Posted 30 Οκτώβριος 2011 - 23:34
Και κάπου εδώ κλείνουν και οι συμμετοχές. Σε πέντε λεπτάκια θα ξέρετε και για το πώς ψηφίζετε.
ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΤΖΑΚ
Φυσικά και έγραφα παράλληλα με εσάς και ιδού το αποτέλεσμα, αν και είναι και εκτός θέματος πέρα από εκτός συναγωνισμού:
“Δε θα με κεράσεις ένα ποτό, ξένε;”
“Δυστυχώς δεν πίνω,” της απάντησε όσο πιο φιλικά μπορούσε ο Αύγουστος.
Η μασκαρεμένη γυναίκα τον κοίταξε τόσο έντονα που ούτε οι μακριές βλεφαρίδες της δεν έκρυβαν το βάθος των ματιών της. “Μπορείς πάντα να μου πάρεις ένα ποτό και να κάτσεις στο τραπέζι μου. Έχω... αρκετές κακές συνήθειες.”
Αν ήταν άντρας, σκέφτηκε ο μάγος, σίγουρα θα ήταν μεσμεριστής Μάγιστρος. Αλλά ήταν σχεδόν βέβαιος ότι η έλξη που του ασκούσε το βλέμμα της δεν είχε τίποτα το μαγικό. “Τι πίνεις;”
“Τι θες εσύ να με κεράσεις;”
Ο μάγος έμεινε για λίγο αμήχανος. Μισούσε το Καρναβάλι των Σκιών και η περσινή γιορτή, που είχε κοντέψει να τελειώσει με αυτόν στην κρεμάλα για έναν φόνο που δεν έκανε – ο νόμος του Λάχαντρος συγχωρούσε τα πάντα εκτός από τη Δαιμονολατρία, τον έκανε να μη θέλει να βγει από το σπίτι του. Βέβαια η τύχη τον έκανε να καταλήξει χωρίς μάσκα και σε ένα καπηλειό όπου κάποιος ήθελε να του αναθέσει άλλη μία δουλειά που σχετιζόταν με αστρολογικούς χάρτες, χαρτομαντεία και άλλες τέτοιες αγγαρείες που κανένας σοβαρός μάγος δε θα έκανε.
Και, φεύγοντας, έπεσε πάνω σε μία μασκαρεμένη γυναίκα που τον φλέρταρε. Θα έπρεπε να είχε φύγει, αλλά τον κράτησε η περιέργεια του: ήταν άραγε πόρνη που έψαχνε για πελάτη, κάποια γυναίκα από καλό σπίτι που ακολουθούσε το πατροπαράδοτο έθιμο του μασκαρέματος ή, μήπως η συνάντησή τους δεν ήταν τυχαία. Προχώρησε ανάμεσα στους δύο μεγαλόσωμους καλικατζαρέους που τρέκλιζαν από το μεθύσι, πήδηξε πάνω από τη λίμνη ξερατών που είχε αφήσει στο πάτωμα ένας λιπόθυμος οπλίτης και απόρησε με το γιατί ένας μουσάτος μισθοφόρος από τη Ρεμόν θα ντυνόταν ποτέ νεράιδα, και έφτασε στον πάγκο του κάπελα που έσφυζε από κίνηση, καθώς μισομεθυσμένοι μασκαράδες ζητούσαν ένα ποτό ακόμα.
Ο μάγος πέρασε ανάμεσα στους υπόλοιπους πελάτες και παρήγγειλε ένα ποτήρι μελόκρασο – το αγαπημένο ποτό της Κασσάνδρας, σκέφτηκε καθώς επέστρεφε στο τραπέζι της γυναίκας. Προσπάθησε να μη σκεφτεί καν το γιατί πήρε το ποτό της αγαπημένης του που είχε εξαφανιστεί πριν έναν χρόνο – αν δεν ήταν η καταραμένη η γιορτή πέρσι τώρα τα πράγματα να ήταν αλλιώτικα και, για μία στιγμή μόνο, όταν έφτασε στο τραπέζι και είδε το πονηρό χαμόγελο κάτω από τη λευκή λεία μάσκα της γυναίκας, σκέφτηκε ότι ίσως η νύχτα να μην ήταν εντελώς φιάσκο.
