Jump to content
John Ernst

Ροκανίζοντας το δέντρο της ζωής

Mesmer

Νικήτρια ιστορία στον 49ο Διαγωνισμό Σύντομης Ιστορίας

Μοιράστηκε την πρώτη θέση με τις ιστορίες:

Message added by Mesmer

Recommended Posts

John Ernst

Όνομα Συγγραφέα: Νίκος Φερεντίνος
Είδος: ιστορία φαντασίας
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3247
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια:Η συμμετοχή μου για τον 49ο διαγωνισμό διηγήματος κατηγορίας Fantasy με θέμα "Δέντρο"
Αρχείο:  ροκανίζοντας το δέντρο της ζωής.pdf

 

 

Spoiler

 

Ροκανίζοντας το δέντρο της ζωής

 

 

Θα σου διηγηθώ την ιστορία του θανάτου μου. Εκείνη η μέρα δεν είναι πλέον παρά μια μικρή σπίθα που έσβησε μέσα στο λυσσαλέο φύσημα των αιώνων. Παραμονές Χριστουγέννων, οι μικρότερες μέρες του έτους, έτσι που το σκοτάδι είχε απλωθεί από νωρίς. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας ακούστηκε ένα θρόισμα από τα κλαδιά των δέντρων που παραμέριζαν. Ύστερα κάποια πόδια πάτησαν πάνω σε στέγες και εξώστες και φόρτωσαν τον κρύο αέρα με ήχους από κεραμίδια ή γλάστρες που παρασύρονταν στο κενό κι έσπαζαν. Το θρόισμα των φύλλων σκέπασαν πνιχτά γέλια, το ρυάκι σαν να σταμάτησε να κελαρύζει. Τα ποδοβολητά και οι ενθουσιώδεις κραυγές πέρασαν πάνω από τα σπίτια και τα δέντρα και μετά σταμάτησαν να ακούγονται. Όχι για πολύ, γιατί η νύχτα του θανάτου μου ήταν και η μέρα που ξεκίνησε η κυριαρχία των καλικάντζαρων στη γη.

Μα να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή. Τα πολύ παλιά χρόνια, τότε που δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά ο ουρανός και ο κάτω κόσμος, ένας σπόρος έπεσε από το πουθενά. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η γη, ούτε ο ήλιος, μήτε τ' άστρα, μόνο αέρηδες φοβεροί που σφύριζαν μέσα στο Χάος. Κι ο σπόρος θα χανόταν αν τα πνεύματα του φωτός δε μεριμνούσαν. Μικρές φλογίτσες περίζωσαν το σπόρο, σαν δυο παλάμες τον σήκωσαν απαλά και τον έχωσαν βαθιά στο χώμα. Κι εκείνος άρχισε να βλασταίνει, μικροσκοπικές ρίζες ψαχούλεψαν τα σπλάχνα του Ερέβους, δύο φυλλαράκια πήραν τις πρώτες τους ανάσες μέσα στην πνιγερή ατμόσφαιρα των Ταρτάρων. Και το νέο βλαστάρι ψήλωνε και μέσα στους αιώνες που ακολούθησαν έγινε σκληρό και χοντρό και καφέ. Στις φλέβες του κυλούσε λάβα, οι ρίζες έφτασαν βαθιά, πολύ βαθιά. Στα κλαδιά του σχηματίστηκαν η στεριά και η θάλασσα, τα όρη, οι λίμνες και τα ποτάμια και οι έρημοι. Κάθε φύλλο και μία λάμψη, έτσι γεννήθηκαν τ΄ άστρα. Και το δέντρο αυτό ήμουν εγώ, με ρίζες που έφταναν ως τα αχανή βάθη της Δημιουργίας και με φύλλα που ακουμπούσαν το θόλο του ουρανού.

Πέρασαν αιώνες πολλοί, γερνούσε ο κορμός. Στο σκληρό φλοιό του γεννήθηκαν πνεύματα σκοτεινά κι αθάνατα, γιατί όπου δεν υπάρχει φως, υπάρχει σκοτάδι. Και τα πνεύματα αυτά άρχισαν να παίρνουν μορφή. Άλλα είχαν μικρά σώματα με κοντούς λαιμούς και μακριά άκρα, άλλα ήταν μικρά σαν νάνοι. Όλα τους κακομούτσουνα, τριχωτά και γλοιώδη. Λερές και σκούρες παρουσίες κρέμονταν από την ανάγλυφη επιφάνεια, ροκάνιζαν το ξύλο. Καλικάντζαροι και βερβελούδες γαντζωμένα στο φλοιό, πολλαπλασιάζονταν γρήγορα σαν τη μελίγκρα. Σπίτια δεν είχαν, κοιμούνταν ανακούρκουδα στις κουφάλες που άνοιγαν με τα πιθηκίσια τους δόντια. Μα σαν ξυπνούσαν και απομακρύνονταν, νέοι βλαστοί ξεπετάγονταν και έκλειναν τις κουφάλες.

Κάποτε γεννήθηκε ανάμεσά τους ο τρομερότερος όλων. Μέλη δυνατά σαν της αρκούδας, βλέμμα οξύ σαν του αετού, καρδιά ατρόμητη σαν του λιονταριού. Το όνομά του ήταν Μαντρακούκος και στο άκουσμα αυτού δέος πλημμύριζε τις σκοτεινές ψυχές των καλικάντζαρων. Κάθε που μιλούσε όλοι σώπαιναν, κάθε που έδινε διαταγή όλοι υπάκουαν. Τους μάζεψε μια μέρα, μια σύναξη θλιβερή, και τους μίλησε για ένα χρησμό που είχε γραφτεί σε ένα βράχο γρανιτένιο. Είπε με φωνή στεντόρεια, που έκανε το δέντρο να τρέμει μέχρι τα φύλλα:

«Τώρα που στη γη κατοικούν οι άνθρωποι, γένος φρικτό που πιστεύει ότι σαν τους θεούς μπορεί να γίνει, πρέπει στόχους μεγάλους να βάλουμε. Γιατί το να ζούμε και να περιφερόμαστε σε τούτο τον αρχαίο κορμό άσκοπα, δε μας ταιριάζει. Η δόξα μας περιμένει, ο κόσμος όλος θα γίνει δικός μας. Να γκρεμίσουμε το δέντρο της ζωής!»

Ιαχές θριάμβου γέμισαν τον αέρα, ένα πλήθος παραλήρησε στο άκουσμα αυτού του λόγου. Αμέσως βάλθηκαν να κάνουν προετοιμασίες για να κόψουν το δέντρο. Ήξεραν πως τα δόντια τους δεν έφταναν, εργαλεία θαυμάσια και δυνατά έπρεπε να φτιάξουν. Έβγαλαν σκλήθρες από το δέντρο μεγάλες σαν κοντάρια, πρώτα τις βούτηξαν στη λίμνη της Στυγός και στη συνέχεια τις σκλήρυναν στις φλόγες του Φλεγέθωνα. Έτσι έφτιαξαν πριόνια πιο σκληρά κι από ατσάλι. Χωρίστηκαν σε δυάδες κι άρχισαν να ροκανίζουν τη σάρκα του δέντρου. Κάθε μέρα όλο και πιο βαθιά έμπαιναν, καθώς οι νέοι βλαστοί που έβγαζε το δέντρο δεν έφταναν για να σώσουν τον κορμό. Δημιούργησαν βάραθρο μεγάλο, ο αέρας γέμισε τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου ξύλου. Κι όταν ο κορμός είχε φαγωθεί, τόσο που μια φλούδα συγκρατούσε το δέντρο, εκείνο άρχισε να τρίζει και να ταλαντεύεται. Κατάλαβαν οι καλικάντζαροι ότι ήταν ο καιρός να πέσει.

Με νέες ζητωκραυγές, δυνατά σαλπίσματα και σαματά από τύμπανα άρχισαν να σκαρφαλώνουν προς τα επάνω, να φτάσουν στη γη. Στα χέρια τους κρατούσαν αιχμηρά αντικείμενα που τα έμπηγαν στο φλοιό για να προχωρήσουν. Ένα τρομαχτικό, μαύρο μπουλούκι πλησιάζε τα κλαδιά του δέντρου. Έφευγαν επειδή δεν ωφελούσε εκεί να μείνουν και να περιμένουν, γιατί το δέντρο θα έπεφτε πάνω στα κεφάλια τους. Κι όταν έφτασαν ως τα κλαδιά βρήκαν περάσματα για τον κόσμο των ανθρώπων. Από χιλιάδες τρύπες πάνω στο έδαφος ξεπήδησαν ορδές από πλάσματα σκοτεινά, που στον πάνω κόσμο ενσαρκώθηκαν και φάνταζαν ακόμα πιο άσχημα, άλλο ήταν κουτσό, άλλο στραβοκάνικο, άλλο με καμπούρα. Διένυε τις μέρες του χειμερινού λιοστασιού ο πάνω κόσμος. Διέσχισαν χιονοθύελλες, έτρεξαν με ορμή προς τα χωριά, αφήνοντας μαύρα χνάρια πάνω στο χιόνι. Σκαρφάλωσαν στα δέντρα κι από εκεί στις στέγες. Μπήκαν στα σπίτια των ανθρώπων και άρχισαν να περιεργάζονται τα αντικείμενά τους. Φλιτζάνια και πιάτα γλίστρησαν από τα χέρια τους και θρυμματίστηκαν στο πάτωμα, έπιπλα αναποδογύρισαν στο πέρασμά τους. Αμέτρητα φαγητά μαγάρισαν, εδέσματα με μέλια που έσταζαν στα χαλιά και τραγανές δίπλες που γέμιζαν το πάτωμα με ψίχουλα. Όλα γλυκά φαγητά που είχαν συνήθειο να φτιάχνουν οι άνθρωποι για να εξευμενίσουν τους θεούς του σκότους.

