Jump to content
Nihilio

FFL Halloween Special

Ψηφίστε τις αγαπημένες σας ιστορίες  

32 members have voted

  1. 1. ψηφίζετε ΑΥΣΤΗΡΑ τρεις ιστορίες

    • Narualis - Το σπίτι αυτό
    • The Sea is burned - Η τσάντα από νάιλον
    • npaps - Η Τζίλντα
    • Mindtwisted - Τα γλυκά του εφιάλτη
    • TheΗunter-writer - Νυχτερινό
    • niceguy0973 - Ξεγέλασμα ή κέρασμα
      0
    • Mesmer - Επισκέψεις
    • Tregorian - Το γλυκό που καίει
    • Stanley - Φάρσα ή...
    • Cassandra Gotha - Τα μπισκότα της Μάρας
    • Eugenia Rose - Η κολοκύθα
    • aScannerDarkly - Ο Γκίγκης
    • dagoncult - Γλυκά για τους νεκρούς
    • Jesus deSaad - candy
    • Διγέλαδος - Γλυκά


Recommended Posts

Mesmer

Επισκέψεις

 

Είχε ξυπνήσει κι αυτό το βράδυ για να πάει στην τουαλέτα. Του συνέβαινε σχεδόν καθημερινά τελευταία· αλλά κι εκείνος ποτέ δε θυμόταν να ακολουθήσει τη συμβουλή της μητέρας του και να αποφεύγει να πίνει πολύ νερό πριν πάει για ύπνο.

 

Με μάτια μισόκλειστα από τη νύστα, προχωρούσε προς το δωμάτιό του. Οι τεράστιες παντόφλες του μπαμπά του, που είχε φορέσει πρόχειρα, δεν βοηθούσαν τα βήματά του κι όλο σκόνταφτε και παραπατούσε και χτυπούσε στον τοίχο. Ένα μικρό κλαψούρισμα βγήκε απ’ τα χείλη του, σαν να είχε απολησμονήσει τις μέρες που έβρεχε τα σεντόνια του, αλλά δεν χαλούσε τον ύπνο του.

 

Πήγε να στρίψει στη γωνία του χολ που οδηγούσε στα δωμάτια, αλλά κάτι που έπιασαν τα μάτια του τον έκανε να παγώσει στη θέση του και να τραβηχτεί προς τα πίσω. Ένας πανύψηλος άντρας στεκόταν εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο, ακριβώς έξω από την πόρτα της κάμαρας των γονιών του.

 

Πίεσε τα δυο του χέρια πάνω στο στόμα του, για να μη βγάλει άχνα από το φόβο, και κρυφοκοίταξε προς το διάδρομο. Ο άντρας ήταν πολύ αδύνατος. Τα άκρα του είχαν το πάχος του δικού χεριού, αλλά ήταν μακριά κι άγαρμπα και στις κλειδώσεις σχημάτιζαν μυτερές γωνίες. Στο κεφάλι του φορούσε ένα ψηλό και λεπτό –σαν κι εκείνον– καπέλο, που έξυνε το ταβάνι. Τα ρούχα του, ένα παντελόνι κι ένα σακάκι κουμπωμένο μέχρι ψηλά στο λαιμό, ήταν φτιαγμένα από σκούρο λεπτό ύφασμα, που έπεφτα χαλαρά γύρω απ’ το σκελετώδες κορμί του.

 

Ο παράξενος άντρας άπλωσε το χέρι και άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου, όπου κοιμούνταν οι γονείς του. Έσκυψε κρατώντας τεντωμένα τα πόδια του, και στη μέση του σχηματίστηκε μια κοφτερή κόχη. Κι ύστερα πέρασε μέσα απ’ την πόρτα και χάθηκε στο σκοτάδι του δωματίου.

 

Φοβόταν όσο δεν είχε φοβηθεί ποτέ στη ζωή του. Πιο πολύ κι από εκείνες τις νύχτες που η αδερφή του του έλεγε ιστορίες για φαντάσματα και βρικόλακες. Το σαγόνι του έτρεμε, αλλά δεν τολμούσε να κλάψει, μήπως και τον άκουγε εκείνος ο φοβερός άντρας. Ξάπλωσε μπρούμυτα στο πάτωμα κι έβγαλε το κεφάλι του ίσα-ίσα για να βλέπει, μένοντας κρυμμένος μέσα στις σκιές, όσο καλύτερα μπορούσε.

 

Ο άντρας δεν άργησε να βγει από το δωμάτιο. Σε κάθε του χέρι βαστούσε κι από ένα αντικείμενο που ταλαντευόταν πέρα-δώθε. Ήταν τα κεφάλια του μπαμπά και της μαμάς. Ένιωσε να πνίγεται από μια ανάσα που είχε δεθεί κόμπος στο λαιμό του. Κι ο τρόμος τον έπνιξε ακόμη πιο πολύ όταν είδε τον άντρα να σκύβει και να διαβαίνει την πόρτα του δικού του δωματίου. Και μέσα σ’ όλον εκείνον τον πανικό αισθανόταν ευτυχής που είχε πιει μπόλικο νερό πριν πάει στο κρεβάτι.

 

Η οστέινη φιγούρα του άνδρα εμφανίστηκε και πάλι μέσα στο διάδρομο και κατευθείαν πέρασε στην απέναντι πόρτα, που ήταν το δωμάτιο της αδερφής του. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του για να αποδιώξει την εικόνα και σύρθηκε προς τα πίσω. Κάνοντας απόλυτη ησυχία, επέστρεψε στο μπάνιο και έκλεισε την πόρτα. Μαζεύτηκε σε μια γωνία με τα γόνατά του να τρέμουν, κολλημένα πάνω στο στήθος του. Κάλυψε τα μάτια με τα χέρια του κι άρχισε να ψιθυρίζει μικρές προσευχές, που του είχε μάθει η μητέρα του, για να διώχνει το φόβο, όταν ξυπνούσε τα βράδια από κακά όνειρα. Επειδή μόνο ένα κακό όνειρο μπορούσε να είναι αυτό.

 

Άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα του μπάνιου.

 

«Τομ; Τόμας; Είσαι εκεί μέσα;», είπε μια τρεμουλιαστή, ψιλή φωνή.

 

Πετάχτηκε από τη θέση του και πέφτοντας πάνω στην πόρτα, έστριψε το κλειδί –μα πώς το είχε ξεχάσει; – σφαλίζοντάς τον μέσα στο μπάνιο. Γύρισε και πάλι στη γωνιά του κι άρχισε να κλαίει με το πρόσωπό του χωμένο μέσα στα χέρια του.

 

«Α, ώστε εδώ μου είσαι», ακούστηκε και πάλι εκείνη η φωνή, θαρρείς από άλλο κόσμο. Κοίταξε προς την πόρτα, ανάμεσα από τα δάχτυλά του.

