Jump to content
Ιρμάντα

ΣΑ #10 - Απαντήσεις και Σχολιασμοί

Recommended Posts

Ιρμάντα

image.png.d2fda6f13c9a6b6b1ab9c918a409ae1a.png Κορίτσια και αγόρια του φόρουμ, μην τα ξαναλέω και σας κουράζω. Διαβάζετε οδηγίες εδώ, γράφετε την ιστορία σας και ποστάρετε εδώ, σχολιάζετε τις συμμετοχές των υπολοίπων επίσης εδώ, με ευγένεια, κοσμιότητα, λεπτότητα, προσοχή, ενσυναίσθηση και τα τοιαύτα. Γενικά σχολιάζετε όπως θα θέλατε να σχολιαστείτε. Γράφετε και σχολιάζετε μέχρι 16 Μαρτίου. Αφήστε τη φαντασία σας να οργιάσει και κάτι μου λέει πως η συγκεκριμένη ΣΑ θα έχει πολύ ψωμί...Καλή σας επιτυχία, πσυχούλες μου!

Edited by Ιρμάντα
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

«Είστε σίγουροι;» ρώτησε ο βιβλιοθηκάριος.

Τα πέντε πίλφα τον κοίταζαν με τα τεράστια τους μάτια, λες και η λεκτική τους παράκληση δεν ήταν από μόνη της αρκετή.

«Ναι» απάντησαν κελαηδιστά, με μια φωνή.

Έσμιξε τα φουντωτά φρύδια του, κύρτωσε την κοκκινισμένη του μύτη, κοίταξε πάλι μέσα από τα γυαλιά του το μικρό χαρτί με τη λίστα.

«Μα είναι τόσο ανούσιο» είπε.

«Βαριόμαστε» απάντησαν.

Αναστέναξε.

«Και διαλέξατε τη δική μου βιβλιοθήκη;»

«Δεν μπορούσαμε αλλιώς.»

Ανασήκωσε ξαφνικά το ένα φρύδι.

«Θα δεχτώ» είπε αργά, «Αν το κάνουμε λίγο πιο ενδιαφέρον. Όλα τα πακέτα.»

«Όλα;!»

«Μόνο έτσι δέχομαι.»

Τα πίλφα κοιτάχτηκαν. Επέστρεψαν το βλέμμα τους σε εκείνον.

«Νομίζω ότι μπορούμε» απάντησαν.

«Μην βιάζεστε. Ένα. Πακέτο. Τη. Φορά. Όχι τουρλού-τουρλού.»

Άρχισαν να τιτιβίζουν αγχωμένα, να σφυρίζουν διαμαρτυρίες. Ο βιβλιοθηκάριος σταύρωσε τα μπράτσα του και κοίταξε το ταβάνι. Με ένα κρώξιμο στο τέλος, δήλωσαν την αποδοχή τους. Βαριόντουσαν να ψάξουν για άλλη βιβλιοθήκη. Ο βιβλιοθηκάριος έτριψε τα χέρια του ικανοποιημένος, βγήκε μπροστά από τον πάγκο του και έσκυψε από πάνω τους.

«Έτοιμοι;» ρώτησε.

Τρεμούλιασαν αντί απάντησης. Σήκωσε το ένα στα χέρια του και χωρίς πολλές-πολλές τελετουργίες το εκσφενδόνισε προς τα ράφια της βιβλιοθήκης. Το πίλφι έσκασε πάνω σε μια σειρά από χρυσόδετα, σκορπώντας σελίδες στον αέρα. Δεν έμεινε κανένα ίχνος του. Γουργούρισαν τα άλλα τέσσερα αγχωμένα. Ακολούθησε την ίδια διαδικασία και μαζί τους.

 

Βρέθηκαν στον αέρα, ανάμεσα στα σύννεφα, και έπεφταν, όλο έπεφταν τσιρίζοντας προς τα κάτω. Κουνούσαν τα χεράκια τους σαν τρελά, δεν διέθεταν όμως φτερά για να πετάξουν. Μόνο χνούδι κάλυπτε τα στρογγυλά τους σωματάκια. Παραμέρισαν τα σύννεφα και η απέραντη επιφάνεια ενός ωκεανού γέμισε το βλέμμα τους.

«Τώρα τι κάνουμε;» τσίριξε το ένα.

«Κοιτάξτε» έδειξε το άλλο.

Έπεφταν προς ένα νησί.

«Κάνω τάμα να μην κάνω ξανά πονηρές σκέψεις, αν σωθούμε» φώναξε το τρίτο.

Έχασαν τις αισθήσεις τους πριν την σύγκρουση και συνήλθαν αργότερα. Βρίσκονταν στην κορυφή ενός γκρεμού με θέα την φουρτουνιασμένη θάλασσα. Εκεί ήταν στημένο ένα καβαλέτο με τελάρο, με μια προσωπογραφία του ζωγράφου, με θέα το μεγαλείο των κυμάτων σαν φόντο. Ο ζωγράφος, με την παλέτα του σφιχτά στο χέρι, ήταν σωριασμένος νεκρός, κάτω από τα πέντε πίλφα. Είχαν προσγειωθεί στο κεφάλι του. Κοιτάχτηκαν.

«Καλά πάμε» είπαν. «Και τώρα;»

Κοίταξαν ολόγυρα. Ήταν μια βραχονησίδα με ψηλούς γκρεμούς στην μια πλευρά. Κατηφόριζε προς την άλλη πλευρά, προς μια αμμώδη ακτή. Εκεί ήταν μια βάρκα, τραβηγμένη στην άμμο.

«Ρε σεις, εύκολο είναι αυτό» είπε το ένα.

Έβγαλε τη λίστα από τη τσέπη του και μαζεύτηκαν να την τσεκάρουν.

«Ένα λεπτό» είπε το ένα εμπνευσμένο και σήκωσε την παλέτα του ζωγράφου. Ακούμπησαν τις μυτούλες τους και εισέπνευσαν το άρωμα της λαδομπογιάς. Όταν αποτραβήχτηκαν είχαν κόκκινες, κίτρινες, μπλε, πράσινες και άσπρες μυτούλες. Βρήκαν ένα βρώμικο κουρέλι στη τσέπη του ζωγράφου και σκουπίστηκαν. Ευδιάθετοι, μπήκαν στη σειρά και κατέβηκαν σφυρίζοντας προς την ακτή. Πήγαν να ανεβούν στη βάρκα, αλλά τους σταμάτησε το πέμπτο.

«Ένα λεπτό. Έχουμε άλλη μια λέξη.»

Τους την έδειξε.

«Μα ποιος έγραψε αυτή τη λίστα;» είπε το ένα απηυδισμένο.

Το σκέφτηκαν λίγο, μετά κάτι του ήρθε του ενός και το ψιθύρισε στο διπλανό του. Το ψιθύρισμα μεταδόθηκε και συνέχισε να μεταδίδεται από πίλφι σε πίλφι για αρκετά λεπτά πριν παρθούν αποφάσεις. Στο τέλος, τα δύο πήγαν πίσω από έναν βράχο. Τα τρία περίμεναν κοιτώντας τους γλάρους, μαζεύοντας κοχύλια, πετώντας βοτσαλάκια στο κύμα. Σε λίγο βγήκαν από τον βράχο τα άλλα δύο και επέστρεψαν. Τα μάγουλα τους ήταν αναψοκοκκινισμένα.

«Πρέπει να το πούμε;» ρώτησε κάποιο.

«Όχι. Θα το καταλάβουν» απάντησε άλλο.

Έσπρωξαν τη βάρκα στο νερό και ανέλαβαν βάρδιες στο να τραβάνε κουπί. Σε λίγο το νησί ήταν μόνο μια κουκίδα.

(συνεχίζεται αύριο)

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Έφτασαν σε μια ξένη γη. Παράτησαν τη βάρκα στην παραλία και ακολούθησαν ένα φιδίσιο μονοπάτι προς τα ενδότερα.

«Κοιτάξτε» είπε μετά από λίγο το πρώτο.

Στην άκρη του δρόμου, πάνω σε μια πέτρα, καθόταν οκλαδόν ένας μυστήριος γυρολόγος. Μια γκρίζα κουκούλα έκρυβε το κεφάλι του. Δίπλα του ήταν ακουμπισμένο ένα καρότσι με την πραμάτεια του. Μια στοίβα από πολύχρωμα σακουλάκια. Τσέκαραν τη λίστα για να αναγνωρίσουν το πακέτο.

«Φοβάμαι λίγο» τιτίβισε το ένα.

«Τι πουλάς;» ρώτησαν τον γυρολόγο.

«Ό,τι χρειάζεστε» απάντησε μυστήρια.

Ένα πήρε την πρωτοβουλία και έδειξε ένα μωβ σακουλάκι.

«Πόσο κάνει αυτό;»

«Μια εξομολόγηση.»

Έμειναν για λίγο να ξύνουν τα λοφία τους. Συνεννοήθηκαν ψου-ψου-ψου μεταξύ τους πριν μιλήσει τελικά το ένα.

«Λέμε σε όλους ότι είμαστε πίλφα, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε ιδέα τι είναι αυτό.»

Ο γυρολόγος πήρε το μωβ σακουλάκι και το έδωσε στο πρώτο πίλφι. Το άδειασε στη χούφτα του και δύο κόκκινα ζάρια έπεσαν κάτω.

«Τα χρειαζόμαστε αυτά;» είπε το ένα.

«Αφού είναι στη λίστα» σχολίασε το άλλο.

«Τα ζάρια είναι με το μέρος σας, πάντα. Και ο Σβικ είναι φανατικός τζογαδόρος» είπε αινιγματικά ο γυρολόγος.

«Που βγάζει αυτός ο δρόμος;» τον ρώτησαν, ανυπόμονοι να συνεχίσουν.

«Στην Πύλη Νεμπλούκεν» απάντησε. «Να προσέχετε όμως τον βιαστή ιερέα.»

Τους άγχωσε τόσο η προειδοποίηση που δεν τους βγήκε καμία διευκρινιστική ερώτηση. Στριμώχτηκαν το ένα κοντά στο άλλο και συνέχισαν στο μονοπάτι.

                                         

Σε ένα ύψωμα ατένισαν τον πλατύ κάμπο που απλωνόταν μπροστά τους. Ένα πανύψηλο τείχος τον έκοβε στα δύο, κρύβοντας τα εδάφη από πίσω. Στο τέλος του δρόμου τους ήταν μια τεράστια σιδερένια πύλη στη βάση του τείχους. Όταν επιτέλους έφτασαν μπροστά στην πύλη, είδαν σκαλισμένη πάνω της μια λεοντοκεφαλή με ανοιγμένα σαγόνια. Μια επιγραφή από πάνω έγραφε «Ξεδίψασε το Νεμπλούκεν με το Σάρι και Μπες»

«Τι είναι το Σάρι;» ρώτησε το ένα.

«Τι είναι αυτό εκεί;» ρώτησε το άλλο.

Έδειχνε προς τη μεριά από όπου είχαν έρθει, όπου τώρα είχε σηκωθεί κουρνιαχτό. Και όλο πλησίαζε. Περίμεναν μέχρι που διέκριναν έναν άντρα με ράσα που έτρεχε σαν τρελός προς το μέρος τους. Πλησίασε κι άλλο, αρκετά για να δουν το γουρλωμένο του βλέμμα, το λάγνο του χαμόγελο.

«Τρέχτε» ξεφώνησαν με μια φωνή και άρχισαν να τρέχουν παράλληλα με το τείχος.

 

Έτρεχαν για ώρες όλο το μεσημέρι, με τις γλώσσες έξω. Όταν επιτέλους βεβαιώθηκαν ότι την είχαν γλυτώσει, έβαλαν τις γλώσσες μέσα και ξαπόστασαν σε μια πηγή να δροσιστούν. Εκεί δίπλα στην πηγή στεκόταν ένας γίγας κάτω από ένα δέντρο. Φορούσε κράνος με κέρατα και ένα τομάρι για βρακί. Ο υπόλοιπος ήταν γυμνός, με έκθετα τα απίστευτα του μούσκουλα. Είχε πυκνό, κόκκινο μουστάκι και κόκκινες κοτσίδες. Δίπλα του ξεκουραζόταν ένας κεφαλοθραύστης. Τσέκαραν τη λίστα και έκλεισαν το μάτι το ένα στο άλλο. Το δέντρο είχε μια κουφάλα στο κέντρο του. Ένα γυάλινο φλασκί λαμπίριζε μέσα της. Πλησίασαν τον γίγαντα ντροπαλά. Τους κοίταξε άγρια, ρουθούνισε, αλλά δεν έκανε τίποτα άλλο.

«Είναι ελιξίριο αυτό;» τον ρώτησαν.

Τους αγνόησε και επανέλαβαν την ερώτηση.

«Αυτό είναι το Σάρι» είπε άγρια, «Πηγαίνετε τώρα. Δεν είναι μέρος αυτό για του λόγου σας.»

Τα πίλφα έκαναν κύκλο για να το ψιθυρίσουν.

«Δεν φτάνει που το είδαμε;»

«Το λιανίσαμε κι αυτό το πακέτο.»

«Το χρειαζόμαστε όμως για να συνεχίσουμε.»

Στο τέλος, το πιο θαρραλέο πίλφι προχώρησε προς τον γίγαντα.