Μέρες πολλές οι καλικάντζαροι έμειναν στη γη, μέχρι που κατάλαβαν ότι το δέντρο δεν έμελλε να πέσει. Απογοητευμένοι γύρισαν πίσω στον κόσμο τους. Προς μεγάλη, δυσάρεστη έκπληξη διαπίστωσαν ότι ο κορμός είχε επουλωθεί, τα πνεύματα του φωτός τον είχαν αποκαταστήσει. Ήταν σαν να μην είχαν ποτέ πληγώσει το δέντρο, σαν να μην είχαν δουλέψει χρόνο ολόκληρο να το ρίξουν. Κλαίγοντας, πήραν τα πριόνια τους κι άρχισαν από την αρχή να ροκανίζουν το ξύλο. Κι αυτό επαναλαμβανόταν χρονιά με τη χρονιά, κάθε που σταματούσε ο Ήλιος το ταξίδι προς το νότο νόμιζαν ότι το δέντρο ήταν έτοιμο να πέσει, ανέβαιναν στον πάνω κόσμο, για να διαπιστώσουν στην επιστροφή πως ο κόπος όλης της χρονιάς είχε πάει στράφι. Μα εκείνοι είχαν υπομονή περίσσεια, δε σταματούσαν να κόβουν τον κορμό.

Οι άνθρωποι με τον καιρό κατάλαβαν ποιοι έκαναν τις ζημιές στα σπίτια. Άρχισαν οι διηγήσεις τους να γεμίζουν με τα πλάσματα εκείνα του σκοταδιού που τους χαλούσαν τη Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα. Και πήραν να ετοιμάζονται κάθε χρόνο να αποτρέψουν τον ερχομό τους. Ιερά σύμβολα και νερά καθαγιασμένα επιστρατεύτηκαν στη μάχη με τους καλικάντζαρους, στις στέγες αραδιάζονταν δόκανα, κάποιοι έμεναν νύχτες ξάγρυπνοι να τους παραφυλάνε. Με ξόρκια και μαγεία προσπαθούσαν να προστατέψουν το βιος απ' τα σιχαμερά εκείνα πλάσματα. Έτσι, που πολλοί καλικάντζαροι γυρνούσαν πίσω στις τρύπες τους λαβωμένοι ή καμένοι. Βέβαια, δεν έλειπαν και οι φορές που οι άνθρωποι ήταν θύματα, κυρίως άμα στρίμωχναν, με σκουπόξυλα στα χέρια, σε μια γωνιά, κάποιο από τα δύστυχα εκείνα πλάσματα.

Εκατό χρόνια πέρασαν από τότε. Ο Μαντρακούκος είχε απελπιστεί. Το να παρασέρνει όλο του το σινάφι σε έναν αγώνα άσκοπο κλόνιζε την εμπιστοσύνη που του είχαν, του στοίχειωνε το νου. Προχώρησε στη ρίζα του δέντρου, έφτασε στα έγκατα των Ταρτάρων, γονάτισε μπροστά στο βωμό του Άδη. Μέρες πολλές έμεινε στη στάση αυτή μέχρι ο θεός να του δώσει την απάντηση. Σκιές χαμένων ψυχών τον περιτριγύριζαν και του ψιθύριζαν λόγια φριχτά, να τον αναγκάσουν να φύγει, αλλά η καρδιά του λιονταριού δεν τον άφηνε να το βάλει στα πόδια. Τα σκυλιά της κόλασης τον παραμόνευαν σε κίνηση κυκλωτική, αλλά με τα δυνατά του μέλη τα ξεπάστρεψε. Μέχρι που βγήκε μια λάμψη μέσα από το βωμό και φωνή τρομερή ακούστηκε.

«Τι θέλεις;»

«Πατέρα, ταπεινά ζητώ τη βοήθειά σου».

«Ξέρω ποιο είναι το πρόβλημά σου» απάντησε η φωνή. «Από εμένα τι περιμένεις;»

Ο Μαντρακούκος έσκυψε το κεφάλι ακόμα πιο πολύ. Ένιωσε ντροπή που ζητούσε αρωγή απ' τον άρχοντα του κάτω κόσμου.

«Ξέρεις» συνέχισε ο θεός, «το δέντρο της ζωής δε θα το ρίξεις εύκολα, είναι ευλογημένο. Εμείς, οι άρχοντες θεοί, έχουμε κάνει συμφωνία το δέντρο να παραμένει έτσι όπως είναι. Είναι η παγκόσμια ισορροπία που το προστατεύει».

«Τότε γιατί τόσος κόπος να το γκρεμίσουμε;»

«Γιατί κι εσείς κομμάτι της ισορροπίας είσαστε. Δουλειά σας είναι να το χτυπάτε όλο το χρόνο, όπως δουλειά και των πνευμάτων του φωτός να το αποκαθιστούν».

Ο αρχικαλλικάντζαρος σηκώθηκε όρθιος.

«Και πότε θα πέσει το δέντρο;» ρώτησε με ένα χρώμα αγανάκτησης στη φωνή, ενώ τα μάτια του δάκρυσαν από θυμό.

«Ακόμα και το πιο αδύναμο οχυρό δεν πέφτει στην πρώτη έφοδο» είπε η φωνή στο βωμό.

Ο Μαντρακούκος δε φαινόταν να ικανοποιείται με τις απαντήσεις. Δε μίλησε για πολλή ώρα. Στο τέλος γονάτισε, χαμήλωσε το κεφάλι και παρακάλεσε:

«Πατέρα, δώσε μου μια ορμήνια».

«Κάνε υπομονή και θα έρθει η εποχή που εσύ θα γίνεις βασιλιάς όλου του κόσμου. Η βασιλεία σου θα διαρκέσει χίλια χρόνια, και θα 'σαι καλός και δίκαιος» είπε ο θεός κι αμέσως η λάμψη έσβησε. Ο Μαντρακούκος μίλησε στο λαό του και τους διηγήθηκε αυτά που είχαν συμβεί. Ο χρησμός του θεού τους έδωσε νέο κουράγιο και συνέχισαν του δέντρου το ροκάνισμα για αιώνες.

 

 

***

 

Εκείνη τη χρονιά τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή. Είπαν ότι οι άνθρωποι έγιναν άπληστοι κι αυτό εξόργισε τους θεούς. Εγώ δεν το είδα ποτέ έτσι, καθώς οι άνθρωποι πάντα μοχθηροί ήταν και καλοί συνάμα. Εγώ λέω ότι ήταν να συμβεί, γιατί όλα στον κόσμο έχουν κάποιο τέλος. Επίσης, κανείς και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τα πνεύματα του φωτός δεν έκαναν όπως πάντα τη δουλειά τους. Κι εκείνη τη χρονιά, από των καλικάντζαρων τα καμώματα, μια φλούδα είχε μείνει να συγκρατεί το δέντρο κι αν θέλετε τη γνώμη μου δεν ήταν κι από τις πιο λεπτές που βίωσα. Και σαν όλες τις φορές, τριξίματα ακούστηκαν και είδαν οι καλικάντζαροι τα κλαδιά πάνω από τα κεφάλια τους να ταλαντεύονται κι ήταν αυτό αρκετό για να παρατήσουν τα πριόνια τους και να κινήσουν για τον πάνω κόσμο. Έφτασαν στα μέρη των ανθρώπων, πάτησαν για άλλη μια φορά στις κορυφές των δέντρων και στις στέγες, έψαξαν και πάλι για λιχουδιές για να κορέσουν την πείνα τους.

Τελευταίος βγήκε ο Μαντρακούκος, μια σιλουέτα θεόρατη. Στο χέρι κρατούσε ένα ρόπαλο καμωμένο από τον κορμό, περπατούσε λίγο στραβά, καθώς το ζερβό του πόδι ήταν πιο κοντό. Κοίταξε προς τον ουρανό, μια άβυσσος χωρίς αστέρια, οσμίστηκε τον κρύο αέρα. Με το αετίσιο του βλέμμα είδε πράσινους καπνούς να βγαίνουν στο βάθος στο βουνό μέσα από χαραμάδες, σημάδι ότι ο πάνω και ο κάτω κόσμος άρχισαν να σμίγουν. Δεν έχασε καιρό, έπρεπε να προετοιμάσει τους υπόλοιπους. Τα πλάσματα του σκότους δε φοβούνται τον κάτω κόσμο, αλλά αυτή τη φορά ήξερε πως τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Έτρεξε γρήγορα, σκαρφάλωσε στα ψηλά πλατάνια, πήδηξε από την μια κορυφή τους στην άλλη και βρέθηκε σε μια ράχη που έβλεπε μπροστά τον κάμπο. Κοίταξε τα σπίτια της πόλης από ψηλά, τις μαύρες σιλουέτες των καλικάντζαρων που πηδούσαν πάνω στις στέγες και τους μίλησε με φωνή τόσο δυνατή που θαρρούσες ότι ήταν αδύνατο να βγαίνει από πλάσμα ζωντανό.