 

Το πόμολο κινήθηκε προς τα κάτω κι η πόρτα άνοιξε, σαν να μην την είχε κλειδώσει ποτέ. Ο άντρας έσκυψε κι ο μακρύς λαιμός του πέρασε κάτω απ’ το κατώφλι. Το κάτισχνο πρόσωπό του ήταν ολόλευκο κι είχε λεπτά, μαύρα χείλια και βαθιές ρυτίδες το αυλάκωναν. Το καπέλο παρέμενε ακλόνητο πάνω στο κεφάλι του, ακόμη κι έτσι όπως ήταν σκυφτός.

 

Με αργές κινήσεις τέντωσε το λεπτό του πόδι και μπήκε στο μπάνιο. Στο ένα του χέρι κρατούσε τρία κεφάλια από τα μαλλιά, το άλλο τεντώθηκε προς το μέρος του Τόμας. Είδε τα λεπτά, σαν κλαράκια, δάχτυλα, με τα μακριά μαυρισμένα νύχια να τον πλησιάζουν. Όταν τύλιξαν το κεφάλι του ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη, αλλά καμιά φωνή δεν ακούστηκε.

 

Κι ύστερα όλα σκοτείνιασαν.

 

 

Η όρασή του είχε αρχίσει να επανέρχεται. Ανοιγόκλεισε αρκετές φορές τα μάτια του, μέχρι να καθαρίσει η θολούρα. Βρισκόταν κάπου έξω, σ’ ένα σκοτεινό μέρος. Μπροστά του υπήρχαν μερικά σκαλοπάτια που κατέβαζαν από μια βεράντα στο δρομάκι της αυλής που απλωνόταν τριγύρω. Λίγο μακρύτερα υψώνονταν λεπτά κάγκελα κι απέξω περνούσε ένας στενός δρόμος.

 

Προσπάθησε να στρίψει το κεφάλι του, αλλά ήταν αδύνατο. Μόνο τα μάτια του μπορούσε να κινήσει. Κοίταξε προς τα αριστερά κι εκεί, πάνω σε μια βάση, είδε τα κεφάλια του μπαμπά και της μαμάς κολλημένα δίπλα-δίπλα. Το δέρμα στα πρόσωπά τους ήταν κάτωχρο, τα χείλη τους μελανιασμένα και τα μάτια τους βυθισμένα στο κρανίο τους, μέσα σε μαύρους κύκλους. Κοιτούσαν ολόγυρα με τρομαγμένα βλέμματα. Τα σαγόνια τους ανοιγόκλειναν, με μεγάλες και κοφτές κινήσεις, σαν να ήθελαν κάτι να πουν, αλλά χωρίς να βγάζουν μιλιά.

 

Κοίταξε δεξιά κι εκεί κοντά του ήταν το κεφάλι της αδερφής του. Δέρμα λευκό, χείλη πρησμένα, μάτια ορθάνοιχτα και γεμάτα τρόμο.

 

Δεν ένιωθε κάτι, λες και όλες οι αισθήσεις του τον είχαν εγκαταλείψει. Μπορούσε μόνο να σκεφτεί· κι η μόνη σκέψη του έλεγε πως ήταν τυχερός που ήταν μαζί με την οικογένειά του.

 

Άκουσε φωνές να έρχονται από την αυλή κι έστρεψε το βλέμμα του προς τα εκεί. Είδε τρεις από εκείνους τους φρικτούς ψηλόλιγνους ανθρώπους να διασχίζουν το δρομάκι και να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Τα πρόσωπά τους έμοιαζαν παιδικά, αν και ήταν βαμμένα με κόκκινες, μπλε και μοβ αποχρώσεις. Τα αδύνατα κορμιά τους ήταν καλυμμένα με σκισμένα σεντόνια που τα ανέμιζαν ενώ έβγαζαν τρομακτικές κραυγές.

 

Ένα από τα παιδιά τον πλησίασε, έσκυψε από πάνω του και τον κοίταξε σαν να τον περιεργαζόταν με προσοχή. Μια σκουροκίτρινη γλώσσα ξεπρόβαλε απ’ το στόμα του και σύρθηκε αργά πάνω στα χείλη του. Τα λεπτά του δαχτυλάκια έκαναν να τον αγγίξουν, αλλά τότε ακούστηκε ο ήχος πόρτας που ανοίγει και το παιδί τραβήχτηκε απότομα.

 

«Αυτά είναι για μετά το δείπνο», είπε μια γνώριμη, ψιλή φωνή. «Κι ακόμα δεν έχουν κρυώσει»

 

«Παππού Χορ’Ορ!», φώναξαν όλα τα παιδιά μαζί.

 

«Πάντα μας φέρνεις τα πιο καλά γλυκά», είπε γεμάτο ενθουσιασμό ένα από αυτά.

 

«Είναι επειδή το κάνω από αγάπη για εσάς, μικρά μου»

 

 

Χρυσούπολη, Halloween 2011

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Stanley

"Φάρσα ή...?"

 

Από καιρό την περίμενε αυτή τη μέρα ο Τζακ. Ήταν κάτι δύσκολο, αλλά ταυτόχρονα και συναρπαστικό, ένα ακόμη σημάδι ότι πλησίαζε να γίνει άντρας. Αφού ήπιε το γάλα του, έβαλε τη μητέρα του να του σιδερώσει την αγαπημένη του στολή, ένα ψευτοσκισμένο κοστούμι του συνονόματού του, του Αντεροβγάλτη. Η μητέρα του του σκούπισε το άσπρο μουστάκι που του ξέμεινε, τον έντυσε με αργές κινήσεις και του έδωσε την πάνινη τσάντα. «Άντε, αγόρι μου, καλή σου επιτυχία. Και κοίτα να φέρεις πολλά γλυκά, εντάξει; Όλοι θα σου δώσουνε, είσαι τόσο όμορφος».

Ο Τζακ χαμογέλασε και φούσκωσε το στέρνο του. Σε λίγο είχε βγει έξω, μια μινιατούρα σμιλεμένη από σκοτάδι, που με το ζόρι φαινόταν μέσα στη νύχτα που είχε πλακώσει ήδη το χωριό. Στους δρόμους είχε ήδη ξεχυθεί το γνωστό ετερόκλητο λεφούσι, ένα πλήθος από κολοκύθες με κέρατα, βρικόλακες και καλικάντζαρους, όλοι μικροσκοπικοί, σαν να ήταν τα παιδιά εκείνων των απόβλητων πλασμάτων, που οι γονείς τους τα είχαν παρατήσει γιατί τους θύμιζαν την δικιά τους ασχήμια. Ο Τζακ πέτυχε τον φίλο του τον Μακ, που ήταν ντυμένος… κάτι.

«Τι έχεις ντυθεί; Είσαι ένα χάλι!» του είπε ο Τζακ και γέλασε.

