Jump to content

Write off #45 (Naroualis vs Sonya)


Tiessa
 Share

Narοualis vs Sonya  

17 members have voted

  1. 1. ???????

    • Nar?ualis
      8
    • Sonya
      9

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Αν έγιναν όλα σωστά, το write-off μεταξύ Naroualis, Nienor και Sonya ξεκινάει απόψε (9 προς 10 Δεκεμβρίου μεσάνυχτα) - και για να είμαστε και λίγο εντάξει, αφού είχα πει ότι θα το ανέβαζα αύριο το πρωί - ίσως πρέπει να λήξει στις 17 Δεκεμβρίου κάποια στιγμή το πρωί.

 

Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να διορθωθεί/συμπληρωθεί, πείτε μου τι πρέπει να κάνω.

 

---------------------------------------------------------------------------------

 

Δυο αστραπές νωρίτερα πίστευε ακόμα ότι αυτά τα μουντά συντρίμμια από σπασμένη πέτρα, ήταν ο τόπος που αναζητούσε, το τέλος της οδυνηρής του διαδρομής.

 

Στο φως της νέας αστραπής συνειδητοποιούσε πως τα απομεινάρια που ορθώνονταν παγερά και αδιάφορα μπροστά του, ήταν μονάχα τα ερείπια ενός φάρου.

 

Οι ριπές του ανέμου τον σάρωναν παγερές και γέμιζαν τα ρουθούνια του με κόκκους παρασυρμένους από το φτενό χώμα και με την αλμύρα της ταραγμένης θάλασσας.

 

Δυο αστραπές νωρίτερα πίστευε ακόμα πως υπήρχε ελπίδα.

 

Ο χρόνος του τελείωνε. Το δεμένο βαρκάκι του ήδη κλυδωνιζόταν, ο δρόμος της επιστροφής έκλεινε γοργά από τη νύχτα που κουβαλούσε μέσα της την καταιγίδα.

 

Το φορτίο στην πλάτη του ήταν ελαφρύ, σπαταλημένο στην απεγνωσμένη πορεία που τον είχε φέρει εδώ, σε μια χαμηλή βραχονησίδα, απέναντι από τη μίζερη προκυμαία, ενός παρακμασμένου λιμανιού, στις εσχατιές μιας άλλοτε λαμπρής αυτοκρατορίας.

Το ζωντανό φορτίο του, ανασάλεψε σπασμωδικά στην αγκαλιά του…

Edited by tetartos
Link to comment
Share on other sites

  • Replies 62
  • Created
  • Last Reply

Top Posters In This Topic

  • Nienor

    9

  • Sonya

    12

  • Naroualis

    9

  • Tiessa

    12

Top Posters In This Topic

 

Πόσες λεξούλες θα γράψουμε?

 

Δεν ανέφερα λέξεις γιατί θεώρησα δεδομένο ότι ισχύει αυτό που είδα από τον Northerain στο γενικό post για το write-off:

 

Q:Υπάρχει όριο λέξεων?

A:Ναι, κάπου στις 2000-3000 λέξεις. Lets keep it short.

 

Άρα, ας παίξουμε εκεί γύρω.

Link to comment
Share on other sites

Κανένα νεό από το μέτωπο, καλές κυρίες; Τι θα τον κάνετε το φίλο μου, που βρίσκεται μπροστά στα ερείπια του φάρου, με την καταιγίδα να τον πλησιάζει; :wind2:

Link to comment
Share on other sites

Να θυμίσω οτι πρέπει να τελειώσετε στην ώρα σας αλλιώς χάσατε! Ας προσπαθήσουμε να πάρουμε το write off σοβαρά για να μην καταλήξει όπως παλιά. :)

Link to comment
Share on other sites

Γράφω και μ' αρέσει αυτό που γράφω και θα το έχω και στην ώρα του (Πέμπτη πρωί δεν είπαμε; ). Καιρό είχα να νιώσω έτσι με διήγημα. Βασούλα, προσωπικά ευχαριστώ για την εισαγωγή!

Edited by Naroualis
Link to comment
Share on other sites

H Σόνια δουλεύει το πρωί, οπότε αν μπορείτε να της δώσετε μερικές ακόμα ώρες καβάτζα μέχρι να γυρίσει στο σπίτι, θα το εκτιμούσε ιδιαιτέρως. :Ρ

Link to comment
Share on other sites

Εγώ είμαι ε΄τοιμη, κάτι ψιλά μερεμετάκια μείνανε, οπότε περιμένω κι εγώ ώρα από Σόνυα :)

 

 

Link to comment
Share on other sites

Να πούμε στις 7 το απόγευμα να 'χω γυρίσει στα σίγουρα, @$%@ το εορταστικό ωράριο του mall;

 

 

Link to comment
Share on other sites

Επειδή μάλλον με τριγυρίζει κάτι ύποπτο (βλ. γρίπη) το ανεβάζω από τώρα.