“Στην υγειά σου,” του είπε εκείνη και ήπιε μια μικρή γουλιά από το ποτό σου. “Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι θα μου έφερνες κάποια από τις απαίσιες μπύρες του λιμανιού”.
“Για μια στιγμή το φοβήθηκα κι εγώ,” απάντησε ο Αύγουστος, ενώ το σενάριο της πόρνης έσβησε μία και καλή από το μυαλό του – γιατί τι θα έκανε μία πόρνη πολυτελείας σε αυτή την τρώγλη;
“Η μάσκα σου μοιάζει πολύ φυσική. Σχεδόν σαν πρόσωπο.”
“Είναι το πρόσωπό μου,” της απάντησε, “είχα μία επαγγελματική συνάντηση πριν λίγο και θα επέστρεφα σπίτι μου.”
“Τότε τι κάνεις ακόμα εδώ;” Τα βαθιά της μάτια, μπλε σαν την ήρεμη θάλασσα κοίταξαν βαθιά μέσα στα δικά του.
“Ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξει κανείς γνώμη, έτσι δεν είναι;”
“Ναι,” απάντησε αινιγματικά η γυναίκα και ο μάγος ένιωσε να τον ζώνουν τα φίδια. Μήπως είχε πει κάτι λάθος;
“Πώς σε λένε;” ρώτησε.
“Πρέπει να βγαίνεις πιο συχνά στο καρναβάλι. Θα μάθεις ότι ποτέ δεν κάνεις αυτή την ερώτηση.”
“Μπορώ τουλάχιστον να ρωτήσω πώς να σε λέω;”
Η γυναίκα τον κοίταξε μέσα από μισόκλειστες βλεφαρίδες. “Πως θες να με λες;”
Ο Αύγουστος κρατήθηκε για να μην πει Κασσάνδρα. “Μίλνα. Θα σε λέω Μίλνα.”
“Και ποια είναι αυτή η Μίλνα, Τζακ.”
“Δε με λ-”
“Θυμάσαι τι είπαμε για τα ονόματα;”
“Ναι. Είναι κάποια με μάτια όμορφα σαν τα δικά σου.” Κρατήθηκε και δεν συμπλήρωσε ότι ήταν και αυτή μεγαλύτερή του, όπως η γυναίκα που είχε εμπρός του.
Η γυναίκα χαμογέλασε. “Και ότι περίμενα να μου πεις ότι έχω τα πιο όμορφα μάτια στη Λαμόρκ. Με απογοητεύεις.”
“Η Μίλνα είναι από το Άμορακ.”
Η γυναίκα δάγκωσε το κάτω χείλος της. “Είσαι πολυταξιδεμένος κι ας μη φαίνεσαι πολύ μπερμπάντης. Για πες μου για τη Μίλνα.”
Ο Αύγουστος δίστασε. “Δεν είναι ευχάριστη ιστορία,” της είπε.
“Μήπως ήταν τρομαχτική ιστορία; Θα ήθελα να ακούσω μία αυτό το βράδυ.”
Κάποιες ιστορίες είναι πολύ τρομαχτικές για να της αφηγηθείς, σκέφτηκε ο Αύγουστος. “Δε θα ήθελα να ταράξω αυτά τα υπέροχα μάτια,” της είπε. “Και όχι, δεν είναι τρομαχτική ιστορία, αν και μου είχαν αφηγηθεί μία τρομαχτική ιστορία από το Άμορακ, αν θες να την ακούσεις.”
“Για πες...”
