Jump to content
elgalla

Τα Αγκαθένια Μήλα

Mesmer

Νικήτρια ιστορία στον 49ο Διαγωνισμό Σύντομης Ιστορίας

Μοιράστηκε την πρώτη θέση με τις ιστορίες:

Message added by Mesmer

Recommended Posts

elgalla

Όνομα: Αταλάντη Ευριπίδου

Είδος: Παραμύθι

Βια: Σωπάτε καλέ.

Σεξ: Έκπληξη! Όχι.

Αριθμός λέξεων: 2.070

Αυτοτελής: Ναι

Σχόλια: Για τον 49ο Διαγωνισμό Φαντασίας

 

Τα Αγκαθένια Μήλα

 

Υπάρχει μια ιστορία που ’χει τις ρίζες της στην παλιά πατρίδα, μια ιστορία που φέραμε μαζί μας όταν μας πέρασαν, αλυσοδεμένους και μέσα σε ξύλινες φυλακές, πάνω απ’ το μεγάλο, αλμυρό νερό. Ακούς, κορίτσι; Την ιστορία αυτή τη λέει η μια γιάτρισσα στην επόμενη και τώρα είναι η ώρα σου να τη μάθεις. Δεν ξέρω τι σημαίνει ούτε γιατί τη λέμε. Μπορεί να μη σημαίνει και τίποτα, μπορεί να είναι πια ένα αδειανό καβούκι μονάχα. Μα θα στην πω και θα την ακούσεις, γιατί έτσι κάνουμε τόσα χρόνια κι έτσι είναι το σωστό.

Ζούσε κάποτε, λένε, ένας φύλαρχος τρανός, που ’χε δικιά του μια όαση ζηλευτή. Είχε πάρει για γυναίκα του την ομορφότερη κόρη των εφτά φυλών, με δέρμα μαύρο και γυαλιστερό όπως τα λέπια της μάμπα και δόντια κατάλευκα σαν ξασπρισμένα οστά. Φόραγε είκοσι χρυσά βραχιόλια σε κάθε χέρι όταν του την έδωσαν οι δικοί της, μα παιδιά δεν μπορούσε να του κάνει παρά την ομορφιά της και τα τόσα της μαλάματα. Προσευχήθηκε, το λοιπόν, ο φύλαρχος στα ουράνια φίδια, και τους έταξε πως, αν του χαρίζανε τον διάδοχο που επιθυμούσε, θα έφτιαχνε τρεις βρύσες που δεν θα σταμάταγαν να τρέχουν. Μια βρύση θα ’τρεχε γάλα καμήλας, η άλλη θα ’τρεχε κρασί κι η τρίτη υδρόμελι.

Το αγόρι το ονόμασαν Καγίν, που στην παλιά γλώσσα θα πει δοξασμένος ο ερχομός του, κι όσο μεγάλωνε τόσο ’μόρφαινε η θωριά του. Πρώτος στο τρέξιμο, πρώτος στο κυνήγι, επιδέξιος με το ακόντιο και θαρραλέος, δεν δείλιαζε μπροστά σε τίποτα. Όλοι είχαν να το λένε πως θα γινόταν άξιος φύλαρχος μια μέρα – τη μέρα που θα σκότωνε τον πατέρα του στη μάχη και θα του ’παιρνε τα δόντια για να τα κρεμάσει γύρω απ’ τον λαιμό του. Παρά τη ρώμη και τη γενναιότητά του, όμως, ο Καγίν ήταν σκληρόκαρδος και ασεβής. Πολλοί τον θαύμαζαν, μα λίγοι τον αγαπούσαν.

Μια μέρα, καθόταν ο Καγίν έξω απ’ την τάτα-σόμπα του και βαριεστημένος έπαιζε μ’  ένα μαχαίρι που του ’χαν χαρίσει για τα δέκατα πέμπτα γενέθλιά του. Γερμένος, όπως ήταν, στον πλίνθινο τοίχο, είδε τη μπάμπω-Ενιτάν να πλησιάζει τη βρύση σέρνοντας τα βήματά της. Κρατούσε ένα κιούπι η γερόντισσα κι έπιασε να το γεμίσει γάλα καμήλας. Επειδής όμως είχαν περάσει τα χρόνια κι ο φύλαρχος είχε ξεχάσει το τάμα του, οι βρύσες δεν έτρεχαν πια, μονάχα έσταζαν πού και πού.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες περίμενε η γριά δίπλα στη βρύση και, στο αναμεταξύ, ο Καγίν βαρέθηκε να τη βλέπει μπρος του κι όλο έκανε παράπονα στη μάνα του για να τη διώξει. Η μάνα του, που ήταν γυναίκα σεβαστική, τον μάλωσε και τον ορμήνεψε να αφήσει τη μπάμπω-Ενιτάν στην ησυχία της, γιατί ήταν η μάγισσα της φυλής και τη φοβόταν. Ο Καγίν, όμως, που δεν πίστευε στα μάγια και που τον ενοχλούσαν τ’ άσπρα μαλλιά και τα μαραμένα στήθια της γυναίκας, δεν την άκουσε. Το ξημέρωμα της τέταρτης μέρας, μόλις που το κιούπι είχε προφτάσει να γεμίσει ως πάνω, του τράβηξε μια κλωτσιά και το ’σπασε.

