άντρες της, πλέον, τσακισμένη κι έτοιμη να πιστέψει τις ιστορίες της μουρλής της μάνας της, που το όνομά της είχε δώσει στο παιδί της και αναθεμάτιζε την ώρα για αυτό. Μόνο μια μάνα και μια μουρλή γιαγιά.

 

Δυσκολεύτηκε να γυρίσει σπίτι της στην Πλάκα, από τον Πειραιά γιατί η Πατησίων ήταν κλειστή. Όταν έφτασε άφησε τη Μαρία στη γειτόνισσα να παίξει με τη δική της κόρη, μπούκαρε στο σπίτι σχεδόν τρέχοντας κι ανέβηκε στη σοφίτα. Πήρε το κουτί και ξανακατέβηκε με την ίδια ταχύτητα.

 

«Που πας;» Τη ρώτησε η γιαγιά Μαρία.

 

«Όπου θέλω» της απάντησε απότομα δένοντας το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι της.

 

«Κάτσε εδώ» της είπε και της έδειξε το ραδιόφωνο. «Θα μπουν μέσα λένε.»

 

«Μέχρι τον κυρ Τάκη, εδώ στο κοσμηματοπωλείο πάω.» Μαλάκωσε εκείνη, αλλά κοίταξε τη μάνα της κάπως ένοχα.

 

Εκείνη αναστέναξε.

 

«Δε θα τα καταφέρεις. Θα γυρίσει πίσω, θα το δεις.»

 

Έκανε μια χειρονομία που σήμαινε κάτι σαν «παράτα μας» και άνοιξε την πόρτα να φύγει. Πως θα γυρνούσε μωρέ πίσω, πόδια θα έβγαζε το καταραμένο; Κοντοστάθηκε, ανατρίχιασε και έκλεισε την πόρτα ξανά.

 

«Πως θα γυρίσει πίσω, ρε μάνα;»

 

Η γιαγιά Μαρία χτύπησε το χέρι της στην ντιβανοκασέλα δίπλα της κάνοντας της νόημα να κάτσει.

 

«Θα στο φέρει ο επόμενος...»

 

Έκατσε να ακούσει, τραβώντας τη μαντίλα από το κεφάλι της κι αφήνοντας τα κόκκινα μαλλιά της ξεχυθούν ελεύθερα στους ώμους της.

 

 

***

1849 Αθήνα

 

 

«Μαριώ...» φώναξε ο νεαρός τρέχοντας προς το μέρος της.

 

«Σσσους χριστιανέ μου» του είπε εκείνη σαν έφτασε κοντά του «θα νομίζει ο κόσμος ότι ήρθαμε από κάνα χωριό!»

 

«Σχώρα με κοκόνα μου, κοίτα τι σου πήρα!» Της είπε εκείνος τείνοντας αυτό που κρατούσε προς το μέρος της.

 

Βλέποντας και μόνο το σχήμα του κουτιού που ήταν αμπαλαρισμένο κι είχε ένα μεγάλο κόκκινο φιόγκο της ήρθε αναγούλα.

 

«Τι... τι ‘ναι αυτό;»

 

«Τι έπαθες μωρέ και χλόμιασες; Κόσμημα είναι, θεόρατο, άνοιξε να τό δεις.»

 

Η Μαριώ τρέκλισε απλώνοντας το χέρι της να το πάρει και ξάπλωσε φαρδιά πλατιά στην πλατεία των Αέρηδων στην Πλάκα.

 

«Μαριώ! Μαριώ μου! Ένα γιατρόοο...»

 

 

***

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009, Πλάκα

 

Το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε με ρυθμό. Η Μαρία έτρεξε να ανοίξει και χίμηξε επάνω στον Αντώνη που προσπαθούσε να την κρατάει αγκαλιά και ταυτόχρονα να μην του πέσει η σκάλα που της είχε αγοράσει.

 

«Έχει σοφίτα!» Του είπε άμα σταμάτησε τα φιλιά.

 

«Άντε, πάμε να τη δούμε.» Της είπε εκείνος χαμογελώντας.

 

Παρόλο που έκαναν σχεδόν τα πάντα μαζί, η Μαρία αισθάνθηκε περίεργα. Δεν είχε σκεφτεί πως θα ανέβαιναν να δουν τα μυστικά της γιαγιάς της μαζί.

 

«Αγάπη μου…» ξεκίνησε να λέει κρατώντας τον ακόμα αγκαλιά.

 

«Θες να ανέβεις μόνη σου» αποφάνθηκε εκείνος χαμογελαστά.

 

«Σ’ αγαπώ!» Του είπε η Μαρία και τον έπνιξε πάλι στα φιλιά.

 

 

 

«Θα έρθεις το βράδυ ε;» Του φώναξε καθώς έβαζε μπρος το αμάξι του.

 

***

1959 Τρούμπα

 

 

«Μαρίκα, κι εσένα τσίφτη;»

 

«Δεινό δύτη!»

 

«Χαχαχαχα...» γέλασε εκείνη και ήπιε άλλη μια γουλιά από το ξινό κρασί που σέρβιρε ο Μπάμπης στον τεκέ του.

 

«Πάρ’ το ντέφι σου κοριτσάρα μου κι ανέβα να μας μιλήσεις δυο στιχάκια.»

 

«Δε μπορώ σήμερα, νταή μου.»

 

«Γιατί αστέρι μου;»

 

«Δεν κάνει, είναι ψυχοσάββατο, δεν τραγουδάμε.» Σοβάρεψε εκείνη.

 

«Κι άμα σου δώκω τούτο δω που βρήκα σήμερα στον πάτο στο Πασαλιμάνι;» Είπε και άπλωσε το χέρι του. Τα μάτια της Μαρίκας στρογγύλεψαν. Το κουτί ήταν χρυσοστόλιστο κι αυτό ίσως να έλεγε πολλά για το μέσα του...

 

 

 

«Μάνα, μάνα, αυτόν θα πάρω, το δύτη! Κοίτα τι μου έδωκε!» Έπιασε να φωνάζει όταν γύρισε σπίτι της στην Πλάκα.

 

Η μάνα τσίμπησε το λευκό σεντόνι με το μανταλάκι και στράφηκε στην κόρη της. Κάποια στιγμή θα παντρευόταν, σκέφτηκε, κάποια στιγμή θα γινόταν κι αυτό. Κατάπιε έναν κόμπο πανικού που είχε ανέβει στο λαιμό της και της είπε:

 

«Να δω.»

 

 

 

Η Μαρίκα το ‘χε καημό. Δεν πρόλαβε να δει η μάνα της το εκπληκτικό μενταγιόν που της είχε χαρίσει ο δύτης της. Μόλις πήρε το κουτί στα χέρια της έπαθε ανακοπή και πέθανε. Τουλάχιστον θα ‘δινε το όνομα της στην κόρη της, μόνο τούτο μπορούσε να κάνει.

 

***

 

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009, Πλάκα

 

 

Ήταν σχεδόν βράδυ όταν κατέβηκε από τη σοφίτα. Αισθανόταν μαγεμένη. Είχε ανακαλύψει κάτι που ήταν ανεκτίμητο για τη γιαγιά της, κάτι που της είχε χαρίσει κάποιος άντρας το δίχως άλλο, κάτι που αν ήταν αληθινό είχε πάρα πολύ μεγάλη αξία. Μα ποιος να της το είχε πάρει; Εντάξει, η οικογένεια της ήταν πάντοτε αρκετά ευκατάστατη, αλλά για να αγοράσει κάποιος ένα κομμάτι σαν αυτό, έπρεπε… έπρεπε να έχει όσα η κόρη του Ωνάση ίσως. Όχι ότι η Μαρία ήξερε να εκτιμήσει τις πολύτιμες πέτρες, αλλά είχε ξαναδεί ρουμπίνια στο μουσείο, στην Ιταλία, και το δίχως άλλο ακόμα κι αν δεν ήταν αληθινό έμοιαζε πάρα πολύ για αληθινό. Αν και … το σχήμα του…

 

Έδιωξε τις σκέψεις από το μυαλό της και πήρε τηλέφωνο την κολλητή της.