«Είναι… είναι… δεν ξέρεις εσύ!» απάντησε ο άλλος και συνέχισε την πορεία του.

«Εγώ θα μαζέψω πιο πολλά γλυκά για τη μαμά, πάντως, ό,τι και να κάνεις» πρόλαβε να φωνάξει ο Τζακ.

Όταν έφτασε στην πρώτη του πόρτα, ένιωσε κάποιον να σκαρφαλώνει στη ραχοκοκαλιά του, ή κάτι να μπήγεται ανάμεσα στους σπονδύλους του· μόλις τότε συνειδητοποίησε πραγματικά πως ήταν η πρώτη του χρονιά. Χτύπησε δυο φορές.

«Φάρσα ή…;» ρώτησε τον κύριο που του άνοιξε. Ήταν ένας ξερακιανός με δόντια σαν νύχια και πρησμένη κοιλιά, οι τρίχες από τα φρύδια να πετάγονται σχεδόν μέχρι τα μάτια του.

«Βρε, καλώς τον! Μα, το ρωτάς; Φάρσα, φυσικά!»

Ο κύριος είχε μια φωνή πολύ πιο πράα από όσο περίμενε ο μικρός, κι αυτό του έδωσε κουράγιο. Ο Τζακ έβγαλε από το σάκο του ένα νεροπίστολο και κατάβρεξε το πρόσωπό απέναντί του. Ο άντρας ξέσπασε σε γέλια και σκούπισε το πρόσωπό του με την παλάμη του. Από μέσα έφερε ένα κουτί γεμάτο καραμέλες και το έβαλε στην τσάντα του Τζακ.

«Έλα, πάρε, τα αξίζεις. Τίνος είσαι εσύ, αγόρι μου;»

«Είμαι ο Τζακ. Η μητέρα μου μένει στη γωνία πίσω από το βενζινάδικο, ο πατέρας μου έχει πεθάνει».

«Α, ναι, ναι, την ξέρω τη μητέρα σου. Χαιρετίσματα να της δώσεις από τον Άλβιν. Άντε, καλοφάγωτα, Τζακ. Πρόσεχε εκεί έξω, και του χρόνου».

Ο Τζακ ευχαρίστησε τον Άλβιν και έγλειψε τα χείλη του από λαιμαργία. Μπήκε στον πειρασμό να δοκιμάσει καμιά από τις λαχταριστές καραμέλες, αλλά θυμήθηκε τη μητέρα του και συγκρατήθηκε.

Έσφιξε την τσάντα στον ώμο του και συνέχισε στην επόμενη πόρτα. Πριν χτυπήσει, ένα γυμνό παιδάκι πέρασε από δίπλα του τρέχοντας, με τρύπες και μαχαιριές σε όλο του το σώμα.

«Ε, ωραία στολή» του φώναξε ο Τζακ και χτύπησε την πόρτα.

«Φάρσα ή…;»

Η γυναίκα στην πόρτα γέλασε.

«Μα, φάρσα, φάρσα! Είναι να το ρωτάς, καλό μου; Εννοείται, φάρσα».

Ο Τζακ άνοιξε την τσάντα του κι αυτή τη φορά έβγαλε δυο μεγάλα, άσπρα σαν δόντια, αβγά, που τα πέταξε στην γυναίκα. Ένα τη βρήκε στο μέτωπο και το άλλο στο πηγούνι, και οι δύο γέλασαν. Η γυναίκα πήγε λίγο μέσα και επέστρεψε καθαρή και με γεμάτα χέρια. Είχε μια ξινή τσαλακωμένη έκφραση.

«Δεν το κάνετε με την καρδιά σας», της είπε ο Τζακ.

«Τι είπες, παιδί μου;»

«Δεν το κάνετε με την ψυχή σας. Το κάνετε με το ζόρι, επειδή πρέπει. Όπως και να ‘χει, ευχαριστώ».

Η γυναίκα τον κοίταξε με συμπόνια και προσπάθησε να του χαμογελάσει.

«Και του χρόνου», του είπε, αλλά δεν το εννοούσε.

Ο Τζακ πια έσερνε τα βήματά του. Είχε κουραστεί. Ήθελε λίγα λεπτά ακόμα μέχρι τα μεσάνυχτα και τα σπίτια ήταν πολλά. Η τσάντα του κόντευε να σχιστεί από το βάρος, όμως χωρούσε κι άλλα γλυκά. Οι δρόμοι αντηχούσαν από ουρλιαχτά λύκου και κουκουβάγιας, φως εκτοξευόταν από το γρασίδι κι έσκαγε δίπλα στο φεγγάρι, η ζάχαρη και το ψωμί μύριζαν και λίγωναν το σκοτάδι. Μια ακατάσχετη αιμορραγία ενεργητικότητας κυλούσε στην άσφαλτο, και στα σπίτια μέσα τα φώτα σβηστά, σιωπή.

Όταν ο Τζακ έφτασε στο επόμενο σπίτι, ένα από τα τελευταία, ένα άλλο παιδί απομακρυνόταν από την πόρτα του – ένας λυκάνθρωπος. Ο Τζακ τον κοίταξε και τον ρώτησε «είναι καλός;» και ο λυκάνθρωπος του απάντησε «ναι, είναι, αλλά…» και χάθηκε χοροπηδώντας στη γωνία του δρόμου. Όταν το παιδί είδε τον κύριο Γκλεν πίσω από την πόρτα, ένιωσε το λαρύγγι του να καίγεται. Θυμήθηκε τι είχε γίνει λίγες εβδομάδες πριν – άραγε, εκείνος θα το θυμόταν ακόμα; Ο Τζακ έπαιζε με την παρέα του στο δρόμο κι η μπάλα κάποια στιγμή έσπασε το τζάμι του σαλονιού του κυρίου Γκλεν κι αυτός βγήκε έξω και φώναξε «ποιος διάολος το έκανε;» κι ο Τζακ μπήκε στη μέση κι είπε ψέματα πως αυτός το έκανε και μετά δεν ζήτησε συγγνώμη αλλά είπε μερικά άσχημα πράγματα στον κύριο Γκλεν, πράγματα που ένα παιδί δεν πρέπει να λέει στους μεγαλύτερους.

«Φάρ… φάρσα ή...»