Η μπάμπω-Ενιτάν τον κοίταξε με τα θολά της μάτια.

«Τι σου ’φταιξα, γιε μου, και μου ’καμες τέτοιο κακό; Είχα ορεχτεί, η καψερή, γάλα καμήλας και τώρα πρέπει να περιμένω άλλα τρία μερόνυχτα; Την κατάρα της Τιτιλάγιο να ’χεις. Παντού να τη ζητάς και να μην τη βρίσκεις, κι άμα τη βρεις να μη σε θέλει. Αυτή είναι η πληρωμή για το κρίμα σου».

Ξέρεις τι πάει να πει τιτιλάγιο, κορίτσι; Όχι; Αγκαθένιο μήλο σημαίνει, είναι ο καρπός που τρώνε οι σοφοί κι οι γιάτρισσες για να μιλήσουν με τους θεούς, να ανοίξουν τις πόρτες στα λόα και να ταξιδέψουν στα όνειρα για να αναζητήσουν τις αλήθειες του κόσμου. Ούτε ο Καγίν ήξερε. Ρώτησε από ’δω, ρώτησε από ’κει, μα όλοι παριστάναν τους ανήξερους γιατί είχαν ακούσει τι είχε κάνει στη γριά μάγισσα και δεν τόλμαγαν να προκαλέσουν την οργή της.

Ο νεαρός έπαψε να κοιμάται και να τρώει, στοιχειωμένος απ’ την κατάρα της μπάμπως. Κάποτε, ένας απ’ τους σοφούς της φυλής τον λυπήθηκε έτσι που τον είδε μαραζωμένο κι αδύνατο, και του ’πε το μυστικό.

«Να πας να τη γυρέψεις μες στην έρημο, εκεί όπου δεν φυτρώνει τίποτε άλλο» του είπε. «Αν ειν’ το βήμα σου ελαφρύ κι η καρδιά σου στη θέση της, ο δρόμος θα σε βγάλει σ’ ένα καλύβι. Απ’ έξω θα βρεις μια γυναίκα να πανίζει τον φούρνο με τα βυζιά της. Να της πεις ώρα καλή, κυρά και να πιάσεις να καθαρίσεις τον φούρνο με το ρούχο σου».

Παραξενεμένος, μα με τις ελπίδες του αναπτερωμένες, ο Καγίν κίνησε για την έρημο μ’ ένα καινούριο ακόντιο κι ένα δισάκι στην πλάτη. Ούτε που ήξερε να πει τι τον παίδευε τόσο και γιατί η κατάρα της Ενιτάν δεν άφηνε στιγμή το νου του. Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν θα ησύχαζε άμα δεν έβρισκε την Τιτιλάγιο, το δέντρο με τα αγκαθένια μήλα.

Ο σοφός είχε δίκιο, ο δρόμος πράγματι τον έβγαλε σ’ ένα καλύβι. Απ’ έξω ήταν μια γυμνή γυναίκα και προσπαθούσε να πανίσει τον φούρνο με τα βυζιά της, αλλά μάταια.

«Ώρα καλή, κυρά» είπε ο Καγίν.

«Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα, που είχε δέρμα φιδίσιο και κάτι δόντια μυτερά που στάζαν δηλητήριο. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα».

Ο νεαρός δεν μίλησε. Μονάχα έκοψε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του κι έπιασε να καθαρίσει τον φούρνο. Όταν τέλειωσε κι έκατσε να ξαποστάσει, η λάμια του ’δωσε νερό κρύο απ’ το πηγάδι της κι έψησε ψωμί να τον φιλέψει.

«Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε.

«Πες μου πού να βρω την Τιτιλάγιο» αποκρίθηκε ο Καγίν.

Εκείνη θορυβήθηκε κι έβγαλε έναν ήχο σα σύριγμα.

«Τι ψάχνεις, παλικάρι μου, τα αγκαθένια μήλα; Καταραμένα είναι, καταραμένος κι όποιος τα κόβει και τα τρώει. Σου χρωστάω, όμως. Γι’ αυτό πάρε τούτον τον αυλό και πήγαινέ τον στην αδερφή μου που ζει λίγο πιο πέρα από δω. Θα τη βρεις έξω απ’ το καλύβι της, να χτενίζεται. Να της πεις ώρα καλή και να πιάσεις να παίζεις τον αυλό».

Ο Καγίν άρχισε και πάλι να βαδίζει στην έρημο. Περπάτησε για μέρες, μέχρι που έφτασε σ’ ένα δεύτερο καλύβι, όπου ζούσε η αδερφή της λάμιας. Τη βρήκε απ’ έξω να χτενίζεται, μα τα μαλλιά της ήταν φίδια κι όλο της δάγκωναν τα χέρια.

«Ώρα καλή, κυρά» είπε πλησιάζοντας.

«Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα».

Εκείνος δεν είπε τίποτα, μόνο έβγαλε τον αυλό κι άρχισε να παίζει. Σιγά σιγά τα φίδια ηρέμησαν κι αποκοιμήθηκαν. Η λάμια κατάφερε να τα χτενίσει και να τ’ αρμέξει. Τον κέρασε φιδίσιο γάλα σε πήλινη κούπα.

«Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε.

«Την Τιτιλάγιο ψάχνω, κυρά» αποκρίθηκε ο Καγίν. «Η αδερφή σου μου ’πε ότι ξέρεις πού θα τη βρω».

Εκείνη κούνησε το κεφάλι της.

«Εγώ δεν ξέρω, παλικάρι μου, ξέρει όμως η άλλη μου αδερφή. Πάρε τούτον τον καθρέφτη και πήγαινέ της τον. Θα τη βρεις έξω απ’ το καλύβι της, να φκιασιδώνεται. Να της πεις ώρα καλή και να της δώσεις το δώρο μου».

Ξεκούραστος πια, ο Καγίν άρχισε πάλι να περπατάει. Πήγαινε και πήγαινε, ώσπου βρέθηκε στο καλύβι της τρίτης αδερφής. Εκεί απ’ έξω ήταν μια λάμια, πιο άσκημη απ’ τις άλλες δύο, που είχε φορέσει πέπλα και βραχιόλια χρυσά και γυρνούσε γύρω-γύρω προσπαθώντας να κοιταχτεί και να θαυμάσει τα μούτρα της, μα δεν μπορούσε.

«Ώρα καλή, κυρά» είπε ο Καγίν.

«Καλώς το παιδί μου» απάντησε η γυναίκα. «Αν δεν μου ’λεγες ώρα καλή, θα σ’ έτρωγα».

Το παλικάρι δεν έβγαλε μιλιά, μόνο κράτησε τον καθρέφτη μπροστά στη λάμια, που θαμπώθηκε απ’ την όψη του εαυτού της κι έμεινε να κοιτάει για λίγο.

«Για το καλό που μου ’καμες τι θέλεις να σου κάμω;» τον ρώτησε τελικά.

«Η αδερφή σου με στέλνει, κυρά. Ζητώ την Τιτιλάγιο».

Η λάμια μπήκε στο καλύβι κι επέστρεψε με τέσσερα πουλιά ψημένα, τυλιγμένα σε φύλλα.

«Συνέχισε να πηγαίνεις προς τον ήλιο. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες θα βαδίσεις, μέχρι που θα δεις από μακριά ένα δέντρο με αγκαθένια μήλα. Το φυλάνε δυο λιοντάρια. Να τους πετάξεις τα δυο πουλιά και να ανέβεις όσο θα τρώνε. Το δέντρο θα ’χει τρεις καρπούς, μα μην πας να τους κόψεις με γυμνά χέρια γιατί τα αγκάθια έχουν δηλητήριο. Να περιμένεις να νυχτώσει κι έπειτα να πετάξεις στα λιοντάρια τ’ άλλα δυο πουλιά και να φύγεις τρέχοντας, προτού αποσώσουν το φαγοπότι. Τους καρπούς να τους ανοίξεις μόνο άμα θα βρεθείς κοντά σε νερό. Κατάλαβες;»

Κι ο Καγίν έγνεψε  κι ακολούθησε τις ορμήνιες της λάμιας κατά γράμμα. Ξέρεις γιατί θέλουν νερό τα τιτιλάγιο, κορίτσι; Πού να ξέρεις, σ’ αυτή τη γη το δέντρο δεν φυτρώνει, μονάχα πίσω, στην παλιά πατρίδα. Δεν βαριέσαι. Το τρεχούμενο νερό ξεριζώνει τα αγκάθια και μετά μπορείς να καθαρίσεις τα φρούτα χωρίς φόβο για το δηλητήριο.

Όλα πήγαν όπως του τα ’χε πει η κυρά και, με τους τρεις καρπούς στο δισάκι του και την καρδιά ελαφριά απ’ την κατάρα της μάγισσας, ο Καγίν πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Κάποια στιγμή, μέσα στην έρημο, βρήκε μια λακουβίτσα με νερό και, γεμάτος περιέργεια, έβγαλε το ένα απ’ τα αγκαθένια μήλα και το έσκισε με το μαχαίρι του. Πετάχτηκε από μέσα μια κόρη πεντάμορφη, καμωμένη από ξύλο στεγνό και ρετσίνι.

«Νερό! Νερό!» φώναξε, μα το νερό της λακουβίτσας δεν έφτασε κι έπεσε κάτω ξερή.

Ο Καγίν την έθαψε και την έκλαψε κι ορκίστηκε να μην ανοίξει άλλον καρπό αν δεν έβρισκε περισσότερο νερό. Συνέχισε τον δρόμο του, μέχρι που κάποτε έφτασε σε μια γούρνα. Αναθάρρεψε, τότε, κι έπιασε να ανοίξει τον δεύτερο καρπό. Πετάχτηκε από μέσα μια κόρη ομορφότερη απ’ την πρώτη, καμωμένη από χλωρό κλαρί και φύλλα.

