Jump to content
alkinem

Δεσμώτης Του Εφιάλτη

Recommended Posts

alkinem

Συγγραφέας: John82/Γιάννης Σδράλης

Είδος: Fantasy, με ελαφρώς dark στοιχεία

Βία: Ναι

Σεξ: Όχι

Λέξεις: 3000(πάνω-κάτω)

Αυτοτελής: Ναι

Σχόλια: Για το Ρακόρ 8(http://community.sff...nina-vs-john82/)

 

 

 

Δεσμώτης Του Εφιάλτη

 

 

Τα μάτια του ήταν μιαν ιδέα θολωμένα, αλλά δεν τον ξεγελούσαν. Τα πρώτα σπίτια της Σαθούρ είχαν φανεί μακρυά στον ορίζοντα. Καλυμμένα από το πυκνό πέπλο της νύχτας, περικυκλωμένα από γυμνούς ορεινούς όγκους. Μια μόνο πλευρά δεν την έφραζαν τα αφιλόξενα βράχια και από αυτήν περνούσε ένας στενός χωματόδρομος· η μοναδική είσοδος στην μικρή πόλη.

Ο Νάδαλ ξερόβηξε. Κουκουλωμένος με έναν σκουρόχρωμο, σαν να ήταν φτιαγμένος από πηγμένο αίμα, μανδύα, είχε διασχίσει πεζός την μεγάλη απόσταση που χώριζε αυτήν την πόλη από την Λέους. Η βροχή τον είχε συντροφέψει σε ένα μεγάλο μέρος του ταξιδιού του. Οι καυτοί άνεμοι από τον νότο τον βασάνιζαν μερόνυχτα ολάκερα. Πέρασε μέσα από αφιλόξενα δάση και βαλτωμένους ερημότοπους. Αλλά είχε επιτέλους φτάσει.

Η σελήνη ήταν στην χάση της, αλλά το λιγοστές ασημιές αχτίδες ήταν αρκετές για να κάνουν την διαδρομή λιγάκι πιο εύκολη. Ο Νάδαλ δεν πλησίαζε κατοικημένους τόπους την ημέρα. Παντού μπορούσε να δει εκείνον, αλλά την νύχτα ο διώκτης του ήταν πολύ πιο δύσκολο να καταλάβει το σώμα κάποιου ανυποψίαστου διαβάτη.

Ένα φύσημα του αέρα. Η ριπή του ανέμου πέρασε ανάμεσα από τα κλαδιά ενός παρακείμενου δέντρου, μια κακόφωνη μελωδία έφτασε στα αυτιά του Νάδαλ. Μερικά λεπτά κλαδιά συγκρούστηκαν και κροτάλισαν, ένα εφιαλτικό σφύριγμα προκάλεσε ο αέρας καθώς διέσχιζε τα διάκενα μεταξύ τους. Αλλά αυτά δεν τον ένοιαζαν. Το ανατριχιαστικό, μακρόσυρτο σύρσιμο, σαν κάτι να τον πλησίαζε ύπουλα, ήταν αυτό που τον ανάγκασε να σταματήσει την μοναχική του πορεία.

Κοίταξε γύρω του. Μέσα σε έναν μεγάλο θάμνο, καλυμμένες από το πυκνό του φύλλωμα, ο Νάδαλ πίστεψε για μια στιγμή πως είδε δυο κόκκινες λάμψεις. Θα ορκιζόταν πως αυτά τα δυο ερυθρά στίγματα, σαν πυρωμένα κάρβουνα, εναρμονίζονταν με την δικιά του κίνηση. Λίγο αριστερά αυτός, λίγο αριστερά κι αυτά. Λίγο δεξιά αυτός· κι αυτά ακολουθούσαν.

Δυο μάτια ήταν εκείνες οι λάμψεις και μόνο σε έναν θα μπορούσαν να ανήκουν. Στον εφιάλτη του.

Από ένα μικρό παγούρι, ο Νάδαλ δρόσισε το ξεραμένο του στόμα.

«Σύνελθε», μονολόγησε. «Μόνο στο μυαλό σου υπάρχει.»

Για ψήγματα στιγμών απέστρεψε το βλέμμα από την πηγή του φόβου του. Όταν ξανακοίταξε, τίποτε δεν υπήρχε εκεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα, κρέμασε το παγούρι και πάλι στην ζώνη του. Δεν μπορούσε να χάσει άλλο χρόνο. Αφού εκείνος είχε αρχίσει να εμφανίζεται και στις ερημιές, τα περιθώρια είχαν απελπιστικά στενέψει.

Κι όμως ήταν βέβαιος πως είχε δει την φευγαλέα κίνηση μιας αφύσικης ουράς, δεν του έβγαινε από το μυαλό πως είχε ακούσει ένα αρρωστημένο γέλιο. Ανάμεικτο με μιαν ανατριχιαστική κραυγή.

Σκουίκ, σκουίκ, σκουίκ...

Το βήμα του γοργό, οι κακουχίες δεν τον είχαν εξασθενήσει, και δεν άργησε να βρει τον εαυτό του να βαδίζει στους έρημους δρόμους της Σαθούρ. Που και που, η πορεία του διασταυρωνόταν με αυτήν κάποιου ντόπιου. Όταν γινόταν αυτό, ο Νάδαλ τάχυνε ακόμη περισσότερο το βήμα, έριχνε το βλέμμα στο έδαφος και προσπερνούσε, δίχως καν να κοιτάξει τον διαβάτη.