«Αδέλφια μου, έφτασε η ώρα!»

Η Ηχώ φρόντισε το μήνυμα να φτάσει σε κάθε πλαγιά, σε κάθε πεδιάδα, να διασχίσει όλους τους ωκεανούς, να σαρώσει τις ερήμους. Όλοι οι καλικάντζαροι έμειναν ακίνητοι στο άκουσμα της φωνής του αρχηγού τους. Αφού έλαβαν το μήνυμα, βρήκαν καθένας τους ένα μέρος μακριά από το έδαφος, καθώς γνώριζαν ότι δεν ήταν ασφαλές. Περίμεναν αρκετή ώρα, μέχρι που η γη άνοιξε κι άρχισαν από μέσα να βγαίνουν οι ψυχές πεθαμένων ανθρώπων. Το θέαμα ήταν περισσότερο εντυπωσιακό, παρά τρομαχτικό, τα φαντάσματα να ξεπηδούν από το χώμα και να περιφέρονται στον πάνω κόσμο. Ύστερα η γη άρχισε να υποχωρεί και κομμάτια χώματος μεγάλα σαν σπίτια βυθίστηκαν στην άβυσσο, αφήνοντας χαράδρες τεράστιες στη θέση τους, με χείλη που απομακρύνονταν.

Οι άνθρωποι βγήκαν αλαφιασμένοι από τα σπίτια τους. Φορούσαν πιτζάμες και στους ώμους πρόχειρα είχαν περάσει ένα χοντρό πανωφόρι. Κοιτούσαν προς τα πάνω τον ουρανό και δεν αντιδρούσαν όταν κάποιο φάντασμα τους πλησίαζε, παρά μόνο ένα παγερό αεράκι τους έγλειφε που και που το πρόσωπο κι αυτό τους έκανε να ανατριχιάσουν. Μήτε τη γη που άνοιξε είχαν καταλάβει, μήτε τα πνεύματα που κυκλοφορούσαν γύρω τους, καθώς ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να αντιληφθεί τα πλάσματα του κάτω κόσμου. Το τι τους είχε ταράξει και τους έκανε να βγουν από τα σπίτια τους, δεν είχαν καταλάβει οι καλικάντζαροι, γιατί αυτοί με τη σειρά τους δεν μπορούν να αντιληφθούν το τι συμβαίνει στον ουρανό. Οι άνθρωποι έμεναν στα κατώφλια των σπιτιών τους ακίνητοι να κοιτάζουν προς τα πάνω, ενώ οι καλλικάτζαροι στις κορυφές των δέντρων να θωρούν ζαρωμένοι την ανοιγμένη γη. Μέχρι που, κάποια στιγμή, η αντάρα σταμάτησε, τα χείλη των γκρεμών έπαψαν να αποκλίνουν, όλα έμοιαζαν ακίνητα.

Ο Μαντρακούκος είχε μείνει όλη την ώρα ακλόνητος στη θέση του. Ανάμεσα σε αυτόν και την πολιτεία είχε σχηματιστεί χαράδρα τεράστια. Τα χείλη της δεν απείχαν πολύ, αλλά είχε χιλιόμετρα μήκος και εκατοντάδες μέτρα βάθος. Έφτασε στην άκρη του γκρεμού και κοίταξε. Στον πάτο του ρήγματος αργοσάλευαν τα κλαδιά του δέντρου της ζωής. Τα είχαν καταφέρει, είχαν ρίξει το δέντρο! Πήδηξε πάνω από τη χαράδρα, πλησίασε προς τους υπόλοιπους καλικάντζαρους, τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Πολλοί μαζεύτηκαν ένα μπουλούκι γύρω του, κάθισαν στις κορυφές από τα πλατάνια, μακριά από τους ανθρώπους.

«Αδέλφια» τους είπε, «ο χρησμός το λέει καθαρά, ότι τη μέρα που το δέντρο θα πέσει, θα ξεκινήσει η βασιλεία μας. Θα κυριαρχήσουμε στον κόσμο για χίλια χρόνια!»

Ιαχές θριάμβου ακούστηκαν τόσο δυνατές, που οι άνθρωποι από τις γύρω πολιτείες για μια στιγμή σάστισαν. Δεν έδωσαν πολλή όμως σημασία, άλλο τους έκαιγε. Ήξεραν, από τα σημάδια που είχαν δει στον ουρανό, πως πια πλησίαζε για το είδος τους το τέλος. Τόσα άγχη, τόσα σχέδια για το μέλλον και τόση αγωνία δε θα 'χαν αποτέλεσμα κανένα. Όλα εκείνα που με κόπο είχαν αιώνες ολόκληρους δημιουργήσει θα γκεμίζονταν. Θα χάνονταν όλα όσα ήξεραν κι αγάπησαν, σαν να μην είχε εμφανιστεί ποτέ ανθρώπινη ύπαρξη ανάμεσα στον ουρανό και τον κάτω κόσμο. Δε θα είχαν να κληροδοτήσουν τίποτα στους απογόνους τους και, το χειρότερο, δε θα είχαν απογόνους. Κουφάρια άφαντα, παραδομένα στη λήθη των αιώνων.

Κι ακολούθησαν εκατοντάδες χρόνια από εκείνη τη μέρα. Βαρύς χειμώνας επικρατούσε όλο το χρόνο, θαρρούσες πως τον Ήλιο τον κατάπιε ο νότος. Και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να καλλιεργήσουν χωρίς φως, ούτε τα ζώα να ταΐσουν χωρίς χόρτα. Πόλεμοι ξέσπασαν μεταξύ τους, όσο οι προμήθειες λιγόστευαν, κι αυτό τους αφάνισε μια ώρα αρχύτερα. Οι τελευταίοι των ανθρώπων είχαν αγριέψει και έμοιαζαν περισσότερο με θηρία, παρά με αυτό που ήταν μια φορά. Ορκίστηκαν να ζήσουν και πάλι τα παλιά τους μεγαλεία. Έτσι επιχείρησαν διωγμό ενάντια στους καλικάντζαρους με πενιχρό αποτέλεσμα. Οι τελευταίοι, πλάσματα του σκοταδιού και του χειμώνα, δε δυσκολεύτηκαν να τους αποφύγουν. Και το γένος των ανθρώπων με τον καιρό έσβησε, χάθηκαν από τη γη ακόμα και τα χνάρια τους. Οι μόνοι που έμειναν στον κόσμο να τον διαφεντεύουν ήταν οι καλικάντζαροι.

Στο τέλος των πρώτων δέκα χρόνων της βασιλείας των καλικάντζαρων είχε πεθάνει κι ο τελευταίος άνθρωπος. Ήταν σε θέση να σταματήσουν να κρύβονται στις σκιές, βγήκαν στον κόσμο σαν αφέντες. Και δεν άργησαν να πάρουν τη θέση των ανθρώπων στο παγκόσμιο στερέωμα. Έχτισαν σπίτια από χωμάτινες πλίθες, έστρωσαν τις αυλές τους με γρανίτη του κάτω κόσμου, μάζεψαν τα υπολείμματα του ανθρώπινου πολιτισμού και έφτιαξαν το νοικοκυριό τους. Έχτισαν τεράστια εργοτάξια μέσα στη γη, όπου μάζευαν τα κλαδιά και τα φύλλα από το δέντρο της ζωής, τα έφερναν στην επιφάνεια και μ' αυτά τρέφονταν. Και συνέχισαν να συνευρίσκονται οι καλικάντζαροι με τις βερβελούδες και να πολλαπλασιάζεται το γένος τους ασταμάτητα. Ανάμεσά τους ο πιο λαμπρός, ο Μαντρακούκος, έγινε ο βασιλιάς του κόσμου όλου. Έστησε ένα θρόνο στην κορυφή ενός λόφου, έφτιαξε τέσσερις κολώνες από μαύρο μάρμαρο να κρατούν μια στέγη από αλαφρόπετρα κι έτσι έχτισε το παλάτι του. Κράτησε ένα σκήπτρο που το στόλιζαν τρία κρανία σκύλων του κάτω κόσμου και έβαλε μανδύα που τον έπλεκαν αράχνες. Και βασίλεψε δίκαια όλα τα χρόνια της κυριαρχίας του. Ένιωθε αγάπη και στοργή για τους άλλους καλικάντζαρους, υπερηφάνεια που μπόρεσαν κι έφτιαξαν δικό τους πολιτισμό. Κι εκείνοι τον λάτρευαν, καθώς τους είχε καθοδηγήσει, κι εκεί που ήτανε κάποτε σα ζώα, έγιναν νοικοκυραίοι και τεχνίτες τρανοί.