«Νερό! Νερό!» φώναξε, μα το νερό της γούρνας δεν ήταν αρκετό και πέθανε.

Ο νεαρός υποσχέθηκε στον εαυτό του πως τον τρίτο καρπό θα τον άνοιγε μονάχα όταν θα έφτανε πίσω, στην όαση του πατέρα του, όπου υπήρχε μια μεγάλη λίμνη. Έτσι κι έκαμε. Χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, πήγε μεμιάς στη λίμνη κι άνοιξε το τρίτο μήλο. Η κόρη που βγήκε από μέσα ήταν ομορφότερη απ’ όλες τις προηγούμενες, καμωμένη από μαλακό μίσχο και λουλούδια. Ο Καγίν ευθύς ερωτοχτυπήθηκε.

«Κάτσε εδώ στον ίσκιο, να φέρω τη μάνα και τον πατέρα μου να σε γνωρίσουν» της είπε. «Θα πάρουν μεγάλη χαρά σαν θα τους πω ότι παντρεύομαι».

«Κι αν δεν γυρίσεις;» ρώτησε η Τιτιλάγιο – γιατί έτσι λέγαν και το κορίτσι, Τιτιλάγιο όπως τον καρπό, όπως το δέντρο. «Τι θα κάνω τότε εγώ, που μ’ έκλεψες απ’ τον τόπο μου και σκότωσες τις αδερφές μου και μ’ έφερες εδώ για να με κάνεις δικιά σου, λες και είμαι το ρούχο στο κορμί σου ή το ακόντιο που κουβαλάς; Σου ανήκουν οι πέτρες ή τα νερά ή ο ήλιος; Πώς, τότε, ζητάς να σου ανήκω εγώ;»

Κι ο Καγίν δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. Μόνο την ομορφιά της Τιτιλάγιο έβλεπε και τα παιδιά που θα του έκανε και τη ζήλεια των άλλων φυλάρχων σαν θα την αντίκριζαν. Ούτε που θυμόταν πια την κατάρα.

«Μα σ’ έσωσα» της είπε σαστισμένος. «Ήσουν κλεισμένη μες στο δέντρο και σε φύλαγαν λιοντάρια, εγώ σε γλίτωσα και σ’ αγάπησα με το που σε είδα».

«Δώσε μου, τότε, ένα φιλί, να σε θυμάμαι και να σε ποθυμώ όσο θα περιμένω να γυρίσεις» αποκρίθηκε η Τιτιλάγιο.

Το παλικάρι χάρηκε, γιατί πίστεψε πως η κοπέλα είχε βρει τα λογικά της και θα φερόταν σαν σωστή γυναίκα μπροστά στους γονείς του. Τη φίλησε κι αμέσως έπεσε νεκρός. Μπορεί τα δηλητηριώδη αγκάθια να είχαν φύγει με το νερό, μα η Τιτιλάγιο δεν χρειαζόταν αγκάθια για να σκοτώσει, το φαρμάκι ήταν στο δέρμα και στα χείλια και στα μαλλιά της∙ η ανάσα της η ίδια ήταν φαρμακερή κι η ομορφιά της τρεις φορές χειρότερη.

Αυτή είναι η ιστορία, κορίτσι. Τώρα την ξέρεις. Υποθέτω πως τη λέμε για να θυμόμαστε ή για να παρηγοριόμαστε, δεν έχω ιδέα. Για να θυμόμαστε ότι κανείς δεν είναι κανενός, ότι μπορεί οι λευκοί αφέντες να έχουν όπλα, μα και δεν σκοτώνουν μόνο τα όπλα, σκοτώνουν και τα χέρια. Και για να παρηγοριόμαστε ότι μια μέρα θα τους δηλητηριάσουμε και θα πέσουν όλοι τους ξεροί και θα ’μαστε πάλι λεύτεροι. Τι να σου πω, τόσα ξέρω κι εγώ, τόσα λέω. Εσύ αυτό να κρατήσεις, κορίτσι: μονάχα του εαυτού σου είσαι, κανενός άλλου. Κι αν φας καμτσικιές, να μην το λησμονήσεις. Κι αν σου περάσουνε χαλκάδες, να μην τους αφήσεις να σε βαρύνουν. Μονάχα του εαυτού σου. Ούτε οι θεοί δεν είναι αφεντάδες ανθρώπων, πόσο μάλλον οι άλλοι άνθρωποι. Ακούς, κορίτσι; Ούτε οι θεοί.