«Όχι στα μάτια. Μην κοιτάς τα μάτια τους», υπενθύμιζε νοερά στον εαυτό του.

Ήξερε πως εκείνος έτσι διάλεγε τους ξενιστές του.

Το ησυχαστήριο δεν ήταν μακρυά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε αναγκαστεί να επισκεφτεί αυτήν την πόλη και ήξερε αρκετά καλά την διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει.

Χτισμένο στο βόρειο άκρο της Σαθούρ, κάτω από την σκιά του μεγαλύτερου από εκείνα τα βουνά, βρισκόταν το κτίσμα του ησυχαστηρίου. Και μέσα σε αυτό, εφησυχασμένος από την αίσθηση της επίπλαστης ασφάλειας, αναπαυόταν ο Τιμίλ.

Η περιοχή ήταν καλά φωτισμένη. Αναμμένοι πυρσοί, τοποθετημένοι περιμετρικά στους εξωτερικούς τοίχους, έδιναν μια απόκοσμη εικόνα στο κτίριο. Ένας τετράγωνος γαλάζιος όγκος, μια θολωτή οροφή που αντανακλούσε την χρυσοκόκκινη λάμψη της φλόγας και στην κορυφή αυτής, δυο μπρούτζινα κοράκια· το ένα να κοιτά προς την ανατολή και το άλλο προς την δύση.

Το ησυχαστήριο ήταν εντυπωσιακό κάτω από το φως του ήλιου, αλλά την δεδομένη στιγμή έμοιαζε να αναδύεται μέσα από μια αιώνια φωτιά.

Ο Νάδαλ υπενθύμισε στον εαυτό του πως δεν είχε έρθει για να θαυμάσει τα αξιοθέατα. Αν πετύχαινε τον σκοπό του, θα είχε άπλετο χρόνο για αυτό. Τώρα έπρεπε να μπει στο κτίριο· αλλά πρώτα έπρεπε να περάσει από τους αρματωμένους φύλακες της πύλης.

«Θα τους κοιτάξεις κατάματα, δεν μπορείς να το αποφύγεις», άκουσε μια βραχνή φωνή μέσα στο μυαλό του. «Πρέπει όμως, πρέπει. Ξέρεις τι σε έφερε εδώ.»

***

Ένα όνομα στοίχειωνε διαρκώς την σκέψη του.

Γκελ'Εμ, ο Περιπλανώμενος.

Ο Νάδαλ δεν είχε πια πολλές ελπίδες να απαλλαγεί από το μαρτύριό του. Τις λίγες όμως που του είχαν απομείνει, της στήριζε στο εάν θα έβρισκε εγκαίρως αυτόν τον άνθρωπο.

Ένας μήνας είχε περάσει. Στην αρχή δεν ήταν τίποτε σπουδαίο. Λίγοι εφιάλτες, που τις πρώτες ημέρες του ήταν αδύνατον να θυμηθεί το περιεχόμενό τους όταν ξυπνούσε. Αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Τα άσχημα όνειρα άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο έντονα, ολοένα και πιο φριχτά, ολοένα και πιο βασανιστικά. Και ο Νάδαλ δεν άργησε να συνειδητοποιήσει πως όλα περιστρέφονταν γύρω από μιαν αφύσικη φιγούρα. Γύρω από ένα πλάσμα που ήξερε πως δεν υπήρχε, ένα πλάσμα όμως που για αυτόν είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο αληθινό.

Ο Άνθρωπος-Αρουραίος. Λίγες εμφανίσεις στην αρχή, αλλά μετά από αρκετές ημέρες ήταν ξεκάθαρο πως αυτός έγραφε το σενάριο των ονείρων, αυτός, σαν αθέατος μαριονετίστας, κατηύθυνε τις κινήσεις των πρωταγωνιστών του ονειρικού κόσμου του Νάδαλ.

Αυτός είχε αρχίσει να τον μισεί. Του άρεσε να κοιμάται. Από τα χρόνια της εφηβείας, οι νυχτερινές ώρες αποτελούσαν το ύστατο καταφύγιο της συνείδησής του. Δεν ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος, δεν ήταν ο πιο έντιμος. Ο δίχως όνειρα ύπνος αποτελούσε την μοναδική περίοδο της ημέρας που ο Νάδαλ δεν σκεφτόταν όλα όσα είχε κάνει, μα και όλα όσα σχεδίαζε να κάνει. Και ήταν ευγνώμων για αυτό. Και αυτό το φριχτό πλάσμα, γέννημα ενός αρρωστημένου μυαλού, απειλούσε να καταστρέψει τα πάντα.

Αλλά όταν ο Αρουραίος αποφάσισε να αφήσει τα ονειρικά πεδία και να στοιχειώσει τον υλικό κόσμο του Νάδαλ, τότε αυτός ήξερε πως είχε έρθει η ώρα να ζητήσει βοήθεια.

Οι Περιπλανώμενοι ήταν ιερείς που είχαν επιλέξει την νομαδική ζωή. Δεν ζούσαν σε κάποιο μοναστήρι, δεν ιερουργούσαν σε κάποιον ναό. Γύριζαν από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, έψαχναν αυτούς που είχαν την ανάγκη τους και, με το κατάλληλο αντίτιμο πάντα, φρόντιζαν να προσφέρουν την βοήθειά τους.