Μα τα χίλια χρόνια που έλεγε ο χρησμός πέρασαν γρήγορα, κατά πως περνάει μια ανθρώπινη ζωή. Φίδια άρχισαν να ζώνουν τον αρχηγό, έχασε τον ύπνο του από την αγωνία τη μεγάλη, καθώς καταλάβαινε ότι πλησίαζε το τέλος για το βασίλειό του. Και ήταν ανησυχητικά τα μαντάτα που του έρχονταν, πως κόντευε να σωθεί το δέντρο και δεν είχαν τίποτα άλλο να φάνε. Συνάμα ο χειμώνας είχε αρχίσει να υποχωρεί, τα χιόνια είχαν λιώσει στους κάμπους. Έφυγε από το παλάτι του και προχώρησε προς το βάθος του Άδη, να βρει πάλι τον άρχοντα του σκότους στο βωμό. Κάθισε εκεί ακίνητος για μέρες και περίμενε το σημάδι. Ώσπου, κάποια στιγμή, βαριά φωνή ακούστηκε κι ένα απόκοσμο φως ξεχύθηκε από τις άκρες του βωμού.

«Τι θέλεις από εμένα;»

«Πατέρα, τα χρόνια μας τελειώνουν...»

«Όλα στον κόσμο έχουν τέλος».

«Και τι πρέπει να κάνω;»

«Να έχεις υπομονή και καρδιά μεγάλη. Πρέπει να είσαι κοντά στο λαό σου όταν αυτός υποφέρει, να πεινάσεις μαζί του, να πληγωθείς μαζί του, να πεθάνεις μαζί του. Μόνο τότε θα αξίζει που γεννήθηκες στον κόσμο!»

Και τότε σίγησε ο βωμός. Κι ο Μαντρακούκος πήρε το δρόμο της επιστροφής με βαριά καρδιά. Προσπέρασε τα εργοτάξια, εκεί που οι καλικάντζαροι μάζευαν τις τελευταίες προμήθειες από το δέντρο. Προσπέρασε τα σπίτια, εκεί που οι βερβελούδες τάιζαν με λιγοστό γάλα στο βυζί τα μωρά τους. Έφτασε στο παλάτι του και κάθισε στο θρόνο. Κοίταξε από κάτω τον κάμπο, τα χωμάτινα σπίτια, τις συγυρισμένες αυλές κι έβαλε τα κλάματα. Κι όταν του έφεραν φαγητό, εκείνος δε δέχτηκε μπουκιά να βάλει στο στόμα. Κι όταν του έφεραν νερό, ήπιε μια γουλιά και το υπόλοιπο τους το έδωσε πίσω.

Μέρες δέκα έμεινε εκεί αμίλητος, είχε απομείνει το απολειφάδι του εαυτού του. Πήρε στο τέλος απόφαση να απευθυνθεί στο λαό του. Κατέβηκε από το θρόνο του, περπάτησε ανάμεσα στο σαστισμένο πλήθος με κεφάλι σκυφτό. Σέρνονταν τα βήματά του, σχιζόταν ο μανδύας καθώς περνούσε πάνω από τις πέτρες και η βάση του σκήπτρου αυλάκωνε το σταχτί χώμα. Όλοι έκαναν κύκλο γύρω του και περίμεναν να μιλήσει. Μα εκείνος δεν έβγαλε λέξη, μόνο τους κοιτούσε με μάτια κόκκινα από το κλάμα. Κι εκείνη τη στιγμή έφτασε ένας καλικάντζαρος που έτρεχε μήνυμα να δώσει.

«Άρχοντα» είπε ξέπνοα, «οι προμήθειες από το δέντρο μόλις τέλειωσαν».

Ο Μαντρακούκος σήκωσε αργά τα αδυνατισμένα του χέρια, τα έφερε πάνω από τα κεφάλια των υπολοίπων, τους κοίταξε έναν-έναν με στοργή.

«Αδέλφια, έφτασε και το δικό μας τέλος».

Σαν να τον άκουγαν οι θεοί εκείνη τη στιγμή, με το τέλος της φράσης του, βγήκε από το έδαφος ήχος εκκωφαντικός. Η γη ολόκληρη άρχισε να σείεται, να σπάει και να υποχωρεί. Οι καλικάντζαροι δύσκολα μπορούσαν να κρατήσουν τον εαυτό τους πάνω στο έδαφος. Άρχισαν να πέφτουν στα βάραθρα που άνοιγαν εκατοντάδες στη γη, όλοι παρασύρθηκαν στο κενό. Τελευταίος χάθηκε ο Μαντρακούκος. Η εποχή των καλικάντζαρων έσβησε σε μια στιγμή, το έδαφος του κάτω κόσμου τους κατάπιε. Σε λίγες ώρες δεν είχε μείνει τίποτα που να θυμίζει ότι κάποτε, ανάμεσα στον ουράνιο θόλο και το έδαφος του κάτω κόσμου, υπήρξε ολόκληρο σύμπαν. Μόνο το Χάος έμεινε, με τους αέρηδες να λυσσομανούν.

 

 

***

 

 

Αυτή ήταν η ιστορία του θανάτου μου. Τώρα θα μου πείτε, πώς γίνεται και τη διηγούμαι; Η αλήθεια είναι ότι τη στιγμή που υποχωρούσε ο κορμός μου από των καλικάντζαρων το χτύπημα, ένας σπόρος έπεσε από τις φυλλωσιές μου. Και θα χανόταν, αν τα πνεύματα του φωτός δε μεριμνούσαν. Μικρές φλογίτσες περίζωσαν το σπόρο...

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

  • Like 5
  • Thanks 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Χρησιμοποίησες ενα γνωστό μύθο ως θεμελιο, πατησες πανω του και εχτισες πολυκατοικια ρε φιλε. Το εκανες ολοδικο σου και μας το εδωσες απο τη μερια σου λες και το εζησες και μας το αφηγηθηκες. Ηταν μια ιστορια σκληρη, αγρια και τραχια σαν φλοιος δεντρου αλλα συναμα ομορφη και γλυκια σαν φρουτο. Μου θυμισε λιγο θεία κωμωδία του Δαντη για καποιο λογο. Χειρίστηκες καλα το λογο απλα νομιζω οτι πηρα παρα πολλες πληροφορίες αναλογικα με το μεγεθος της ιστορίας που αν ελειπαν θα ελαφρυναν λιγο το κειμενο ωστε να ειναι πιο ευκολοδιαβαστο. Καλη επιτυχία!

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Πω-πω, τι ωραία ιστορία! Δεν την περίμενα την ανατροπή του τέλους! Το χειρίστηκες πολύ ωραία. Το μόνο που μου κλώτσησε κάπως είναι ότι οι καλικάντζαροι και ιδίως ο αρχηγός τους χαρακτηρίζονται ως κακοί και δεν κάνουν τίποτε κακοποιό, απλώς σκανταλιές. Επίσης, ο αρχηγός των καλικαντζάρων στην αρχή περιγράφεται ως δαίμονας, ενώ μετά αποδυκνείετα πιο ευαίσθητος και λογικός απ' τους ανθρώπους. Θα ήθελα να ήταν πιο μεγάλο, γιατί την "αποκάλυψη" της καταστροφής των ανθρώπων την πέρασες πολύ γρήγορα και έτσι κάτι χάθηκε.

Spoiler

Αν έλειπε αυτό και δεν περιέγραφες λίγο την αποκάλυψη, αλλά την προσπερνούσες με ένα τέχνασμα, πχ να βλέπουν οι καλικάντζαροι όλους τους ανθρώπους νεκρούς κατά το τελευταίο ανέβασμά τους θα ήταν πιο καλό, κατά την άποψή μου, πιο σφιχτό.

Spoiler

 

 

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Είπα να μην ξεκινήσω τα σχόλια ακόμη αλλά επειδή σας βλέπω πολύ ενεργητικούς, δε μπόρεσα να αντισταθώ.
Ας κάνω την αρχή λοιπόν με τον αγαπητό Νικόλα:

 

Τίτλος:
 

Spoiler

Ταιριάζει πολύ στην ιστορία, διαθέτει μία συνεχόμενη κίνηση, μία ενέργεια, "ροκανίζοντας" το δέντρο δηλώνει ότι αυτή η ενέργεια ξεκινάει από το μηδέν και δεν σταματάει ποτέ. Το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, ταιριάζει.