  • Like 8
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Μ αρεσει τοσο πολυ να διαβαζω και να γραφω παραμυθια αλλα θαυμαζω τους ανθρώπους που μπορουν και τα γραφουν με παραμυθενια γλωσσα, κατι που ακομα δεν καταφερα να κανω. Περασα υπεροχα με το παραμυθι σου οπως και με τις περισσότερες ιστορίες σου και χαιρομαι που πεισμωσες και την εγραψες εστω βιαστικά τελευταία στιγμη. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί άλλη μια ιστορια απο τις χιλιες και μια νυχτες. Το μονο που λιγο με χαλασε ηταν το γρηγορο τελος. Ο Καγιν περασε τοσα και τοσα για βρει την Τιτιλαγιο και οταν τη βρηκε μεσα σε τρεις σειρες τελειωσε. Ηθελα να δω τι ειναι αυτη η Τιτιλαγιο, ποιες οι ικανοτητες της, τι ακριβώς κανει και γιατι ειναι καταραμένη. Δεν με χαλασε μιας και υπηρχε σκοπιμοτητα στην πραξη της οπως και το αναλογο διδαγμα απλα μια παραγραφουλα ακομα θα με χορταινε εντελως. Μπραβο και καλη επιτυχία!

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Αταλάντη, 

έχω διαβάσει πολλά κείμενά σου και η αλήθεια είναι ότι όλα μου αρέσουν. Νιώθω υπεύθυνος που σε προκάλεσα να γράψεις και με αυτή τη συμμετοχή σου δεν το μετανιώνω! Γιατί το κείμενο αυτό δεν αποτελεί εξαίρεση. Θα προσπεράσω τις ελλείψεις του, φαίνεται ότι είναι γραμμένο στο πόδι, και θα επικεντρωθώ στην ίδια την υπόθεση. 

εδώ έχουμε ένα παραμύθι που έχει όλα τα στοιχεία που πρέπει να έχει ένα παραμύθι. έχει περιπέτεια, γρήγορη πλοκή, χαρακτήρες που επαναλαμβάνονται (3 λάμιες, 3 αδελφές), έχει δίδαγμα στο τέλος. μου αρέσει που δεν μας ξεκαθαρίζεις το ποιος το αφηγείται, μου αρέσει το τέλος που είναι τραχύ και απότομο. 

τι με προβλημάτισε; δεν κατάλαβα ποια είναι η κατάρα. "να ζητά και να μη βρίσκει", εννοείς σύζυγο; δεν το ξεκαθαρίζεις αυτό. επίσης, το δέντρο, που είναι το κεντρικό θέμα του διαγωνισμού, υπάρχει, αλλά δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. 

καλή επιτυχία! 

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Πάρα πολύ ωραία ιστορία, όπως πάντα! Το μόνο που έχω να σχολιάσω είναι ότι δεν κατάλαβα τι σχέση έχει η κατάρα με τα υπόλοιπα που συμβαίνουν, δηλαδή με το κορίτσι και με το ηθικό δίδαγμα. Τι θα πει "να τη ζητά και να μην τη βρίσκει;"

Spoiler

Πολύ απότομο και άσχετο με τα προηγούμενα το δίδαγμα. Αν είχε μια ακόμη παραγραφούλα, να αναπενεύσει και να έρθει πιο ομαλά.

Τέλος, η ιστοριούλα δεν έχει ουσιώδη σχέση με δέντρο, νομίζω.

Ευχαριστούμε, Αταλάντη που συμμετείχες!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Spark
  • «...το φαρμάκι ήταν στο δέρμα και στα χείλια και στα μαλλιά της∙ η ανάσα της η ίδια ήταν φαρμακερή κι η ομορφιά της τρεις φορές χειρότερη». Αυτό το σημείο με μπέρδεψε λίγο έτσι όπως το διαβάζω καταλαβαίνω ότι η Τιτιλάγιο είναι αποκρουστική στην όψη (πολύ άσχημη) ενώ λίγο πιο πάνω αναφέρει ότι ήταν όμορφη. Εκτός και αν ξεγέλασε τον Καγίν παίρνοντας αρχικά όμορφη όψη και μετά το φιλί της εμφανίστηκε το πραγματικό άσχημο πρόσωπο της.
  • Φιδίσιο γάλα, υδρόμελι, αγκαθένια μήλα ήταν μία πανδαισία όμορφα επινοημένων λέξεων. 
  • Μου άρεσε ο τίτλος του διηγήματος.

Ωραία ιστορία σκοτεινής -θα έλεγα- φαντασίας.

Βαθμολογία: 
 

Υ.Γ: Τα 5 αστέρια είναι η μέγιστη βαθμολογία. Πάρα πολύ σπάνια χρησιμοποιώ και τα 5 αστέρια οπότε θα έλεγα ότι κατά κάποιον τρόπο τα 4 ισοδυναμούν με 5.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Καλησπέρα Αταλάντη! :)

Ιστορία της τελευταίας στιγμής κι αν ήταν, εμένα μου άρεσε πάρα πολύ. Ουσιαστικά δεν έχω κάτι αρνητικό να της προσάψω. Άντε ίσως να ήταν λίγο μεγαλύτερη ή να ήταν διανθισμένη με λίγες παραπάνω λεπτομέρειες, αλλά σιγά. Πέτυχε μια χαρά τον σκοπό της. Και γενικά, απέπνεε αυτό το ωραίο dark fantasy / fairytale που νομίζω σου ταιριάζει πολύ. Έλα, πες: πώς στο καλό την σκαρφίστηκες;

Υγ: ωραίο setting btw! 