 

«Πέγκυ, πρέπει να έρθεις από δω.»

 

«Πες μια καλησπέρα» της απάντησε εκείνη.

 

«Έλα, ντύσου κι έλα. Θα ‘ρθει κι ο Αντώνης σε λίγο.»

 

«Όκεϊ. Είσαι καλά;»

 

«Ναι ρε, μια χαρά. Έλα, σε περιμένω, φιλιά.»

 

 

 

Αισθανόταν πως ήταν επείγον να μοιραστεί εκείνο που είχε ανακαλύψει με τη φίλη και το αγόρι της. Αισθανόταν μια σφοδρή επιθυμία να τους το δείξει. Και μια ακόμη μεγαλύτερη να ανοίξει ξανά το χρυσοποίκιλτο κουτί για να το ξαναδεί κι η ίδια…

 

 

***

1809 Κωνσταντινούπολη

 

Το πέπλο της Αλτάρ, της πρώτης Καντίμ του σουλτάνου, σκέπαζε τα χείλη και τα μάγουλα της και η Μαρίκα δεν ήξερε αν χαμογελούσε ή αν τα μάτια της σπίθιζαν από μόνα τους. Δεν την φοβόταν πάντως. Τούτη ήταν η δική της μέρα και η Καντίμ ποτέ δεν της είχε απευθύνει το λόγο προηγουμένως έτσι κι αλλιώς.

 

Της έλλειπαν οι γονείς και τ’ αδέρφια της. Παιδί σχεδόν την είχαν πάρει από την αγκαλιά τους για να τη δώσουν στον Αφέντη. Τούτη όμως ήταν η μέρα της. Η ίδια η Βαλιντέ Σουλτάνα την είχε επιλέξει για να πάρει τη θέση της. Θα γεννούσε μια μέρα τον πρωτότοκο του Σουλτάνου. Ήταν η ομορφότερη, η πιο νέα και η πιο γερή από τις γυναίκες του. Κι επί πλέον, ήταν ρωμιά. Όπως και η Βαλιντέ.

 

Είχαν πάει στη Μάνα νωρίς το απόγεμα κι εκείνη την είχε κυριολεκτικά λούσει με εσθίρ και η Βαλιντέ της έδινε να μασούλαει σερνικοβότανο σαράντα μέρες τώρα. Τίποτα δε μπορούσε να πάει στραβά. Η Μαρίκα θα ήταν η επόμενη Βαλιντέ Σουλτάνα. Σήμερα θα έπιανε το διάδοχό του και ύστερα θα τον υποστήριζε με τη βοήθεια της μάνας του άντρα της. Και η βοήθεια της Βαλιντέ ήταν όση γυναικεία βοήθεια μπορούσε να λάβει. Πιο πάνω δεν είχε.

 

 

 

Η Καντίμ έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση κάτω από τα αραχνοΰφαντα πέπλα της κι έβγαλε ένα χρυσοποίκιλτο κουτί. Με μια ρευστή κίνηση το έδωσε στη Μαρίκα και τα σκούρα μάτια της σπίθισαν. Μάλλον χαμογελούσαν, ίσως και όχι. Η Μαρίκα το πήρε και κοίταξε την αντανάκλαση της φωτιάς επάνω στα σκαλίσματά του. Ήταν γυαλιστερό και όμορφο.

 

«Τι είναι αυτό;»

 

«Για εσένα, που ‘χεις το όνομα της μάνας του Θεού σας. Να το φοράς και να καμαρώνεις.» Η προφορά της Καντίμ ήταν άψογη. Κάθε φορά που η Μαρίκα μιλούσε σε Τουρκάλα εντυπωσιαζόταν με αυτό.

 

Χαμογελώντας έλυσε το χρυσό κορδονάκι που κρατούσε κλειστό το κουτί και το άνοιξε. Τα μάτια της γούρλωσαν. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο εντυπωσιακό. Ένα ρουμπίνι σε σχήμα καρδιάς και σε μέγεθος παιδικής γροθιάς βρισκόταν μέσα στο κουτί. Δεμένο σε χρυσή χοντρή αλυσίδα, να το κρατά μακρύ, στο ύψος της καρδιάς αυτού που το φοράει. Ένα υπέροχο κόσμημα, ανεκτίμητης αξίας.

 

Κοίταξε την Καντίμ με το χέρι στα χείλη της.

 

«Γιατί;» Κατάφερε να ψελλίσει.

 

«Όμορφο πρόσωπο, μεταξένια κόκκινα μαλλιά, γαλάζια μάτια και γλυκιά φωνή. Ταιριάζει σε σένα. Πάνω από κάθε άλλη γυναίκα του.»

 

«Μα δε σε νοιάζει; Που είμαι ρωμιά; Που είμαι η ευνοούμενή του αυτή την εποχή; Δε σε νοιάζει;»

 

«Δε μπορώ να χάσω εκείνο που δεν ήταν δικό μου ποτέ. Εμείς του ανήκουμε, εκείνος ανήκει στον Αλλάχ. Μόνη γυναίκα με εξουσία είναι η Βαλιντέ Σουλτάνα κι είναι μάνα του, όλες οι υπόλοιπες είμαστε το ίδιο.»

 

«Μα είμαι ρωμιά!» Σχεδόν τσίριξε η Μαρίκα απορημένη. Παρόλο που είχε ζήσει τόσο καιρό κοντά στις γυναίκες του Σουλτάνου, ακόμη της ήταν δύσκολο να αποδέχεται την ανυπαρξία ανταγωνισμού μεταξύ τους.

 

«Οθωμανή είναι κι η Ρωμιά, όλες ίδιες είμαστε. Όλες ένα. Έλα να στο φορέσω.»

 

Η Καντίμ έπιασε απαλά το εντυπωσιακό κόσμημα μέσα από το κουτί, ενώ η Μαρίκα στράφηκε στο μεγάλο καθρέφτη του κοινού δωματίου των γυναικών και χαμογέλασε. Η μεγαλύτερη γυναίκα πέρασε τα χέρια της μπροστά από τη Μαρίκα κι ακούμπησε το κόσμημα στο στήθος της λέγοντας:

 

«Σε δένω κόρη μου μ’ ευκή,

 

Σάββατα σάβανα των ψυχών κι ορόσημα

 

Αγόρια χάνονται και κόρες κλαίνε...» Το χαμόγελο στα χείλη της Μαρίκας πάγωσε.

 

«…Σάββατα σάβανα των ψυχών κι ορόσημα

 

Άντρες νεκρών κεράσματα

 

Κορίτσια κλαίνε.» Απόσωσε η Αλτάρ.

 

Η Μαρίκα κρατούσε το ρουμπίνι στο χέρι της μακριά από το δέρμα της απορημένη αρχικά, με τρόμο έπειτα, προσπαθώντας να το βγάλει και να γυρίσει να αντικρίσει την άλλη.

 

Η πρώτη Καντίμ έκανε δυο βήματα πίσω και την κοίταξε ατάραχη όσο η Μαρίκα έβγαζε το κόσμημα από πάνω της και το πετούσε στα παχιά χαλιά στο πάτωμα. Τα μάτια της σπίθισαν για άλλη μια φορά.