Ο άντρας έμοιαζε πελώριος απέναντί του, λες κι είχε ντυθεί γίγαντας για την περίσταση. Τον κοίταξε με ένα διαγώνιο χαμόγελο – ναι, το θυμόταν. Το πρόσωπό του είχε γίνει όλο δόντια. Με μια κίνηση που τρύπησε το σκοτάδι, άρπαξε την πόρτα και την έκλεισε στα μούτρα του παιδιού. Ο Τζακ πόνεσε, έγινε για μια στιγμή θύμα ενός δεύτερου, πιο ανηλεούς αντεροβγάλτη που του είχε συλήσει τα σωθικά. Όταν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του και η μητέρα του τον είδε να κλαίει, εκείνη εύκολα κατάλαβε. Τον φίλησε στο μέτωπο και του είπε «δεν πειράζει, έκανες ό,τι μπορούσες» και του είπε ακόμα ότι κι άλλα παιδάκια εκείνη τη νύχτα θα είχαν αντιμετώπισαν την απόρριψη, θα είχαν αποτύχει, και ότι «δεν πειράζει, δεν πειράζει».

«Δεν μου έδωσε γλυκά», είπε ο Τζακ στη μητέρα του, μέσα σε αναφιλητά. Εκείνη δεν είχε τι άλλο να του πει, μόνο δάκρυσε λίγο. Ήξερε πως οι φάρσες είχαν τελειώσει: πήρε το σκοινί από το πατάρι και, αργά, τον κρέμασε κάτω από το φωτιστικό του σαλονιού.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Τα Μπισκότα Της Μάρας

 

 

 

 

 

Είχε ετοιμάσει από νωρίς τα υλικά, που περίμεναν καρτερικά, απλωμένα πάνω στο τραπέζι. Είχε ανάψει τη φωτιά που φούντωνε με κάθε φύσημα της καμινάδας. Και είχε φορέσει τα καλά της. Το μαύρο, σκισμένο από τα χρόνια φόρεμα, τις μαύρες μπότες κι εκείνο το σάλι που της έφτανε μέχρι τα γόνατα. Η Μάρα, η μόνη γυναίκα στο χωριό, ήξερε πώς να κάνει τους άντρες της να υποφέρουν, να χαίρονται, να μαραζώνουν, να ασφυκτιούν για χάρη της.

 

 

 

 

“Μπαστάρδια μου, απόψε θα σας κεράσω την τρέλα σε κουτί ζαχαρωτών”, είπε και φύσηξε τρεις φορές στη γλυκόριζα πριν να την κόψει. Έπιασε έπειτα το κύμινο. Περίεργο συστατικό για μπισκότα, αλλά ήξερε τι έκανε. Τι έχανε. Τι θα κέρδιζε με αυτό. Όπως και με το μικρό μυστικό της, αυτό που τρέλαινε κάθε χρόνο τους άντρες και δεν ήξεραν τι τους είχε βρει.

 

 

 

 

Αφού έκοψε, έτριψε, μαλάκωσε σε μπράντι και χτύπησε με το σφυρί τα διάφορα υλικά που περίμεναν τη σειρά τους χωρίς να γνωρίζουν την τύχη τους, τα έπλασε όλα σε μια ζυμαρένια μπάλα και άρχισε να υφαίνει. Υφαίνει; Ίσως. Μπορεί να είναι και αυτή η λέξη σωστή. Τα χώριζε σε μικρές μερίδες, λέγοντας το όνομα του κάθε ενός από τους άντρες που θα δέχονταν το κέρασμα.

 

 

 

 

“Ο Λιόντας. Πρώτος. Αυτός που τη μάνα του δεν ξέρει, και μάνα του με θέλει.

 

Ο Σώτος. Αυτός που κόρες ήθελε και προσπάθησε να μου κάνει μία.

 

Ο Ζήσης. Αυτός που τη θάλασσα αγάπησε αλλά την άφησε για χάρη μου.

 

Και ο Μικές. Αυτός που με ξέχναγε κάθε φορά πριν κοιμηθεί μαζί μου, ποια είσαι, μού 'λεγε, είμαι η Μάρα του απαντούσα, κι ερχόταν στο κρεβάτι μου παρθένος από μνήμες.”

 

 

 

 

Κι έτσι συνέχισε η Μάρα, ώσπου έπλασε ένα μπισκότο για όλους. Όταν τελείωσε τα αράδιασε πάνω στο μαύρο απ' την καπνιά ταψί και τα άφησε λίγο να φοβηθούν. Κανένα δεν ήταν το ίδιο με το διπλανό του. Ήταν εκεί μπισκότα που έμοιαζαν με πέτρες σε σχήμα και σε χρώμα, άλλα που έφερναν λίγο σε λουλούδια ή φύλλα, και μερικά που θα τα πέρναγε κανείς για ωμές καρδιές ζώων.

 

Όσο τα περίμενε να ωριμάσουν γονάτισε δίπλα στη φωτιά σκαλίζοντας, φυσώντας, βγάζοντας κάρβουνα μπροστά, στήνοντας με κέφι το σκηνικό της φρίκης για το ετήσιο μαγείρεμα. Όταν είδε ότι άρχισαν να τρέμουν δίπλα στη φλόγινη απειλή, έπιασε το ταψί και αλύπητα το έβαλε να ψήσει τα ζυμαρένια θύματά της.

 

 

 

 

Έξω η νύχτα κουνιόταν λάγνα, πλησιάζοντας το μικρό χωριό από τη θάλασσα, όπως έκανε πάντα τέτοιες μέρες. Ο αέρας γινόταν τσαμπουκάς, τα κύματα έβριζαν στο βάθος, ο ουρανός δεν έβλεπε τη γη απ' το σκοτάδι. Όλα ήταν έτοιμα.

 

 

 

 

Το έθιμο θέλει τη νύφη να περιμένει σπίτι της, να πάει ο γαμπρός να την πάρει και μαζί να τραβήξουν για την εκκλησιά. Το έφτυνε αυτό το έθιμο, όπως έφτυνε και την εκκλησιά. Παπάδες, παπαδόπαιδα, καντήλια και λιβάνια, όλα να πήγαιναν στο διάολο κι ακόμη παραπέρα. Με τους σταυρούς και τις εικόνες τους, φταίχτες και αλαζόνες, πέρναγε τον καιρό της να τους μισεί. Ήταν όμως κι αυτοί σημαντικοί για τη γιορτή.

 

 

 

 

Η μυρωδιά γέμισε το μικρό δωμάτιό της. Μια πιπεράτη και γλυκιά μυρωδιά, μοναδική. Μόνο μια φορά το χρόνο. Μόνο μία φορά είχε τέτοια μπισκότα η Μάρα. Τα έπιασε χωρίς να φοβάται μην καεί, τα έβαλε μέσα στο χαρτονένιο της κουτί με το χρυσαφένιο εσωτερικό και τυλίχτηκε καλύτερα στο σάλι της. Χαμογέλασε και βγήκε στο δρομάκι.