Πλέον δεν είχαν απομείνει πολλοί από αυτούς. Ένας από τους λίγους, και καλύτερος στην δουλειά του όπως έλεγαν, ήταν ο Γκελ'Εμ. Και ο Νάδαλ αυτόν έψαξε να βρει.

Μετά από μερικές ημέρες αναζήτησης, ο Γκελ'Εμ εντοπίστηκε να έχει κατασκηνώσει στο δάσος που άρχιζε από τις νότιες παρυφές της Λέους και εκτεινόταν μέχρι τα κοντινά βουνά. Ο ιερέας είχε βρει καταφύγιο βαθιά μέσα στο δάσος, δίπλα σε ένα από τα πολυάριθμα ρυάκια που αυλάκωναν τις κατάφυτες εκτάσεις. Ο Νάδαλ τον βρήκε ξαπλωμένο στο γρασίδι, η πλάτη του ακουμπούσε στον πεσμένο κορμό ενός γέρικου δέντρου. Κρατούσε έναν αυλό, τον φυσούσε απαλά και οι ήχοι που έβγαιναν έδεναν αρμονικά με αυτούς του τρεχάμενου νερού. Το αποτέλεσμα ήταν μια μαγευτική μελωδία, μια μελωδία που την συνόδευαν πουλιά που κελαηδούσαν, το σφύριγμα του ανέμου που περνούσε μέσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων και διάφοροι άλλοι θόρυβοι του δάσους.

Όταν ο Νάδαλ έκανε την εμφάνισή του, ο Γκελ'Εμ δεν σταμάτησε να παίζει. Για λίγο μόνο οι ματιές τους έσμιξαν, ο Νάδαλ με ανακούφιση διαπίστωσε πως ο Αρουραίος δεν επέβαλε αυτήν την φορά την παρουσία του και αποφάσισε να αφήσει στην διακριτική ευχέρεια του ιερέα την επιλογή της στιγμής που θα μιλούσαν.

Μετά από λίγο αισθάνθηκε να τον σαρώνει το εξεταστικό βλέμμα του Γκελ'Εμ. Ο ιερέας τού έκανε νόημα να πλησιάσει και να καθίσει πλάι του. Ο Νάδαλ δεν έφερε αντίρρηση.

«Και τώρα, πες μου τι σε βασανίζει», είπε ο Περιπλανώμενος με σιγανή φωνή· τόσο βαθιά που έμοιαζε να βγαίνει από σπήλαιο.

 

Ένας πνιχτός θόρυβος. Κάτι μικρό πρέπει να έπεσε στο νερό.

Ένα ελαφρύ κροτάλισμα. Κάποιο ζώο μάλλον έριξε το βάρος του σε ένα εύθραυστο κλαράκι. Σίγουρα το έσπασε σε πολλά κομμάτια.

Η ματιά του Γκελ'Εμ καρφωμένη στα μάτια του Νάδαλ. Το βλέμμα του Περιπλανώμενου, ένα πυρωμένο στιλέτο που κεντούσε την ψυχή του. Η αναπνοή του ιερέα έγινε κοφτή, γρήγορη. Έμοιαζε να ξέρει τι θέλει να πει, αλλά έψαχνε τις κατάλληλες λέξεις. Μια βαθιά ανάσα και η φωνή του ακούστηκε μετά από ώρα. Το ίδιο σιγανή, το ίδιο βαθιά.

«Κάποιος έριξε κατάρα επάνω σου.»

Ο Νάδαλ δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τα λόγια του.

«Και τώρα;», θέλησε να μάθει.

Ο ιερέας άγγιξε και πάλι την επιφανειακή πληγή στο μπράτσο του Νάδαλ.

«Μου είπες πως αυτό έγινε σε έναν άγριο καυγά, περισσότερο από τριάντα ημέρες πριν.»

«Αλλά δεν με πονάει», παρατήρησε ο Νάδαλ.

Τα δάχτυλα του Γκελ'Εμ διέτρεξαν όλη την έκταση των γκριζόλευκων μαλλιών του.

«Δεν έχει σημασία. Αυτή η ουλή είναι η απόδειξη πως πληγώθηκες από ένα καταραμένο αντικείμενο. Πρέπει να σπάσει η κατάρα, αν δεν θέλεις να χάσεις το μυαλό σου.»

Ο Νάδαλ στάθηκε όρθιος. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Το ελαφρύ αεράκι είχε μετατραπεί σε παγερό βόρειο άνεμο και βαριά σύννεφα είχαν αρχίσει να σκεπάζουν τον ουρανό του δάσους.

«Μπορείς να με βοηθήσεις;», ρώτησε ο Νάδαλ.

Ο ιερέας ύψωσε το βλέμμα του στον ουρανό. Μετά από λίγες στιγμές κούνησε θλιμμένος το κεφάλι του.

«Αυτή η κατάρα είναι αποτέλεσμα σκοτεινής μαγείας. Μόνο οι μοναχοί της Λοσίμ ξέρουν να κάνουν τέτοια πράγματα.»

Ο Νάδαλ ένοιωσε σαν να του είχαν δώσει γροθιά στο στομάχι. Αν ήταν ανακατεμένοι οι μοναχοί της Λοσίμ, τότε είχε μπλέξει άσχημα.

«Εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω, αλλά υπάρχει τρόπος», συμπλήρωσε ο Γκελ'Εμ.