«Το θέλουμε το ελιξίριο» είπε τραυλίζοντας.

Ο γίγας χαμογέλασε χαιρέκακα και σήκωσε τον κεφαλοθραύστη.

«Είχε αρχίσει να σκουριάζει λιγάκι ο Σβικ. Ας ξεμουδιάσει λίγο» είπε καγχάζοντας. «Ποιος θα μονομαχήσει με τον Σβικ; Μήπως όλοι μαζί; Δέχομαι.»

«Δεν μπορώ ως διεκδικητής να διαλέξω εγώ το όπλο;» είπε το πίλφι.

Κατσούφιασε ο γίγας.

«Και γιατί;» γρύλισε.

«Γιατί…» έξυσε το λοφίο του, «Γιατί αυτό λέει το βιβλίο με τους κανόνες του Νεμπλούκεν… της ιερής βιβλιοθήκης του… εμ… Κεμπάπ Πιλάφ του νεκρομάντη…Αναντάν Παπαντάν.»

Έμειναν σύξυλοι να αναμένουν αντίδραση, με τον Σβικ να ξύνει το πηγούνι του μπερδεμένος.

«Και ποιο είναι το όπλο σου τριχωτέ τζουτζέ;» ρώτησε τελικά.

Το πίλφι έδειξε τα ζάρια του. Άστραψε το βλέμμα του Σβικ.

«Κερδίζει το μεγαλύτερο νούμερο» είπε το πίλφι.

«Ο Σβικ δέχεται» είπε ο Σβικ.

Και το πίλφι νίκησε. Ο Σβικ απαίτησε σκορ δύο στα τρία. Μετά τέσσερα στα έξι, μετά πέντε στα οχτώ. Μετά πόνταρε και τον κεφαλοθραύστη και πάλι έχασε.

 

Επέστρεψαν στην Πύλη Νεμπλούκεν, με τον Σβικ να κουβαλάει τον κεφαλοθραύστη τους, που και οι πέντε μαζί αδυνατούσαν να σηκώσουν. Άδειασαν το Σάρι στο στόμα του λιονταριού και με έναν τρομερό ήχο, η σιδερένια πύλη άνοιξε, προσφέροντας τους τον υπόλοιπο κάμπο. Πριν περάσουν την πύλη, είδαν πάλι από μακριά τον βιαστή ιερέα να έρχεται τρεχάτος. Σήκωνε πολύ χώμα με τα σανδάλια του.

«Ωχ και ωχ και ωχ» έκανε ο Σβικ.

«Σταμάτησε τον» τσίριξαν στον γίγαντα.

Εκείνος τους κοίταξε τρομοκρατημένος.

«Ο Σβικ δεν έχει δύναμη ενάντια στον Πριαπαπά» είπε μιξοκλαίγοντας.

Πέρασαν την πύλη τρέχοντας και τα σιδερένια φύλλα άρχισαν να κλείνουν ξανά. Η πόρτα έκλεισε με τον τρελό ιερωμένο μια δρασκελιά από το κατώφλι. Ακούστηκε μόνο ένας υπόκωφος ήχος στο μέταλλο, που σχημάτισε ένα ανεπαίσθητο εξόγκωμα κοντά στη βάση του.

«Να φύγουμε πριν μας προλάβει» είπε ο Σβικ.

«Έχει κι αυτός Σάρι;» ρώτησαν.

«Όχι, αλλά μπορεί να πάει από γύρω.»

 (συνεχίζεται)

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
Posted (edited)

Σήριαλ μας το κάνατε κύριε....☺️

Edited by Ιρμάντα

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Διέσχισαν για μέρες ένα πυκνό δάσος και βγήκαν ξαφνικά σε ένα ξέφωτο. Στην άκρη είχε ένα στραβό σπίτι από γκρίζο ξύλο και μαύρα κεραμίδια. Μπροστά στο σπίτι είχε ένα χωράφι με κολοκύθες και στη μέση ένα σκιάχτρο. Το σκιάχτρο ήταν ζωσμένο στα άρματα, θώρακα, περικνημίδες και περικεφαλαία. Στο ένα μπράτσο ήταν περασμένη μια ασπίδα, ενώ στο άλλο κρατούσε ένα δόρυ. Σαν αστείο θαρρείς, μια σειρά από κοράκια ξεκουράζονταν πάνω στα μπράτσα του σκιάχτρου. Τα πίλφα ήταν κουρασμένα, σκονισμένα, πεινούσαν, διψούσαν και δεν τα έσκιαξε καθόλου η απειλητική κλίση του σκοτεινού σπιτιού. Πλησίασαν για να ζητιανέψουν λίγο κολατσιό. Μόνο το ένα πίλφι πρόσεξε το σκιάχτρο και αναρωτήθηκε τι του θύμιζε.

 

Στο κατώφλι του σπιτιού καθόταν ένας αξύριστος μεσήλικας με φανελάκι και ριγέ παντελόνι πιτζάμες. Μόλις αντιλήφθηκε τα πίλφα έκανε να ανασηκωθεί και μετά από προσπάθεια, αφού κλώτσησε πολλά άδεια μπουκάλια που είχε γύρω του, τα κατάφερε.

«Εισβολείς» φώναξε και σήκωσε ένα ξίφος που ήταν ακουμπισμένο στην πόρτα.

Τρέκλισε προς το μέρος τους σηκώνοντας με κόπο το ξίφος.

«Είμαι ο ιππότης Νταφέρ. Θα πληρώσετε την αναίδεια της καταπάτησης…»

Το σπαθί ήταν πολύ βαρύ για το λιπόσαρκο του σκαρί, και έτσι όπως το κρατούσε πάνω από το κεφάλι του, το βάρος της λάμας τον πήρε πίσω και σωριάστηκε φαρδύς-πλατύς στην πλάτη του. Τα πίλφα παρακολουθούσαν περίεργα, όπως ο άντρας πάσχισε πάλι να σταθεί στα πόδια του. Παράτησε το ξίφος στο χώμα και πήρε από την άλλη άκρη της πόρτας μια σκούπα και επέστρεψε στους εισβολείς.

«Θα σας συντρίψω» είπε.

«Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεσαι τον Σβικ» είπε το ένα πίλφι.

Τα άλλα το κοίταξαν αποδοκιμαστικά.

«Συμφωνήσαμε ότι δεν θα ξανασυζητήσουμε τον Σβικ» του είπαν.

Εκείνη την στιγμή, η πόρτα του σπιτιού άνοιξε τρίζοντας γκρινιάρικα και μια γριά γυναίκα στα μαύρα, βγήκε έξω. Είχε μακριά, λευκά μαλλιά που έφταναν μέχρι την μέση της.

«Τι φωνάζεις πάλι ιππότη της δεκάρας; Τι είναι τώρα, παλιομπεκρή» στρίγγλισε.

Το ένα πίλφι χαστούκισε το μέτωπο του.

«Η λίστα! Πιάσαμε πακέτο» φώναξε.

Αγνόησαν τα τεκταινόμενα μπροστά στο σπίτι και έλεγξαν το χαρτάκι τους.

«Κι αυτή πρέπει να είναι η μάγισσα» ψιθύρισαν μεταξύ τους.

Όταν γύρισαν την προσοχή τους προς το σπίτι, η μάγισσα ήταν ήδη από πάνω τους. Τους έφυγε ταυτόχρονα μια πορδίτσα.

«Βρε τι όμορφα και ζουμπουρλούδικα που είστε βρε» κακάρισε, δείχνοντας τους τα λίγα της δόντια. «Είστε τουλάχιστο νόστιμα;»

Τα πίλφα άρχισαν να τρέμουν και να τιτιβίζουν.

«Αλλά μην φοβάστε. Δεν θα σας πειράξω» τους καθησύχασε, «Για να φτάσατε ως εδώ, θα κάνατε μεγάλο ταξίδι. Ελάτε να σας φιλέψω. Αν και έχω μόνο χυλό δυστυχώς.»

 

Το πάτωμα ήταν στραβό, το ίδιο και το τραπέζι. Έπρεπε να κρατούν τα πιάτα τους μην τους χυθεί ο χυλός. Είχαν όμως πραγματικό πρόβλημα με τα στρογγυλά ψωμάκια που κουτρουβαλούσαν και έπρεπε να τα κυνηγάνε. Το εσωτερικό ήταν όπως το είχαν φανταστεί. Μεγάλο πέτρινο τζάκι με μεγάλο μαύρο τσουκάλι, στο οποίο κόχλαζε ο χυλός. Ράφια με πήλινα βάζα, γυάλινα βάζα με διαβολάκια μέσα σε κίτρινα και πράσινα υγρά, ξεραμένα φυτά και μούμιες νυχτερίδες καρφωμένες στα ξύλινα δοκάρια. Και μια βιβλιοθήκη βαριά με τεράστια δερματόδετα κιτάπια. Αλλά όλα ήταν πεντακάθαρα. Ούτε ένας ιστός αράχνης.

«Δεν μού ‘μεινε να κάνω τίποτα άλλο, από το να καθαρίζω» τους δικαιολογήθηκε. «Αν δεν σας είχα δει στον ύπνο μου χθες, τώρα θα σας είχα κοκκινιστούς με πατάτες» είπε μετά, «Σας περιμένω χρόνια, μη σας πω.»

Την κοίταξαν απορημένα.

«Πριν πολλά χρόνια, ήρθε σε αυτό το δάσος αυτός εκεί» είπε δείχνοντας από τον παράθυρο τον Νταφέρ που πάσχιζε να διώξει τα κοράκια με την σκούπα του.

«Μην τον βλέπετε έτσι τώρα. Τότε ήταν νέος, όμορφος, με ξανθιά χαίτη. Πως έλαμπε η αρματωσιά του. Και είχε έρθει για να εξοντώσει εμένα. Αχ, μεγάλη ιστορία. Στο τέλος αγαπηθήκαμε και είχαμε και μια κορούλα. Τη Σφέα. Όταν το κορίτσι μας έγινε είκοσι, τη διεκδίκησε ένας παντοδύναμος μάγος. Η Σφέα δεν τον ήθελε με τίποτα. Έκανα ότι μπορούσα για να την προστατέψω. Μην αντέχοντας την άρνηση της, ο κακούργος μάγος έριξε τρομερά ξόρκια και ένας μελανός άνεμος ήρθε και την άρπαξε μέσα από τα χέρια μας. Ο Νταφέρ πήγε και βρήκε τον μάγο, τον εξόντωσε, αλλά δεν βρήκε ίχνος από την Σφέα. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι δεν υπάρχει ούτε μια ρανίδα των δυνατοτήτων μου που δεν χρησιμοποίησα για να βρω την κορούλα μου. Τόλμησα να χτυπήσω και την πόρτα του κάτω κόσμου. Το τίμημα είναι αυτό που βλέπετε.»

Την κοίταξαν αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα.

«Είμαι μόλις σαράντα πέντε! Σας δείχνω για σαράντα πέντε; Τέλος πάντων…»

Πήγε σε ένα ράφι και πήρε μια κασετίνα. Ήρθε και την άφησε πάνω στο τραπέζι.

«Μου δόθηκε μια προφητεία: Τα πέντε δεν-ξέρω-τι μόνο μπορούν να βρουν την κόρη σου. Όταν τα συναντήσεις, θα τους δώσεις αυτό το γράμμα. Είναι οδηγίες για την ανεύρεση της κόρης σου και μόνο εκείνα μπορούν να τις καταλάβουν. Πιο “δεν-ξέρω-τι” από σας δεν πιστεύω να υπάρχουν» είπε.

Έβγαλε έναν φάκελο από την κασετίνα και τους το έδωσε. Πρόσεξαν ότι η σφραγίδα ήταν σπασμένη.

«Ναι, το διάβασα» ομολόγησε, «Και δεν κατάλαβα Βελζεβούλη.»

Τα πίλφα έβγαλαν το γράμμα από τον φάκελο και τον διάβασαν.

«Ωωωωωω» αναφώνησαν με μια φωνή.

Έγραφε: Θεραπευτής/τρια, χελώνα, κερί, βαγόνι, κιάλια, κουρδιστός άνθρωπος (αυτόματο), πυξίδα, σάκος.

 (συνεχίζεται)

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι χωρίς πινακίδες. Είχε αρχίζει να νυχτώνει και οι τέσσερις ορίζοντες φάνταζαν σκοτεινοί και αινιγματικοί. Κάθισαν να σκεφτούν προς τα πού να πάνε.

«Έχει σημασία; Όπου και να πάμε, θα έχουμε μια περιπέτεια» είπε το ένα.

«Τέσσερις περιπέτειες» είπε το δεύτερο, «αλλά μόνο στη μία θα βρούμε τη Σφέα.»

«Κοιτάξτε» φώναξε το τρίτο.

Ένα λαμπρό αστέρι έλαμπε πάνω από το ένα μονοπάτι. Το τέταρτο άναψε ένα σπίρτο και κοίταξαν τη λίστα τους.

«Δεν είναι το πακέτο της Σφέας» είπε το πέμπτο απογοητευμένο.

«Θα είναι όμως ένα πακέτο λιγότερο» επεσήμανε το πρώτο.