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Αταλάντη, καλησπέρα.

 

Τίτλος:

Spoiler

Απλός, ξεκάθαρο μήνυμα για το διήγημά σου, εστιάζεις στα αγκαθωτά μήλα κι όχι στον Καγίν ή την κατάρα του. Φαντάζομαι αυτό έπρεπε μιας και το δίδαγμα του αφηγητή είναι που μετράει.

 

Χαρακτήρες:

Spoiler

Όπως σε αντίστοιχες παραμυθο-ιστορίες, έτσι κι εδώ κυριαρχεί η απλότητα κι η αμεσότητα. Με έπεισε ο Καγίν, οι τρεις λάμιες, η ΤΙτιλάγιο, δεν χρειαζόμασταν φιοριτούρες ούτε εντυπωσιακές εισόδους. Σε κάποια στιγμή ένιωσα ότι δεν ήξερες ακριβώς σε ποιον ήθελες να εστιάσεις, έδωσες λίγο παραπάνω χώρο στον Καγίν ενώ ίσως ήθελες να δείξεις παραπάνω Τιτιλάγιο; Μπορεί. Πάντως έμεινα ικανοποιημένος και εξυπηρέτησαν μια χαρά τον σκοπό τους.

 

Πλοκή, ιδέα, ροή:

Spoiler

Εδώ καταφέρνεις και μαγεύεις, όπως συνήθως, ανεξάρτητα από τον χρόνο που σου πήρε να γράψεις την ιστορία (δε θέλω να σταθώ σε αυτό καθώς θεωρώ ότι λανθασμένα αποτελεί κριτήριο για την ιστορία). Χρησιμοποιείς τις γνωστές τριάδες που βλέπουμε σε τέτοιες ιστορίες, μάλιστα αποδίδοντας κάθε φορά διαφορετικό μήνυμα (οι τρεις γριές σαν δοκιμασία του Καγίν και μήνυμα προς την βοήθεια και την αλληλοεκτίμηση, οι τρεις λίμνες επιβεβαιώνουν την ματαιοδοξία και τον παρορμητισμό του, οι τρεις βρύσες που στράγγιξαν δείγμα της αμέλειας του πατέρα του).
Προς το τέλος λίγο φαίνεται να βιάστηκες και φαντάζομαι γιατί ένιωσες ότι η ιστορία τραβούσε κάπως παραπάνω (σαν να ήσουν εσύ η αφηγήτρια και νόμιζες ότι το κοριτσάκι - που τη λες την ιστορία - αρχίζει και νυστάζει). Η ροή είναι ομαλή, στρωτή, δεν κουράζει και δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει.

 

Γραφή, τεχνική

Spoiler

Άσε μας καημένη που θες και σχόλιο για τη γραφή σου. Ουστ!

 

Πολύ όμορφη ιστορία, φαίνεται το γρήγορο φτιασίδωμα σε μερικά σημεία, το απότομο κλείσιμο σε κάποια άλλα, χωρίς όμως να χάνει την αξία της. 
Καλή επιτυχία ?

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
jjohn

Καλημέρα Αταλάντη,

Ουάου!  Αυτό είναι ένα πολύ ωραίο παραμύθι που είναι σαντουϊτσαρισμένο σε δύο αχρειάστα κατ'εμέ κομμάτια.  Ειδικά η τελευταία παράγραφος είναι τόσο in your face που αν  όλο το προηγούμενο δεν ήτανε τόσο καλό  μάλλον θα με άφηνε με άσχημη επίγευση. Όμως όπως είπα  συνολικά άρτιο άποτελεσμα και μπράβο που έγραψες  κάτι τόσο καλό σε τόσο μικρό διάστημα.

Αυτά!

Καλή επιτυχία!

Edited by jjohn
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Ωραία γραφή, ταιριαστή και συνεπής με το περιεχόμενο. Με εντυπωσιάζει η πρόζα, γιατί στην πράξη, αν είδα κάπου βιασύνη ήταν σε μερικά απότομα σημεία στην αρχή (βασικά σε ένα; που κι αυτό μπορεί να προκύψει μετά από δέκα διορθώσεις), λες και το είχες έτοιμο στο μυαλό σου. Νομίζω πως αν δεν ήξερα πώς το είχες γράψει, θα πίστευα πως το έχεις διορθώσει κανονικά. 

Μου άρεσε η λέξη πάνισε και η φάση με τα βυζιά, όπως και ο ρυθμός, η ταχύτητα και το tell, ταίριαζαν στο παραμύθι και δεν σπαταλούσες και χρόνο με περιττές περιγραφές.

Το δίδαγμα τώρα μου φάνηκε πως βγήκε λίγο εκβιαστικά στο τέλος και πως δεν προοικονομούνταν από όλο το διήγημα. Αν έδεναν όλα τα περιστατικά και η συμπεριφορά του τύπου σε αυτό, θα κέρδιζε νομίζω η ιστορία.