 

 

 

 

Ο αέρας είχε κοπάσει, δεν είχε λόγο να φουντώνει πλέον τη φωτιά της. Η θάλασσα, σαν κλασσική δειλή, ηρέμησε και λούφαξε μόλις την άκουσε να χτυπάει τα τακούνια της στις πέτρες. Το σκοτάδι έφαγε και τα τελευταία αστέρια που είχαν το θράσσος να λάμπουν και να χαλούν τη νύχτα της γιορτής. Μόνο ένα πράγμα, ένα μισητό και αυτάρεσκο πράγμα συνέχιζε να της πηγαίνει κόντρα. Η καμπάνα της εκκλησίας. Χτυπούσε πένθιμα, χαλούσε τη γιορτή.

 

 

 

 

Οι άντρες μαζεύτηκαν στην πλατεία, τους άκουγε από μακριά. Έκαναν πολλή φασαρία, πώς γινόταν να μην ακούσει;

 

 

 

 

Φωνές τρομαγμένες, αηδιαστικές, της τσαλαπατούσαν τη διάθεση, γιατί να κάνουν έτσι, σκέφτηκε, γιατί να κάνουν σαν παιδιά; Άντρες ολάκεροι, με πλάτες και με όλα, να τρέμουν και να κλαίνε και να χαλούν το κέφι; Δεν θα τους έδινε το κέρασμα, αν συνέχιζαν να την θυμώνουν έτσι δεν θα τους έδινε. Θα τα πετούσε καλύτερα στη θάλασσα, να την χαρούν τα ψάρια.

 

 

 

 

Γέλασε ευχαριστημένη που ήταν τόσο σκληρή και τους λυπόταν για την κατάντια τους, και γι' αυτό συνέχισε το δρόμο. Ήθελε να δει τα μούτρα τους. Άραγε, να ήταν σαν των προηγούμενων; Να έμοιαζαν σε κάτι μ' εκείνους στο βουνό; Μήπως αντράκια δεν ήταν και τους λόγου τους;

 

 

 

 

“Ε, Αριστίδη, πώς παν' τα κέφια;” κορόιδεψε από μακριά τον καφετζή, που έτρεχε προς το μέρος της μια που την είδε.

 

 

 

 

“Ασ' τα κοπέλα μου, κακό μας βρήκε, ανήμερα του Άι-Δημήτρη! Κακό μεγάλο!”

 

“Μεγάλη η χάρη του” έφτυσε τις λέξεις η Μάρα, “τι κακό όμως λες ότι έγινε;”

 

“Μας άφησε ο Δημητρός του Παντελή.”

 

“Πώς μας άφησεκαλέ; Μίλα που αν σε πάρει.”

 

“Πέθανε, Μαριώ, πέθανε, τον βρήκαν πριν μια ώρα στα κατσάβραχα, ξέρεις, στου ληστή.”

 

“Τι μου λες Αρίστο μου, ο Μήτσος μας; Και στη γιορτή του;Τι έγινε, πώς πέθανε; Τι έκανε στου ληστή;”

 

“Δεμ ξέρω Μαριώ μου, δεν ξέρω, να χαρείς, έλα μέσα να ακούσεις τον παπά να τα λέει.”

 

 

 

 

Τον παπά. Ναι, γιατί να μην τον ακούσει; Θα τον άκουγε ξανά και ξανά. Άσε τον να λέει.

 

 

 

 

Και μπήκε η Μάρα στον καφενέ του Αρίστου, μπήκε με το κουτί στα χέρια και αντίκρυσε τα ίδια πρόσωπα, ξαναμένα, χλωμά, βρώμικα απ' το κλάμα, τα ίδια όπως κάθε χρόνο. Ου να χαθείτε, μισεροί, σκέφτηκε, εσείς δεν είστε άντρες. Κάθισε σε μια καρέκλα που της πρόσφεραν και άκουσε τα λόγια, τα ψέματα του παπά.

 

 

 

 

Δεν χρειαζόταν αν προσέχει τις κουβέντες. Ήξερε από πριν. Η ίδια ιστορία. Πώς ο Δημητρός ήατν παράξενος τις τελευταίες μέρες, και πώς όλο έπινε και μεθούσε και ο παπάς φοβότανε για χάρη του. Πως κάτι καό θα έκανε. Και να τώρα που το έιχε κάνει. Ο Δημητρός, λέει, είχε αυτοκτονήσει. Είχε κόψει το λαιμό του με μαχαίρι, εκεί, στη σπηλιά του ληστή.

 

 

 

 

Αλλά εκείνη ήξερε. Ο Δημητρός ήταν χαρούμενος άνθρωπος. Ερχόταν στο κρεβάτι της το βράδυ και άλλο πράγμα δεν ήθελε, μόνο εκείνη. Ο Δημητρός δεν πέθανε από δικό του χέρι.

 

 

 

 

Μόλις τελείωσε ο παπάς, ήρθε η ώρα της γιορτής.

 

 

 

 

“Άντε, πιείτε στο Δημητρό, στη μνήμη του” φώναξε στους άντρες της η Μάρα, ανοίγοντας λίγο το σάλι της, ξαναμένη από τη ζέστη.

 

“Θα πιεις παπά κι εσύ;” τον ρώτησε, αλλα εκείνος καμώθηκε κούραση και έφυγε να ετοιμάσει, λέει, τα της ταφής.

 

 

 

 

Φύγε, σκέφτηκε η Μάρα, φύγε να μείνω με τους άντρες μου.

 

Και άνοιξε το κουτί με τα γλυκά. Μόλις το έιδαν παραξενεύτηκαν, κα΄ποιοι ψυθίρισαν για απρέπεια. Δεν κάνει να γλυκαίνεις το πένθος.

 

 

 

 

“Φάτε, κι αυτά δεν είναι σαν τα άλλα. Φάτε, είναι του 'Αι-Δημήτρη, μεγάλη η χάρη του, η μάνα μου τα έφτιαχνε”.

 

 

 

 

Και ο καθένας έπιασε το δικό του μπισκότο, σαν νά 'ξερε, και το τρωγε με τέτοια όρεξη που σιγή απλώθηκε, κάθισε βαριά στο καφενείο.

 

 

 

 

“Λοιπόν;” ρώτησε η Μάρα όταν και η τελευταία μπουκιά είχε κατέβει, “σας άρεσαν;”

 

Αλλά κανείς δεν ήθελε να απαντήσει με λόγια, κανείς τους δεν μπορούσε. Μόνο τα πόδια της φιλούσαν κι έκλαιγαν “δεν σε αφήνω πια” της έλεγαν μέσα από αναφιλητά πόθου.

 

 

 

 

“Το αίμα του Δημήτρη σας, το αγαπημένο μου καρύκευμα ας είναι η σκλαβιά σας” είπε δυνατά η Μάρα αλλά κανείς δεν την άκουσε. Είχαν πια εξαφανιστεί, μέσα στο κουτί με τα μπισκότα είχαν κλειστεί, και θα τους έπαιρνε μαζί της για την υπόλοιπη χρονιά.

 

 

 

 

Η Μάρα, που κανείς δεν ήξερε από πού ερχόταν, μία φορά το χρόνο έπρεπε να μαγειρεύει.