 

«Γιατί;» Ρώτησε η Μαρίκα για άλλη μια φορά την Αλτάρ, ενώ το πηγούνι της έτρεμε ελαφρά και το πρώτο δάκρυ που σχηματίστηκε στα μάτια της άρχισε να καίει τη μύτη της.

 

«Για όλα τούτα που πες μόνη σου άπιστη και για όσα δεν είπες. Και τούτα θα πληρώσεις κι εσύ κι οι μπάσταρδες κόρες σου.» Της γύρισε την πλάτη της και βρήκε με μικρά ήσυχα βήματα από το δωμάτιο ενώ η Μαρίκα έκλεγε στο πάτωμα κρατώντας σφικτά το ρουμπίνι στο χέρι της κι αναθεματίζοντάς το.

 

 

***

 

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009, Πλάκα

 

 

Η Πέγκυ κρατούσε τη βαριά αλυσίδα στα χέρια της και η Μαρία κρατούσε τα κατακόκκινα μαλλιά της ψηλά για να το κουμπώσει η φίλη της στο σβέρκο της. Ο Αντώνης την κοίταζε και χαμογελούσε. Πόσο της πήγαιναν τα μαλλιά της έτσι ψηλά, τι όμορφος κι απαλός που ήταν ο λαιμός της εκτεθειμένος έτσι;

 

Η Μαρία χαμογέλασε στη φίλη της και άφησε κάτω τα μαλλιά της. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη να το θαυμάσει και οι άλλοι για μια στιγμή μόνο την είδαν να χλομιάζει. Το φως τρεμόπαιξε μέσα στο σπίτι.

 

«Πανέμορφο είναι.» Είπε η Πέγκυ.

 

Ο Αντώνης σηκώθηκε, κράτησε τη Μαρία στην αγκαλιά του και τη φίλησε απαλά στα χείλη.

 

«Σου πάει πολύ. Μακάρι να μπορέσω να σου κάνω κι εγώ δώρο κάτι που να ‘χει τόση αξία. Σαν αυτόν που το δώρισε στη γιαγιά σου…»

Edited by Nienor
Link to comment
Share on other sites

[στις 2.723 λέξεις]

 

Σκόρπιες Νιφάδες

Το σαλόνι ήταν ζεστό, λουσμένο στη θαλπωρή της φωτιάς που έκαιγε τρίζοντας στο τζάκι. Η Μαρία χάζευε τη μεγάλη προθήκη με τα ασημικά, περιμένοντας να δοκιμάσουν ο Αντώνης τον καφέ του και η Πέγκη το τσάι της.

 

«Άντε λοιπόν, θα μας πεις για ποιο λόγο μας κάλεσες έτσι ξαφνικά;», ρώτησε με περιέργεια η φίλη της, αφήνοντας με ένα κουδούνισμα το φλιτζάνι στο πιατάκι του, «Πριν λίγο φαινόσουν πολύ ανυπόμονη και μου κίνησες την περιέργεια.»

Η Μαρία χαμογέλασε στον Αντώνη, που έσφιγγε την κούπα με το αχνιστό ρόφημα στις παλάμες του, κι αυτός της ανταπέδωσε ένα βλέμμα προτροπής.

«Εντάξει, θα σας δείξω.»

 

Επιτέλους η ώρα είχε φτάσει. Έσκυψε, γονάτισε στο ακριβό χαλί, τράβηξε το χρυσοποίκιλτο κουτί κάτω από τον καναπέ και το απόθεσε στο τραπεζάκι.

«Δεν θα πιστέψετε τι ανακάλυψα εξερευνώντας τη σοφίτα.», είπε.

Οι άλλοι έσκυψαν με περιέργεια πάνω από το γυαλιστερό αντικείμενο, κι αυτή, ευχαριστημένη που είχε μαγνητίσει στο έπακρο την προσοχή τους, άνοιξε με αργές, τελετουργικές κινήσεις το καπάκι. Η Πέγκη και ο Αντώνης κατσούφιασαν ταυτόχρονα, σαν το περιεχόμενο του κουτιού να μην τους έλεγε τίποτα. Η αντίδραση ήταν στιγμιαία καθώς το βλέμμα τους άλλαξε αμέσως.

«Αυτά δεν…» είπε διστακτικά ο Αντώνης μην μπορώντας να βρει άλλες, κατάλληλες λέξεις.

Η Μαρία χαμογέλασε ικανοποιημένη.

«Ήταν θαρρείς και τα άκουσα να με καλούν. Ξέρετε πως με φόβιζε πάντα η σοφίτα» είπε.

Έβγαλε από το κουτί τα τρία αντικείμενα που εναπόθεσε στη συνέχεια πάνω στο λινό τραπεζομάντιλο. Ήταν ένα εγχειρίδιο, ένα σκήπτρο και μια τιάρα.

«Δεν το πιστεύω» αναφώνησε η Πέγκη γελώντας, «Τελευταία φορά που τα είδα αυτά είχα ακόμα κοτσιδάκια.»

Εκτός από το εγχειρίδιο, που ήταν ένας βαρύς και κοφτερός χαρτοκόπτης, το σκήπτρο και η τιάρα ήταν από φτηνό πλαστικό, φορτωμένα με ψεύτικα, θαμπά σμαράγδια.

 

Ο Αντώνης άφησε κάτω τον καφέ του και σήκωσε τον χαρτοκόπτη στο χέρι του.

«Η Λεπίδα της Οδύνης!» αναφώνησε.

Η Πέγκη σήκωσε το σκήπτρο ψαχουλεύοντας τη μνήμη της.

«Το Σκήπτρο… των Όρκων» είπε με μια ξαφνική, αδιόρατη μελαγχολία.

Κοίταξε τη Μαρία και χαμογέλασε συγκινημένη. Η Μαρία πήρε την τιάρα και την φόρεσε στο κεφάλι της.

«Το Στέμμα της Αλήθειας» είπε με βραχνή φωνή.

«Σαν να πέρασαν αιώνες» είπε ο Αντώνης και κοιτάχτηκαν.

Ένιωσαν να τους αγγίζει ξανά η παλιά μαγεία. Ήξεραν πως στο μυαλό τους έτρεχαν οι ίδιες εικόνες. Τα παιδικά τους πρόσωπα, με τα κοκκινισμένα μάγουλα και τα ορατά χνώτα, να γελούν, να φωνασκούν και να κυλιούνται στο χιόνι. Η Πέγκη είχε διεκδικήσει μέχρι δακρύων τη Λεπίδα της Οδύνης τότε, την κέρδισε όμως ο Αντώνης με το πείσμα του, σαν αγόρι και σαν πολεμιστής. Υπερτερούσε όμως η αγάπη που ένιωθαν ο ένας για τον άλλον. Αυτές οι μνήμες ήταν πηγή απέραντης τρυφερότητας.