Ωραίο παραμυθάκι πάντως, διαφορετικό απ’ ό,τι δικό σου έχω διαβάσει. Φαίνεται πως το 'χεις κι αυτό το είδος, εύγε!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Είναι ένα μωσαϊκό παραδοσιακών παραμυθιών; Έτσι μου φάνηκε, σαν να έχουν μαζευτεί άνθρωποι από διάφορες κουλτούρες και να βάζουν από ένα κομματάκι. Ωραίο το αποτέλεσμα, (μήπως και όλα τα παραμύθια του κόσμου δεν είναι πάντρεμα διαφόρων άλλων; ) αλλά λίγο με ξένισε το τόσο ελληνικό χρώμα στη γλώσσα της αφηγήτριας, ενώ έχουμε να κάνουμε (;) και μ' άλλες παραδόσεις. Μπορεί να λέω και βλακείες. Κάτι δεν μου καθόταν καλά, και δεν ξέρω τι ακριβώς (και αυτός είναι ο λόγος που δεν γράφω πάντα σχόλια :mellow: ).

Νομίζω ότι αν ήταν στο τρίτο πρόσωπο και έλειπε η αφηγήτρια που το λέει στο κορίτσι, ότι θα μου άρεσε πιο πολύ. Επίσης, αν τέλειωνε απότομα, χωρίς τα συμπεράσματα της αφηγήτριας, θα μου άρεσε πιο πολύ.

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Μου άρεσε η ιστορία, στο πνεύμα ενός παραμυθιού από την παράδοσή τους που θα έφερναν μαζί τους στην Αμερική οι μαύροι σκλάβοι, μια αίσθηση που ενισχύει και το τελικό συμπέρασμα της αφηγήτριας. Εγώ δεν την βρήκα γραμμένη στο πόδι, κάθε άλλο. Το μόνο που με ξένισε ήταν η έκφραση ότι θα προσπαθούσε να πανίζει το φούρνο με τα βυζιά της (έχω κάνει φούρναρης και μου φάνηκε τελείως αλλόκοτο σαν προσπάθεια) κατά τα άλλα ήταν ωραία ιστορία.

Προσωπική ερώτηση, κρατάς από την Κρήτη; Εκεί το χρησιμοποιούν αυτό το ρήμα, πανίζω, για το καθάρισμα του φούρνου.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Γεια σου Αταλάντη!

Spoiler

Η Αγέννητη Γυναίκα! Η Αγέννητη Γυναίκα! Τέσπα, μου το έλεγε η μάνα μου το παραμύθι αυτό. Βασικά μου τη θύμισες και το χάρηκα. Υποθέτω υπάρχουν πολλές εκδοχές του συγκεκριμένου παραμυθιού. Λοιπόν, ο λόγος που δείχνει ότι τελειώνει κάπως απότομα είναι ότι το παραμύθι δεν τελειώνει έτσι, στην πραγματικότητα. Έχει μια τριάδα λάμιες ακόμη από όσο θυμάμαι να ταλαιπωρούν την ηρωίδα (που βγήκε από το πορτοκάλι σε κάποιες εκδοχές, από το χρυσό μήλο σε κάποιες άλλες). Θεωρώ όμως ότι το ταίριαξες όμορφα σε ένα αφρικανικό πλαίσιο, αλλά το δέντρο πράγματι, η χρήση του δηλαδή, είναι κάπως διεκπεραιωτική. Όλα αυτά βεβαίως δικαιολογούνται καθώς δεν είχες χρόνο. Καλογραμμένο, σε κάθε περίπτωση. Λίγο βιαστικό, λίγο "λίγο" για σένα. Αλλά πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα.

Ευχαριστούμε για τη συμμετοχή και καλή επιτυχία στον διαγωνισμό!

Edited by Ιρμάντα
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Καλημέρα σε όλους, είπα να τα γράψω λίγο γρήγορα πριν φύγω για δουλειά, γιατί όταν γυρίσω δεν θα προλάβω. Αρχικά ευχαριστώ που διαβάσατε και σχολιάσατε - και λίγο ακόμη για την καλή βαθμολογία που, ειλικρινά, δεν περίμενα.

Αυτό το παραμύθι, που η Ιρμάντα το ξέρει ως "Η Αγέννητη Γυναίκα", εγώ το ξέρω ως "Η Τρισεύγενη ή Τα Τρία Κίτρα" κι είναι το πιο αγαπημένο μου παραμύθι στον κόσμο όλο. Καιρό ήθελα να κάνω κάτι μαζί του και μου ήρθε η ιδέα ότι τοποθετημένο σε ένα αφρικανικό setting θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον. Το κανονικό παραμύθι έχει άλλο τόσο, ο πρίγκηπας πάει να φέρει τους γονείς του και στο μεταξύ η Τρισεύγενη μεταμορφώνεται σε πουλί από μια μάγισσα, η οποία παίρνει τη θέση της και ακολουθεί τον πρίγκηπα στο παλάτι, αργότερα ο πρίγκηπας σκοτώνει την Τρισεύγενη χωρίς να το ξέρει, εκείνη ανασταίνεται μέσα από ένα δέντρο πάλι κτλ κτλ. Γενικά, ευχάριστα πράγματα, δεν είναι να απορεί κανείς που το αγαπώ.