Έτσι, αν και κουρασμένα, πήραν τον δρόμο κάτω από το αστραφτερό άστρο. Δεν πέρασαν παρά ελάχιστα λεπτά, όταν πρόσεξαν μια φωτεινή ανταύγεια πίσω από το ύψωμα στο οποίο κατευθύνονταν. Όταν έφτασαν στην κορυφή είδαν ένα φωταγωγημένο κάστρο. Καθόταν στο κέντρο ενός λιβαδιού, κυκλωμένο από μια τάφρο. Πολύχρωμα μπαλόνια ήταν δεμένα στις επάλξεις του και χαρωπή μουσική από μέσα γέμιζε τη νύχτα. Ένας γελωτοποιός με μόνιμο χαμόγελο περίμενε έξω από την ανεβασμένη πύλη.

«Ω νέοι καλεσμένοι! Καλώς ορίσατε» φώναξε μόλις τους είδε.

«Έχετε δωμάτια;» τον ρώτησαν.

«Πεινάμε» δήλωσαν.

«Όλα όσα ποθείτε σας περιμένουν» είπε ο γελωτοποιός και χτύπησε παλαμάκια.

Η πύλη κατέβηκε να τους υποδεχτεί. Τα πίλφα έκαναν να μπουν, αλλά ο γελωτοποιός τους έκλεισε το δρόμο.

«Επ! Μόνο οι τέσσερις» είπε.

«Γιατί;» φώναξαν με μια φωνή.

«Μόνο ζυγοί αριθμοί επιτρέπονται στον χορό. Κανείς δεν χορεύει μόνος.»

Τα πίλφα έκαναν τον ψιθυριστό τους κύκλο, έπαιξαν πέτρα-ψαλίδι-χαρτί και άφησαν το άτυχο πίλφι έξω από το κάστρο.

 

Κουτουλούσαν από τη νύστα και δεν έβλεπαν μπροστά τους, αλλά όταν μπήκαν μέσα και έσπρωξαν μια κόκκινη κουρτίνα, τα μάτια τους άνοιξαν μπροστά σε μια τεράστια ψηλοτάβανη σάλα. Διεξαγόταν ένας μεγάλος χορός, με κομψούς καβαλιέρους και ωραίες ντάμες, με πολύχρωμα σινιέ γελέκα και φτερωτά φουστάνια σε όλες τις χρωματικές αποχρώσεις. Όλοι γλιστρούσαν λικνιστικά πάνω σε απαστράπτον μάρμαρο, στους ρυθμούς ενός ονειρικού βαλς. Στην άκρη της σάλας ήταν στρωμένο ένα μακρύ τραπέζι φορτωμένο από όσα εδέσματα μπορούσε να πλάσει η φαντασία. Κανείς δεν ήταν εκεί να τρώει. Μόλις είδαν τα φαγητά, τα τέσσερα πίλφα ξέχασαν τη νύστα τους και έπεσαν με δέκα μασέλες να καταβροχθίσουν ό,τι προλάβουν. Τυριά, σαλάμια, κοτόπουλα και κεφτέδες, μπριζόλες και συκωτάκια, ζυμαρικά και πατάτες και μπόλικο κρασί. Τα σαλατικά και τα όσπρια έμειναν ανέγγιχτα. Το τραπέζι συνέχιζε με γλυκά, σοκολάτες, πάστες, κέικ, παγωτά, μπακλαβάδες, κανταΐφια και ραβανί αλλά τα πίλφα δεν μπορούσαν άλλο. Κόντευαν να σκάσουν. Είχαν φουσκώσει τόσο που μέχρι και ουρές τους είχαν χαθεί.

«Έχουμε ουρές;»

«Σουτ.»

Κάθισαν στο πάτωμα βογκώντας και περιμένοντας να χωνέψουν.

 

Έξω από το κάστρο, το άτυχο πίλφι νύσταζε κι αυτό, πεινούσε επίσης, αλλά τι να κάνει, είπε να βρει κάπου να ξαπλώσει. Το λιβάδι γύρω από το κάστρο ήταν γεμάτο από μαλακό, χλωρό χορτάρι. Σκέφτηκε να βοσκήσει λίγο και να ξαπλώσει να κοιμηθεί. Με την πλάτη του γυρισμένη στο κάστρο, πρόσεξε κάτι που δεν είχε δει πριν. Η λάμψη του κάστρου σε όποιον το πλησίαζε κάλυπτε ένα σωρό παρατημένα κάρα, διάσπαρτα στο λιβάδι. Κάποια ήταν με τέσσερις τροχούς, άλλα με δύο. Κάποια ήταν κάρα αγροτών, υπήρχαν όμως και άμαξες λόρδων. Λιγότερα ήταν τα καινούργια ενώ τα πιο πολλά ήταν παλιά, σάπια και σκουριασμένα. Πλησιάζοντας περισσότερο έκανε και άλλη μια ανατριχιαστική διαπίστωση. Το χορτάρι ήταν γεμάτο με κόκκαλα αλόγων. Πριν αντιδράσει καν, ο γελωτοποιός πετάχτηκε μπροστά του, κόβοντας του τη χολή.

«Τι κάνεις εδώ; Ε;»

Μόλις το πίλφι κατάφερε να συνέλθει, είπε:

«Με παραφύλαγες;»

«Τι;»

«Παραδέξου το, με παραφύλαγες.»

«Δεν νομίζω.»

«Ήσουν πίσω από εκείνο το κάρο;»

«Ναι.»

«Με έβλεπες να έρχομαι;»

«Ναι.»

«Περίμενες να πλησιάσω;»

«Ναι.»

«Άρα;»

«Ναι, έχεις δίκιο. Σε παραφύλαγα.»

 

Μέσα στο κάστρο, ένα από τα πίλφα έβγαλε το χαρτάκι και τσέκαρε τη λίστα.

«Τόσα φαγητά και δεν μας έχει κανένα; Πίνεται το κρασί ξεροσφύρι;» είπε. «Μετράει η κόκκινη κουρτίνα; Ως θηλυκού γένους;»

«Δεν έχει σημασία, ήπιαμε κόκκινο κρασί» είπε το διπλανό του.

Εκείνη την στιγμή έπαψε η μουσική και όλοι σταμάτησαν να χορεύουν. Τότε μόνο τα πίλφα πρόσεξαν τα χαρακτηριστικά των καλεσμένων. Ήταν όλοι τους ιδρωμένοι, εξουθενωμένοι και δυστυχισμένοι. Οι πιο πολύ ήταν γέροι και γριές. Τότε ακούστηκε μια στεντόρεια φωνή από το ταβάνι.

«Μπράβο σας. Κερδίσατε με τον ιδρώτα σας, για άλλη μια φορά, το δικαίωμα να βρείτε την έξοδο του κάστρου. Γιατί αυτό είναι το κάστρο που όλοι μπαίνουν αλλά κανείς δεν βγαίνει. Θα επαναλάβουμε τον κανόνα για τους νέους μας καλεσμένους. Ίσως δεν χόρεψαν, έφαγαν όμως τον άμπακα και κέρδισαν το δικαίωμα. Η έξοδος είναι γραμμένη στην πρώτη σελίδα ενός βιβλίου στη βιβλιοθήκη του κάστρου. Έχετε μία ώρα μέχρι να ξεκινήσει πάλι η μουσική. Καλή τύχη.»

Προς έκπληξη των πίλφα, λίγοι ήταν εκείνοι που σκόρπισαν να βρουν το βιβλίο. Οι περισσότεροι σωριάστηκαν στο μαρμάρινο δάπεδο και περίμεναν να περάσει η ώρα. Ένας γέρος πρόσεξε τα πίλφα όπως κοίταζαν.

«Καινούργιοι ε; Λυπάμαι πολύ. Εδώ δυστυχώς θα αφήσετε τα κόκκαλα σας. Κανείς ποτέ δεν μπορεί να βρει το βιβλίο. Τα ράφια συνέχεια μετακινούνται και αλλάζουν θέση, πρέπει κάθε φορά να ψάχνεις από την αρχή» εξήγησε.

 

Τα πίλφα ακολούθησαν κάποιους από τους άλλους και βρήκαν την βιβλιοθήκη. Ήταν τεράστια, κυκλική, με σκάλες και μπαλκόνια. Κάποια γερόντια, πεισματικά, έψαχναν τόμο-τόμο χωρίς αποτέλεσμα.

«Τι θα κάνουμε τώρα;» είπαν απελπισμένα.»

«Να’χαμε τον Σβικ να γκρεμίσει την πύλη» είπε το ένα.

«Δεν αναφέρουμε Σβικ» το διόρθωσαν τα άλλα τρία.

«Αχά» φώναξε τότε το ένα και έβγαλε από την τσέπη του τα κόκκινα ζάρια. «Τα ζάρια είναι πάντα με το μέρος μας. Πόσους ορόφους έχει η βιβλιοθήκη;»

«Δέκα.»

Έριξε τα ζάρια και έφεραν έξι. Σκαρφάλωσαν στο έκτο μπαλκόνι. Έφεραν δύο άσους. Επικεντρώθηκαν στη δεύτερη στήλη. Έφεραν οχτώ, πήγαν στην όγδοη σειρά της δεύτερης στήλης. Έφεραν πέντε, έβγαλαν το πέμπτο βιβλίο.

«Βρε λες;»

Το άνοιξαν. Οι σελίδες έτριξαν. Κανείς ποτέ δεν είχε ανοίξει αυτό το βιβλίο. Πήγαν να γυρίσουν το πρώτο φύλλο αλλά διαπίστωσαν ότι οι σελίδες ήταν κολλημένες μεταξύ τους.

«Δώσε μου τον χαρτοκόπτη.»

«Πάρε.»

Αποκάλυψαν την πρώτη σελίδα και διάβασαν την πολύτιμη πληροφορία.

«Το φοβόμουν. Το λέει και η λέξη.»

Το ένα πίλφι έσκυψε από το μπαλκόνι και φώναξε προς τα γεροντάκια της βιβλιοθήκης.

«Φωνάξτε τους άλλους. Φεύγουμε.»

 

Έκαναν ουρά στο αποχωρητήριο το οποίο διέθετε δέκα χέστρες στη σειρά. Κανείς τους δεν έδειξε τον παραμικρό δισταγμό. Βουτώντας ανά δέκα έβγαιναν ζέχνοντας στο νερό της τάφρου που, αντίθετα στα γνωστά μυθεύματα, δεν διέθετε κροκόδειλους. Τα γερόντια σκαρφάλωσαν έξω χαρούμενα και έτρεξαν όπως μπορούσαν να βρουν την παλιά τους ζωή. Τα τέσσερα πίλφα ενώθηκαν με το πέμπτο, το οποίο αναφώνησε «πιφ» μόλις τα συνάντησε. Ο γελωτοποιός ήταν σκόρπιος στο γρασίδι, έχοντας σκάσει από την ανούσια συζήτηση που είχε με το πίλφι. Μόλις εξηγήθηκε ότι είχε εξασφαλιστεί και η τελευταία λέξη, έφυγαν από εκεί ικανοποιημένα. (Πήγαν μέχρι το κοντύτερο δέντρο και πέφτοντας στις ρίζες, ξεράθηκαν στον ύπνο).

 (συνεχίζεται)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Είδαν το τελευταίο χορταράκι πριν από κάτι μέρες. Το χώμα τέλειωσε και ξεκίνησε η πέτρα. Τα πέντε πίλφα περπατούσαν σε έναν σκληρό, άνυδρο τόπο που τελειωμό δεν είχε. Σκονισμένα, ιδρωμένα, διψασμένα, συνέχιζαν γιατί δεν είχαν την επιλογή να σταθούν ή να γυρίσουν πίσω. Όταν κοίταζαν πίσω από την πλάτη τους, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τα πράσινα βουνά που άφησαν. Μόνο, πότε-πότε, έβλεπαν το μακρινό στροβίλισμα ενός κουρνιαχτού σκόνης. Έλπιζαν ότι ήταν μόνο ο άνεμος.

«Δεν έχω ξαναπεράσει τόση ξεραΐλα» είπε το ένα.

«Δεν μας βλέπω να το βγάζουμε αυτό» είπε το άλλο.

«Αρνούμαι να δεχτώ ήττα» είπε το πέρα.

Τα τελευταία δύο δεν είπαν τίποτα. Όταν έπεφτε η νύχτα, γλύτωναν τη ζέστη αλλά ξεκινούσε το κρύο. Έψαχναν τότε να βρουν ένα απάνεμο μέρος στην εσοχή κάποιας πέτρας. Παίζοντας πέτρα-χαρτί-ψαλίδι διάλεγαν ποια τρία θα χουχούλιαζαν πάνω στο έδαφος, για να γίνουν κρεβάτι για τα άλλα δύο που θα ξάπλωναν από πάνω.

«Κάτι είναι κι αυτό» μουρμούρισαν πριν τα πάρει ο ύπνος.

 

Την επόμενη μέρα η πέτρα τέλειωσε και ξεκίνησε η άμμος. Η έρημος όμως τους επιφύλασσε μια ευχάριστη έκπληξη. Συνάντησαν μια μεγάλη όαση. Γύρω από μια λιμνούλα στην οποία πλατσούριζαν πάπιες, υπήρχε ένα δάσος από φοινικόδεντρα και χουρμαδιές.

«Ονειρεύομαι;» είπε το πρώτο, «Τσιμπήστε με».

Το δεύτερο έβγαλε μια καρφίτσα και το τσίμπησε. Τελικά δεν ονειρευόταν και δεν εκτίμησε καθόλου την τσιμπιά στο ποπί του.