 

Δεν τους είχαν πάρει τα χρόνια. Ήταν και οι τρεις τους περίπου στα τριάντα τώρα. Η Μαρία ήταν δασκάλα σε δημοτικό, η Πέγκη δούλευε σε διαφημιστική εταιρία και ο Αντώνης ήταν παραγωγός σε ραδιοφωνικό σταθμό. Η Μαρία μετέδιδε μια εσωτερική δύναμη που ήταν όλη η γοητεία που χρειαζόταν. Είχε σεμνή εμφάνιση, που ενίσχυε το συντηρητικό της ντύσιμο, και μάζευε πάντα τα μελαχρινά της μαλλιά σε κότσο, με ένα ασημένιο κοκαλάκι. Η Πέγκη αγαπούσε τα έντονα χρώματα. Είχε μακριά, σπαστά μαλλιά, όλο ανταύγειες και αφέλειες, και προτίμηση στο νεανικό, μοντέρνο ντύσιμο. Ο Αντώνης πάσχιζε ακόμα να ανακαλύψει το στυλ που του πάει, με αποτέλεσμα να δείχνει πάντα ασουλούπωτος σε ό,τι φορούσε. Η πρόωρη φαλάκρα και το στομάχι του δεν βοηθούσαν καθόλου. Στον έρωτα είχαν περάσει και οι τρεις δια πυρός και σιδήρου από πολλές άτυχες σχέσεις. Για διάφορους λόγους κι αιτίες ήταν ακόμα ελεύθεροι. Μεταξύ τους δεν είχε προκύψει ποτέ τίποτα, δεν τους είχε περάσει καν σαν ιδέα. Είχαν μεγαλώσει μαζί σαν αδέλφια από τότε που θυμούνταν, και ο δεσμός που τους έδενε ήταν περίεργος. Ορφανοί και οι τρεις από διαφορετικούς γονείς, είχαν κοινή νουνά. Τους είχε μεγαλώσει εκείνη, Αλεξάνδρα Αυγουστάκη στο όνομα, πλούσια γεροντοκόρη με τεράστια περιουσία. Την έχασαν πριν δέκα χρόνια από επάρατη ασθένεια, και μια αξιοσέβαστη κληρονομιά τους είχε βοηθήσει στα πρώτα τους ανεξάρτητα βήματα.

 

Η Αλεξάνδρα είχε μεγαλώσει τα τρία παιδιά με περισσή φροντίδα και αγάπη. Οι πιο ζεστές αναμνήσεις που είχαν από εκείνη, ήταν όταν κάθονταν όλοι μαζί μπροστά στο τζάκι και την άκουγαν να τους εξιστορεί παραμύθια για μαγικά βασίλεια, ιππότες, πριγκίπισσες, δράκους και μάγους. Ενθουσιασμένοι, υιοθετούσαν ρόλους και έβγαιναν κατόπιν να παίξουν τις ιστορίες έξω στο χιόνι. Με τον καιρό, οι ευφάνταστες τους αναπαραστάσεις απόκτησαν και τα συνοδευτικά μπιχλιμπίδια, όπως εκείνο το σκήπτρο και την τιάρα. Και όσο μεγάλωναν, οι ρόλοι που είχαν διαλέξει για τον εαυτό τους έμοιαζαν να οριστικοποιούνται πάνω τους.

«Φάραν ο Λευκός» είπε ο Αντώνης και υποκλίθηκε.

«Ζάντρα η Τελέστρια» φώναξε η Πέγκη ενθυμούμενη το όνομα.

«Και Βάγια η Θλιμμένη» συμπλήρωσε η Μαρία.

«Γιατί Θλιμμένη;» ρώτησε η Πέγκη.

«Πράγματι» ακολούθησε ο Αντώνης.

«Μετά από τόσα παιχνίδια που κάναμε, μετά από τόσα χρόνια, ρωτάτε τώρα;» απόρησε η Μαρία.

«Τα παιδιά δεν κάνουν τέτοιες ερωτήσεις» είπε πάλι με μια δόση μελαγχολίας η Πέγκη. «Τα παιδιά θεωρούν ορισμένα πράγματα αυτονόητα.»

«Τη ρώτησα τη νουνά μια μέρα» είπε η Μαρία και κοίταξε το πορτρέτο της Αυγουστάκη που δέσποζε στο σαλόνι. «‘Γιατί ήταν μια ηγέτης’ μου είπε, ‘γιατί ήταν αναγκασμένη να πληγώσει αυτούς που αγαπούσε’.»

 

Η Μαρία και η Πέγκη κοιτάχτηκαν. Δεν πρόσεξαν τον Αντώνη που μετακινήθηκε στο παράθυρο και κοίταξε έξω.

«Υπάρχει ένας μονόκερος στον κήπο» είπε.

«Τι;» απάντησαν και οι δύο με μια φωνή.

«Τρέχτε!» φώναξε εκείνος και αρπάζοντας το μπουφάν του από τον καλόγερο πετάχτηκε έξω από το σπίτι. Κρατούσε ακόμα τον χαρτοκόπτη.

 

Τον ακολούθησαν τυλιγμένες στα παλτά τους. Τις περίμενε στη γωνία του κήπου, στη πρόσοψη. Στεκόταν δίπλα σε έναν χιονάνθρωπο που είχε ένα τεράστιο καρότο για μύτη.

«Έκανα λάθος τελικά» είπε, «Νόμισα ότι είδα έναν μονόκερο.»

Εκείνες ξέσπασαν σε γέλια.

 

Το χιόνι στον κήπο έφτανε σχεδόν μέχρι τα γόνατα τους. Μετά από τρεις μέρες συνεχόμενης χιονόπτωσης τα πάντα ήταν καλυμμένα κάτω από ένα λευκό σάβανο. Ο δρόμος, τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τα γυμνά δέντρα στο πεζοδρόμιο, τα σπίτια, όλα μια ζωγραφιά σε κλιμακωτές αποχρώσεις του άσπρου. Μέχρι και τα παράθυρα στις γύρω προσόψεις δεν αντικατόπτριζαν στα τζάμια τους τίποτα άλλο παρά μόνο το χλωμό του ουρανού. Η Μαρία πρόσεξε πως στο απέναντι πεζοδρόμιο, κάτω από το στέγαστρο του κλειστού μπακάλικου καθόταν η γριά καστανού. Σταθερή στο πόστο της, τυλιγμένη σε πολύχρωμα σάλια, είχε απλωμένα τα χέρια της πάνω από τη ζεστή της σόμπα. Κάτω από τις ανοιχτές της παλάμες έσκαγαν τα χρυσαφένια της κάστανα. Η Μαρία ήταν σίγουρη πως έβλεπε την καστανού εκεί από τότε που η ίδια ήταν παιδούλα. Πρέπει να ήταν η ίδια γυναίκα. Σήκωσε το χέρι της και έγνεψε έναν χαιρετισμό, αβέβαιη. Δεν πήρε κάποια ανταπόκριση από την γριά. Άγγιξε στη συνέχεια το κεφάλι της και κοκκίνισε όταν κατάλαβε πως φορούσε ακόμα την τιάρα. Την έβγαλε και την έχωσε στη τσέπη του παλτού της.

 

«Δεν είναι καθόλου μονόκερος» συνέχισε με τρανταχτή φωνή ο Αντώνης, «Είναι ο Κρόιφερ, ο σατανικός ιππότης των Τράντεμ, νέμεσις του Φάραν του Λευκού!»

Ο Αντώνης άρχισε να ξιφομαχεί με τον αέρα, καταφέρνοντας κάποια χτυπήματα με τον χαρτοκόπτη στον χιονάνθρωπο.

«Είμαι έτοιμος για σένα Κρόιφερ! Νομίζεις πως μπορείς να τα βάλεις μαζί μου;»

Η Πέγκη κοίταξε νευρικά στα γύρω παράθυρα. Έδειχναν κενά, το ίδιο κενός ήταν και ο δρόμος από κίνηση.

«Σταμάτα τρελέ» είπε γελώντας, «Θα έρθουν να μας μαζέψουν οι κύριοι με τις απόχες.»

«Η προστασία της Βασίλισσας μας υπεράνω όλων!» φώναξε εκείνος.

«Πρόσεχε τα νότα σου Φάραν» είπε με θεατρικό στόμφο η Μαρία.

Τα πρόσωπα τους έλαμπαν αναψοκοκκινισμένα, τα χνώτα τους ζωγράφιζαν τον αέρα.

 

«Αχά!»