Τα μάτια του Νάδαλ άστραψαν. Μέσα τους καθρεφτίστηκε η ελπίδα.

«Ακούω», είπε και τη φωνή του την χρωμάτιζε μια μικρή νότα ενθουσιασμού.

***

«Χα, χα, χα...»

Τα δυνατά γέλια των φρουρών έσπασαν την σιωπή της νύχτας και έβγαλαν τον Νάδαλ από την ονειροπόλησή του.

«Μάλλον δε θα περιμένουν επίθεση», σκέφτηκε. Κάλυψε το κεφάλι του με την φαρδιά κουκούλα του μανδύα και έφερε την άκρη της λίγο πιο κάτω από το ύψος των ματιών του. Υποκρινόμενος πως κούτσαινε, άρχισε, με βήμα αργό και στηριζόμενος σε ένα μακρύ ξύλινο ραβδί, να πλησιάζει τους δύο ένοπλους άντρες.

Ήξερε πως στα μάτια τους δεν θα φάνταζε ως τίποτε περισσότερο από ένας ανεπιθύμητος ικέτης. Το ησυχαστήριο της Σαθούρ, παράρτημα ουσιαστικά του μοναστηριού της Λοσίμ, δεχόταν καθημερινά πολλές επισκέψεις από ζητιάνους και κάθε λογής απελπισμένους. Το γεγονός πως την φύλαξη του οικήματος της είχαν αναλάβει σκληροί μισθοφόροι, μάλλον έδειχνε πως τέτοιου είδους επισκέπτες δεν ήταν διόλου ευπρόσδεκτοι. Το ησυχαστήριο προοριζόταν για την φιλοξενία ορισμένων εκλεκτών, και ιδιαιτέρως σημαντικών για το μοναστήρι, ανθρώπων.

«Σαν τον Τιμίλ», μουρμούρισε. «Μακάρι να ήξερα τι του υποσχέθηκε», αναρωτήθηκε νοερά.

Όταν έφτασε μπροστά στους φρουρούς, άπλωσε το ελεύθερο χέρι του. Ζητούσε ελεημοσύνη, ήξερε βεβαίως πως δεν θα τον αντιμετώπιζαν φιλικά, αλλά αυτή του η κίνηση έκρυβε και μιαν ακόμη σκοπιμότητα. Υποκρινόταν πως έτρεμε, τους έδειχνε πως ήταν πολύ αδύναμος για να σταθεί έστω και με την βοήθεια του ραβδιού.

«Αυτό θα τους ξεγελάσει», συλλογίστηκε κι ένα αμυδρό χαμόγελο αυλάκωσε το κρυμμένο στις σκιές πρόσωπό του.

Στάθηκε ακίνητος μπροστά στον έναν. Εκείνος δεν αντέδρασε, φάνηκε να τον αγνοεί. Ο Νάδαλ στράφηκε προς τον άλλον. Με μεγαλύτερη επιμονή, συνέχισε να κουνάει παρακλητικά το απλωμένο χέρι. Κοίταξε τον φρουρό κατάματα. Για λίγες στιγμές του φάνηκε φυσιολογικός. Ο Νάδαλ ξεφύσησε ανακουφισμένος. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Σε λίγο το πρόσωπο του άντρα άρχιζε να μακραίνει και να γεμίζει τρίχες. Τα μάτια του γίνηκαν δυο μικρές, κόκκινες λάμψεις. Τα μπροστινά, πάνω δόντια μεγάλωσαν και άρχισαν να εξέχουν από το στόμα του.

Ο Νάδαλ κοκάλωσε. Ήξερε πως αν κοίταζε τον άλλον, ούτε κι αυτός θα έμοιαζε φυσιολογικός. Το χέρι του έμεινε ακίνητο στον αέρα, του φάνηκε πως ο φρουρός κάτι έλεγε. Αυτός όμως άκουγε μόνο έναν ανατριχιαστικό, επαναλαμβανόμενο λαρυγγισμό.

Σκουίκ, σκουίκ, σκουίκ...

Ένοιωσε το στιβαρό χέρι του φρουρού να του γραπώνει δυνατά τον δεξιό ώμο. Ένα τράνταγμα, ένα σπρώξιμο και ο Νάδαλ βρέθηκε σωριασμένος στο λιθόστρωτο δρομάκι. Και πάντα στα αυτιά του αντηχούσε ο ίδιος απαίσιος θόρυβος.

Σκουιιιιίκ...

Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Οι αρουραίοι δεν ήταν αληθινοί· μόνο στην φαντασία του υπήρχαν. Απέναντί του είχε άντρες σαν κι αυτόν. Έβαλε τα χέρια του μέσα στον μανδύα, άνοιξε ένα μικρό πουγκί που κρεμόταν από την ζώνη του και γέμισε την δεξιά του χούφτα με την υπνωτική σκόνη που είχε φέρει για αυτόν τον σκοπό. Στηρίχτηκε στο αριστερό του χέρι, στάθηκε όρθιος και κατέβασε την κουκούλα του.

Οι φρουροί φάνηκαν να αιφνιδιάζονται από αυτήν του την κίνηση. Ο Νάδαλ ύψωσε κι άλλο το ανάστημά του, ήξερε πια πως δεν έμοιαζε με έναν ανήμπορο ανθρωπάκο και δεν έχασε χρόνο. Άνοιξε την δεξιά του παλάμη και φύσηξε κάμποση από την σκόνη στο πρόσωπο του ενός μισθοφόρου. Εκείνος ταλαντεύτηκε λίγο και σωριάστηκε χάμω αναίσθητος.