«Που τη βρήκες την καρφίτσα;» τιτίβισε εκνευρισμένο.

Το δεύτερο πίλφι του έδειξε το νεσεσέρ με τα ραπτικά του. Δεν έχασαν τον χρόνο τους με επεξηγήσεις. Έπεσαν στη λίμνη και ρούφηξαν σχεδόν τη μισή, αναστατώνοντας τις πάπιες. Μετά όρμησαν να χορτάσουν με χουρμάδες. Ξεδιψασμένοι και χορτασμένοι, πρόσεξαν επιτέλους και την τέντα στην άλλη άκρη της λίμνης. Στην κορυφή της ήταν ζωγραφισμένα δύο μεγάλα μάτια που ήταν σαν να τα κοιτούσαν. Από κάτω έγραφε “Η Αράχνη τα Βλέπει Όλα”.

«Να η λύση» φώναξε το ένα και έτρεξαν να μπουν στην τέντα.

 

Στο κέντρο της τέντας ήταν ένα τραπεζάκι με μια κρυστάλλινη σφαίρα πάνω. Πίσω από το τραπεζάκι, καθόταν μια τσιγγάνα με ένα τουρμπάνι με κεντητά άστρα. Η ρόμπα της, χιλιομπαλωμένη, είχε δει καλύτερες μέρες. Τα πίλφα πέσανε πάνω στο τραπέζι και άρχισαν να φωνάζουν όλα μαζί.

«Δρο-πακε-περι-φεα-βιβλί-ιρμα…»

«Σσσσστ!» έκανε η τσιγγάνα σηκώνοντας το χέρι της. «Μη μιλάτε. Δεν χρειάζεται να πείτε τίποτα. Η Αράχνη όλα τε βλέπει. Πρώτα ασημώστε.»

Κατέβασε και πρότεινε την παλάμη της σαν φτυάρι.

«Δεν έχουμε λεφτά» γουργούρισαν.

«Κάτι άκουσα για νεσεσέρ με ραπτικά» είπε η Αράχνη.

Τα τέσσερα κοίταξαν το ένα. Το ένα δεν ήθελε να το δώσει. Του κατσούφιασαν και ενέδωσε μουτρωμένο.

«Θα ρίξω κάρτες ταρώ για σας» τους είπε και άσπρος καπνός γέμισε την γυάλινη σφαίρα.

Μια τράπουλα στροβιλίστηκε μέσα στον καπνό.

«Είχα μια αναβάθμιση σε εικονικό ταρώ» εξήγησε η Αράχνη.

Η πρώτη κάρτα που εμφανίστηκε έδειχνε ένα δισκοπότηρο.

«Ακολουθείτε ιερό σκοπό. Ψάχνετε κάτι.»

«Τη Σφέα.»

«Σουτ.»

Η δεύτερη κάρτα έδειξε έναν κρεμασμένο.

«Ο Κρεμασμένος ξέρει που θα βρείτε αυτό που ψάχνετε.»

Τα πίλφα κοιτάχτηκαν απορημένα. Η επόμενη κάρτα ήταν ένας πύργος.

«Ο Κρεμασμένος στον Πύργο ξέρει. Αυτόν πρέπει να βρείτε.»

«Και που είναι ο Πύργος;» ρώτησαν.

Η επόμενη κάρτα ήταν ένας οδοιπόρος.

«Στο τέλος του δρόμου» είπε η Αράχνη.

Εμφανίστηκε άλλη μια κάρτα. Έδειχνε έναν ξαναμμένο σάτυρο.

«Πρέπει όμως να βιαστείτε. Μια απειλή είναι στο κατόπι σας και ολοένα πλησιάζει.»

«Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;» ρώτησαν ανυπόμονα.

«Ο δικός σας» είπε και δεν είπε τίποτα άλλο.

Τα πίλφα την ευχαρίστησαν και βγήκαν τρεχάτα από την τέντα.

 

Ατένισαν γύρω-γύρω τον ορίζοντα μέχρι που πρόσεξαν το μακρινό κουρνιαχτό που πλησίαζε.

«Ο βιαστής ιερέας» είπαν τρέμοντας.

Γύρισαν να κοιτάξουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

«Τότε θα πάμε προς τα εκεί.»

«Ένα λεπτό» φώναξε το ένα, βγάζοντας το χαρτάκι με τις λίστες. Έλεγξαν το πακέτο.

«Δοχείο νυκτός;» διάβασε το ένα.

Το άλλο έτρεξε στη λιμνούλα και γύρισε με μια πάπια.

«Να και δεν θέλω αντιρρήσεις» είπε.

«Και το πέος;»

«Το πέος το κόψαμε» εξήγησε το πίλφι με την πάπια.

Άρχισαν το τροχάδιν και τα πέντε, με επιμονή και υπομονή, μέχρι που εμφανίστηκαν ξανά, πράσινα βουνά στον ορίζοντα.

(συνεχίζεται)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ήρθαν δύσκολες μέρες. Η περιπλάνηση τραβούσε σε μάκρος και οι πατούσες των πίλφα άρχισαν να βγάζουν κάλους. Σύντομα διαπίστωσαν ότι δύο στα πέντε πίλφα είχαν μετανιώσει την απόφαση τους να κάνουν αυτό το ταξίδι. Το επιπρόσθετο άγχος να βρουν τη Σφέα τα είχε πέσει βαρύ. Δεν βαριόντουσαν πλέον και άρχισαν να νοσταλγούν τις μέρες της βαρεμάρας. Όταν το ποσοστό έφτασε τρία στα πέντε, ήταν πια αργά. Το ένα πίλφι έπαθε ψυχολογική κρίση και αναγκάστηκαν να το κλείσουν στο Ιρμάντειο. Τα υπόλοιπα τέσσερα αποφάσισαν να τα παρατήσουν όλα και να γυρίσουν σπίτι. Πήγαν στο αεροδρόμιο να πάρουν την αμέσως επόμενη πτήση, αλλά διαπίστωσαν ότι δεν είχαν δεκάρα για το εισιτήριο. Δεν έφταναν ούτε τα μαγικά τους ζάρια. Τα αντάλλαξαν τελικά για ένα φλιτζάνι καφέ που μοιράστηκαν στην καφετέρια του αεροδρομίου. Σκεφτόντουσαν να βρουν δουλειές του ποδαριού, για να μαζέψουν λεφτά, όταν είδαν μια αναπάντεχη είδηση στην τηλεόραση της καφετέριας. Μεγάλος επικός πόλεμος είχε ξεσπάσει στο διπλανό βασίλειο και οι διεκδικητές του θρόνου πολιορκούσαν την απόρθητη πρωτεύουσα του βασιλείου. Στο ρεπορτάζ της πολιορκίας έδειξε τα ψηλά τείχη της πόλης και στο κέντρο της τον πανύψηλο της πύργο.

«Ο πύργος» τιτίβισαν με μια φωνή και όλη τους η απελπισία έσβησε έτσι με την μία.

 

Ενθουσιασμένα έτρεξαν πίσω στο Ιρμάντειο να πάρουν το αδελφάκι τους. Συνάντησαν όμως απόρθητο ντουβάρι την αυστηρή διευθύντρια που αρνιόταν να ελευθερώσει το κούκου πίλφι. Τους έδειχνε όλο το μεγάλο ρολόι στον τοίχο και έλεγε ότι ήταν η ώρα για να πάρει τη δόση του. Τα τέσσερα πίλφα προσποιήθηκαν ότι φεύγουν αλλά έτρεξαν πίσω από το σανατόριο και μπήκαν σκαρφαλώνοντας σε ένα παράθυρο. Βρήκαν όμως το κούκου πίλφι πολύ αργά. Μπήκαν στο δωμάτιο του τη στιγμή που τραβούσε την σκανδάλη σε ένα περίστροφο, με την κάνη στο στόμα. Έσκουξαν και έτρεξαν στο πλευρό του. Πιέζοντας την γλώσσα του με τις δακτύλες τους, το ανάγκασαν να κάνει εμετό και να βγάλει τη σφαίρα. Το κουβάλησαν μετά έξω από το παράθυρο και έτρεξαν να βρουν τον δρόμο για το επικό βασίλειο.

(συνεχίζεται)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Τα πέντε πίλφα έφτασαν στην Ναμβάρη και επιχείρησαν να πλησιάσουν τα εδάφη στα οποία διεξαγόταν ο επικός πόλεμος. Όλοι οι δρόμοι και τα περάσματα ήταν μπλοκαρισμένα από τους διεκδικητές Ναν. Τελικά βρήκαν τον μοναδικό τρόπο εισόδου. Κατατάγηκαν στον στρατό. Τα έστειλαν στον σιδερά να τους φτιάξει πανοπλίες, κάτι όχι τόσο εύκολο, γιατί τα πίλφα ήταν στρογγυλά. Ο σιδεράς τα βρήκε λίγο σκούρα, αλλά ήταν έξυπνος άνθρωπος και έφτιαξε πέντε άνετες, στρογγυλές πανοπλίες με εύκαμπτα ελάσματα. Τους έδωσαν και από ένα δόρυ, και τα έστειλαν αμέσως στο πιο κύριο πολεμικό πεδίο της σύγκρουσης. Στην πολιορκία της Καμόρα. Τα ψηλά, απόρθητα της τείχη ήταν κυκλωμένα από ένα ατελείωτο χαλί από Ναν, που έβαλλαν κατά της πόλης με ό,τι είχαν. Τα ταρώ είχαν αποκαλύψει ότι ο κρεμασμένος στον ψηλό πύργο ήξερε που είναι η Σφέα. Τα πίλφα έκλεψαν τα κιάλια του λοχία και εξέτασαν τον στόχο τους. Σε κεντρικό σημείο της πόλης υψωνόταν ο πύργος με ένα μοναδικό παράθυρο, με κάγκελα, στην κορυφή. Δεν υπήρχε όμως καμία πιθανότητα να σκαρφάλωναν σώα εκείνα τα τείχη. Να όμως που ήρθε ο λοχίας και τους έβαλε τις φωνές.

«Τι κάνετε αυτού βρε;! Στα τείχη με τους υπόλοιπους, ζαγάρια!»

 

Μπήκαν λοιπόν στην ουρά για τις σκάλες, τις σκάλες που κάθε τόσο τσακίζονταν από πέτρες, ή περιχύνονταν με βραστό λάδι ή υγρό πυρ. Τα καροτσάκια με τα υπολείμματα όσων είχαν προηγηθεί στο γιουρούσι, έκαναν παρέλαση μπροστά τους. Ξεροκατάπιαν και αναρρωτήθηκαν αν άξιζε τελικά όλο αυτό το νταβαντούρι με τα πακέτα. Τότε ένα πίλφι είχε μια ιδέα.

«Κοιτάξτε» είπε.

Τους έδειξε τους καταπέλτες που έριχναν βλήματα προς τα τείχη αλλά και πάνω από αυτά. Ένας συγκεκριμένος καταπέλτης είχε βάλει πεισματικά στόχο τον πύργο και συνέχεια αποτύγχανε. Όλοι οι καταπέλτες ήταν συνδεδεμένοι με ράγιες και ένα βαγόνι παρέδιδε τις φρεσκοψημένες μπάλες που εκσφενδόνιζαν. Τα πέντε πίλφα διέφυγαν της προσοχής των άλλων, καθώς το μέγεθος τους το έκανε εύκολο. Μπήκαν στο βαγόνι με προορισμό τον ποθητό καταπέλτη, μάζεψαν, χέρια, πόδια, ουρά μέσα και περίμεναν. Οι εκσφενδονιστές παραξενεύτηκαν με τα πέντε περίεργα βλήματα.

«Θα είναι μια νέα τεχνολογία» σκέφτηκαν.  

«Ελαφρά δεν είναι;» σχολίασε κάποιος.

«Βάλ’τα όλα» είπε άλλος.

Τιτίβισαν αγχωμένα όπως τα φόρτωσαν στην κουτάλα και σχεδόν αμέσως πετούσαν προς τον προορισμό τους. Κάτι το ότι ήταν light, κάτι μια αλλαγή στον άνεμο, χτύπησαν και τα πέντε τον πύργο, ανοίγοντας πέντε τρύπες. Πίσω στο στρατόπεδο οι Ναν ζητωκραύγασαν χαρούμενοι.

 

Τα πίλφα βρέθηκαν πεσμένα μέσα σε ένα κυκλικό κελί. Στον τοίχο, κρεμόταν από τα χέρια του ένας ξύλινος άνθρωπος με σύρματα να ενώνουν τις κλειδώσεις του. Μια γλάστρα ήταν το μοναδικό άλλο αντικείμενο στο κελί.

«Αυτός πρέπει να είναι ο κρεμασμένος άνθρωπος» είπαν, «Αν και δεν είναι τόσο άνθρωπος.»

Ένα πίλφι έβγαλε το γράμμα που τους έδωσε η μάγισσα και τη λίστα τους.

«Να ελέγξουμε την προφητεία» είπε.

Κοίταξαν τα δύο χαρτιά.

«Ο κουρδιστός άνθρωπος πρέπει να είναι ο κρεμασμένος που μας είπε η Αράχνη.»

Τον κατέβασαν από τον τοίχο και όσο να τον έψαξαν δεν βρήκαν πουθενά ένα κλειδί.