Με μια γυριστή μαχαιριά ο Αντώνης αποκεφάλισε τον χιονάνθρωπο. Το βλέμμα της Πέγκης πάγωσε πάνω στο λευκό κεφάλι που έμοιαζε να πέφτει και να σκάει καταγής σε αργή κίνηση. Κάπου στο βάθος του μυαλού της αναδύθηκε ένα μαύρο κύμα και δάκρυα ανάβλυσαν από τα μάτια της. Έθαψε το πρόσωπο της στις χούφτες της και άρχισε να κλαίει. Ο Αντώνης είχε μείνει επίσης σαν μαρμαρωμένος να κοιτάει το κεφάλι που του επέστρεφε το βλέμμα με δύο κρυσταλλιασμένα κάρβουνα. Η Μαρία ήρθε στο πλευρό της Πέγκης.

«Πέγκη…»

«Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει» ψέλλισε σκουπίζοντας τα μάτια της.

«Θυμήθηκες τα παλιά;» τη ρώτησε η Μαρία. «Μας έλειψε κι εμάς η νουνά Αλεξάνδρα.»

Ο Αντώνης κοίταξε σαν υπνωτισμένος προς το παράθυρο του σαλονιού.

«Τη θυμάμαι που καθόταν εκεί και μας κοίταζε που παίζαμε…»

Σταμάτησε και γύρισε να περιεργαστεί την χιονισμένη γειτονιά. Απευθύνθηκε στη Μαρία.

«Θαρρείς και ήταν πάντα χειμώνας. Δεν μπορώ να θυμηθώ τη νουνά χωρίς τα χιόνια…»

 

«Τι λες τώρα» είπε η Μαρία και κοίταξε το γυμνό δέντρο του κήπου της.

Θέλησε να ξεσηκώσει μνήμες από τον νου της και ξαφνικά δεν μπορούσε. Δεν υπήρχαν. Δεν μπορούσε να δει τα φύλλα του δένδρου. Δεν υπήρχε γρασίδι, ούτε θάμνοι με λουλούδια, ούτε ήλιος. Μόνο αυτό το κατάλευκο, παγωμένο σκηνικό. Ξαφνικά κάτι άρχισε να αναδύεται μέσα από τη θολούρα του παρελθόντος. Είδε τεράστιους βασιλικούς κήπους με γιγάντιους κουρεμένους θάμνους και πολύχρωμα, εξωτικά λουλούδια. Στο κέντρο, ένα δεντράκι με ρόδινα μπουμπούκια σκορπούσε κόκκινα πέταλα στο χάδι της αύρας. Της ήρθε στα ρουθούνια η ευωδιά του, αλλά αυτό ήταν από κάπου αλλού, από πολύ μακριά, πολύ πιο πίσω από όσο πίστευε ποτέ δυνατόν. Σηκώθηκε κρύος αέρας και για μια στιγμή νόμισε πως είδε τον άνεμο να χτυπάει ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο και να σκορπάει το χιόνι που το κάλυπτε. Το χιόνι σκόρπισε αλλά δεν υπήρχε αυτοκίνητο από κάτω. Δεν υπήρχε τίποτα.

 

«Τι έλεγες Μαρία;»

Η Πέγκη είχε κάνει την ερώτηση. Η μάσκαρα της είχε τρέξει και το βλέμμα της φανέρωνε τρόμο.

«Αναμνήσεις…» ψέλλισε η Μαρία.

Τους διέκοψε ένα κρώξιμο και αναπήδησαν και οι τρεις. Ένα κατάμαυρο κοράκι φτερούγισε πάνω από τα κεφάλια τους κάνοντας τους να οπισθοχωρήσουν σκιαγμένοι. Το πουλί προσγειώθηκε στον κορμό του χιονάνθρωπου, εκεί που πριν στεκόταν το κεφάλι. Γύρισε το ράμφος του και τους κοίταξε έντονα με το ένα του μάτι. Η Μαρία, η Πέγκη και ο Αντώνης έμοιαζαν να κρατούν την αναπνοή τους. Υπήρχε θάνατος μέσα σε εκείνο το βλέμμα. Θυμήθηκαν την κηδεία της νουνάς τους. Δεν είχαν όμως κηδέψει ποτέ τους γονείς τους. Οι γονείς τους είχαν σφαγιαστεί μπροστά στα μάτια τους. Η Μαρία θυμήθηκε τους δικούς της, άμορφα σώματα κάτω από ξίφη που έσταζαν αίμα. Δεμένοι σε δέντρο, καρβουνιασμένοι σκελετοί ήταν ό,τι είχε απομείνει από τους γονείς της Πέγκης. Και ο Αντώνης, μόλις εφτά χρονών, είδε τον Κρόιφερ να γονατίζει μπροστά του κρατώντας ένα ταψί. Είχε τα κεφάλια των δικών του επάνω.

«Οι Τράντεμ» είπε πνιχτά ο Αντώνης και κατέπνιξε αμέσως έναν λυγμό.

 

Το κοράκι έκρωξε σαν να απαντούσε στις σκέψεις τους. Η Πέγκη άφησε μια απόκοσμη κραυγή και σα να δόθηκε κάποιο σύνθημα, το κοράκι άρχισε να δέχεται καταιγισμό από φλεγόμενα κάστανα. Ένα έσκασε στην πλάτη του και ένα άλλο στη φτερούγα του όπως απογειώθηκε. Το μαύρο πουλί φτερούγισε μακριά κρώζοντας θυμωμένα. Γύρισαν και είδαν την γριά καστανού έξω από τον χαμηλό φράκτη του κήπου τους. Κρατούσε ακόμα μερικά κάστανα στη χούφτα της.

«Τα αναθεματισμένα. Είναι τα μόνα που καταφέρνουν να τρυπώνουν εδώ μέσα» είπε.

 

Πρώτη έκανε ένα βήμα εμπρός η Μαρία. Εκείνη τη στιγμή, όλα όσα γνώριζαν οι τρεις τους είχαν πάψει να υπάρχουν, δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Η Μαρία μπορούσε να πει οτιδήποτε και αυτό θα ακουγόταν φυσιολογικό.

«Εσείς…νομίζω πως γνωριζόμαστε» είπε η Μαρία.

Η γριά έσκυψε το κεφάλι της με σεβασμό.

«Ελάχιστα Μεγαλειοτάτη» είπε, «Είμαι η Χένα η Θεματοφύλακας. Μια φορά μας σύστησαν, όταν σας φέρανε πρώτη φορά εδώ. Ήσασταν μικρό κοριτσάκι τότε.»

«Ζητώ συγνώμη Χένα» είπε η Μαρία με τρεμάμενη φωνή, «αλλά δεν το θυμάμαι. Δεν θυμάμαι πολλά.»

«Μην χολοσκάνετε Κυρά μου» είπε η γριά, «η αφύπνιση σας μόλις ξεκίνησε. Όπως το είχε προβλέψει η Δέσποινα Αλεξάντρα.»

 

«Μα τι συμβαίνει» είπε σαν χαμένος ο Αντώνης.

Η Πέγκη έκλεισε τα αφτιά της.

«Δεν θέλω να ξέρω» κραύγασε.

Η Μαρία είδε άλλο ένα χτύπημα του ανέμου να διαλύει το σπίτι στη γωνία, απέναντι από το ταχυδρομείο. Τα πάντα γύρω τους ήταν τσόφλια από νιφάδες.