 

 

 

 

 

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Και κάπου εδώ κλείνουν και οι συμμετοχές. Σε πέντε λεπτάκια θα ξέρετε και για το πώς ψηφίζετε.

 

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΤΖΑΚ

 

Φυσικά και έγραφα παράλληλα με εσάς και ιδού το αποτέλεσμα, αν και είναι και εκτός θέματος πέρα από εκτός συναγωνισμού:

“Δε θα με κεράσεις ένα ποτό, ξένε;”

“Δυστυχώς δεν πίνω,” της απάντησε όσο πιο φιλικά μπορούσε ο Αύγουστος.

Η μασκαρεμένη γυναίκα τον κοίταξε τόσο έντονα που ούτε οι μακριές βλεφαρίδες της δεν έκρυβαν το βάθος των ματιών της. “Μπορείς πάντα να μου πάρεις ένα ποτό και να κάτσεις στο τραπέζι μου. Έχω... αρκετές κακές συνήθειες.”

Αν ήταν άντρας, σκέφτηκε ο μάγος, σίγουρα θα ήταν μεσμεριστής Μάγιστρος. Αλλά ήταν σχεδόν βέβαιος ότι η έλξη που του ασκούσε το βλέμμα της δεν είχε τίποτα το μαγικό. “Τι πίνεις;”

“Τι θες εσύ να με κεράσεις;”

Ο μάγος έμεινε για λίγο αμήχανος. Μισούσε το Καρναβάλι των Σκιών και η περσινή γιορτή, που είχε κοντέψει να τελειώσει με αυτόν στην κρεμάλα για έναν φόνο που δεν έκανε – ο νόμος του Λάχαντρος συγχωρούσε τα πάντα εκτός από τη Δαιμονολατρία, τον έκανε να μη θέλει να βγει από το σπίτι του. Βέβαια η τύχη τον έκανε να καταλήξει χωρίς μάσκα και σε ένα καπηλειό όπου κάποιος ήθελε να του αναθέσει άλλη μία δουλειά που σχετιζόταν με αστρολογικούς χάρτες, χαρτομαντεία και άλλες τέτοιες αγγαρείες που κανένας σοβαρός μάγος δε θα έκανε.

Και, φεύγοντας, έπεσε πάνω σε μία μασκαρεμένη γυναίκα που τον φλέρταρε. Θα έπρεπε να είχε φύγει, αλλά τον κράτησε η περιέργεια του: ήταν άραγε πόρνη που έψαχνε για πελάτη, κάποια γυναίκα από καλό σπίτι που ακολουθούσε το πατροπαράδοτο έθιμο του μασκαρέματος ή, μήπως η συνάντησή τους δεν ήταν τυχαία. Προχώρησε ανάμεσα στους δύο μεγαλόσωμους καλικατζαρέους που τρέκλιζαν από το μεθύσι, πήδηξε πάνω από τη λίμνη ξερατών που είχε αφήσει στο πάτωμα ένας λιπόθυμος οπλίτης και απόρησε με το γιατί ένας μουσάτος μισθοφόρος από τη Ρεμόν θα ντυνόταν ποτέ νεράιδα, και έφτασε στον πάγκο του κάπελα που έσφυζε από κίνηση, καθώς μισομεθυσμένοι μασκαράδες ζητούσαν ένα ποτό ακόμα.

Ο μάγος πέρασε ανάμεσα στους υπόλοιπους πελάτες και παρήγγειλε ένα ποτήρι μελόκρασο – το αγαπημένο ποτό της Κασσάνδρας, σκέφτηκε καθώς επέστρεφε στο τραπέζι της γυναίκας. Προσπάθησε να μη σκεφτεί καν το γιατί πήρε το ποτό της αγαπημένης του που είχε εξαφανιστεί πριν έναν χρόνο – αν δεν ήταν η καταραμένη η γιορτή πέρσι τώρα τα πράγματα να ήταν αλλιώτικα και, για μία στιγμή μόνο, όταν έφτασε στο τραπέζι και είδε το πονηρό χαμόγελο κάτω από τη λευκή λεία μάσκα της γυναίκας, σκέφτηκε ότι ίσως η νύχτα να μην ήταν εντελώς φιάσκο.

“Στην υγειά σου,” του είπε εκείνη και ήπιε μια μικρή γουλιά από το ποτό σου. “Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι θα μου έφερνες κάποια από τις απαίσιες μπύρες του λιμανιού”.

“Για μια στιγμή το φοβήθηκα κι εγώ,” απάντησε ο Αύγουστος, ενώ το σενάριο της πόρνης έσβησε μία και καλή από το μυαλό του – γιατί τι θα έκανε μία πόρνη πολυτελείας σε αυτή την τρώγλη;

“Η μάσκα σου μοιάζει πολύ φυσική. Σχεδόν σαν πρόσωπο.”

“Είναι το πρόσωπό μου,” της απάντησε, “είχα μία επαγγελματική συνάντηση πριν λίγο και θα επέστρεφα σπίτι μου.”

“Τότε τι κάνεις ακόμα εδώ;” Τα βαθιά της μάτια, μπλε σαν την ήρεμη θάλασσα κοίταξαν βαθιά μέσα στα δικά του.

“Ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξει κανείς γνώμη, έτσι δεν είναι;”

“Ναι,” απάντησε αινιγματικά η γυναίκα και ο μάγος ένιωσε να τον ζώνουν τα φίδια. Μήπως είχε πει κάτι λάθος;

“Πώς σε λένε;” ρώτησε.

“Πρέπει να βγαίνεις πιο συχνά στο καρναβάλι. Θα μάθεις ότι ποτέ δεν κάνεις αυτή την ερώτηση.”

“Μπορώ τουλάχιστον να ρωτήσω πώς να σε λέω;”

Η γυναίκα τον κοίταξε μέσα από μισόκλειστες βλεφαρίδες. “Πως θες να με λες;”

Ο Αύγουστος κρατήθηκε για να μην πει Κασσάνδρα. “Μίλνα. Θα σε λέω Μίλνα.”

“Και ποια είναι αυτή η Μίλνα, Τζακ.”

“Δε με λ-”

“Θυμάσαι τι είπαμε για τα ονόματα;”

“Ναι. Είναι κάποια με μάτια όμορφα σαν τα δικά σου.” Κρατήθηκε και δεν συμπλήρωσε ότι ήταν και αυτή μεγαλύτερή του, όπως η γυναίκα που είχε εμπρός του.

Η γυναίκα χαμογέλασε. “Και ότι περίμενα να μου πεις ότι έχω τα πιο όμορφα μάτια στη Λαμόρκ. Με απογοητεύεις.”

“Η Μίλνα είναι από το Άμορακ.”