 

 

Χαρακτήρες:

Spoiler

Δεν υπάρχει ξεκάθαρος χαρακτήρας στην ιστορία καθώς μοιάζει περισσότερο με αφήγηση/παραβολή παρά με διήγημα που έχει αρχή, μέση και τέλος. Το δέντρο πρωτοστατεί μεν αλλά η οπτική γωνία της αφήγησης ομολογώ ότι με μπέρδεψε. Στην αρχή ξεκινάς με το δέντρο σε πρωτοπρόσωπη και μετά το γυρνάς σε τριτοπρόσωπη, χωρίς να είμαι σίγουρος ότι το κατάλαβες ή το επέλεξες. Υπάρχουν σημεία που το δέντρο δε θα μιλούσε έτσι για τον εαυτό του ή για την ιστορία όπως εξελίσσεται. Είναι δύσκολη η απόδοση όταν συμβαίνουν τόσα πράγματα σε τόσο σύντομο χρόνο, αλλά, φοβάμαι, ότι έχεις δύο επιλογές: Ή πρωτοπρόσωπη από το δέντρο με αποτέλεσμα να κόψεις κάποιες εικόνες (ο Μαντρακούκος στον θρόνο, οι σκέψεις του, ο διάλογος με τον Άδη μιας και γίνεται - φαντάζομαι - χωρίς να είναι το δέντρο παρών), ή να το πας σε τριτοπρόσωπη (ή ακόμα και μέσω ενός άσχετου αφηγητή). 
Ο Μαντρακούκος από την άλλη, φαίνεται περισσότερο σαν έρμαιο των Θεών παρά σαν αυτόβουλο πλάσμα όπως θα έπρεπε να είναι. Περίμενα να δω και στον αντίποδα κάποιον άνθρωπο σαν το "φωτεινό" παράδειγμα απέναντι στο σκοτάδι, δεν είδα κάτι τέτοιο, γενικά πέρασε και δεν ακούμπησε το ανθρώπινο είδος.

 

 

Πλοκή, Ιδέα, ροή:

Spoiler

Η ιδέα είναι ξεχωριστή, όχι σούπερ πρωτότυπη, αλλά έχει τις ιδιαίτερες πινελιές της. Νιώθεις ότι την έχεις ξανα ακούσει αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο. Η πλοκή ξεκινάει όμορφα, στρωτά, στην συνέχεια σκαλώνει λίγο εκεί με τον Θεό, μετά ξανατρέχει, κυλάει, κάπου πάει σε fast forward στη βασιλεία των καλικάντζαρων, μετά ηρεμεί κάπως και κλείνει λίγο απότομα. Θέλει να εντάξεις λίγα σκαλοπατάκια εκεί στα σημεία που το κείμενο τρέχει περισσότερο απ' όσο θέλεις (τι έκαναν οι υπόλοιποι θεοί; Γιατί βγήκαν οι πεθαμένοι και περπάτησαν, μόνο λόγω της απληστίας των ανθρώπων; Κάποιο πρωτοπαλίκαρο του Μαντρακούκου; Στη βασιλεία που διήρκησε 1000 χρόνια δεν έγινε τπτ αξιοσημείωτο;)

Παρ' όλα αυτά, θεωρώ ότι είναι σίγουρα το καλύτερό σου κείμενο που έχω δει, η πρόζα κυλάει αβίαστα, σκαλώματα ελάχιστα και είσαι ξεκάθαρα εντός θέματος και εντός είδους.



Γραφή, τεχνική:
 

Spoiler

Εδώ τα πράγματα είναι πολύ θετικά. Φανερή βελτίωση συγκριτικά με τις υπόλοιπες ιστορίες σου, φαίνεται η διάθεσή σου να ντύσεις όμορφα το κείμενο, με λέξεις που ταιριάζουν και δεν κουράζουν, με παρομοιώσεις και εικόνες που παραμυθίζουν όσο πρέπει. Λείπουν κάποιες άστοχες περιγραφές από άλλες ιστορίες, φαίνεται ότι το έχεις δουλέψει κι ότι του έχεις κάνει (πιθανώς) αρκετά περάσματα. Οι διάλογοι είναι μεν διεκπαιρεωτικοί αλλά κάνουν την δουλειά τους και βοηθάνε σαν υποζύγιο σ' όλη την υπόλοιπη ιστορία. Πολύ ικανοποιημένος από το συγκεκριμένο κομμάτι.
 

 

Φίλε, Νικόλα, σίγουρα η καλύτερή σου δουλειά. Αν κοιτάξεις λίγο κάποια θέματα στην ροή της πλοκής και στην οπτική γωνία, νομίζω ότι έχεις ένα πολύ καλοδουλεμένο κείμενο το οποίο αξίζει να κρατήσεις για κάποια συλλογή σου στο μέλλον ?
Καλή επιτυχία!

Edited by Ballerond
  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Dreamer
  • Από την αρχή η ιστορία σου ήταν πολύ σκοτεινή και αυτό μου άρεσε.
  • Μου άρεσε που τα ανθρώπινα πλάσματα ολοκληρώνουν το κύκλο ζωής τους και τα διαδέχονται οι καλικάντζαροι όπου και αυτοί μετά από Χ χρόνια εξαφανίζονται.

Πολύ καλή φανταστική ιστορία.  (μου θύμισε βίβλο -τις απαρχές της δημιουργίας- κατά κάποιον τρόπο)

Βαθμολογία: 

Υ.Γ: Τα 5 αστέρια είναι η μέγιστη βαθμολογία. Πάρα πολύ σπάνια χρησιμοποιώ και τα 5 αστέρια οπότε θα έλεγα ότι κατά κάποιον τρόπο τα 4 ισοδυναμούν με 5.

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Καλημέρα Νίκο, :)

Τούτη εδώ ήταν μια ιστορία κοσμοπλασίας κατά βάση, και μάλιστα πολύ ιδιαίτερη. Προσωπικά, απολαμβάνω αυτού του είδους τις ιστορίες εξίσου με τις άλλες. Μου άρεσε το διήγημά σου, κράτησε το ενδιαφέρον μου σε υψηλό επίπεδο. Αν κάτι θα έπρεπε να προτείνω ως προς διόρθωση, θα ήταν να μην υπήρχε η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τη μεριά του δέντρου. Θα εξυπηρετούσε καλύτερα την ιστορία, θαρρώ, να μας περιέγραφες αποκλειστικά τα γεγονότα μέσα από την οπτική γωνία των καλικάντζαρων. Επίσης, για κάποιο λόγο, θα ήθελα να βοηθήσεις την φαντασία μου περισσότερο στο να σχηματίσει εικόνα για την οικουμενική διάσταση του δέντρου. Δεν μπορούσα να βρώ μια ''λογική'' αλληλουχία στην σύνδεση του πάνω και του κάτω κόσμου, δεδομένου πως το δέντρο ήταν ένας δίαυλος. Δεν ξέρω αν γίνομαι κατανοητός. Ίσως να φταίω εγώ, όμως πιστεύω πως ως αναγνώστη θα με βοηθούσες περισσότερο αν εδινες δυο-τρεις παραστατικές εικόνες παραπάνω.

Καλή επιτυχία!

  

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Καλησπέρα Νίκο,

Αυτή η ιστορία διαβάστηκε καλά και γρήγορα, αλλά  υπό μία έννοια ίσως  υπερβολικά γρήγορα.   Για μένα το μέγεθος της ιστορίας δεν είναι αυτό που λέμε στην δουλειά optimal.   Προσωπικά  αυτή η ιστορία  είτε  έπρεπε να είναι πιο μεγάλη   για να έχει  λίγο παραπάνω βάθος (θα συμφωνήσω ότι το "ανθρώπινο γένος πέρασε και δεν ακούμπησε") είτε πιο μικρή.όπου ναι μεν χάνεται λίγο από την λογοτεχνικότητα, αλλά έχεις κρατήσει μόνο το ζουμί και η αφήγηση είναι πιο συμπαγής κι  η σχετικά αποστασιοποιημένη ματιά δεν φαίνεται τόσο!

Αυτά!

Καλή επιτυχία

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Βερβελούδες; Ουάου! (Τι 'ναι αυτό; Παρακαλώ, ανάλυση! )

 

Quote

Περίμεναν αρκετή ώρα, μέχρι που η γη άνοιξε κι
άρχισαν από μέσα να βγαίνουν οι ψυχές πεθαμένων ανθρώπων. Το θέαμα ήταν περισσότερο
εντυπωσιακό, παρά τρομαχτικό, τα φαντάσματα να ξεπηδούν από το χώμα και να περιφέρονται
στον πάνω κόσμο. Ύστερα η γη άρχισε να υποχωρεί και κομμάτια χώματος μεγάλα σαν σπίτια
βυθίστηκαν στην άβυσσο, αφήνοντας χαράδρες τεράστιες στη θέση τους, με χείλη που
απομακρύνονταν.

Αυτή είναι μία πολύ δυνατή εικόνα. Κατά τη γνώμη μου, αν απέφευγες να μας δηλώσεις ότι είναι εντυπωσιακή ("το θέαμα ήταν περισσότερο εντυπωσιακό, παρά τρομακτικό" ) θα ήταν υπέρ σου. Άφησέ μας να τη βιώσουμε όπως έρθει.

 

Quote

κάθισαν στις
κορυφές από τα πλατάνια,

Γιατί όχι "στις κορυφές των πλατανιών"; Έτσι όπως το διατυπώνεις, είναι σαν να τις είχαν κόψει και είχαν φτιάξει από αυτές καθίσματα.