«Δυνατό και πικρό ξόρκι έχτισε αυτό το μέρος» είπε η Χένα, «Μικρά παιδάκια ήσασταν όταν σας έφεραν, με τους σφαγείς των Τράντεμ να σας ψάχνουν παντού, να ψάχνουν να εξοντώσουν τον τελευταίο βασιλικό οίκο. Την κόρη ενός βασιλιά, την κόρη ενός ιππότη, τον γιο ενός υπασπιστή. Δεν είχε δοκιμαστεί ποτέ πριν κάτι παρόμοιο, όμως ήταν απελπιστική η ανάγκη. Παντοδύναμη, σκοτεινή μαγεία βοηθούσε τους σκοπούς των σφετεριστών. Το προστατευτικό ξόρκι έδεσε και η μνήμη σας θάφτηκε. Η νονά σας έμεινε για να σας λέει τις ιστορίες…Για να κρατήσει τον σπόρο γόνιμο.»

«Μέχρι να καταλάβουμε την αλήθεια τους» συμπλήρωσε η Μαρία.

«Ποια αλήθεια; Πως είμαι ο Φάραν ο Λευκός;» είπε ο Αντώνης καγχάζοντας.

Η Μαρία μπορούσε να δει τον τρόμο στο βλέμμα του.

«Εγώ είμαι η πριγκίπισσα Βάγια» είπε η Μαρία.

«Κι εγώ η Ζάντρα. Η Τελέστρια» είπε η Πέγκη σκουπίζοντας τα δάκρυα της.

 

Άλλο ένα βουητό ανέμου σκόρπισε νιφάδες εξαφανίζοντας όλα τα σταθμευμένα αυτοκίνητα από τον δρόμο.

 

Ο Αντώνης τσαλαβούτησε τα πόδια του στο χιόνι και έκανε κύκλους γύρω από τον εαυτό του. Μεγάλη τρικυμία μαίνονταν στο κεφάλι του. Η Μαρία και η Πέγκη τον κοίταζαν ανήσυχες. Τα μάτια και των τριών ήταν υγρά.

«Με λένε Αντώνη Γλέζο. Οι γονείς μου πέθαναν σε τροχαίο. Θυμάμαι το πρώτο κορίτσι που φίλησα. Θυμάμαι τη θητεία μου στο στρατό. Τους κολλητούς μου Γιώργο και Ηλία. Δουλεύω στο Κέφι-Ράδιο 106 εφ-εμ. Ετοιμάζω τώρα το σι-ντι ενός καλού φίλου. Πέρσι το καλοκαίρι πήγα ταξίδι στη…»

Σκάλωσε σα να προσπαθούσε να βρει λέξεις ή να πάρει μια ανάσα.

«Αυτή εδώ είναι η πραγματικότητα. Αυτή! Όχι αυτά τα παραμύθια! Τι πάθατε οι δυό σας;!»

Δάκρυα τρέχανε στα μάτια του. Άρχισε να κλαίει και η Πέγκη.

«Μη φοβάσαι Φάραν» είπε η Μαρία.

«Δεν με λένε Φάραν!» ούρλιαξε ο Αντώνης και πέταξε τον χαρτοκόπτη κάτω.

Η Πέγκη έσκυψε, έχωσε το χέρι της στο χιόνι και τον σήκωσε.

«Οι μνήμες ζωντανεύουν μέσα μας» είπε η Μαρία, «Θυμόμαστε την αλήθεια. Την σφαγή των δικών μας. Το αίμα τους ζητάει δικαιοσύνη. Οι σφετεριστές πρέπει να εκδιωχτούν από τον θρόνο.»

«Ιππότες πιστοί στη διάδοχο αναμένουν την ώρα, Μεγαλειοτάτη» είπε η Χένα.

 

Ο Αντώνης άρχισε να γελάει ενώ έτρεχαν ακόμα τα μάτια του.

«Ζήσε το παραμύθι σου όπως το γουστάρεις Μαρία. Άντε με το καλό και να μας γράφεις. Εγώ θα γυρίσω σπίτι, θα ζεστάνω μια πίτσα για φαγητό και θα πάω για ύπνο. Έχω εκπομπή αύριο πρωί-πρωί.»

«Οι Τράντεμ θα μάθουν σύντομα για την αφύπνιση σας» προειδοποίησε η Χένα, «Το κοράκι ήταν πράκτορας των μάγων τους. Σύντομα αυτό το μέρος θα κυκλωθεί από τους σφαγείς τους και θα σας περιμένουν να βγείτε. Πρέπει να φύγετε τώρα.»

 

Η Μαρία πλησίασε τον Αντώνη και του πήρε το χέρι. Έψαξε το βλέμμα του που εκείνος κρατούσε χαμηλωμένο.

«Πες μου Μαρία πως παίζουμε» της είπε με λυγμούς, «Πες μου πως όλα αυτά είναι άλλο ένα παιχνίδι σαν εκείνα που κάναμε μικροί…»

«Γλυκέ μου Φάραν» είπε θλιμμένα η Μαρία, «Εσύ είσαι ο Λευκός μου ιππότης, ο Άσπιλος, ο Αγνός. Ο πατέρας σου είχε δώσει όρκο στον πατέρα μου. Έναν όρκο που έδωσες κι εσύ σε μένα. Θυμάσαι;»

«Ήμουν ένα τόσο δα παιδί!» φώναξε και σήκωσε το βλέμμα του.

Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Θυμόταν.

«Δυνατό και πικρό ξόρκι μας έκλεισε εδώ για να μας προστατέψει. Μας το είχαν πει πως δυνατό και πικρό ξόρκι θα άνοιγε τον δρόμο για να βγούμε μια μέρα. Και η μέρα αυτή ήρθε γλυκέ μου.»

Η φωνή της έσπασε, του γύρισε τη πλάτη και απομακρύνθηκε από κοντά του. Στο βάθος ο άνεμος σκόρπιζε σπίτια. Ο Αντώνης έψαχνε να βρει λόγια για εκείνη.

 

«Κι εγώ είμαι η Ζάντρα, η Τελέστρια» είπε η Πέγκη πριν καρφώσει τον χαρτοκόπτη στην καρωτίδα του Αντώνη. «Μου είχε οριστεί η Λεπίδα της Οδύνης. Το Σκήπτρο των Όρκων ήταν το δικό σου.»

Το βλέμμα του έμεινε παγωμένο και έπεσε βαρύς στα γόνατα του. Ψέκασε το ζεστό του αίμα πριν σταθεί η καρδιά του και σωριαστεί μέσα στο κόκκινο χιόνι. Ακούστηκε ένας υπόκωφος ήχος, σαν πέτρα που ράγισε στα δύο. Από κάπου στο βάθος του ορίζοντα, πάνω από τις σκεπές που στέκονταν ακόμα, εισέβαλε ζεστό φως σαν να ανέτειλε εκ νέου ο ήλιος.

«Η βασίλισσα μας δεν πρέπει να χύσει αγνό αίμα. Είναι στο χέρι της Τελέστριας να ανοίξει την Πύλη» είπε μέσα από τα αναφιλητά της η Ζάντρα. «Αυτόν τον όρκο έδωσα, οχτώ χρονών κοριτσάκι.»

Η Μαρία ήρθε από πίσω και την πήρε στην αγκαλιά της.

«Κλάψε και για μένα Τελέστρια, κλάψε γιατί εγώ δεν μπορώ» είπε.

«Αφέντρες μου, ο χρόνος πιέζει και έχουμε πολύ δρόμο» είπε η Χένα.

«Δεν θα αργήσουμε Θεματοφύλαξ» είπε η Βάγια. «Δεν έχουμε να πάρουμε πολλά μαζί μας.»

 

Ο άνεμος συνέχισε να φυσάει παγωμένος και να μετατρέπει την πόλη σε έναν στρόβιλο από νιφάδες.