Τα κίτρα τα έκανα αγκαθένια μήλα γιατί έτσι λένε το φυτό datura, που είναι δηλητηριώδες και πανίσχυρο παραισθησιογόνο, που το χρησιμοποιούσαν πολύ οι σαμάνοι για να βλέπουν οράματα, να ταξιδεύουν σε άλλους κόσμους κτλ. Και διάβαζα κάπου ότι, πρώτον, στην αρχαία Ελλάδα όλα τα φρούτα τα έλεγαν μήλα (τα κίτρα, ας πούμε, λέγονται μηδικά μήλα) και ότι συχνά επίσης το "μήλο" ήταν ευφημισμός/συμβολισμός για τα παραισθησιογόνα, γι' αυτό και το μήλο συμβολίζει τη γνώση σε πολλές θρησκείες και παραδόσεις.

Τις δράκαινες του παραμυθιού τις έκανα λάμιες και φιδόμορφες (γιατί οι δράκαινες των ελληνικών παραμυθιών δεν είναι καθόλου δράκαινες, αντιστοιχούν πιο πολύ στις γριές μάγισσες, τις hags των δυτικοευρωπαίων) λόγω του Αφρικανικού setting, επειδή πολλές από τις θεότητες της Αφρικής είναι φιδόμορφες και γι' αυτό υπάρχουν πολλοί λαβύρινθοι σε αρχαίες πόλεις της Αφρικής.

Κάθε μία από τις Τιτιλάγιο είναι μια φάση του φεγγαριού/του κύκλου της ζωής (ξερός κορμός, χλωρό κλαρί και φύλλα, μαλακός μίσχος).

Αποσυμβολίζοντας τελείως το παραμύθι, πρόκειται για την πορεία ενός εγωιστή ανθρώπου (Καγίν) προς μία ανώτερη γνώση (η πιο εξελιγμένη κοινωνική συνείδηση που εκφράζει η Τιτιλάγιο) την οποία δεν είναι έτοιμος ούτε να δεχτεί ούτε να καταλάβει. Παρά τη βοήθεια που δέχεται από ξένους σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, ο Καγίν μέχρι το τέλος μένει ο ίδιος εγωιστής που ήταν και, όπου προσφέρει βοήθεια (στις λάμιες, π.χ.) το κάνει όχι με ειλικρίνεια, αλλά για να κερδίσει. Δεν είναι έτοιμος να γίνει καλύτερος άνθρωπος και αυτό τον "σκοτώνει".

Η σύνδεση με τη γριά που μιλάει στο κορίτσι είναι ακριβώς αυτή, είναι υποτίθεται μια ιστορία που σκλάβοι έφεραν μαζί τους από την Αφρική. Και ναι μεν το παραμύθι που αφηγείται η γριά μιλάει για ζητήματα φύλου και υποδούλωσης της γυναίκας στον άντρα, όμως ταιριάζει και σε ζητήματα φυλής - έτσι το σκέφτηκα εγώ τουλάχιστον.

Τώρα, βέβαια, στα κακά νέα. Το έγραψα σε κάτι λιγότερο από 2 ώρες και, προφανώς, δεν κατάφερα να ενσωματώσω καλά όλα όσα ήθελα ούτε να βγάλω το καλύτερο αποτέλεσμα που θα μπορούσα να είχα βγάλει. Σίγουρα, δεν πρόκειται για το πιο άρτιο κείμενο που έχω γράψει και σίγουρα πολλά στοιχεία θα μπορούσαν να έχουν εισαχθεί πιο οργανικά.

Μιας και τόση απορία το είχατε, πάντως, θα απαντήσω σε αυτό το συγκεκριμένο:

Quote

Την κατάρα της Τιτιλάγιο να ’χεις. Παντού να τη ζητάς και να μην τη βρίσκεις, κι άμα τη βρεις να μη σε θέλει.

Η Τιτιλάγιο δεν έχει κάποια κατάρα, η Τιτιλάγιο ΕΙΝΑΙ η κατάρα. Και, για να έχουμε καλό ρώτημα, ρε παιδιά, σας φάνηκε ότι τη βρήκε εύκολα, δηλαδή; Που γύρισε όλη την έρημο και πήγαν να τον φάνε τρεις δράκαινες και κάτι λιοντάρια; Να ξέρω, να τον δυσκολέψω περισσότερο την επόμενη φορά. Αφού όπου σταθεί ρωτάει ο έρμος ο άνθρωπος και κανείς δεν ξέρει να του πει πού να τη βρει, δεν καταλαβαίνω τι δεν καταλάβατε, σοβαρά. Τόσο κακά το έχω διατυπώσει; Ίσως, τι να πω, για να χτύπησε σε τόσα άτομα, δεν μπορεί, κάπου έχω κάνει λάθος.

Ένιγουέηζ, αυτά τα ολίγα. Φιλιά πολλά.

  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..