“Στο Άμορακ υπάρχουν ακόμα πολλά μαγικά πλάσματα. Τελώνια, Λευκοί Άνθρωποι, Καλικατζαρέοι, Δράκοντες και ότι άλλο μπορείς να σκεφτείς. Υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις δασών απάτητες από άνθρωπο και ποτέ δεν ξέρεις τι κατοικεί εκεί μέσα. Έτσι και οι κάτοικοι των χωριών κοντά στα δάση αυτά έχουν τελετουργικά για να εξευμενίζουν τα πλάσματα αυτά.”
“Σε ένα από τα χωριά αυτά κατοικούσε και ένα Τελώνιο. Οι κάτοικοι τον φώναζαν Τζακ και φοβούνταν τα βράδια που ο Τζακ κατέβαινε για να τους κλέψει φαγητό. Συνήθως έβγαινε στη χάση του φεγγαριού και, για να αποφύγουν τις αταξίες του του άφηναν πάντα ένα γλυκό στην είσοδο του χωριού. Μία πίτα ή ζαχαρόψωμο ή κάτι καφέ που φτιάχνουν στις αποικίες και που το λένε σοκολάτα.”
“Πώς είναι αυτή η σοκολάτα;”
“Γλυκόπικρη,” απάντησε ο μάγος, ενώ σημείωνε ότι η γυναίκα σίγουρα δεν ήταν από πλούσιο σπιτικό, αλλιώς θα είχε δοκιμάσει κάποιες εξωτικές λιχουδιές. Μάλλον έχω να κάνω με τη γυναίκα κάποιου μαγαζάτορα, συμπέρανε, και συνέχισε την ιστορία του, προσπαθώντας να την εντυπωσιάσει.
“Όλα κυλούσαν ήσυχα στο χωριό αυτό, μέχρι να έρθει στα μέρη τους ο πατέρας Αύγουστος. Ήταν ένας κυνηγός μαγισσών, ένας παχύς άντρας με κατακόκκινο πρόσωπο και όρεξη τόσο μεγάλη που θα μπορούσε να φάει ένα βόδι στην καθισιά του. Και οι κυνηγοί μαγισσών στις αποικίες δεν έχουν καμία σχέση με την Ιερά Εξέταση της Λαμόρκ. Είναι χοντροκέφαλοι και ημιμαθείς φανατικοί που τις περισσότερες φορές δεν μπορούν να ξεχωρίσουν ένα καλικατζάρι από την πεθερά του Αλφρέδου Μάρτανγκ.”
“Ούτε εγώ μπορώ να ξεχωρίσω την πεθερά του Αλφρέδου Μάρτανγκ από ένα καλικατζάρι,” είπε κρυφογελώντας η γυναίκα, επιβεβαιώνοντας στον Αύγουστο ότι ήταν ντόπια. Ήπιε λίγο από το ποτό της, ακούμπησε το χέρι της στο πόδι του μάγου και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει.
“Που λες λοιπόν, όταν ο κυνηγός μαγισσών έμαθε για το γλυκό που οι κάτοικοι άφηναν στον καλικάτζαρο-”
“Τελώνιο δεν ήταν;”
Ο Αύγουστος σταμάτησε και σκέφτηκε γρήγορα ποιες ήταν οι πιθανότητες μία γυναίκα καταστηματάρχη να ήξερε τη διαφορά. “Συγνώμη, μπερδεύτηκα. Δεν ξέρω κι εγώ τη διαφορά.”
“Κάτι μου λέει ότι την ξέρεις,” του είπε η γυναίκα. “Δε φοράς μάσκα και σχεδόν βλέπω στο πρόσωπό σου ότι όχι μόνο την ξέρεις αλλά ότι μάλλον έχεις δει με τα μάτια σου τη διαφορά.”
“Κι αν πράγματι έχω δει τη διαφορά;”
“Τότε θα προτιμούσα να μου έλεγες μια δικιά σου ιστορία. Όχι κάτι που σου είπε κάποια με τα ομορφότερα μάτια στο Άμορακ.”