 

Τέλος

Link to comment
Share on other sites

Για το poll έχει ενημερωθεί το φόρουμ, λόφω αιφνίδιας απουσίας του Mindtwisted. Ο κύριος kitsos θα το αναλάβει μόλις αντιληφθεί την ανάρτηση των διηγημάτων.

Link to comment
Share on other sites

Για το poll έχει ενημερωθεί το φόρουμ, λόφω αιφνίδιας απουσίας του Mindtwisted. Ο κύριος kitsos θα το αναλάβει μόλις αντιληφθεί την ανάρτηση των διηγημάτων.

Το πολ έχει γίνει. Ψηφίστε δίχως φόβο και πάθος.

Link to comment
Share on other sites

Το πολ έχει γίνει. Ψηφίστε δίχως φόβο και πάθος.

 

Όμορφα! Γιατί το πήρα χαμπάρι αργά... ας διαβάσουμε λοιπόν!

Link to comment
Share on other sites

Μετά από ώριμη σκέψη αποφάσισα να ψηφίσω τις Σκόρπιες Νιφάδες, κυρίως λόγω τίτλου αλλά και επειδή η άλλη... τσκ τσκ τσκ ποια νομίζει ότι είναι η κοπελιά επιτέλους? Η νέα Μεϊμαρίδη? Δε γίνεται δεσποινίς, μόνο μία τέτοια χωράει η Ελλάδα. Μάιστα!

 

 

Λοιπόν! θα μας διαβάσει κανείς ρε παιδιά? Ε? ε? Pleaseeee....

Link to comment
Share on other sites

Ψήφισα κι εγώ, Nienor δαγκωτό!

 

Πρώτον γιατί η Αλμυρένια έγραψε πάλι!

 

Και δεύτερον, γιατί ο άλλος είχε γράψει εκείνο το ανεκδιήγητο "Fantasy...η Μάστιγα των Διηγημάτων!" Όχι που θα τον αφήσουμε να το ξεχάσει!

Link to comment
Share on other sites

Λοιπόν, τέλειωσα, διάβασα και του Ντίνου. Κιάρα, όταν διάβασα τη δική σου χάρηκα πάρα πολύ, μια ακόμα αξιοζήλευτη ιστορία σου, που μου άφησε λίγη μαγική σκόνη στα χείλη.

Όμως, του Ντίνου μου άφησε κάτι βαθιά μέσα στο στήθος, έναν αναβρασμό, έναν άγριο πόθο, που την κάνει να κερδίζει την ψήφο μου. :holiday:

Link to comment
Share on other sites

Προσωπικά ψήφισα Νίενορ από την αρχή αρχή του πολλ, αλλά ήθελα να ξαναδιαβάσω τις ιστορίες πριν σχολιάσω. Δεν το έκανα, αλλά αφού ζητάτε feedback ας αναλύσω το γιατί ψήφισα ότι ψήφισα.

 

Και οι δύο ιστορίες είναι πολύ καλές.

 

Η Κιάρα στήνει όμορφα το μύθο της με τις αναδρομές πίσω στο χρόνο και το αντικείμενό της και πετυχαίνει να σε πείσει ότι ΑΝ υπήρχε πράγματι κάποιο τέτοιο αντικείμενο κάπως έτσι θα ήταν τα πράγματα. Το λαογραφικό χρώμα δίνεται έντονο, καθώς έχουμε μια αναδρομή στις διάφορες εποχές της νεότερης Ελληνικής ιστορίας. Με λίγο χτενισματάκι για να ρέει λιιίγο πιο ομαλά θα είχαμε ένα αριστούργημα.

 

Ο Ντίνος πάλι έχει μια εξαιρετική ιδέα, έναν ωραίο μύθο που αναπτύσσει ομαλά και με επιτυχία αλλά... εμένα δε με έπεισε. Κάπου νομίζω φλυαρεί και κάπου βιάζεται και, νομίζω, σε σημεία πιέζεται για να γράψει φάνταζυ χωρίς να καταλαβαίνει ακριβώς τι κάνει το φάνταζυ να λειτουργεί. Και φυσικά (δάσκαλε που δίδασκες) πετάει ένα "συνεχίζεται" στο τέλος. Λίγο πιο απλωμένο να ήταν και θα αποτελούσε άνετα κομβικό σημείο στις αρχές μιας νουβέλας ή ακόμα και μυθιστορήματος φαντασίας. Μόνο του όμως χάνει σε σύγκριση με την self-contained ιστορία της Κιάρας.

Link to comment
Share on other sites

Και φυσικά (δάσκαλε που δίδασκες) πετάει ένα "συνεχίζεται" στο τέλος. Λίγο πιο απλωμένο να ήταν και θα αποτελούσε άνετα κομβικό σημείο στις αρχές μιας νουβέλας ή ακόμα και μυθιστορήματος φαντασίας.

 

Ίσως έχεις δίκιο. (Δεν προείδα τι αναμονή θα δημιουργούσα στον αναγνώστη του φάντασυ). Πέραν της τραγικής αφύπνησης εγώ δεν έχω άλλη ιστορία. Σίγουρα αυτοί οι χαρακτήρες από κάπου ήρθαν και κάπου θα πάνε (εκτός αν τους σκότωνα όλους στο τέλος) δεν είδα όμως συνέχεια, ούτε με σφαίρες.

Link to comment
Share on other sites

Όταν διάβασα την ιστορία της Κιάρας, ήμανε έτοιμη για το "Κιάρα δαγκωτό!". Μετά διάβασα την ιστορία του Ντίνου κι έσκαβα στο τέλος να βρω την συνέχεια. Επειδή δεν υπήρχε (αλλά το νου σου, να υπάρξει), θα ψηφίσω της Κιάρας, για την τεράστια σύλληψη και την πειστικότατη απόδοση. Πανάθεμά σε, με τις κατάρες, πάντα με ρίχνεις, άτιμη. :Ρ

Link to comment
Share on other sites

Καθυστερημένα, αλλά πιστά στις επάλξεις των διαγωνισμών.

 

Κιάρα: Το χτίσιμο της ιστορίας με τα μπρος-πίσω στο χρόνο ήταν καλό, παρόλο που είμαι από εκείνους που μπερδεύονται εύκολα με κάτι τέτοια. Κινείσαι σε γνωστά σε σένα μονοπάτια κι αυτό σου δίνει μια ευχέρια απίστευτη. Ακόμη και το ότι η φύση του κουτιού ήταν κατανοητή ευθύς εξαρχής (άγνωστη παραμένει μέχρι το τέλος μόνο η μορφή του περιεχομένου του) δεν αφαιρεί από την ανάγκη να διαβάσεις παρακάτω. Ψεγάδια, μμμ... Ένα-δυο περασματάκια ακόμη τα θέλει, αλλά μόνο μανικιούρ-πεντικιούρ, η υπόλοιπη είναι έτοιμη για καλλιστεία. Α, και ποια είναι η Αλταρ και τι σχέση έχει με την Καντίμ;

 

Ντίνο: Δε θυμάμαι να ΜΗΝ έχω ταυτιστεί με ήρωά σου άλλη φορά. Συμφωνώ απόλυτα με το Νιχίλιο, σχετικά με το ότι αλλού φλυαρεί κι αλλού βιάζεται κι ίσως αυτό είναι που με εμποδίζει να ταυτιστώ. Θα έλεγα ότι η μετάβαση από την άγνοια στη γνώση είναι εκείνη που χρειάζεται άπλωμα γενναίο. Τώρα σχετικά με το τέλος και το "συνεχίζεται", προσωπικά μου αρέσει όπως είναι. Έχει πολύ καλυτερη επίγευση.