«Πως τον κουρδίζεις;» αναρωτήθηκαν.

«Κάτι έχει εδώ» είπε το ένα και έσπρωξε το στήθος της κούκλας.

Αποκάλυψε ένα πορτάκι. Μέσα, όρθιο, ήταν ένα μισό σβησμένο κερί. Κοιτάχτηκαν. Έψαξαν τις τσέπες τους και βρήκαν ένα κουτί σπίρτα. Άναψαν το κερί και περίμεναν. Ο κουρδιστός άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του και ανασηκώθηκε.

«Α, είμαι πάλι ζωντανός» είπε και αναπήδησε χορευτικά. «Ποιοι είστε εσείς;»

«Εμείς ψάχνουμε να βρούμε τη Σφέα. Ξέρεις που είναι;» του απάντησαν.

«Ξέρω. Αλλά πρώτα πρέπει να φύγουμε από δω.»

Εκτός από το ένα παράθυρο με τα κάγκελα, άλλη έξοδος δεν υπήρχε. Ο κουρδιστός άνθρωπος άπλωσε το χέρι του σε έναν μοχλό στην οροφή του κελιού και τον τράβηξε. Αμέσως ένα μπαλόνι άρχισε να φουσκώνει στα κεραμίδια του πύργου, το οποίο έφτασε σε μέγεθος αερόστατου. Ξεκόλλησε το κελί από τον υπόλοιπο πύργο και άρχισε να ανυψώνεται.

«Πάμε λοιπόν» είπε ο κουρδιστός άνθρωπος.

Ένας καταιγισμός από βέλη κυνήγησε το αερόστατο, αποτυγχάνοντας να το φτάσει. Σε λίγο πέρασαν τα βουνά και η πολιορκούμενη πόλη χάθηκε από τα μάτια τους.

 

(το πακέτο συνεχίζεται)

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το αερόστατο πέρασε πάνω από ένα δάσος από οδοντωτές οροσειρές πριν φτάσει σε ένα εύφορο πλάτωμα με χίλια ρυάκια. Όσο κρατούσε το ταξίδι, τα πίλφα είχαν ένα σωρό ερωτήσεις για τον Κουρδιστό Άνθρωπο. Είχε κι εκείνος πολλές δικές του.

«Πόσος καιρός πέρασε;» τους ρώτησε.

«Ποιος σε κρέμασε στον πύργο;» τον ρώτησαν.

Όπως ξεκαθαρίστηκε, ο σατανικός μάγος Μπαλούμπανπαπ δημιούργησε τον Κουρδιστό Άνθρωπο πριν πολλά χρόνια για υπηρέτη του. Ήταν αναγκασμένος να υπακούει κάθε εντολή του δημιουργού του. Είχε συνεργαστεί δυστυχώς και στην απαγωγή της Σφέας, της όμορφης κόρης της Μάγισσας. Επειδή υπήρξε μάρτυρας όλης της διαδικασίας αρπαγής και φυλάκισης της κοπέλας, ο Μπαλούμπανπαπ τον κρέμασε στον πύργο και έσβησε το κερί της ζωής που είχε το αυτόματο στο στήθος του. Έτσι κανείς ποτέ δεν θα μάθαινε το μεγάλο μυστικό. Αυτά είχαν συμβεί πριν σαράντα πέντε χρόνια, όπως τα υπολόγισαν τα πίλφα. Ο πύργος παλιά ήταν το εργαστήρι του κακού μάγου, γι αυτό και ο Κουρδιστός Άνθρωπος ήξερε για το αερόστατο.

«Εύχομαι να απομακρυνθούμε αρκετά, πριν μάθει ο Μπαλούμπανπαπ ότι το σκάσαμε» τους είπε.

«Μην ανησυχείς» τον καθησύχασαν, «Τον σκότωσε ο ιππότης Νταφέρ.»

Ξαφνικά ο Κουρδιστός Άνθρωπος σήκωσε τα χέρια του και έτρεξε στο παράθυρο να κοιτάξει έξω.

«Ωχ και αλί! Άλλαξε ο άνεμος και πάμε σε λάθος κατεύθυνση» είπε.

«Πως ξέρεις που πάμε;» τον ρώτησαν.

«Γιατί έχω μια πυξίδα στο κεφάλι μου» είπε, δείχνοντας το κούτελο του.

Άπλωσε ξανά το χέρι του στον μοχλό στο ταβάνι και τον έστριψε. Άκουσαν αμέσως το αερόστατο να ξεφουσκώνει.

«Τέλος πτήσης» είπε, «Θα συνεχίσουμε με τα πόδια.»

 

Μόλις το κελί προσγειώθηκε στον κάμπο, ο Κουρδιστός Άνθρωπος και τα πίλφα βγήκαν από τις τρύπες που άνοιξε στον πύργο ο καταπέλτης. Γιατί το παράθυρο είχε ακόμα κάγκελα. Ο Κουρδιστός Άνθρωπος πήρε μαζί του και την γλάστρα με τον βασιλικό που είχε στο κελί.

«Τι το θέλεις αυτό;»

«Είναι το κλειδί της φυλακής της Σφέας» τους εξήγησε. «Όταν φτάσουμε εκεί θα καταλάβετε.»

«Που είναι εκεί;»

Γύρω τους είχαν πολλά μονοπάτια. Με την πυξίδα στο κεφάλι όμως, ο Κουρδιστός Άνθρωπος πήρε το σωστό. Μετά από όλες τις περιπέτειες τους, τα πίλφα δεν πίστευαν ότι όλα πλέον κύλαγαν ομαλά. Ο καιρός ήταν ηλιόλουστος, περνούσαν δέντρα σκιερά και φορτωμένα φρούτα, κάθε λίγο συναντούσαν και μια βρύση με γάργαρο νεράκι. Αυτό δεν ήταν περιπέτεια, ήταν εκδρομή. Κι εκεί που όλα πήγαιναν καλά, ξαφνικά το αυτόματο ταλαντεύτηκε και έπεσε στα γόνατα του.

«Τι έπαθες» τον ρώτησαν.

Ο Κουρδιστός Άνθρωπος άνοιξε το πορτάκι στο στήθος του και είδαν ότι το κερί είχε σχεδόν λιώσει ολόκληρο και ήταν έτοιμο να σβήσει.

«Έχεις άλλο;»

«Όχι. Δεν είναι συνηθισμένο κερί, είναι από τα μαγικά και αυτό ήταν το τελευταίο» είπε λυπημένος.

«Και τώρα;»

«Τώρα θα πρέπει να τελειώσετε εσείς την αποστολή. Στο τέλος του μονοπατιού ευθεία, όχι πολύ μακριά, είναι μια καλύβα. Εκεί ζει η Ζάντρα, η Θεραπεύτρια. Εκείνη έχει την Σφέα. Η Ζάντρα δεν είναι κακιά. Δεν το γνωρίζει ότι έχει τη Σφέα. Θα της δώσετε την γλάστρα και θα πείτε ότι φέρατε το φάρμακο της πριγκίπισσας. Δεν προλαβαίνω να σας πω άλλα. Α ναι, ζητήστε και το δανικό. Αλλιώς η Σφέα δεν θα μπορέσει…»

Κι εκεί, έσβησε το βλέμμα του Κουρδιστού Ανθρώπου.

«Τι δεν θα μπορέσει;» αναρωτήθηκαν, αγχωμένα ξανά.

Ακούμπησαν την κούκλα καθιστή στις ρίζες ενός δέντρου, και συνέχισαν στο μονοπάτι.

 

Όντως η καλύβα δεν ήταν μακριά. Το κερί είχε σβήσει μόλις πριν μισή ώρα όταν την αντίκρισαν. Χτύπησαν την πόρτα και βγήκε μια γυναίκα με τρελή αφάνα, ντυμένη με πολύχρωμα καφτάνια και στολισμένη με κολιέδες, βραχιόλια και χαϊμαλιά.

«Βρε για δες τα, βρε για δες τα» φώναξε γελώντας μόλις τα είδε, «Τι είστε καλέ εσείς;»

«Είμαστε πίλφα.»

«Και τι είναι αυτό;»

«Δεν ξέρουμε.»

«Είστε πολύ γλυκούλια πάντως. Τι να σας φιλέψω;»

Τις έδωσαν την γλάστρα με τον βασιλικό.

«Σας φέραμε το φάρμακο της Σφέας» είπαν τιτιβίζοντας ανυπόμονα.

«Ποια είναι η Σφέα;» τους ρώτησε απορημένη.

Τα πίλφα κοιτάχτηκαν απελπισμένα. Τι είχαν κάνει λάθος;

«Δεν είναι εδώ η πριγκίπισσα;» ξαναρώτησαν πανικόβλητα.

Η Ζάντα κατσούφιασε.

«Ποιος σας έστειλε εδώ;» είπε.

 

Κάθισαν σε ένα τραπέζι του πικνίκ δίπλα στο σπίτι. Τους φίλεψε μηλόπιτα και λεμονάδα και τους έβαλε να διηγηθούν την ιστορία τους. Όταν τέλειωσε η αφήγηση, η Ζάντα κοίταξε τη γλάστρα με τον βασιλικό.

«Το κλειδί της φυλακής της Σφέας λοιπόν. Το φάρμακο της πριγκίπισσας. Χμμ. Εγώ έχω μόνο μια πριγκίπισσα στο σπίτι. Περιμένετε εδώ.»

Η Ζάντα πήγε μέσα στο σπίτι και μετά από λίγο επέστρεψε. Άφησε μια μικρή χελώνα πάνω στο τραπέζι.

«Αυτή είναι η Πριγκίπισσα. Μου την έφερε πριν από πολλά χρόνια ο Μαριονέτ, έτσι τον έλεγα εγώ. Μου είπε ότι η χελώνα έπασχε από μελαγχολία και ότι υπήρχε μαγικό φάρμακο που θα μου το έστελνε σύντομα. Δεν ξανάκουσα ποτέ από εκείνον. Όντως έπασχε η καημένη από μελαγχολία και ό,τι και να έκανα για να την γιάνω δεν τα κατάφερα. Ξένο ξόρκι τη δένει.»

Η χελώνα έμεινε στη θέση της όπως την άφησε και τους κοιτούσε μελαγχολικά. Η Ζάντα έκοψε λίγο βασιλικό από την γλάστρα και τον έτριψε μπροστά στην χελώνα. Εκείνη κοίταξε τα φυλλαράκια διστακτική και άρχισε να τα μασουλάει προσεκτικά. Ξαφνικά, πράσινος καπνός πετάχτηκε μέσα από το καβούκι, σκέπασε την χελώνα, σκέπασε το τραπέζι, άστραψαν κεραυνοί και έπεσαν όλοι στο χορτάρι. Μόλις καθάρισε ο καπνός, στη θέση της χελώνας πάνω στο τραπέζι στεκόταν η Σφέα, νέα σαν την μέρα που την απήγαγαν.

 

Ευτυχώς ή δυστυχώς, το τελευταίο πράγμα που θυμόταν η Σφέα ήταν η στιγμή που ο μαύρος άνεμος έπεσε και την άρπαξε από την αυλή των γωνιών της. Όταν έμαθε πόσα χρόνια είχαν περάσει, έκλαψε πικρά. Την καταλυπήθηκαν και της έδωσαν λίγη μηλόπιτα που βοήθησε αρκετά. Έφαγε όλο το ταψί.

«Και πως θα γυρίσω πίσω; Προς τα πού είναι το σπίτι;» ρώτησε η Σφέα.

Η κοπέλα και η Ζάντα κοίταξαν τα πίλφα, Τα πίλφα έγιναν κόκκινα, μετά μπλε και μωβ και κίτρινα. Δεν είχαν ιδέα γιατί δεν κρατούσαν λογαριασμό. Τότε το ένα πίλφι θυμήθηκε τα τελευταία λόγια του Μαριονέτ.

«Το δανικό. Έτσι θα πάει πίσω. Φέρτε μας το δανικό» είπε στην Ζάντα.

Η Θεραπεύτρια δεν μπορούσε να θυμηθεί κανένα δανικό. Ένα άλλο πίλφι έβγαλε έξω ένα χαρτάκι.

«Η λίστα!»

«Η λίστα» φώναξαν όλα μαζί.

Μαζεύτηκαν πάνω από το χαρτάκι, σουξουμούξου, σβήνοντας λέξεις.

«Ο σάκος» τιτίβισαν.

Και η Ζάντα θυμήθηκε τον σάκο που της είχε δανίσει ο Μαριονέτ. Έτρεξε και τον έφερε, ήταν γεμάτος, φουσκωμένος, δεμένος στην κορυφή.

«Δεν ήταν γεμάτος όταν τον δανείστηκα» είπε.

«Τι έχει μέσα;»

Η Ζάντα τον έλυσε και τινάχτηκε από μέσα ένας μαύρος ανεμοστρόβιλος, έκανε τον κύκλο του σπιτιού μια φορά και βουτώντας στη Σφέα τη ρούφηξε μέσα του. Ανυψώθηκε στη συνέχεια ψηλά και πέταξε μακριά.

«Και τώρα;!» τσίριξαν τα πίλφα.

«Μην ανησυχείτε» είπε η Ζάντα, «Αν ο Μαριονέτ ήξερε τι έλεγε, η Σφέα είναι καθ’οδόν για το σπίτι της.»