“Δε θες να μάθεις το τέλος;” τη ρώτησε ο Αύγουστος, παραξενεμένος με τη συμπεριφορά της.
“Όχι. Είσαι πολύ κακός στο να λες ιστορίες.”
“Δεν είσαι η πρώτη που μου το λέει.”
“Θα προτιμούσα να μου έλεγες κάτι από τη ζωή σου... Τζακ. Όχι τα ψέματα που ακούω για εσένα στα καπηλειά ή που διαβάζω στα βιβλία...”
“Νόμιζα ότι απόψε το βράδυ κανένας δε λέει ονόματα και ιστορίες για τον εαυτό του...”
Η γυναίκα σούφρωσε τα χείλη της και κοίταξε το τραπέζι εμπρός της. “Τη μισώ αυτή τη μέρα.”
“Αλλά δε θα μου μίλαγες αν ήταν κάποια άλλη, έτσι δεν είναι;”
Τα μάτια της σηκώθηκαν και καρφώθηκαν στα δικά του. “Πολύ φοβάμαι πως όχι. Είσαι τόσο έξυπνος όσο λένε και δε χρειάζεται να σου εξηγήσω το γιατί...”
“Δε θες να μάθεις τι έγινε με το γλυκό του Τζακ;” τη ρώτησε εκείνος.
“Ο κακός Αύγουστος πήρε την τιμωρία που του άξιζε και ο Τζακ έφαγε το γλυκό που του αναλογούσε. Αυτές οι ιστορίες είναι τόσο βαρετές.”
Όχι, σκέφτηκε ο Αύγουστος, αλλά προτίμησε να χαμογελάσει συγκαταβατικά. Η ιστορία που του είχε πει η Μίλνα ήταν πολύ πιο τρομαχτική από αυτό.
“Αναρωτιέμαι με ποιον άλλο τρόπο μπορεί ο Τζακ να με διασκεδάσει,” είπε η γυναίκα.
“Θα ήθελες να δοκιμάσεις λίγη σοκολάτα. Νομίζω ότι έχω μία πλάκα κάπου στο σπίτι μου.”
“Ο Τζακ θα το φάει το γλυκό του τελικά,” είπε η μασκαρεμένη γυναίκα και άδειασε με μια τελευταία ρουφηξιά το ποτήρι της.
Ο Αύγουστος δε θα ξεχνούσε εύκολα εκείνο το βράδυ. Λίγο πριν το ξημέρωμα η γυναίκα του είχε ψιθυρίσει στο αυτί τη φράση “Ένα ποτό, ένα όνομα, μια ιστορία, μικρέ” και είχε χαθεί σαν όνειρο από δίπλα του. Είχε ψάξει για μέρες το νόημα της φράσης, μέχρι που ο φίλος και συγγραφέας των περιπετειών του Αλφρέδος Μίραν του είπε για το θρύλο της μοναχικής γυναίκας.
“Λένε ότι εμφανίζεται στο καρναβάλι σε όσους κουβαλούν μία ιστορία που τους γεμίζει τύψεις. Θα τους ζητήσει ένα ποτό, ένα όνομα και μία ιστορία και έπειτα θα περάσει τη νύχτα μαζί τους. Λένε ότι, όταν το επόμενο πρωί έρθει, η ιστορία που της είπαν θα ξαλαφρώσει για πάντα τη συνείδησή τους.”
Ο Αύγουστος ξανάφερε στο νου του την πλατεία, την Μίλνα στην πυρρά και το ανθρώπινο τέρας που την είχε καταδικάσει σε αυτή. “Τη φώναξα Μίλνα,” είπε στο συγγραφέα και εκείνος δαγκώθηκε. “Της είπες την αλήθεια;”
“Φυσικά και όχι,” απάντησε ο μάγος με ένα πικρό χαμόγελο.
- Civilised men are more discourteous than savages because they know they can be impolite without having their skulls split, as a general thing.
R.E. Howard - The Tower of the Elephant