 

Γενικά, έχω να πω γι' αυτή την ιστορία ότι της έλειπε αυτό το κάτι που θα την έκανε να με αφορά. Να με νοιάζει η τύχη των καλικάντζαρων, ή του δέντρου της ζωής. Τα διηγήματα που χωράνε κοσμοϊστορικά, επικά γεγονότα έχουν αυτό το μειονέκτημα. Ιδίως επειδή είναι γραμμένο από την οπτική του τρίτου προσώπου, και μάλιστα παντογνώστη αφηγητή, δηλαδή το πιο μακρινό από τα μακρινά (το ξέρω ότι η γλώσσα δηλώνει πρώτου προσώπου, μάλιστα, αφηγείται το ίδιο το Δέντρο, όμως στην ουσία δεν είναι έτσι. Δεν είχε τίποτα το προσωπικό η αφήγησή του).

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

Νίκο,

Τι βελτίωση είναι αυτή, από τη Νιρβάνα και τον Ερμή σε τούτο'δω!

Να κάνω μία παρένθεση και να σου πω ότι έχω διαβάσει και τον Πύργο του Φάλκερμπουργκ, έχω κάνει σημειώσεις αλλά δεν έχω αποφασίσει ακόμα να τις συντάξω σε κάτι που θα μπορούσε να διαβάσει άλλο ανθρώπινο ων. Σε ενημερώνω ότι έχει αρκετά προβλήματα εκείνο σου το κείμενο - αλλά είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για την νέα, βελτιωμένη βερσιόν σου, η οποία μου αρέσει πολύ.

Τι μου άρεσε:

Το ότι βελτιώνεσαι.

Η γραφή σου ρέει πολύ όμορφα και εύκολα. Όχι ότι είχες ποτέ τρομερό πρόβλημα σε αυτό αλλά εδώ ήσουν ακόμα καλύτερος. Μου άρεσαν οι λέξεις που επέλεξες να χρησιμοποιήσεις και η σειρά στην οποία επίλεξες να τις βάλεις.

Η κεντρική σου ιδέα ήταν πολύ όμορφη. Κοσμογονία και μύθος που είναι πολύ όμορφα δεμένα μεταξύ τους.

Όμορφες εικόνες, πολύ γλυκά σερβιρισμένες από την αρχή μέχρι το τέλος. Φαίνεται ότι έχεις φροντίσει το κείμενό σου. Ειδικά στην αρχή, η δημιουργία του κόσμου ήταν εξαιρετική. Μπράβο για τις περιγραφές σου. Μπράβο, μπράβο.

Ο Μαντρακούκος, στη δεύτερη ανάγνωση. Είναι ένας χαρακτήρας που έχει τσαγανό, είναι επίμονος και πεισματάρης αλλά καλός και τίμιος αρχηγός. Όπως μας τον περιγράφεις. Ίσως να υπάρχει κάποια εξέλιξη εκεί, ανάμεσα στον κάτω κόσμο και την κυριαρχία της γης - από αρχηγός φυλής έγινε σωστός βασιλιάς αλλά επιφυλάσσομαι. Στη δεύτερη ανάγνωση όμως τον ένιωσα πολύ ζωντανό και δουλεμένο.

 

Τι δε μου άρεσε:

Η εναλλαγή ανάμεσα σε πρώτο πρόσωπο, τρίτο πρόσωπο και ξανά πρώτο πρόσωπο. Δεν χρειάζεται να βάζεις το δέντρο στην αρχή και στο τέλος να μας διηγείται. Είναι ίσως η μοναδική άτεχνη μουτζούρα στο κείμενό σου - όχι απαραίτητα επειδή δεν είναι καλά γραμμένη αλλά επειδή δεν χρειάζεται. Δεν προσφέρει κάτι, χαλάει τη ροή και στο τέλος οι φράσεις: “Αυτή ήταν η ιστορία του θανάτου μου. Τώρα θα μου πείτε, πώς γίνεται και τη διηγούμαι;” είναι συγγραφικά (ίσως και αναγνωστικά) ανώριμες. Εννοείται ότι αναρωτιόμαστε - όχι τώρα αλλά από την αρχή.

Με αυτή σου την παρέμβαση δίνεις στο δέντρο συναίσθηση και φωνή την οποία όμως δε χρησιμοποιείς πουθενά αλλού στο κείμενο. Άρα είναι άστοχο και δομικά και από άποψη αφηγηματικής τεχνικής (προοικονομία - αφού δε χρειάζεται, γιατί το αναφέρεις; )

Η κοσμοπλασία σου ήθελε λίγο παραπάνω δουλειά.

let me extrapolate

Οι Θεοί σου. Βλέπεις, επειδή το κείμενο είναι καλό και ακριβώς επειδή είναι κοσμογονία και μυθολογία μέσα σε πέντε σελίδες, δε χρειάζεται να μπεις σε εξωφρενικά μονοπάτια δημιουργίας ενός πάνθεον στο οποίο μάλιστα κάθε θεότητα έχει το δικό της χαρακτήρα. Όμως τουλάχιστον προσπάθησε. Σε πολλά σημεία αναφέρεις ότι υπάρχουν πολλοί θεοί, μάλιστα έχουν θυμώσει με τους ανθρώπους κιόλας, αλλά μας παρουσιάζεις μόνο έναν, στον οποίο δε δίνεις καν όνομα. *Προσοχή, μη γίνεις Myyst και απλά μπουκώσεις ονόματα που δεν έχουν σημασία για τον αναγνώστη το κείμενο* - αλλά ο Θεός του κάτω κόσμου, ο οποίος έρχεται σε επικοινωνία με τον πρωταγωνιστή της ιστορίας τουλάχιστον ας είχε όνομα.
Η έλλειψη εικόνας για το τι θεούς περιέχει το πάνθεον της ιστορίας με μπέρδεψε και όταν ανέφερες τα Χριστούγεννα. Έχουμε (πχ) ένα Γιαχβέ που κάνει παρέα με τον Θεό του Κεραυνού, το Θεό του κάτω κόσμου και τον Πάνα στο κάστρο τους στη Βαλχάλα κάτω από τα φύλλα του δέντρου της Ζωής; Μπερδεύτηκα.

Αυτό συμβαίνει και με τους πεθαμένους όπως πολύ σωστά ανέφερε ο Γιάννης.

Δεν είναι ανάγκη να τα εξηγείς όλα. Για παράδειγμα οι πράσινοι καπνοί που έβγαιναν από το βουνό και ήταν σημάδι ότι οι δύο κόσμοι σμίγουν δε θέλει παραπάνω εξήγηση. Όμως η νεκρανάσταση δε νομίζεις ότι θέλει λίγες παραπάνω λέξεις; Τις άλλες φορές που οι καλικάντζαροι ανέβηκαν στον πάνω κόσμο δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο. Αν ήταν επειδή θα έπεφτε το δέντρο, γιατί δεν έκανες setup αυτή την πληροφορία στον αναγνώστη σου ώστε να δώσεις λίγο περισσότερη ζωή στο κείμενό σου;

Πάλι τα ίδια θα λέμε Νίκο; Setup - Reminder - Payoff

Κάθε ιστορία που λαμβάνει χώρα σε μυθολογικά πλαίσια ο αναγνώστης μπαίνει με τις ιδέες που έχει ήδη πάνω σε άλλες αντίστοιχες μυθολογίες αφηγήσεις. Νομίζω ότι πρέπει να προσδιορίσεις καλύτερα τι υπάρχει ακριβώς στον κόσμο σου - και ας μη τα αναφέρεις - ώστε να αποφεύγεις τέτοια μικρά λάθη που μπορεί να κλωτσήσουν στην ανάγνωση. Αλλιώς θα παίρνεις σχόλια του στιλ: “Όμορφο ήταν αλλά δεν το πίστεψα πολύ και δεν ξέρω γιατί.

Ο Μαντρακούκος και οι καλικαντζάροι στην πρώτη ανάγνωση είναι all over the place. Όταν διάβασα την προφητεία του Θεού: “Η βασιλεία σου θα διαρκέσει χίλια χρόνια, και θα 'σαι καλός και δίκαιος” μπερδεύτηκα. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε συνηθίσει τα ορκ και τους καλικαντζάρους να έχουν μια χαοτική ιεραρχία που θυμίζει το Pecking Order που έχουν τα κοτόπουλα στα κοτέτσια αλλά το παρουσιάζεις και εσύ ο ίδιος κάπως έτσι. Δεν υπάρχει συμβούλιο - ο Μαντρακούκος έγινε αρχηγός επειδή ήταν ο πιο μεγαλόσωμος και ο πιο δυνατός. Δε μας δείχνεις πουθενά ότι είναι ιδιαίτερα έξυπνος και η κοινωνία των καλικαντζάρων δε προμηνύει βελτίωση. Μας λες ότι: “Σπίτια δεν είχαν, κοιμούνταν ανακούρκουδα στις κουφάλες που άνοιγαν με τα πιθηκίσια τους δόντια.” αλλά πάνε στον κόσμο των ανθρώπων και χωρίς να μας εξηγήσεις γιατί αλλάζουν τελείως τρόπο ζωής: “Έχτισαν σπίτια από χωμάτινες πλίθες, έστρωσαν τις αυλές τους με γρανίτη του κάτω κόσμου, μάζεψαν τα υπολείμματα του ανθρώπινου πολιτισμού και έφτιαξαν το νοικοκυριό τους.” Μπορεί να θες να πεις κάτι με αυτό (και μπορεί να φαντάζομαι τι είναι) αλλά δε μας το δείχνεις πουθενά στο κείμενο. Αν αλλάζουν για κάποιο λόγο μίλα για αυτό - έχει πολύ ζουμί.