 

Αποφάσισαν να την αράξουν στης Ζάντας καμιά βδομάδα, μόλις μια μέρα μετά όμως, είδαν το μεσημέρι ένα κουρνιαχτό στον ορίζοντα.

«Μας βρήκε» είπαν στενοχωρημένα και έφυγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

 (ακολουθεί το φινάλε)

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Επιτέλους το φινάλε. Το τελευταίο πακέτο. Κάθισαν σε κύκλο τα πέντε πίλφα, στην άκρη του δρόμου, και προσπάθησαν να βρουν ποιος ανάμεσα τους είχε την φαεινή ιδέα να αναλάβουν αυτό το μπελαλίδικο πρότζεκτ. Επειδή έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό, δεν κατάφεραν να ρίξουν την ευθύνη σε κανένα τους. Αυτό στο οποίο συμφώνησαν ήταν ότι είχαν φάει αρκετή περιπέτεια, θέλαν επιτέλους να τελειώνει και περίμεναν πως και πώς να επιστρέψουν στην βαρεμάρα τους. Σίγουρα δεν επρόκειτο να το επαναλάβουν. Κανείς δεν θα έχτιζε ανδριάντες προς τιμή τους.

 

Πήραν πάλι τον δρόμο τους, ξέροντας ότι κυρίως έπρεπε να βρουν ένα οπλοστάσιο. Και ειλικρινά σας λέω ως αφηγητής, όσο ειλικρινής υπήρξα σε όλο αυτό το ταξίδι, συνάντησαν μια πινακίδα με βέλος που έλεγε «Οπλοστάσιο.» Και ακολουθώντας το βέλος έφτασαν σε ένα ψηλό τείχος, σαν εκείνο που είχαν συναντήσει στην πρώτη τους περιπέτεια. Είχε ένα θολωτό άνοιγμα που έγραφε από πάνω: «Λαβύρινθος. Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα, όλοι εσείς που εισέρχεστε εδώ.» Γουργούρισαν αγχωμένα, γνωρίζοντας όμως ότι δεν είχε άλλη έξοδο. Μπαίνοντας μέσα βρέθηκαν να ακολουθούν έναν μακρύ και σκεπαστό διάδρομο, με αναμμένους πυρσούς σε εσοχές, για να φωτίζουν τον δρόμο τους. Είδαν φως στο βάθος και σε λίγο έφτασαν σε έναν μεγάλο ακάλυπτο χώρο. Το έδαφος ήταν σπαρμένο με κόκκαλα. Σε μια στήλη στο κέντρο καθόταν οκλαδόν ένας μουσάτος με ρόμπα. Πάνω στη στήλη έγραφε «Πάρτε μιαν απάντηση και συνεχίστε». Πίσω από τον άντρα συνέχιζαν τρεις διαφορετικοί διάδρομοι. Το ένα πίλφι πλησίασε τη στήλη.

«Ποιος διάδρομος από τους τρεις, βγάζει στο οπλοστάσιο;» ρώτησε.

«Εσύ ποιος πιστεύεις ότι βγάζει στο οπλοστάσιο;» είπε ο άντρας.

«Δεν ξέρω. Γι αυτό ρωτάω εσένα.»

«Γιατί πιστεύεις ότι ξέρω εγώ;»

«Ε… εσύ δεν είσαι ο σπουδαίος με όλες τις απαντήσεις;»

«Θα ήθελες να έχω όλες τις απαντήσεις;»

Εκείνη τη στιγμή μέσα από τους επόμενους διαδρόμους ακούστηκε ένα γλοιώδες χαχανητό.

«Τι ήταν αυτό;» φώναξαν σκιαγμένα.

«Εσείς τι νομίζετε ότι ήταν;» είπε ο άντρας.

Το ένα πίλφι γύρισε στο άλλο.

«Τι τρέχει με αυτόν τον τύπο; Εδώ θα αφήσουμε τα κόκκαλα μας;»

Τότε συνειδητοποίησαν γιατί ο χώρος ήταν στρωμένος με οστά. Σκέφτηκαν τότε να κοιτάξουν στη λίστα τους.

«Αμάν, είναι ο ψυχίατρος» κακάρισε το ένα.

«Με καλέσατε;» ρώτησε ο άντρας.

Εκνευρισμένο, το ένα πόλφι ξαναπλησίασε τη στήλη.

«Δεν θα μας δώσεις την απάντηση που θέλουμε;» ρώτησε.

«Πιστεύετε ότι έχω εγώ την απάντηση;»

«Έτσι λέει η πινακίδα.»

«Και πιστεύετε όσα λένε οι πινακίδες;»

Τα πίλφα κοιτάχτηκαν.

«Όχι» φώναξαν με μια φωνή και διαλέγοντας έναν διάδρομο στην τύχη, άφησαν πίσω τους τον ψυχίατρο.

 

Αυτή τη φορά ήξεραν ότι βρισκόντουσαν σε λαβύρινθο. Κρατιόνταν χέρι-χέρι για να μην χωρίσουν και χαθούν. Εδώ συνάντησαν κι άλλους σκελετούς, αλλά και κάποιους ανθρώπους που δεν είχαν γίνει ακόμα σκελετοί αλλά είχαν φτιάξει μια ζωή εκεί μέσα. Από αυτούς έμαθαν ότι μέσα στο λαβύρινθο περιφερόταν ένα θηρίο, καρπός του βιαστή ιερέα με ένα σαμιαμίδι. Το τέρας έψαχνε θηράματα για να διαιωνίσει τον δικό του καρπό. Τα πίλφα ρίγησαν και συνέχισαν να περιφέρονται με μεγαλύτερη προσοχή, σίγουρα ότι όπως όλες τις φορές, όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στο ποθητό αποτέλεσμα. Έφτασαν σε ένα σημείο που ο διάδρομος χωριζόταν στα δύο. Τα χνώτα του θηρίου ήταν ζεστά στις ουρίτσες τους και πήραν την απόφαση να χωριστούν, σε τρία και δύο. Έτσι το τέρας θα ακολουθούσε τα μισά και θα διέφευγαν τα άλλα. Αυτά που έμειναν δύο, μετά από ώρες περιπλάνησης χωρίς ίχνος του θηρίου, κατάλαβαν ότι ήταν εκείνα που είχαν γλυτώσει. Κάποια στιγμή συνάντησαν δύο εισόδους, μόνο όμως από το βάθος της μίας ερχόταν μια πράσινη ανταύγεια. Ακολούθησαν το φως και ήρθαν σε μια πόρτα, πάνω στην οποία άστραφτε ένα κόσμημα. Έσπρωξαν την πόρτα και αντίκρισαν έκπληκτα το Οπλοστάσιο!

 

Ήταν αυτό ακριβώς που φανταζόντουσαν. (Είχαν δει και την φωτογραφία). Μαχαίρια, σπαθιά, ασπίδες, τσεκούρια και δόρατα ήταν κρεμασμένα στα ντουβάρια. Πανοπλίες ήταν στημένες ολόγυρα, βαρέλια γεμάτα βέλη και τόξα και κεφαλοθραύστες. Βαρέλια επίσης με μπαρούτι και μπάλες για καταπέλτες. Και όχι μόνο. Ήταν εκεί και τα άλλα τρία πίλφα, που σκούπιζαν το πάτωμα με σφουγγαρίστρες. Αγκαλιάστηκαν χαρούμενα και συγκινημένα.

«Πως ξεφύγατε από το θηρίο;» ρώτησαν τα δύο.

«Δεν ξεφύγαμε» εξήγησαν. «Πέσαμε εδώ και είχαμε ό,τι χρειαζόμασταν για να κάνουμε το τέρας με τα κρεμμυδάκια.»

Ακούστηκε κάποιος που καθάριζε τον λαιμό του.

«Α ναι. Μας περίμενε εδώ κι αυτός» είπαν τα τρία.

Στο οπλοστάσιο, με την κουκούλα του, ήταν ο μυστηριώδης γυρολόγος της πρώτης μέρας.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» ρώτησαν εδώ.

«Σας περίμενα» είπε αφαιρώντας την κουκούλα και την μάσκα του.

Ήταν ο βιβλιοθηκάριος.

«Ωωω. Ο διπρόσωπος» τιτίβισαν.

«Συγχαρητήρια. Φτάσατε στο φινάλε, αν και ένα πακέτο θα ήταν αρκετό.»

«Και τώρα φεύγουμε;»

«Φορέστε αυτά που θα σας πω» τους είπε και τους διάλεξε πανοπλίες, περικεφαλαίες και ξίφη για τα πρώτα δύο, μια φούστα και τιάρα στο τρίτο.

Κρέμασε κουρτίνες στο τέταρτο και φόρεσε ένα καπίστρι στο πέμπτο.

«Ιδού, βασιλιάς, βασίλισσα, αξιωματικός, πύργος και άλογο» είπε.

Έβαλε μετά στο πάτωμα μια σκακιέρα. Πηδήξτε εδώ και εξέλθετε. Η μόνη έξοδος από εδώ μέσα.

«Κι αν είχαμε άλλο πακέτο για τελευταίο;» ρώτησαν.

«Μην ερεύνα, τέκνον» τους είπε και τους έσπρωξε.

Έσκασαν πάνω στη σκακιέρα σκορπώντας άσπρα και μαύρα τετραγωνάκια και χάθηκαν πίσω, στον τόπο απ’ όπου είχαν έρθει. Πίσω στη βαρεμάρα τους.

 (ναι τέλειωσε)

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Νίκη

Λοιπόν, το ανεβάζω. Το ανέβασα και σε αρχείο και σε κείμενο. 

Έχω πάρει το πακέτο λέξεων τέσσερα. Οι λέξεις του πακέτου είναι τονισμένες με κίτρινο.

Κέντρο Ιστορικών και Ειδικών Ερευνών

 

 

Εδώ και λίγο καιρό, η Σοφία είχε προσληφθεί ως γραμματέας στο Κέντρο Ιστορικών και Ειδικών Ερευνών στη Θεσσαλονίκη. Από παιδί ήταν το όνειρό της, καθώς ο τόπος αυτός της ερέθιζε έντονα τη φαντασία και την έκανε να ονειρεύεται μυστηριώδη γεγονότα. Φυσικά, ικανοποίηση της προξενούσε και το πεζό γεγονός ότι, μέσα στην κρίση βρήκε μια δουλειά που την ευχαριστούσε και ήταν στο αντικείμενό της.

Το κτίριο και τα αντικείμενα που στέγαζε τα θεωρούσε χαρά των ματιών και του νου της. Αυτά τα δωματιάκια, οι διάδρομοι, τα κρυφά περάσματα και τα ράφια γεμάτα με βιβλία, τα οποία για τους άλλους ήταν ένας πεζός τόπος δουλειάς, για αυτήν ήταν αντικείμενα παθιασμένης έξαψης, εξερεύνησης και αφορμή για ονειροπολήσεις.

Η Σοφία, καθώς είχε ακόρεστο πόθο για γνώση, άρχισε να μελετάει τα βιβλία που υπήρχαν στα ράφια στα διαλείμματα της εργασίας της ακόμη και αυτά που δεν χρειαζόταν να γνωρίζει. Σταδιακά, συνειδητοποίησε ότι ένας μεγάλος αριθμός απ’ αυτά δεν ήταν απλές ιστορικές μελέτες, αλλά περιείχαν μυστηριώδεις, απόκρυφες γνώσεις.

Τα απογεύματα, όταν δεν ήταν κανείς στο κτίριο, αυτή βρισκόταν πάντα εκεί, στη βιβλιοθήκη, σαν ένα ήσυχο στοιχειό, μια παρουσία βοηθητική σε όλους. Για την ίδια τη Σοφία, το νεοκλασσικό κτίριο, περιτριγυρισμένο από έναν κήπο όπου θρασομανούσε η βλάστηση,  πολύβουο κάποιες ώρες κι άλλες απόλυτα ήσυχο κι έρημο, δεν ήταν απλώς ένας πεζός χώρος δουλειάς. Ήταν ένας τόπος όπου ηρεμούσε απ’ τα προβλήματα της καθημερινής ζωής και εισερχόταν σε άλλες πραγματικότητες, μέσω των δρόμων που της άνοιγε η γνώση, τους οποίους ακολουθούσε με τη χαρά παιδιού που παίζει κι ονειρεύεται μέσω του παιχνιδιού.

Ορισμένα βράδια έβρισκε την πόρτα του ιδρύματος αμπαρωμένη, αλλά τα παράθυρα φωτισμένα. Τότε απορούσε: «Τι κάνουν τέτοια ώρα άνθρωποι εδώ;» αναρωτιόταν. Υπακούοντας όμως στη μυστικοπαθή ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος αλλά και στη συγκρατημένη φύση της, δεν ρώτησε κανέναν για αυτά τα γεγονότα. Βέβαια, ως κανονικός άνθρωπος ένιωθε μεγάλη περιέργεια για τα αλλόκοτα αυτά συμβάντα τα οποία παρατηρούσε πού και πού. Το ενδιαφέρον της δεν οφειλόταν μόνο σε απλή περιέργεια αλλά και σε ερευνητική διάθεση και στην ελπίδα να μάθει όλα τα μυστικά αυτού του τόπου, ώστε να συμβάλλει όσο πληρέστερα μπορούσε στη διαχείριση και στη φύλαξή του.