Ο άλλος τα έχασε. Ο Νάδαλ είδε πως αυτή ήταν η μεγαλύτερή του ευκαιρία. Επανέλαβε αμέσως την ίδια κίνηση και ο δεύτερος μισθοφόρος είχε σύντομα την τύχη του αλλουνού.

«Όνειρα γλυκά ποντίκια», ψιθύρισε και δρασκέλησε με αποφασιστικό βήμα την είσοδο του ησυχαστηρίου.

 

Περιπλανήθηκε για λίγο στους διαδρόμους. Ο Γκελ'Εμ του είχε πει που θα έβρισκε τον Τιμίλ. Ευτυχώς για τον Νάδαλ, ο ιερέας αποδείχτηκε σωστός. Ο μεγαλόσωμος μπράβος αναπαυόταν ήρεμος σε ένα λιτό δωμάτιο, ξαπλωμένος σε ένα μονό ανάκλιντρο. Δίπλα του ένα χαμηλό, ξύλινο τραπέζι και πάνω σε αυτό μια πιατέλα με φρούτα, μια κανάτα και μια μεγάλη κούπα. Στο βάθος του δωματίου τριζοβολούσε το αναμμένο τζάκι. Η ευχάριστη μυρωδιά του κυπαρισσόξυλου που καιγόταν, έκανε τα ρουθούνια του Νάδαλ να διασταλούν κι ένας αναστεναγμός ικανοποίησης ξέφυγε από τα χείλη του.

Αυτός ο μικρός θόρυβος ήταν αρκετός για να κάνει τον Τιμίλ να ανοίξει τα μάτια του. Όταν αντίκρισε τον Νάδαλ, αρχικά αναδεύτηκε στην θέση του.

«Μάλλον δεν πιστεύει πως είμαι εδώ», υπέθεσε ο Νάδαλ. Έκανε μερικά βήματα προς τα εκεί.

Ο Τιμίλ αυτήν την φορά φάνηκε να καταλαβαίνει τι συνέβαινε. Τα μάτια γούρλωσαν από την έκπληξη, ο Νάδαλ νόμιζε πως σε λίγο θα πεταγόντουσαν έξω από τις κόγχες, αλλά τελικά δεν αντέδρασε.

«Κατάφερες να μπεις», είπε γελώντας. Τα ακροδάχτυλά του πλανήθηκαν κατά μήκος της γενειάδας του και ο Νάδαλ είδε το χρυσό δαχτυλίδι, με το ανάγλυφο κοράκι, που κοσμούσε το μεσαίο του δάχτυλο.

***

Ο πλειστηριασμός είχε τελειώσει άδοξα. Βεβαίως ο Νάδαλ δεν ένοιωθε και άσχημα.

Σίγουρα τα χτυπήματα τον πονούσαν. Το σχίσιμο που του είχε προκαλέσει το δαχτυλίδι του Τιμίλ, τον έτσουζε διαολεμένα. Αλλά η έκφραση των τριών γομαριών που είχε δείρει, η απόγνωση του Γκέμινους για το γεγονός πως οι τρεις μπράβοι του είχαν αποδειχτεί ανίκανοι να τα βγάλουν πέρα με έναν μικρόσωμο κλέφτη, όλα αυτά αποτελούσαν ένα μεγάλο παράσημο για τον Νάδαλ.

Ο Γκέμινους τύλιξε παρηγορητικά το μπράτσο γύρω από τους ώμους του Τιμίλ.

«Μόνο εσύ θα μπορούσες να πλακωθείς με τους βοηθούς μου», γκρίνιαξε μέσα από σχισμένα χείλη. Η έκφρασή του έκανε τον Νάδαλ να νοιώσει πως ο θρίαμβός του είχε ολοκληρωθεί.

 

Ο Γκελ'Εμ καθόταν ακόμα αναπαυτικά στο γρασίδι. Αντιθέτως ο Νάδαλ πηγαινοερχόταν νευρικός..

«Μάλλον αυτός ο Γκέμινους σου έστησε παγίδα», είπε τελικά ο Περιπλανώμενος.

Ο Νάδαλ δεν ξαφνιάστηκε και ο ιερέας συνέχισε.

«Θα έστειλε τον μπράβο του στο μοναστήρι. Εκεί οι μοναχοί, αφού πρώτα θα τον υπέβαλαν σε πολυήμερους καθαρμούς, θα έδεσαν την ψυχή του με ένα καταραμένο δαχτυλίδι. Ο Τιμίλ προσπάθησε να σε βλάψει;»

Ο Νάδαλ συνειδητοποίησε πως εκτός από το χτύπημα με το δαχτυλίδι, ο μπράβος δεν είχε προσπαθήσει να του κάνει κάτι άλλο.

Η σιωπή του ήταν αρκετή και ο ιερέας ολοκλήρωσε την σκέψη του.

«Για να σπάσεις την κατάρα, πρέπει να διαφθείρεις την ψυχή του Τιμίλ. Δεν αρκεί να τον σκοτώσεις. Σε αυτήν την περίπτωση η κατάρα θα ταξιδέψει με την ψυχή του στην αιωνιότητα.»