Τη δεύτερη φορά που διάβασα το κείμενο είδα ότι από την αρχή ο Μαντρακούκος είναι καλός αρχηγός και αγαπάει τη φυλή του αλλά σε αυτό βοήθησε και το ότι ήξερα τι γίνεται στο τέλος. Μη περιμένεις πολύ κόσμο να διαβάσει δύο (και τρεις και παραπάνω) φορές αυτό που έγραψες. Προφανώς δε σου λέω να γίνεις ρηχός! Σε προτρέπω να είσαι πιο ξεκάθαρος.

Δεν έχω καταλάβει για πιο λόγο οι καλικάντζαροι προσπαθούν να γκρεμίσουν το δέντρο της Ζωής. Στην αρχή κατάλαβα ότι μόνοι τους το αποφάσισαν: “Τώρα που στη γη κατοικούν οι άνθρωποι, γένος φρικτό που πιστεύει ότι σαν τους θεούς μπορεί να γίνει, πρέπει στόχους μεγάλους να βάλουμε. Γιατί το να ζούμε και να περιφερόμαστε σε τούτο τον αρχαίο κορμό άσκοπα, δε μας ταιριάζει. Η δόξα μας περιμένει, ο κόσμος όλος θα γίνει δικός μας. Να γκρεμίσουμε το δέντρο της ζωής!” αλλά αργότερα όταν ο Μαντρακούκος πάει να μιλήσει με το Θεό του κάτω κόσμου με κάνεις να καταλάβω πως πίστευαν ότι είναι κάποια αρχαία προφητεία / η δουλειά τους: “«Ξέρεις (...) το δέντρο της ζωής δε θα το ρίξεις εύκολα (...)».

«Τότε γιατί τόσος κόπος να το γκρεμίσουμε;»

«(...) Δουλειά σας είναι να το χτυπάτε όλο το χρόνο, όπως δουλειά και των πνευμάτων του φωτός να το αποκαθιστούν»."

Άρα τελικά ήταν δουλειά τους να το ρίξουν; Προφητεία; Απόφαση της στιγμής του Μαντρακούκου; Ήξεραν πως αν το ρήξουν οι άνθρωποι θα πεθάνουν από το κρύο; Νομίζω ότι είναι σημαντικό να το ξεκαθαρίσεις καθώς βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας σου.

Πότε εξαφανίστηκαν οι άνθρωποι; Εδώ κάνεις ένα μεγάλο λάθος που δε καταλαβαίνω πως σου ξέφυγε. Λες: “Κι ακολούθησαν εκατοντάδες χρόνια από εκείνη τη μέρα. (...) Πόλεμοι ξέσπασαν μεταξύ τους” και στην αμέσως επόμενη παράγραφο: “Στο τέλος των πρώτων δέκα χρόνων (...) είχε πεθάνει κι ο τελευταίος άνθρωπος.” Τελικά πόσο άντεξαν οι άνθρωποι αφού έπεσε το δέντρο της Ζωής; Εκατοντάδες χρόνια ή μία δεκαετεία με το ζόρι;

Μικρό αλλά λες: “Εκείνη τη χρονιά τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή. Είπαν ότι οι άνθρωποι έγιναν άπληστοι κι αυτό εξόργισε τους θεούς.” Εκείνη τη χρονιά έγιναν άπληστοι οι άνθρωποι; Μάλλον ήθελες να χρησιμοποιήσεις άλλο χρόνο . “(...) οι άνθρωποι έχουν γίνει άπληστοι (...)"

Το τέλος ήταν λίγο διεκπεραιωτικό. Οι άνθρωποι έκαναν 10 χρόνια (ή 100 ανάλογα με την παράγραφο που θεωρεί κανείς canon) να χαθούν αλλά οι καλικάντζαροι απλά εξαφανίστηκαν. Πείνασαν για δέκα μέρες και μετά απλά εξαφανίστηκαν. Το πήγαινες τόσο καλά όταν έστειλες τον Μαντρακούκο να μιλήσει ξανά με το Θεό του Κάτω Κόσμου αλλά μετά απλά το σκότωσες. Θα μπορούσες να φας την επίλογο του δέντρου και να μας δώσεις λίγες πληροφορίες ακόμα για τον Μαντρακούκο και τη φυλή του, για τις προσπάθειες που έκαναν για να μείνουν ζωντανοί - ή ίσως να στρέφονταν ο ένας ενάντια στον άλλο, δε ξέρω. Το τέλος μιας εποχής σηκώνει πολλά σενάρια που μπορείς να χρησιμοποιήσεις ώστε να κάνεις πιο βαριά την απωλεια του λαού των καλικαντζάρων.

 

Πάρα πολύ καλή δουλειά, ευχαριστώ για την ιστορία σου και καλή επιτυχία στον διαγωνισμό

Edited by Elli Sketo
  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Συμπαθητική πρώτη πρόταση και γράψιμο, όχι 100% συνεπές, αλλά στρωτό, που όσο περνούσε, βελτιωνόταν. Η γλώσσα έρεε και γενικά ήταν αυτό που χρειαζόταν η ιστορία. Λίγη επιμέλεια (όπως πάντα δηλαδή) θα βοηθούσε.

Ωραία ιστορία που στο τέλος βαραίνει λίγο, καθώς δεν έχει στην πράξη πρωταγωνιστή (εκτός κι αν ήταν ο μαντρατέτοιος, το ίδιο το δέντρο δεν το λες πρωταγωνιστή, εφόσον δεν δρα).

Θα ήθελα τουλάχιστον να δω κάτι νέο στον γνώριμο μύθο. Το κλείσιμο του ματιού στο τέλος ταιριαστό.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλησπέρα, Νίκο!

Spoiler

 

Οφείλω πρώτα απ' όλα να σου πω ένα μεγάλο μπράβο για την εντυπωσιακή σου πρόοδο από τον προηγούμενο διαγωνισμό μέχρι αυτόν εδώ. Νομίζω ότι η διαφορά είναι πασιφανής, οπότε συνέχισε να ακούς τα σχόλια που σου γίνονται, να τα εφαρμόζεις και, φυσικά, να γράφεις. Συμφωνώ απόλυτα με τον Γιάννη ότι πρόκειται για το καλύτερό σου κείμενο που έχουμε δει στο sff. 

Ωστόσο, μου φαίνεται πως η εναλλαγή από πρωτοπρόσωπη σε τριτοπρόσωπη και στέρησε από το διήγημα και τεχνικά ήταν λάθος. Εγώ θα προτιμούσα να έμενες συνεπής στην πρωτοπρόσωπη του δέντρου, που θα σου έδινε και τη δυνατότητα να χτίσεις κάτι σαν χαρακτήρα (με) τον οποίο ο αναγνώστης θα μπορούσε να ταυτιστεί ή/και να συμπονέσει. Ένα διήγημα χωρίς χαρακτήρες παίζει μπάλα χωρίς τους καλύτερούς του παίκτες, αυτό σκέψου μόνο. Ό,τι είδος κι αν διαβάζουμε, εμείς οι αναγνώστες, είτε αυτό λέγεται φανταστικό είτε λέγεται τρόμος είτε λέγεται επιστημονική φαντασία, μας ελκύουν οι ιστορίες για ανθρώπους. Δεν έχει σημασία αν οι πρωταγωνιστές σου είναι δέντρα και καλικάντζαροι, εσύ πάλι για ανθρώπους θα μας μιλήσεις κατά βάθος. Αν δεν μου μιλήσεις για κάποιον ή κάποιους που θα με νοιάξουν και θα με κάνουν να ενδιαφερθώ για την τύχη τους, πολύ δύσκολα θα με κερδίσεις - τόσο απλά. Οι κοσμοπλασίες, όσο ωραίες κι αν είναι, δεν είναι ο λόγος για τον οποίο διαβάζουμε ιστορίες. 

Από εκεί και έπειτα, η πορεία του διηγήματος είναι προδιαγεγραμμένη και, παρότι δεν με χάλασε αυτό, έχω την εντύπωση πως δεν χρειαζόταν να είναι και ΤΟΣΟ προδιαγεγραμμένη. Κατά τη δική μου ταπεινή άποψη, η ορμήνια του Άδη πρέπει να φύγει. Δεν χρειάζεται να ξέρουμε 1.500 λέξεις πριν το πώς ακριβώς θα καταλήξει το διήγημα. Καταλαβαίνω πως η έννοια του αναπόφευκτου είναι σημαντικό κομμάτι της ιστορίας σου, όμως δεν χάνεται με την αφαίρεση του χρησμού - αντιθέτως, γίνεται και κομψότερη και πιο στιβαρή. 