Οι μοναχικές αυτές μελέτες βοηθούσαν και στην αποδοτική συνεργασία  της με τους ερευνητές του ιδρύματος, καθώς, μέσω αυτών των εξερευνήσεων είχε μάθει κάθε σημείο της βιβλιοθήκης, ακόμη και το πιο ασύχναστο. Έτσι, είχε την ικανότητα να πραγματοποιεί οποιαδήποτε βιβλιογραφική απαίτηση των καθηγητών, γνωρίζοντας όλα τα σπάνια ντοκουμέντα που ήταν φυλαγμένα στο χώρο. Με τη σειρά της, έκανε ερωτήσεις σε αυτούς, για να λύσει τις απορίες από  τα διαβάσματα της. Λόγω της φιλομάθειας και της αποτελεσματικότητάς της την πρόσεξε ένας καθηγητής και της ζήτησε να συνεργαστεί μαζί του.

Αυτός ο καθηγητής, προσέχοντας το ακόρεστο ενδιαφέρον της για μάθηση και το νοιάξιμο της για το χώρο, την παρότρυνε να του κάνει ερωτήσεις για οτιδήποτε την απασχολούσε.

Τα ερωτήματα όσον αφορά τη μυστηριώδη κινητικότητα που είχε παρατηρήσει στο ίδρυμα τις βραδινές ώρες, αν και την απασχολούσαν έντονα, δεν τολμούσε ακόμη να του τα θέσει.  Σκεφτόταν ότι, αφού δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε για βραδινά περιστατικά στο Κέντρο από κάποιον συνάδελφο ή ερευνητή, αυτό σημαίνει ότι θα ήταν μυστικό. Και για να μιλήσετε για μυστικά με κάποιον, σημαίνει ότι έχετε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον και νιώθετε άνετα. Αυτή όμως δεν ένιωθε ακόμη αρκετή οικειότητα με τον καθηγητή της και ντρεπόταν να θέσει προς συζήτηση ένα θέμα που έπρεπε να ήταν κρυφό. Αρχικά, λοιπόν,  οι ερωτήσεις προς τον καθηγητή αφορούσαν  μόνο τη δουλειά της και προβληματισμούς οι οποίοι αναφύονταν μέσα απ’ τις μοναχικές αναγνώσεις της.

Ρωτώντας η μια και απαντώντας ο άλλος, άρχισε να στερεώνεται εμπιστοσύνη ανάμεσά τους. Πολλές φορές μάλιστα αντιστρέφονταν οι ρόλοι: ο καθηγητής, θαυμάζοντας τις γνώσεις και το ζήλο για μάθηση της κοπέλας, ρωτούσε και η Σοφία απαντούσε και διευκρίνιζε. Έτσι δυνάμωσε η σχέση τους και απέκτησαν οικειότητα.Τότε μόνο η κοπέλα τόλμησε να ρωτήσει για τα παράξενα νυχτερινά γεγονότα που είχε παρατηρήσει.

«Α, ώστε έπεσαν στην αντίληψη σου οι νυχτερινές μας συναντήσεις!Πολύ παρατηρητικό κορίτσι είσαι, βλέπω.» χαμογέλασε ο καθηγητής. « Το περίμενα ότι θα μου έκανες αυτήν την ερώτηση. Μάλιστα, απορούσα για ποιο λόγο δεν με είχε ρωτήσει νωρίτερα».

«Ε, σκέφτηκα ότι ήταν κάποιο μυστικό, κάτι που δεν έκανε για τα αυτιά μου, για έναν αμύητο, όπως εγώ» αποκρίθηκε η Σοφία, κάπως αμήχανα.

«Καλά έκανες και φάνηκες συνετή» την ενθάρρυνε ο καθηγητής. Με τις πράξεις σου και τη συμπεριφορά σου όλο αυτό το διάστημα απέδειξες ότι είσαι άξια για να σου αποκαλύψω το μυστικό. Αυτό το κτίριο, το Κέντρο Ιστορικών και Απόκρυφων Μελετών είναι το αρχηγείο ενός τάγματος που βοηθάει στην προστασία και τη διάδοση της γνώσης. Τα μέλη του συνεδριάζουν εδώ κάθε μήνα, αλλά και εκτάκτως, αν προκύψει κάποιο θέμα το οποίο χρειάζεται να συζητηθεί.  Στις πιο χαλαρές και γιορταστικές συγκεντρώσεις, μάλιστα, η συζήτηση γίνεται μπροστά σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.

Επειδή είμαι πολύ ευχαριστημένος απ’ τη δουλειά σου και το χαρακτήρα σου,  θα ήθελα να σου προτείνω να γίνεις κι εσύ μέλος του τάγματος. Η φιλομάθεια και η σύνεση σου, όπως και το νοιάξιμο για το χώρο και τη γνώση που αυτός περικλείει σε κάνουν ιδιαίτερα επιθυμητή για το τάγμα. Μάλιστα προτείνω να σε διορίσουμε φύλακα των βιβλίων. Χρειαζόμαστε κάποιο άτομο για αυτή τη δουλειά, κι εσύ αγαπάς πολύ τα βιβλία και ασχολείσαι όλη την ώρα με αυτά.».

Η Σόφη ένιωσε πολλές σκέψεις να συγκρούονται μέσα της. Απ’ τη μια, ένιωθε ως το βάθος της ψυχής της ευγνωμοσύνη για τη μεγάλη τιμή που της έκανε, απ’ την άλλη όμως η έλλειψη αυτοπεποίθησης την οδηγούσε να συλλογίζεται ότι δεν θα τα βγάλει πέρα με τόσες ευθύνες, ότι άλλο είναι το ανέμελο διάβασμα που έκανε μόνη της και άλλο το καθήκον να περιφρουρήσει γνώση αιώνων.

Ο καθηγητής είδε ότι δείλιαζε και της είπε ότι το τάγμα έχει ανάγκη από νέους, δραστήριους, φιλόπονους και φιλομαθείς ανθρώπους όπως αυτήν. Της εξομολογήθηκε ότι χρειάζονταν επειγόντως άτομα, καθώς ο κλάδος της ιστορίας δεν ζητιέται. Της επανέλαβε τα καλά λόγια για το χαρακτήρα της και προσπάθησε να τονώσει την αυτοπεποίθησή της.

Η Σοφία δέχτηκε, πεπεισμένη από τα επιχειρήματα του αλλά κυρίως ενθαρρυμένη απ’ τα παινέματά του.

Άρχισε να συμμετέχει λοιπόν κι αυτή στις βραδινές μηνιαίες συνεδριάσεις. Κάποια στιγμή, ανέφερε στον καθηγητή κάτι ανησυχαστικό που είχε διαβάσει στην εφημερίδα.

«Η εφημερίδα που διαβάζω γράφει ότι η μελέτη της ιστορίας και των απόκρυφων γνώσεων απαγορεύτηκε! Αυτό τι σημαίνει; Θα κλείσει το Κέντρο Μελετών;»

Ο καθηγητής γνώριζε κι αυτός την είδηση. Παραδέχτηκε ότι αυτή ήταν εξαιρετικά δυσοίωνη και συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση του τάγματος άμεσα.

Παρακινημένα από την επείγουσα ανακοίνωση του καθηγητή, όλα τα μέλη του συμβουλίου ήταν σε απαρτία. Καθένας και καθεμιά είχε κάποιο ανησυχητικό γεγονός να αναφέρει. Καθένα μόνο του δεν φαινόταν ως κάτι τραγικό, αλλά συγκεντρωμένα όλα μαζί έδιναν μια δυσάρεστη εικόνα.

«Ειπώθηκε στο Υπουργείο ότι θα απολύσουν σχεδόν όλους τους υπαλλήλους του Κέντρου Ιστορικών και Ειδικών Μελετών» διαμαρτυρήθηκε ένας εργαζόμενος.

«Το πρόγραμμα σπουδών  των φοιτητών άλλαξε, κι απ’  ότι βλέπω, μας επιτρέπουν να διαπραγματευόμαστε μόνο ανώδυνα θέματα στα μαθήματα» ανέφερε μια καθηγήτρια.

«Η χρηματοδότηση για τις ιστορικές έρευνες μειώθηκε στο μηδέν, σε αντίθεση με τα τεχνικά ιδρύματα» παραπονέθηκε ένας ερευνητής.

«Εγώ φοβάμαι μήπως κλείσουνε τη βιβλιοθήκη» ανησύχησε ο πρώτος εργαζόμενος.

«Θα κλείσουν οπωσδήποτε κάποια απ’ τα μικρότερα ιδρύματα που καταναλώνουν κρατική χρηματοδότηση χωρίς να παρουσιάζουν το ανάλογο έργο. Και πολύ φοβάμαι, από κάτι υπαινιγμούς που έχω ακούσει, ότι έχουν βάλει και το Κέντρο μας σε αυτή την κατηγορία» προβληματίστηκε μια άλλη ερευνήτρια.

«Μα δεν είναι δυνατόν!» αντέτεινε ο καθηγητής της Σοφίας. «Το ίδρυμά μας παράγει σημαντικό επιστημονικό έργο δημοσιεύοντας σημαντικές ιστορικές μελέτες».

«Τι να σου πω…» απάντησε δύσθυμα  η ερευνήτρια. «Ίσως εκεί στην κυβέρνηση να φοβούνται την ιστορία και τη γνώση»

«Πρέπει να κάνουμε κάτι πάντως!» πετάχτηκε η Σοφία.

«Σωστά», συμφώνησε ο πρώτος ομιλητής, «αλλά δεν γνωρίζουμε ποιος είναι υπεύθυνος για το πρόβλημα, οπότε δεν γίνεται να κάνουμε κάτι. Θα τα βάλουμε με ολόκληρη την κυβέρνηση; Δεν γίνονται αυτά!»

«Δεν πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι!» πείσμωσε ο ερευνητής. «Τα άτομα που εργάζονται στο Υπουργείο μπορούν να κατασκοπεύσουν μήπως βρούμε ποιοι ωφελούνται από όλες αυτές τις απαγορεύσεις. Κατόπιν θα δούμε τι θα κάνουμε για να τους αντιταχθούμε».

Τέλος, προτάθηκε να έρχεται η Σοφία κάθε βράδυ ανελλιπώς και να παραφυλάει για ύποπτες κινήσεις, ιδίως όσον αφορά τη βιβλιοθήκη.

Αυτά αποφασίστηκαν και η συνέλευση διαλύθηκε, με όλους τους συμμετέχοντες σκοτουριασμένους.

Ένα βράδυ, η Σοφία πρόσεχε το κτίριο, όπως είχε καθοριστεί, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο στον κήπο, κάτω από μια λάμπα, για να βλέπει. Βλέπει ξαφνικά δυο ανθρώπινες φιγούρες να πλησιάζουν την πόρτα. Όταν πλησίασε για να τους απαγορέψει την είσοδο, διαπίστωσε ότι οι δύο τύποι ήταν ντυμένοι στα ολόμαυρα, φορούσαν μάσκες και μύριζαν αηδιαστικά, σαν δημόσιο αποχωρητήριο.

Οι μασκοφόροι δεν πτοήθηκαν απ’ την απαγόρευση. Ο πρώτος άνοιξε την πόρτα με αντικλείδι, ενώ ο δεύτερος της αμφισβήτησε την απαγόρευση, επειδή αυτοί είχαν διαταγές από ανώτερους.

Το μυαλό της Σοφίας τρεμούλιασε: διαταγές από ανώτερους, ανατριχιαστική φορεσιά που έκρυβε την ταυτότητα τους συν αναγουλιαστική μυρωδιά. Παρόλα αυτά τους ακολούθησε, πεισμωμένη και προσπαθώντας να κυριαρχήσει στην ταραχή της.

Ο ένας μασκοφόρος καρφίτσωσε στον πίνακα ανακοινώσεων ένα χαρτάκι που έγραφε για κατάσχεση βιβλίων και για κλείσιμο της βιβλιοθήκης.

«Φύγε, κοπελιά!» της απευθύνθηκε υποτιμητικά ο πρώτος μασκοφόρος. «Μας έχουν διατάξει να κατασχέσουμε τα βιβλία και να κλειδώσουμε τη βιβλιοθήκη».

Τότε έγινε κάτι παράξενο. Ανακατωμένη με το φόβο και την αηδία, ξεπήδησε μέσα απ’ τη Σοφία μια δύναμη και μια αποφασιστικότητα που δεν γνώριζε καθόλου. Ορθώθηκε απέναντί τους, ίδια προσωποποίηση της Νέμεσης,  με μάτια που πέταγαν φωτιές.

«Μην τολμήσετε!» σφύριξε.«Για να κάνετε κακό στη βιβλιοθήκη και γενικά στο Ίδρυμα, θα πρέπει να περάσετε πάνω απ’ το πτώμα μου!»