Ο Νάδαλ θυμήθηκε το τελευταίο βλέμμα του Γκέμινους. Μπορεί να γκρίνιαζε εκείνην την ώρα, αλλά τα μάτια του έλαμπαν περίεργα. Σχεδόν ικανοποιημένα.

«Πού θα τον βρω;»,ρώτησε.

Ο ιερέας τον κοίταξε κατάματα.

«Στο ησυχαστήριο της Σαθούρ. Μέχρι να πεθάνεις ή να χάσεις τελείως το μυαλό σου, εκεί θα κρύβεται· μακρυά από πειρασμούς που μπορούν να βλάψουν την καθαρότητα της ψυχής του.»

Ο Γκεμ'Ελ του έδωσε οδηγίες και τον ξεπροβόδισε με μια τελευταία υπενθύμιση.

«Ο θάνατός του δεν θα σου προσφέρει τίποτε. Μην χτυπήσεις το σώμα του, χτύπα την ψυχή του.»

***

Ο Νάδαλ ήθελε να του επιτεθεί, αλλά δίσταζε. Δεν ήταν σίγουρος πως θα μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του. Ίσως ο Τιμίλ να έπεφτε νεκρός πριν το σπάσιμο της κατάρας.

Μάντεψε πως ο μπράβος τα ήξερε όλα αυτά. Μάλλον, γι' αυτό καθόταν τόσο ήρεμος.

Τα χέρια του Νάδαλ άρχισαν να τρέμουν. Ίδρωνε και ήξερε πως ο αρουραίος δεν θα αργούσε να εμφανιστεί. Μάλιστα, για λίγες στιγμές νόμισε πως ο Τιμίλ είχε αποκτήσει μιαν υπερμεγέθη ουρά.

«Τελευταία φορά που σε είδα, έκλαιγες από το ξύλο που σου είχα ρίξει», είπε, σε μια προσπάθεια να προκαλέσει τον Τιμίλ. Μια σκιά ενόχλησης πέρασε από τα μάτια του μπράβου, αλλά αμέσως ξεθώριασε.

Ο Νάδαλ ένοιωσε τον χρόνο να τον πιέζει ασφυκτικά. Αποφάσισε να κάνει κάτι που, ακόμα και για αυτόν, ήταν ποταπό.

«Αφού εσύ δεν αντιδράς, ίσως το κάνει η αδερφή σου. Πάντοτε ήθελα να δω αυτήν την κοπέλα γυμνή.»

Ο Τιμίλ φάνηκε να οργίζεται. Ακόμα όμως συγκρατούταν.

«Γυμνή· να ουρλιάζει και να ικετεύει για έλεος. Ξέρεις, το μυαλό μου πια δεν λειτουργεί σωστά και ποιος ξέρει τι θα της κάνω», είπε ο Νάδαλ.

Αυτήν την φορά ο Τιμίλ, πετάχτηκε όρθιος. Οι φλέβες στον λαιμό του είχαν φουσκώσει και το πρόσωπό του είχε καλυφθεί με μια μάσκα οργής.

«Παλιομπάσταρδε, γαμώ το σπίτι σου» ούρλιαξε και ο Νάδαλ τον είδε να ορμάει καταπάνω του.

Ένας εκκωφαντικός ήχος, μια βροντή έσεισε τον χώρο και η λάμψη της αστραπής φώτισε το δωμάτιο. Ο Νάδαλ ένοιωσε όλον τον χώρο να γεμίζει με την φορτισμένη της ένταση και είδε το δαχτυλίδι να πέφτει, σπασμένο σε δυο κομμάτια, στα πάτωμα.

Η κατάρα είχε επιτέλους σπάσει. Ο Νάδαλ ένοιωσε το μυαλό του να καθαρίζει μονομιάς.

Η θέα του οργισμένου Τιμίλ τού φαινόταν πια διασκεδαστική. Όταν ο μπράβος έφτασε σε απόσταση αναπνοής από αυτόν, ο Νάδαλ έβγαλε ένα ξιφίδιο μέσα από τον μανδύα του και το κάρφωσε στην κοιλιά του μπράβου. Ο Τιμίλ σωριάστηκε, το αίμα έρεε άφθονο κι έπειτα από ελάχιστες στιγμές ξεψύχησε.

Ο Νάδαλ έφυγε αμέσως. Ήξερε πολύ καλά πλέον τον επόμενο προορισμό του.

«Με τον Γκέμινους πρέπει να κάνουμε μια μικρή κουβέντα» μονολόγησε όταν βρέθηκε στο δάσος. Έριξε μια βιαστική ματιά τριγύρω. Αχρείαστη προφύλαξη όμως. Ήξερε πως ο Αρουραίος δεν ήταν πια εκεί.

 

ΤΕΛΟΣ

Δεσμώτης Του Εφιάλτη.doc

Δεσμώτης Του Εφιάλτη.pdf

Edited by John82
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Γιάννη, διάβασα το διήγημά σου (και της Έλενας) και θα ψηφίσω αφού το σκεφτώ. Τα σχόλια έπονται.

:)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

(Έγραφα, έγραφα, και πάτησα κάτι... Πάνε όλα... )

 

Γενικά, μου φαίνεται πολύ μπερδεμένη η ιστορία σου. Δεν καταλαβαίνω: ποιος είναι αυτός ο Γκέμινους, τι ακριβώς συμβαίνει με το δαχτυλίδι, την ψυχή (ποιανού; του Γκέμινους ή του Τίμιλ; ), την κατάρα, τον πλειστηριασμό... Όλα αυτά έχουν γίνει ένα κουβάρι μέσα στο μυαλό μου και το διάβασα δύο φορές, μήπως την πρώτη μου ξέφυγε κάτι.