 

Ψήφος στην Κιάρα πρώτον γιατί ομόρφυνε μια κοινή ιστορία μαγείας και κατινιάς και δεύτερον γιατί το γράψιμό της ήταν ομοιόμορφο σε όλη τη διάρκεια του κειμένου.

Link to comment
Share on other sites

Διάβασα πρώτα την ιστορία της Κιάρας και μετά του Ντίνου και ομολογώ ότι μέχρι τη μέση των Νιφάδων δεν ήξερα ποια θα ψήφιζα. Τελικά ψήφισα την ιστορία της Κιάρας, αφ' ενός επειδή μου άρεσε το ταξίδι μπρος-πίσω και οι αντιδράσεις των γυναικών -άσε που είναι και το θέμα της κατάρας στα αντικείμενα, που έχει μεγάλη γοητεία- κι αφ' ετέρου επειδή αισθάνθηκα ότι η μετάβαση στις Νιφάδες δεν έγινε και πολύ ομαλά. Δεν με πείραξε ότι η ιστορία καλεί για συνέχεια, απλώς αισθάνθηκα ότι ένα-δυο σημεία δεν με έπεισαν όσο έπρεπε.

Ήταν πάντως και οι δυο πολύ καλές ιστορίες και χάρηκα που είχα χρόνο και τις διάβασα.

Link to comment
Share on other sites

Ψήφισα την Nienor. Στα υπέρ, η συμπαγής γραφή, η επιτυχημένη εναλλαγή του χρόνου, η αίσθηση της απειλής, το αμφίσημο τέλος. Στα κατά, ότι μου φάνηκε πολυχρησιμοποιημένο το θέμα, και η προβλέψιμη εξέλιξη. Οι «νιφάδες» είχαν μερικές πολύ δυνατές σκηνές, αλλά ήταν άνισα γραμμένες (ίσως ήταν καλύτερα να επιλέξεις την οπτική γωνία ενός ήρωα), έδειχναν αποσπασματικές και μας άφησαν κάπως μετέωρους στο τέλος. Παρόλο που το θέμα τους δεν ήταν πρωτότυπο, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η αποκάλυψη μου φάνηκε «φρέσκος». Και φυσικά θα προτιμούσα ένα τέλος με διπλό μήνυμα, δηλ. να μένει στον αναγνώστη η απόφαση για το ποιόν των ηρώων (είναι μεγάλοι που παιδιαρίζουν ή όντα που θυμούνται την αποστολή τους). Πάντως και τα δύο αναγνώσματα ήταν ενδιαφέροντα.

Link to comment
Share on other sites

Ψήφισα Nienor γιατί, παρόλο που θεωρώ ότι συλλάβισε λάθος τη λέξη «έκπληξη» και παρόλο που ακόμη δε μπορώ να καταλάβω πώς δυσκολεύτηκε να πάει από τον Πειραιά στην πλάκα επειδή η Πατησίων ήταν κλειστή, με ταξίδεψε όμορφα μπρος-πίσω στο χρόνο και με έδεσε με μια συναρπαστική κατάρα. Ευχαριστώ!

 

Μου άρεσε πολύ το διήγημα του Ντίνου. Ήταν στρωτό στην αφήγηση και καλογραμμένο. Όμως ήταν to be continued κάτι που με προσγείωσε απότομα στο τέλος.

Link to comment
Share on other sites

Εγώ δυσκολεύομαι ακόμα να αποφασίσω. Της Nienor ασχολείται με ένα θέμα καθόλου πρωτότυπο, είναι όμως πολύ όμορφα δομημένη και γραμμένη ολοζώντανα, με πολύ πειστική αναπαράσταση άλλων εποχών.

 

Του Ντίνου είχε μια ιδέα πιο πρωτότυπη και προσωπικά δε μου έδωσε καμία αίσθηση to be continued. Πέρα από τα προβληματάκια που αναφέρθηκαν, θα προτιμούσα, και αυτό είναι μόνο θέμα προσωπικού γούστου, η αίσθηση που αφήνει το τέλος να ήταν ότι πρόκειται απλώς για κάποιους δύστυχους και ταλαιπωρημένους ενήλικες που χάνονται στις αναμνήσεις τους.

 

Θα το σκεφτώ και θα ψηφίσω.

Link to comment
Share on other sites

Καταπληκτικες ιστοριες και οι δυο. Δεν θα κανω εκτενη σχολιασμο το μονο που εχω να πω ειναι οτι ψηφισα Νιενορ μονο και μονο για οτι το διηγημα του Ντινου με αφησε με ενα αισθημα αναμονης στο τελος, να περιμενω την συνεχεια....

Link to comment
Share on other sites

Θα πω πρώτα mea culpa, και είναι κάπως κολακευτικό, θα ήθελα να σας πω όμως να μην περιμένετε κάποια συνέχεια στο διήγημα μου. Δεν υπήρχε ποτέ η πρόθεση μου να τη γράψω.

 

Δεν διαβάζω πολλά βιβλία και από αυτά που διαβάζω δεν διαλέγω το fantasy. Υποψιάστηκα λοιπόν πως πρέπει να υπάρχουν δεκάδες μυθιστορήματα του είδους που έχουν σαν θέμα έκπτωτο μονάρχη ή βασίλισσα που διεκδικεί πίσω τον θρόνο του/της. Αναζητήστε λοιπόν εκεί την συνέχεια.

 

Είναι περίεργο που εγώ, που διαβάζω τόσο λίγο ένιωθα μπουχτισμένος με την συγκεκριμένη κλισέ θεματολογία, ενώ οι φανατικοί βιβλιοφάγοι του fantasy αποζητούσαν more. Στόχος μου ήταν να δώσω την πρωτοτυπία μου, το κατά δύναμη, στην αφύπνιση. Και για το μετά… ε, το γνωρίζετε. Η θλιμμένη βασίλισσα κέρδισε τον θρόνο της – δε εντ.

 

Θα μπορούσα να το γράψω και όπως το ήθελε ο ScannerDarkly. Θα ανήκε όμως τότε στις Διάφορες Ιστορίες.

Link to comment
Share on other sites

Δεν διαβάζω πολλά βιβλία και από αυτά που διαβάζω δεν διαλέγω το fantasy.

Ακριβώς εκεί είναι το πρόβλημα

Link to comment
Share on other sites

Δυνατές ιστορίες και οι δύο, καλογραμμένες, η κάθε μια τους με μια όμορφη ιδεά για την ανάπτυξη της εναρκτήριας παραγράφου. Μπράβο και στους δύο σας!

 

Παρά ταύτα δε μου στάθηκε δύσκολο να το ρίξω Dino. Μάλλον η έντονη νοσταλγία που εξέπεμπε, το παραμυθι που γίνεται πραγματικότητα, πιθανώς και το φανταστικό στοιχείο ιδωμένο απο την φρέσκια, "βρεφική" ματιά ενός ανθρώπου που πειραματίζεται, όπως λέει ο ίδιος - τέλος πάντων το σύνολο με κέρδισε.

 

Στα συν οι πολύ δυνατές οι εικόνες της παρέας στο χιονισμένο σκηνικό της γειτονιάς που σταδιακά χάνεται, καθώς η γητεία εξασθενεί.

Edited by Sileon
Link to comment
Share on other sites

Ακριβώς εκεί είναι το πρόβλημα

 

Δεν πιστεύεις πως αυτό βοηθάει στο να αποφεύγονται κάποιες εδραιωμένες συνταγές και κατευθύνσεις, από έναν συγγραφέα που δεν ανήκει στο είδος; Ή λες πως εξαιτίας αυτού, επαναλαμβάνω συνταγές χωρίς να το ξέρω;

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #43 (Nienor vs DinoHajiyorgi)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

  • Upcoming Events

    • 1
      10 September 2022 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..