Ήταν βέβαια μια μόνη γυναίκα κι αυτοί ήταν δύο άντρες, οπότε εύκολα θα μπορούσαν να την καταβάλλουν. Παρόλα αυτά δεν δίστασε. Οι δύο μασκοφόροι προσπάθησαν να τη μετακινήσουν, καθώς στεκόταν ακριβώς μπροστά στη πόρτα της βιβλιοθήκης, αλλά δεν τα κατάφεραν, όση δύναμη και να έβαζαν. Ήταν λες και η γυναίκα ήταν ριζωμένη στο δάπεδο. Ύστερα, προσπάθησαν να πάνε από δεξιά της κι από αριστερά της στη βιβλιοθήκη, κάνοντας κινήσεις που έμοιαζαν σαν παράξενο κι αδέξιο χορό, στην προσπάθεια τους να την αποφύγουν.Παρά την προσπάθεια τους, δεν κατάφεραν να φτάσουν την πόρτα της βιβλιοθήκης, νιώθοντας να σκοντάφτουν σ’ έναν αόρατο τοίχο. ‘Έτσι, φοβισμένοι από τις υπερφυσικές δυνάμεις που επέδειξε η κοπέλα και προσβεβλημένοι που τους απώθησε μια γυναίκα, αναγκάστηκαν να φύγουν άπρακτοι, βρίζοντας την χυδαία και απειλώντας ότι θα έρθει αντιμέτωπη με τους ανωτέρους τους.

Μόλις έφυγαν, η Σοφία προσπάθησε να σκίσει το χαρτί που έγραφε για την κατάσχεση, αλλά ότι κι αν έκανε δεν μπορούσε να το βγάλει από τον πίνακα, λες και ήταν στερεωμένο με μαγικά μέσα.

Την άλλη μέρα, συγκλήθηκε έκτακτη συνέλευση του συμβουλίου προστασίας της γνώσης, για να αποφασίσουν πώς θα αντιμετωπίσουν τους ανώτερους που είχαν αναφέρει οι μασκοφόροι τους οποίους αντιμετώπισε η Σοφία. Τελικά, έβγαλαν το συμπέρασμα ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να βάλουν κι άλλους φρουρούς στο κτίριο και να είναι μονίμως έτοιμοι για μάχη.

Το άλλο βράδυ κιόλας εμφανίστηκαν οι εχθροί του Κέντρου. Οι τρείς φρουροί του χώρου ήταν σε επιφυλακή για την εμφάνιση τους, οπότετους πρόλαβαν πριν εισχωρήσουν καλά-καλά στον κήπο. Αυτοί οι φύλακες του τόπου, ανάμεσα στους οποίους και η Σοφία με τον καθηγητή της, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τρεις υψηλόσωμους άντρες, με μάτια που έμοιαζαν νεκρά και ανέκφραστα πρόσωπα. Με την παρουσία τους, έμειναν ακίνητοι κι αμίλητοι σαν να είχαν παγώσει.

«Ώστε εσείς είστε οι επαναστάτες που αντιτίθεστε στα σχέδιά μας… Καλώς· αφού θέλετε πόλεμο, ας γίνει πρόσωπο με πρόσωπο. Στις 12 το βράδυ, να βρίσκεστε στο πέτρινο οπλοστάσιο στην περιοχή των Τειχών, στον Πύργο του Τριγωνίου. Εκεί θα λογαριαστούμε». Αυτά είπαν, παίρνοντας το λόγο ο καθένας με τη σειρά του κι αποχώρησαν ξαφνικά, πριν προλάβουν οι φρουροί να πουν λέξη. Όταν εξαφανίστηκαν οι τύποι αυτοί, τότε μόνο τα μέλη του τάγματος μπόρεσαν να μιλήσουν και να κινηθούν.

«Η περιοχή των Τειχών είναι ακατοίκητη και δεν υπάρχει κάποιο οπλοστάσιο εν λειτουργία εκεί!» διαμαρτυρήθηκε η Σοφία.

«Πράγματι, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα σε χρήση εκεί πέρα, μόνο οι πέτρες των Τειχών και οι τουρίστες που πάνε βόλτα. Κι αν είναι παγίδα; Πού ξέρουμε ότι θα βρίσκονται αυτοί εκεί; Πού ξέρουμε ότι αν πάμε εκεί δεν θα βάλουν να μας συλλάβουν ως καταπατητές μνημείων; Έχουν δυνάμεις υπνωτισμού οι αντίπαλοί μας, αν το καταλάβατε. Μπορούν δηλαδή να πείσουν τους άλλους για πράγματα που δεν ισχύουν» σιγοντάρισε τη Σοφία ο καθηγητής.

«Εκεί κοντά βέβαια υπάρχουν και σπίτια… Όχι μέσα στα τείχη, όμως! Είναι όλα ύποπτα: ο χώρος αλλά και ο χρόνος της συνάντησης» συμπλήρωσε ο τρίτος φρουρός.

«Πάντως, μια μάχη δεν μπορεί να γίνει σε μια πυκνοκατοικημένη σύγχρονη πόλη. Τραβάει την προσοχή. Χρειάζεται  έρημο μέρος για κάτι τέτοιο», παρατήρησε η Σοφία.

«Πάντως, αν υπάρχει έστω κι η ελάχιστη ελπίδα να τους νικήσουμε, πρέπει να είμαστε έτοιμοι για όλα και να πάμε. Ειδάλλως, πώς θα τους ξαναβρούμε;» σχολίασε ο καθηγητής.

Η Σοφία συμφώνησε και συμπλήρωσε: «Ότι και να συμβεί πάντως, μην τους κοιτάτε στα μάτια. Υπνωτίζουν, καλά το κατάλαβε ο καθηγητής. Οι απεσταλμένοι , τους οποίους έχω δει,  δρούσαν σαν ρομποτάκια και τα μάτια τους δεν είχαν έκφραση. Τα μάτια των υπεύθυνων για όλα αυτά είναι σαν νεκρά, όπως είδαμε. Και γιατί δεν μπορούσαμε να κινηθούμε ή να μιλήσουμε κατά την παρουσία τους; Γιατί μας είχαν υπνωτίσει! Οπότε, όποια στρατηγική κι αν ακολουθήσουμε, να έχουμε αυτό στο νου μας».

Κι έτσι κι έγινε. Ειδοποιήθηκαν και τα υπόλοιπα άτομα του τάγματος, με τα κινητά, και συγκεντρώθηκαν καμιά δεκαπενταριά άτομα για να πολεμήσουν ενάντια στους εχθρούς της γνώσης.

Δεν είχαν κανονικά όπλα, ως φιλήσυχοι πολίτες και διανοούμενοι. Σύμφωνα όμως με τις οδηγίες της Σοφίας, εξοπλίστηκαν με καθρέφτες, γυαλιά ηλίου και μεγεθυντικούς φακούς, ώστε να αντικαθρεφτίσουν πίσω στα μάτια των αντιπάλων τον υπνωτισμό τους.

 

Όταν έφτασαν στο καθορισμένο μέρος στα Τείχη, είδαν μια καταπακτή, απ’ όπου  

ξεκινούσε μια σκάλα. Καθώς κατέβαινε απ’ τη σκάλα στο χώρο που υπήρχε κάτω απ’ τη γη, η Σοφία τυχαία σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό, όπου είδε ακριβώς από πάνω ένα αστέρι να τρεμοσβήνει και ενστικτωδώς ευχήθηκε σε αυτό να έρθουν όλα ευνοϊκά για αυτούς στον αγώνα που ετοιμάζονταν να δώσουν.

Ο χώρος όπου βρέθηκαν ήταν πράγματι ένα οπλοστάσιο. Σε μια ευρύχωρη  αίθουσα υπήρχαν σπαθιά στους τοίχους, ξιφολόγχες αλλά και πιστόλια σε ερμάρια.  Ορισμένα απ’ αυτά φαινόταν αρχαία, αλλά ήταν καλογυαλισμένα και κοφτερά. Ορισμένα απ’ τα μέλη του τάγματος, αυτοί που ασχολούνταν με την αρχαιολογία, τόλμησαν να περιεργαστούν ορισμένα απ’ τα παλαιότερα κα ωραιότερα σπαθιά και να οπλιστούν με αυτά.

«Φυσιολογική η αντίδρασή τους. Αν ασχολείσαι σε όλη σου τη ζωή με αρχαία αντικείμενα, όταν τα βρεις θέλεις οπωσδήποτε να τα πιάσεις στο χέρι σου. Θα τα καταφέρουν όμως να τα χειριστούν; Είμαστε άνθρωποι του γραφείου και το μόνο όπλο που έχουμε πιάσει στο χέρι μας είναι ο χαρτοκόπτης» σκέφτηκε η Σοφία, μισοανήσυχη, μισοδιασκεδάζοντας. Δεν απορροφήθηκε όμως απ’ τις σκέψεις της, γιατί πρόσεχε μήπως τους παραφύλαγαν οι αντίπαλοί τους κρυμμένοι κάπου στο χώρο. Προειδοποίησε και τους υπόλοιπους συμμάχους της να είναι σε επιφυλακή και να μην περιεργάζονται τα όπλα, ώστε να μην αιφνιδιαστούν.

Και πράγματι, οι αντίπαλοι τους, οι τρείς αρχηγοί ακολουθούμενοι από καμιά δεκαριά υπνωτισμένους ακόλουθους,  τους περικύκλωσαν ξαφνικά, μπουκάροντας από μια στοά στον τοίχο της αίθουσας. Δεν αιφνιδίασαν όμως το τάγμα, χάρη στην οδηγία της Σοφίας.

Οι αντίπαλοι αρχηγοί διέταξαν τους υποτακτικούς τους να επιτεθούν και η μάχη άρχισε.  Ο αέρας γέμισε με διαταγές, οδηγίες και την κλαγγή από τα αντικείμενα και τα σπαθιά, τα οποία τελικά χρησιμοποιήθηκαν, αλλά όχι για να σκοτώσουν, μόνο για να αφοπλίσουν και για να καθρεφτίσουν τις υπνωτιστικές δυνάμεις των αντιπάλων στη λαμπερή λάμα τους, επιστρέφοντας τις σε αυτούς. Και σε αυτό τα χειρίστηκαν αρκετά καλά, παρότι διανοούμενοι και άρα απόλεμοι. Η Σοφία φώναξε να κλείσουν την είσοδο της στοάς, για να εμποδίσουν τυχόν εχθρικές ενισχύσεις. Όρμησαν λοιπόν και σφράγισαν τη στοά ρίχνοντας ένα ερμάρι που βρισκόταν δίπλα, πριν προλάβουν να τους εμποδίσουν οι αντίπαλοι.

Τελικά, οι δύο απ’ τους αντίπαλους αρχηγούς εξουδετερώθηκαν από τις ίδιες τις δυνάμεις τους, οι οποίες επέστρεψαν πάνω τους με τη βοήθεια των ανακλαστήρων που χρησιμοποίησαν οι σύντροφοι της Σοφίας. Με τα σπαθιά αφόπλισαν τους υπνωτισμένους αντιπάλους, αν και μετά την εξουδετέρωση των δύο αρχηγών  στους περισσότερους από αυτούς πέρασε η επίδραση του υπνωτισμού και αρνήθηκαν να συνεχίσουν μια μάχη η οποία δεν τους αφορούσε.

Δεν ήταν όμως τα όπλα που τους επέτρεψαν να νικήσουν. Η δύναμη της θέλησης και η δίκαιη οργή και το αίσθημα δικαιοσύνης που τους ατσάλωνε ήταν αυτά που τους επέτρεψαν να αντισταθούν στις ψυχικές δυνάμεις των αντιπάλων και να τους κατανικήσουν.

Ο μόνος απ’ τους αντίπαλους αρχηγούς που απέμεινε είχε βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Χωρίς τους συμμάχους του δεν είχε μεγάλη ψυχική επίδραση σε  δέκα αποφασισμένα άτομα και φυσικά ούτε σωματικά μπορούσε να τα βάλει με τόσους ανθρώπους.  Οι φρουροί της γνώσης επίσης βρίσκονταν σε μια άβολη κατάσταση διότι  δεν ήθελαν να σκοτώσουν άνθρωπο. Οπότε, το μόνο που έμενε ήταν η συνθηκολόγηση.

Οι κανόνες αυτής της συμφωνίας ήταν απλοί. Είχαν αποδείξει τη θέληση τους, την αγάπη τους για μάθηση και τη μετάδοσή της. Για αυτό, το Κέντρο Ιστορικών και Ειδικών Ερευνών δεν θα έκλεινε, ούτε φυσικά θα έκλεινε η βιβλιοθήκη.  Η μετάδοση των γνώσεων θα μπορούσε να γίνεται ελεύθερα, χωρίς έξωθεν περιορισμούς. Η μάχη για τη γνώση και το Ίδρυμα τελικά είχε πετύχει. Η δράση του Κέντρου Ιστορικών και Ειδικών Ερευνών συνεχίστηκε, η Σοφία συνέχισε να δουλεύει εκεί και πήρε προαγωγή.

Όμως, η Σοφία και οι σύμμαχοί της, τα μέλη του τάγματος, δεν ήξεραν να διαβάζουν το μέλλον, ούτε τις μύχιες σκέψεις του αντιπάλου τους. Μέσα στην οικονομική κρίση το Κέντρο Ερευνών πέρασε πολλές δυσκολίες, τις οποίες όμως αντιμετώπιζαν όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα και τελικά έμαθαν να επιβιώνουν μέσα σε αυτές, καθώς η δύναμη που τους στήριξε κατά την υπεράσπιση του Ιδρύματος συνέχισε να τους ενδυναμώνει σε όλες τις περιστάσεις που είχαν σχέση με αυτό.

Κέντρο ιστορικών και ειδικών μελετών.docx

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..