Κάτι ακόμα το οποίο με χάλασε είναι το μπλέξιμο του Άδη μέσα σε έναν ιουδαιοχριστιανικής προέλευσης μύθο. Η κοσμοπλασία που έχεις φτιάξει δεν μου φαίνεται αρκετά στέρεη ώστε να χωρέσει και τα δύο μέσα. Γενικά, το πάντρεμα υπαρκτών μυθολογίων μπορεί να λειτουργήσει υπό συνθήκες και δεν είμαι καθόλου εναντίον του - αντιθέτως, το έχω κάνει κι η ίδια πάρα πολλές φορές - όμως απαιτεί καλό χώνεμα των εκάστοτε στοιχείων που θα χρησιμοποιηθούν, γερό πλαίσιο στο οποίο θα τοποθετητούν και μάλλον περισσότερες από 3.000 λέξεις. 

Μένω παρ' όλα αυτά στη σπουδαία πρόοδο που έχεις κάνει. Συνέχισε έτσι και μόνο καλύτερος θα γίνεσαι διαρκώς. 

 

 

Καλή επιτυχία!

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Γεια σου Νίκο!

Spoiler

Το διήγημά σου, καλογραμμένο, όμορφο, οπωσδήποτε αποτελεί σημαντική βελτίωση από προηγούμενα κείμενά σου. Είσαι μέσα στο θέμα, η γλώσσα που χρησιμοποιείς είναι ποιητική όπου πρέπει χωρίς ωστόσο περιττά στολίσματα και δεν κουράζει. Η ιστορία τώρα. Εντάξει, όταν το θέμα είναι Δέντρο το μυαλό πάει στο δέντρο της ζωής, στους καλικάτζαρους, στους μύθους για τις χριστουγεννιάτικες επιθέσεις τους. Εγώ έφερα στο νου μου, διαβάζοντάς σε, την Αγέλαστη Πολιτεία των Κατσιμιχαίων (όπου ο Μαντρακούκος αποκαλείται Μαντρακούλος). Σε κάποιο σημείο, ενώ ξεκινάς με πρώτο πρόσωπο, το γυρνάς στο τρίτο και τούμπαλιν. Αυτό δεν μου φάνηκε πως το σχεδίαζες, μάλλον σου βγήκε (δεν ήταν από τα δυνατά σημεία της ιστορίας, αλλά ΟΚ.)

Θα ήθελα ίσως κάτι περισσότερο από μία γενική εξιστόρηση της ιστορίας των καλικατζάρων. Θα ήθελα ίσως μια περιπέτειά τους, όχι κάτι τόσο, ας μου επιτραπεί, πληροφοριακό.

Πάντως μπράβο. Γίνεσαι καλός.

Συγχαρητήρια για τη συμμετοχή σου και καλή επιτυχία στον διαγωνισμό!

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Μου θύμισες τη γιαγιά μου τη μακαρίτισσα που μου έλεγε ιστορίες για τα καλικατζάρια που ροκάνιζαν το δένδρο που στηρίζει τη γη και έβγαιναν έξω την παραμονή των Χριστουγέννων και επέστρεφαν την παραμονή των Φώτων με τον πρώτο αγιασμό για να το βρουν πάλι ολόκληρο. Το απόλαυσα το παραμύθι σου και μου άρεσαν και οι λεπτομέρειες της ιστορίας όπως και το όνομα του αρχηγού τους που είναι κλασσικό και δείχνει ότι έκνες και την έρευνά σου. 

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

καλημέρα σας κι ευχαριστώ που με διαβάσετε και με σχολιάσατε. φαίνεται ότι διασκεδάσατε με το κείμενό μου, αυτό φανερώνει η βαθμολογία που συγκέντρωσα, κι αυτό είναι το βασικό για '΄μενα, να περνάτε καλά με το υλικό που δίνω στο φόρουμ. Τη βελτίωση που πολλοί αναφέρατε τη χρωστάω στα δικά σας σχόλια ως ένα βαθμό, αλλά κυρίως προκύπτει από προσωπική δουλειά. θα ήθελα να απαντήσω στα σχόλιά σας, τώρα που τέλειωσε ο διαγωνισμός

@gismofbi απαιτούνται τα αρνητικά σχόλια στις ιστορίες, μη διστάζεις. αρνητικό δε σημαίνει κακοπροαίρετο

@Νίκη τα πλάσματά μου είναι σκοτεινά, όχι κακά. χρησιμοποιώ την ελληνική παράδοση όπου δεν υπάρχουν "καλοί" και "κακοί",  το καλό και το κακό υπάρχουν μέσα στους ήρωες, παλεύουν με αυτά κι αυτά καθορίζουν τις κινήσεις τους.

@Ballerond θίγεις πρώτος το θέμα του πρώτου ή τρίτου προσώπου και δικαίως. στην ιστορία μου δεν πάει ούτε το πρώτο ούτε το τρίτο πρόσωπο! το πρώτο θα έλεγε τι κακοί που είναι οι καλικάντζαροι που με τρώνε: αυτό θα έβγαζε το αντίθετο νόημα από αυτό που ήθελα να δώσω. το δέντρο είναι ένας χαρακτήρας που ξέρει το πεπρωμένο του από την αρχή και γνωρίζει ότι έχει να επιτελέσει κάποιο ρόλο μέσα στο σύμπαν, άρα δεν μπορεί να τα παίρνει όλα προσωπικά. Από την άλλη μεριά, το τρίτο πρόσωπο αποστασιοποιεί τον αναγνώστη από το βασικό χαρακτήρα που είναι το δέντρο και ακυρώνει την ανατροπή στο τέλος. αυτή την αλλαγή από το ένα πρόσωπο στο άλλο τη βρήκα πιο ταιριαστή στο κείμενο, η αλήθεια είναι ότι κάπου την έχω διαβάσει και δε θυμάμαι που, δε θα ισχυριστώ ότι είναι δικό μου εφεύρημα. Το λάθος στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι δεν ξεκαθαρίζω αν η αφήγηση είναι ενός θεού παντογνώστη ή του προσώπου που αφηγείται. Πάνω στον ενθουσιασμό μου να φτιάξω την ιστορία μου διέφυγε, με αποτέλεσμα να βγει λάθος που βγάζει μάτι (αρκεί αυτό το μάτι να είναι έμπειρο). Προσωπικά, ακόμα και τώρα αν μου έλεγες να το ξαναγράψω, δεν ξέρω πως θα το διόρθωνα, είναι λίγο δύσκολο. 

@Dreamer σκοτεινή ιστορία κι εμένα αυτό μου άρεσε!

@Mournblade "κοσμική διάσταση του δέντρου" δεν υπάρχει. Απλά υπάρχουν δύο διαστάσεις, μία πραγματική και μία υπερφυσική. Το ερώτημα είναι αν είναι καλό να μπαίνουν στοιχεία υπερρεαλισμού ή συμβολισμού σε παραμύθι...

@jjohn ανθρώπινο γένος πέρασε και δεν ακούμπησε. Στην πρώτη μου γραφή δεν έγραφα σχεδόν τίποτα για τους ανθρώπους, πολλές παράγραφοι προστέθηκαν για να αποφύγω αυτό το σχόλιο! 

@Cassandra Gotha βερβελούδες θηλυκό του καλικάντζαρου. Η διατύπωση ότι ένιωθες να μη σε αφορά η ιστορία μου άρεσε πολύ. πολύ συχνά επικεντρωνόμαστε στην τεχνική και ξεχνάμε να πούμε το βασικό, που δεν είναι άλλο από το ποια συναισθήματα προκάλεσε αυτό που διαβάζουμε. Για εμένα αυτό είναι το βασικό στην τέχνη, όλα τα άλλα διορθώνονται. 

@Elli Sketo για άλλη μια φορά σχόλια που βοηθούν πολύ. Το μόνο που με μπέρδεψε είναι το setup που αναφέρεις. Μεταχειρίστηκα γνωστό μύθο και θεώρησα ότι δεν πρέπει να αναλωθώ σε αυτό. Ίσως να σου δοθεί η ευκαιρία κάποια στιγμή να μου το εξηγήσεις καλύτερα

@Solonor ιστορία χωρίς πρωταγωνιστή. υπάρχουν και τέτοιες ιστορίες. Έχασα πολλά από αυτό, το είδα και στον εαυτό μου που όταν ψήφιζα ανάμεσα στις δύο αγαπημένες μου ιστορίες διάλεξα εκείνη που είχε πιο ξεκάθαρους χαρακτήρες...

@elgalla οι καλικάντζαροι δεν είναι μύθος ιουδαιοχριστιανικός. από την έρευνά μου προκύπτει ότι είναι η μετεξέλιξη των σάτυρων και των ακόλουθων του Πάνα. Ήθελα να δείξω μια συνέχεια στις λαϊκές παραδόσεις του τόπου που κρατούν από την αρχαία εποχή

@WILLIAM περισσότερο από όλα χάρηκα που σου θύμισα τη γιαγιά...

 

 

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..