 

( Ευτυχώς που έχω κρατήσει σημειώσεις και μπορώ τουλάχιστον να σου ξαναγράψω αυτά: )

 

* Πολύ απότομη η μετάβαση στον προορισμό του. Το βήμα του γοργό, οι κακουχίες δεν τον είχαν εξασθενήσει, και δεν άργησε να βρει τον εαυτό του να βαδίζει στους έρημους δρόμους της Σαθούρ. Μέσα σε αυτή την πρόταση μας πήγες εκεί, ενώ μόλις μερικές λέξεις πριν τον παρακολουθούσαμε να αγωνιά για τον Αρουραίο.

* Ο Αρουραίος είναι γέννημα ενός αρρωστημένου μυαλού, λες κάπου. Ποιον εννοείς, τον Νάδαλ ή τον Γκέμινους;

* Με μπέρδεψε η αναδρομή. (Είχες βάλεις τους αστερίσκους, αλλά και πάλι νομίζω πως ήρθε πολύ απότομα, αταίριαστα). Και το ξανάκανες! Δύο αναδρομές σε τόσο μικρό κείμενο (και μάλιστα με τόση εξωτερική δράση) είναι πολλές.

* Γιατί να μην πετάξει την υπνωτική σκόνη με τις χούφτες, για να κινδυνέψει λιγότερο από τυχόν εισπνοή; Το ξέρω ότι στόχευες στον αιφνιδιασμό, αλλά τουλάχιστον τη δεύτερη φορά θα ταίριαζε περισσότερο να του πετάξει την υπόλοιπη σκόνη στα πρόσωπο.

 

Όταν τους πλησιάζει (τους δύο φρουρούς που νάρκωσε) σκέφτεται ότι θα πρέπει να τους κοιτάξει κατάματα, γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Εϊναι λίγο βεβιασμένα δοσμένη αυττή η σκέψη. Θα προτιμούσα να το καταλάβαινα από άλλα στοιχεία, μόνη μου.

 

Επίσης, κάπου μιλάς για μελωδία του δάσους και αμέσως μετά λες "οι θόρυβοι" του δάσους. Δεν ταιριάζει. "Οι ήχοι" θα ταίριαζε καλύτερα.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Σε γενικές γραμμές συμφωνώ με το σχόλιο της Άννας.

 

Το κείμενο ήταν καλά γραμμένο και η πλοκή του με κράτησε. Ήθελα να μάθω τι ήταν αυτό το πλάσμα, πώς θα ξέφευγε ο Νάδαλ, τι το προκάλεσε όλο αυτό. Σε κάποια με ικανοποίησε η εξέλιξη, σε άλλα όχι και τόσο, καθώς μου δημιουργήθηκαν μερικές απορίες που δεν μπόρεσα να λύσω.

 

-Δεν κατάλαβα ακριβώς ποια ήταν η σχέση Νάδαλ-Γκέμινους-Τιμίλ. Για ποιο λόγο είχε δημιουργηθεί αυτή η ρήξη μεταξύ τους; Κάτι πρέπει να συνέβη στον πλειστηριασμό που δεν μας το είπες.

 

-Ωραία η ιδέα με τους Περιπλανώμενους και με πολύ ψωμί πίσω τους. Για το λόγο αυτό πιστεύω ότι θα ήταν πιο πολύ χρήσιμοι σε μια μεγαλύτερη ιστορία, ώστε να αναδειχτεί περισσότερο η αξία τους. Εδώ χρησίμευσαν μόνο σαν το μέσο για να δοθεί λύση σ' ένα προσωπικό πρόβλημα κάποιου, που ούτε καν ξέρουμε το ποιόν του. Ίσως θα ήταν καλύτερο να εστιάσεις στον Άνθρωπο-Αρουραίο και τις παρενέργειες των εφιαλτών και να μας δώσεις περισσότερες πληροφορίες γι' αυτά. Η λύση του μυστηρίου θα μπορούσε να βρεθεί από τον ίδιο το Νάδαλ, μέσω (της κλασικής) έρευνας σε κάποια αρχαία βιβλία.

 

-Μου φάνηκε κάπως εύκολη η διαφθορά της ψυχής του Τιμίλ. Θα περίμενα από κάποιον που ρίχνει κατάρες με τέτοια άνεση, να μην προσβάλλεται τόσο εύκολα, επειδή είπαν κάτι κακό για την αδερφή του. Κι εκείνο το «γαμώ το σπίτι σου» είναι πολύ μοντέρνο για να ταιριάξει στον φάντασυ κόσμο που έφτιαξες.

 

Αυτές ήταν οι δικές μου παρατηρήσεις. Καλή επιτυχία.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Myyst

Διάβασα και εγώ το διήγημα και δεν έχω να παρατηρήσω κάτι διαφορετικό από ότι έχει ήδη αναφερθεί, οπότε απλά θα αναφέρω τα δύο-τρία σημεία που μου έμειναν πιο έντονα στο τέλος της ανάγνωσης.

 

* Διέκρινα μία ενδιαφέρουσα ιδέα με την κατάρα και τον αρουραίο που αν και δεν αναπτύσσεται πολύ, λειτουργεί ατμοσφαιρικά.