Η γυναίκα δάγκωσε το κάτω χείλος της. “Είσαι πολυταξιδεμένος κι ας μη φαίνεσαι πολύ μπερμπάντης. Για πες μου για τη Μίλνα.”

Ο Αύγουστος δίστασε. “Δεν είναι ευχάριστη ιστορία,” της είπε.

“Μήπως ήταν τρομαχτική ιστορία; Θα ήθελα να ακούσω μία αυτό το βράδυ.”

Κάποιες ιστορίες είναι πολύ τρομαχτικές για να της αφηγηθείς, σκέφτηκε ο Αύγουστος. “Δε θα ήθελα να ταράξω αυτά τα υπέροχα μάτια,” της είπε. “Και όχι, δεν είναι τρομαχτική ιστορία, αν και μου είχαν αφηγηθεί μία τρομαχτική ιστορία από το Άμορακ, αν θες να την ακούσεις.”

“Για πες...”

“Στο Άμορακ υπάρχουν ακόμα πολλά μαγικά πλάσματα. Τελώνια, Λευκοί Άνθρωποι, Καλικατζαρέοι, Δράκοντες και ότι άλλο μπορείς να σκεφτείς. Υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις δασών απάτητες από άνθρωπο και ποτέ δεν ξέρεις τι κατοικεί εκεί μέσα. Έτσι και οι κάτοικοι των χωριών κοντά στα δάση αυτά έχουν τελετουργικά για να εξευμενίζουν τα πλάσματα αυτά.”

“Σε ένα από τα χωριά αυτά κατοικούσε και ένα Τελώνιο. Οι κάτοικοι τον φώναζαν Τζακ και φοβούνταν τα βράδια που ο Τζακ κατέβαινε για να τους κλέψει φαγητό. Συνήθως έβγαινε στη χάση του φεγγαριού και, για να αποφύγουν τις αταξίες του του άφηναν πάντα ένα γλυκό στην είσοδο του χωριού. Μία πίτα ή ζαχαρόψωμο ή κάτι καφέ που φτιάχνουν στις αποικίες και που το λένε σοκολάτα.”

“Πώς είναι αυτή η σοκολάτα;”

“Γλυκόπικρη,” απάντησε ο μάγος, ενώ σημείωνε ότι η γυναίκα σίγουρα δεν ήταν από πλούσιο σπιτικό, αλλιώς θα είχε δοκιμάσει κάποιες εξωτικές λιχουδιές. Μάλλον έχω να κάνω με τη γυναίκα κάποιου μαγαζάτορα, συμπέρανε, και συνέχισε την ιστορία του, προσπαθώντας να την εντυπωσιάσει.

“Όλα κυλούσαν ήσυχα στο χωριό αυτό, μέχρι να έρθει στα μέρη τους ο πατέρας Αύγουστος. Ήταν ένας κυνηγός μαγισσών, ένας παχύς άντρας με κατακόκκινο πρόσωπο και όρεξη τόσο μεγάλη που θα μπορούσε να φάει ένα βόδι στην καθισιά του. Και οι κυνηγοί μαγισσών στις αποικίες δεν έχουν καμία σχέση με την Ιερά Εξέταση της Λαμόρκ. Είναι χοντροκέφαλοι και ημιμαθείς φανατικοί που τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ένα καλικατζάρι από την πεθερά του Αλφρέδου Μάρτανγκ.”

“Ούτε εγώ μπορώ να ξεχωρίσω την πεθερά του Αλφρέδου Μάρτανγκ από ένα καλικατζάρι,” είπε κρυφογελώντας η γυναίκα, επιβεβαιώνοντας στον Αύγουστο ότι ήταν ντόπια. Ήπιε λίγο από το ποτό της, ακούμπησε το χέρι της στο πόδι του μάγου και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει.

“Που λες λοιπόν, όταν ο κυνηγός μαγισσών έμαθε για το γλυκό που οι κάτοικοι άφηναν στον καλικάτζαρο-”

“Τελώνιο δεν ήταν;”

Ο Αύγουστος σταμάτησε και σκέφτηκε γρήγορα ποιες ήταν οι πιθανότητες μία γυναίκα καταστηματάρχη να ήξερε τη διαφορά. “Συγνώμη, μπερδεύτηκα. Δεν ξέρω κι εγώ τη διαφορά.”

“Κάτι μου λέει ότι την ξέρεις,” του είπε η γυναίκα. “Δε φοράς μάσκα και σχεδόν βλέπω στο πρόσωπό σου ότι όχι μόνο την ξέρεις αλλά ότι μάλλον έχεις δει με τα μάτια σου τη διαφορά.”

“Κι αν πράγματι έχω δει τη διαφορά;”

“Τότε θα προτιμούσα να μου έλεγες μια δικιά σου ιστορία. Όχι κάτι που σου είπε κάποια με τα ομορφότερα μάτια στο Άμορακ.”

“Δε θες να μάθεις το τέλος;” τη ρώτησε ο Αύγουστος, παραξενεμένος με τη συμπεριφορά της.

“Όχι. Είσαι πολύ κακός στο να λες ιστορίες.”

“Δεν είσαι η πρώτη που μου το λέει.”

“Θα προτιμούσα να μου έλεγες κάτι από τη ζωή σου... Τζακ. Όχι τα ψέματα που ακούω για εσένα στα καπηλειά ή που διαβάζω στα βιβλία...”

“Νόμιζα ότι απόψε το βράδυ κανένας δε λέει ονόματα και ιστορίες για τον εαυτό του...”

Η γυναίκα σούφρωσε τα χείλη της και κοίταξε το τραπέζι εμπρός της. “Τη μισώ αυτή τη μέρα.”

“Αλλά δε θα μου μίλαγες αν ήταν κάποια άλλη, έτσι δεν είναι;”

Τα μάτια της σηκώθηκαν και καρφώθηκαν στα δικά του. “Πολύ φοβάμαι πως όχι. Είσαι τόσο έξυπνος όσο λένε και δε χρειάζεται να σου εξηγήσω το γιατί...”

“Δε θες να μάθεις τι έγινε με το γλυκό του Τζακ;” τη ρώτησε εκείνος.

“Ο κακός Αύγουστος πήρε την τιμωρία που του άξιζε και ο Τζακ έφαγε το γλυκό που του αναλογούσε. Αυτές οι ιστορίες είναι τόσο βαρετές.”

Όχι, σκέφτηκε ο Αύγουστος, αλλά προτίμησε να χαμογελάσει συγκαταβατικά. Η ιστορία που του είχε πει η Μίλνα ήταν πολύ πιο τρομαχτική από αυτό.

“Αναρωτιέμαι με ποιον άλλο τρόπο μπορεί ο Τζακ να με διασκεδάσει,” είπε η γυναίκα.

“Θα ήθελες να δοκιμάσεις λίγη σοκολάτα. Νομίζω ότι έχω μία πλάκα κάπου στο σπίτι μου.”