 

* Το διήγημα έχει αρκετά μπερδεμένη ροή. Ειδικά στα σημεία των αναδρομών.

 

* Το τέλος ήταν απλώς αναληθοφανές και (πιστεύω ότι) αδικούσε την ιστορία. Εννοώ ακριβώς αυτό που έγραψε ο Mesmer πιο πάνω. Θα περίμενα ο Τιμίλ να έχει περισσότερη υπομονή, ή αν όχι να έχει λάβει τα μέτρα του για κάτι τόσο αναμενόμενο.

 

Χμ, χμ... Μάλλον δεν φαίνεται ιδιαίτερα από το σχόλιο, αλλά βρήκα το διήγημα αξιόλογο και με αρκετές καλές ιδέες. :rolleyes:

Edited by Myyst
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Lady Nina

Γιάννη, θέλω πρώτα απ`όλα να σε ευχαριστήσω που προσφέρθηκες να παίξεις μαζί μου. Αν δεν το είχες κάνει, δε νομίζω πως θα πιεζόμουν ώστε να ολοκληρώσω την ιστορία μου.

 

Στα της δικής σου ιστορίας τώρα. Αφού πρώτα μετρήσω ως πολύ θετική την άρτια χρήση των δύο παραγράφων, στα πλαίσια του παιχνιδιού, θα μου επιτρέψεις να τη σχολιάσω ανεξάρτητα απ`το παιχνίδι.

 

Με εξαίρεση κάποια σημεία που χρειάζονται λίγη προσοχή, όπως για παράδειγμα η επιλογή του χρόνου στην πρόταση "Πέρασε μέσα από αφιλόξενα δάση και βαλτωμένους ερημότοπους.", η ιστορία για μένα κύλησε σαν νεράκι και δεν μπορώ να πω ότι μπερδεύτηκα κάπου, ούτε με τις αναδρομές, μα ούτε και με τους χαρακτήρες. Ακόμα και το τέλος, που για τους περισσότερους δεν ήταν καλό, δεν μπορώ να πω ότι με απογοήτευσε ιδιαίτερα.

 

Για να είμαι ειλικρινής μάλιστα, αν είχαμε τη δυνατότητα να ψηφίσουμε, τη δική σου ιστορία θα ψήφιζα, με το χέρι στην καρδιά!

 

Σ`ευχαριστώ και πάλι για το παιχνίδι και θα ήθελα να διαβάσω και άλλα για τον κόσμο στον οποίο διαδραματίζεται ο "Δεσμώτης του Εφιάλτη". :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
alkinem

Να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους όσους διάβασαν και σχολίασαν την ιστορία και ιδιαιτέρως ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Έλενα για πολύ ωραίες στιγμές του παιχνιδιού.

 

Στα της ιστορίας τώρα.

Παραδέχομαι πως το κείμενο ήταν αρκετά "δύσκολο", αφού αναγκάστηκα να αφήσω έξω πολλά από αυτά που ήταν απαραίτητα για την πλήρη κατανόηση της ιστορίας. Να δώσω ορισμένες επιγραμματικές εξηγήσεις.

 

Α)Ο Νάδαλ ήταν ένας επιδέξιος κλέφτης, που είχε άσχημο παρελθόν με τον Γκέμινους. Αυτός είναι έμπορος, αλλά και αρκετά ισχυρός στον υπόκοσμο. Ο Τιμίλ είναι μπράβος του Γκέμινους.

Β)Ο Γκέμινους έστησε την δημοπρασία, ξέροντας πως ο Νάδαλ δεν θα μπορέσει να αντισταθεί στον πειρασμό και σίγουρα θα προσπαθούσε να κλέψει κάποιο από τα αντικείμενα του πλειστηριασμού.

Γ)Ο Τιμίλ είχε σταλεί από το αφεντικό του στο μοναστήρι της Λοσίμ(βλέπε την ιστορία μου Ράγκους) και οι μοναχοί εκεί έδεσαν την ψυχή του με ένα καταραμένο δαχτυλίδι. Η κατάρα θα περνούσε σε αυτόν που θα πληγωνόταν, έστω και μια γρατσουνιά έφτανε, από το καταραμένο αντικείμενο.

Δ)Για να έχει αποτέλεσμα η κατάρα, η ψυχή του Τιμίλ έπρεπε να παραμείνει αγνή μέχρι ο σκοπός της κατάρας να εκπληρωθεί. Μέχρι δηλαδή ο Νάδαλ να έχανε τελείως το μυαλό του ή να πέθαινε.

Ε)Το τέλος δόθηκε σαφώς συνοπτικά(λόγω έλλειψη χώρου), αλλά η ευκολία που υπέκυψε ο Τιμίλ στις προκλήσεις του Νάδαλ ήταν εσκεμμένη. Ήθελα να τον παρουσιάσω σαν ένα γομάρι, όχι ιδιαιτέρως υψηλής νοημοσύνης, που ο Νάδαλ κατάφερε χωρίς κόπο να τον χειραγωγήσει.

ΣΤ)Τέλος η ιστορία, μαζί με κάποιες άλλες, λειτουργεί σαν ένα είδος σημειώσεων για κάτι πολύ μεγαλύτερο που έχω στο μυαλό .

 

Αυτά από εμένα. Και πάλι σας ευχαριστώ.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..