“Ο Τζακ θα το φάει το γλυκό του τελικά,” είπε η μασκαρεμένη γυναίκα και άδειασε με μια τελευταία ρουφηξιά το ποτήρι της.

 

Ο Αύγουστος δε θα ξεχνούσε εύκολα εκείνο το βράδυ. Λίγο πριν το ξημέρωμα η γυναίκα του είχε ψιθυρίσει στο αυτί τη φράση “Ένα ποτό, ένα όνομα, μια ιστορία, μικρέ” και είχε χαθεί σαν όνειρο από δίπλα του. Είχε ψάξει για μέρες το νόημα της φράσης, μέχρι που ο φίλος και συγγραφέας των περιπετειών του Αλφρέδος Μίραν του είπε για το θρύλο της μοναχικής γυναίκας.

“Λένε ότι εμφανίζεται στο καρναβάλι σε όσους κουβαλούν μία ιστορία που τους γεμίζει τύψεις. Θα τους ζητήσει ένα ποτό, ένα όνομα και μία ιστορία και έπειτα θα περάσει τη νύχτα μαζί τους. Λένε ότι, όταν το επόμενο πρωί έρθει, η ιστορία που της είπαν θα ξαλαφρώσει για πάντα τη συνείδησή τους.”

Ο Αύγουστος ξανάφερε στο νου του την πλατεία, την Μίλνα στην πυρρά και το ανθρώπινο τέρας που την είχε καταδικάσει σε αυτή. “Τη φώναξα Μίλνα,” είπε στο συγγραφέα και εκείνος δαγκώθηκε. “Της είπες την αλήθεια;”

“Φυσικά και όχι,” απάντησε ο μάγος με ένα πικρό χαμόγελο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult

πωπω... ωραία δεν ήταν; laugh.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Δεν έχω ξανασυμμετάσχει σε τέτοιο παιχνίδι, κι ας είμα αρκετά χρόνια στο φόρουμ. ΜΙΛΑΜΕ ΓΙΑ ΑΓΧΟΣ! Πολύ ωραία ήταν όμως.

Share this post


Link to post
Share on other sites
anysias

πφφφ καλη επιτυχια σε όσους πρόλαβαν λοιπον!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Stanley

Ευχαριστώ τους godspeed black emperor για την παρέα! Δεν περίμενα να γράψω 1000 λέξεις σε λιγότερο από μια ώρα, ήταν πολύ ωραία εμπειρία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Ευχαριστώ τους godspeed black emperor για την παρέα! Δεν περίμενα να γράψω 1000 λέξεις σε λιγότερο από μια ώρα, ήταν πολύ ωραία εμπειρία!

 

Εγώ που έγραψα 1900 τι να πω;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Μπράβο συμμετοχές γι ακόμα μια φορά!!

 

Δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι θα σας διαβάσω (νανόριμο+εργαστήρι=θάνατος), αλλά θα προσπαθήσω!

Share this post


Link to post
Share on other sites
TheHunter-Writer

Δεν έχω ξαναγράψει τόσες λέξεις σε τόση λίγη ώρα. 1189 λέξεις σε λιγότερο από 90 λεπτά :yahoo:

Share this post


Link to post
Share on other sites
lizbeth_covenant

Κι εγώ δεν πρόλαβα!! :crybaby: Πολύ εκνευριστικό να μην προλαβαίνεις ε;

 

Έγραφα για τη Σιέλο και τον πρίγκιπα των γλυκών! Η αλήθεια είναι πως εγώ φταίω, γιατί το πήρα απ' την αρχή χαλαρά. Αν δεν κατέληγα τελικά μόνη με δυο κοιμισμένα γατάκια και να μην έχω τι να κάνω, μάλλον δε θα το προσπαθούσα σήμερα. Αλλά τα πήγαινα καλάαα!! Πφφφ δεν πειράζει την επόμενη φορά!

 

Καλή επιτυχία σε όσους τα κατάφεραν!! :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Εμένα πάντως ήρθε ο γατούλης απ' έξω να με σαμποτάρει στα τελευταία λεπτά, γιατί ήθελε να μπει στο σπίτι, αλλά κατάφερα και τον αγνόησα (για πέντε λεπτά, μετά τού άνοιξα).

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Μπράβο σε όλους παιδιά :) Θα σας διαβάσω από αύριο :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Και μετράμε 15 συμμετοχές.

 

Πώς θα ψηφίσουμε λοιπόν.

Ανοίγω τώρα poll. Ο κάθε ένας θα ψηφίσει αυστηρά τρεις ιστορίες. Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στις 10 Νοέμβρη.

Παρακαλείστε εδώ να ψηφίσετε τρεις ιστορίες μόνο. Αλλιώς οι mods θα σας βρούμε και θα σας κάψουμε το σπίτι ενώ θα κουτσομπολεύουμε το γιατί ψηφίσατε μόνο τη συγκεκριμένη δεσποσύνη ή αν νομίζετε ότι είστε έξυπνος που ψηφίσατε τους πάντες εκτός από εκείνον που δε χωνεύετε. Μην πείτε ότι δε σας προειδοποιήσαμε...

Share this post


Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Ερώτηση. Να βάλουμε τις ιστορίες και στη βιβλιοθήκη για τα σχόλια;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Stanley

Δεν έχω διαβάσει ακόμα, αλλά ένα έχω να πω: Npaps, η Τζίλντα είναι η γυναίκα του Εστεμπάν Γκουτιέρεζ;rofl.gifrofl.gifrofl.gifrofl.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
Eugenia Rose

Και μετράμε 15 συμμετοχές.

 

Πώς θα ψηφίσουμε λοιπόν.

Ανοίγω τώρα poll. Ο κάθε ένας θα ψηφίσει αυστηρά τρεις ιστορίες. Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στις 10 Νοέμβρη.

Παρακαλείστε εδώ να ψηφίσετε τρεις ιστορίες μόνο. Αλλιώς οι mods θα σας βρούμε και θα σας κάψουμε το σπίτι ενώ θα κουτσομπολεύουμε το γιατί ψηφίσατε μόνο τη συγκεκριμένη δεσποσύνη ή αν νομίζετε ότι είστε έξυπνος που ψηφίσατε τους πάντες εκτός από εκείνον που δε χωνεύετε. Μην πείτε ότι δε σας προειδοποιήσαμε...

 

Σε εμάς δεν απείλησες κανένα και ψαχνόματαν. :tease:

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest old#2065

Μπράβο συμμετοχές γι ακόμα μια φορά!!

 

Δεν μπορώ να υποσχεθώ ότι θα σας διαβάσω (νανόριμο+εργαστήρι=θάνατος), αλλά θα προσπαθήσω!

Ε αμα δεν το διαβάσεις εσύ, τζάμπα τόγραψα.:(

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..