 

 

 

Η τελευταία επωδός

 

Δυο αστραπές νωρίτερα πίστευε ακόμα ότι αυτά τα μουντά συντρίμμια από σπασμένη πέτρα, ήταν ο τόπος που αναζητούσε, το τέλος της οδυνηρής του διαδρομής.

 

Στο φως της νέας αστραπής συνειδητοποιούσε πως τα απομεινάρια που ορθώνονταν παγερά και αδιάφορα μπροστά του, ήταν μονάχα τα ερείπια ενός φάρου.

 

Οι ριπές του ανέμου τον σάρωναν παγερές και γέμιζαν τα ρουθούνια του με κόκκους παρασυρμένους από το φτενό χώμα και με την αλμύρα της ταραγμένης θάλασσας.

 

Δυο αστραπές νωρίτερα πίστευε ακόμα πως υπήρχε ελπίδα.

 

Ο χρόνος του τελείωνε. Το δεμένο βαρκάκι του ήδη κλυδωνιζόταν, ο δρόμος της επιστροφής έκλεινε γοργά από τη νύχτα που κουβαλούσε μέσα της την καταιγίδα.

 

Το φορτίο στην πλάτη του ήταν ελαφρύ, σπαταλημένο στην απεγνωσμένη πορεία που τον είχε φέρει εδώ, σε μια χαμηλή βραχονησίδα, απέναντι από τη μίζερη προκυμαία, ενός παρακμασμένου λιμανιού, στις εσχατιές μιας άλλοτε λαμπρής αυτοκρατορίας.

 

Το ζωντανό φορτίο του, ανασάλεψε σπασμωδικά στην αγκαλιά του…

 

----------

 

…Αλλά δε θα τον λύγιζε. Όχι. Ήταν δυνατός, είχε φτάσει ως εδώ μέσα από πόνους και δεινά ανείπωτα ακόμη και σ’ αυτιά ιερέων. Δε θα τον λύγιζε το σκίρτημα της ζωής που κουβαλούσε στα χέρια του. Δεν θα τον λύγιζε.

 

Σαν να το κατάλαβε, σαν ο ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα να μετέφερε τις σκέψεις, το μωρό έπαψε να σαλεύει. Ο άντρας δάγκωσε τα χείλη του, γεύτηκε την αλμύρα και το χώμα, το πικρό από τη στάχτη και τη σήψη και έκανε ένα ακόμη βήμα στο στενό μονοπάτι. Πίσω του η παλινδρομική κίνηση της βάρκας πάνω στα κύματα, δε μπορούσε πια να του μεταδώσει την απελπισία της.

 

Έκανε ένα δεύτερο βήμα, ένα τρίτο κι ύστερα το μυαλό του έσβησε γι’ άλλη μια φορά, όπως σε τόσες και τόσες πορείες από την αρχή της περιπέτειάς του ως τώρα. Το ένα πόδι προσπερνούσε το άλλο κι όταν ο άντρας συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει μπροστά στη σάπια πόρτα του Άντρου, η βροχή έπεφτε σε χοντρές αραιές στάλες πάνω στην κουκούλα του.

 

Το Άντρο πυργωνόταν παράδοξα, στρεβλά χωμένο στο βράχο και ταυτόχρονα σχεδόν κρυμμένο πίσω από το φάρο. Μονάχα το μονοπάτι τα χώριζε από τη μια το έργο των ανθρώπων κι από την άλλη το έργο των δαιμόνων, το μέρος όπου επικοινωνούσαν με τους θνητούς. Όποιος επιζητούσε μια τέτοια αποτρόπαιη επικοινωνία, θυσίαζε ένα κορίτσι πάνω στο Βωμό των Θυσιών, στο Βράχο-Κάτω-Απ’-Το-Ρουμπίνι, και την ώρα που εκείνο ξεψυχούσε του ψιθύριζε στ’ αυτί το μήνυμά του. Αγγέλους των δαιμόνων έλεγαν αυτά τα κορίτσια στα παλιά γριμόρια και τα μαγικά παλίμψηστα.

 

Κοίταξε ένα γύρω, μήπως και βρει κάποιο κατάλυμα, ίσως κάποιο δέντρο, να χωθεί από κάτω, να περιμένει χωρίς να βραχεί πολύ, την Πύλη ν’ ανοίξει. Το μάτι του έπεσε λίγο χαμηλότερα, στους πεσμένους τοίχους του φάρου. Σχημάτιζαν ένα μικρό κοίλωμα, που έβλεπε βόρεια, προς την απέναντι ξηρά. Δίστασε προς στιγμήν, αλλά οι στάλες πήραν να γίνονται περισσότερες και πυκνότερες και βιάστηκε να πάρει την απόφασή του.

 

Ίσα-ίσα χωρούσε, με το πλάσμα στην αγκαλιά. Αναγκάστηκε να αποχωριστεί το σάκο στην πλάτη του και να τον αφήσει έξω, να βρέχεται. Αναρωτήθηκε γιατί στεναχωριόταν που ο σάκος του θα βρεχόταν. Αφού σε λίγο, δε θα τον χρειαζόταν πια.

 

Οι αστραπές συνέχιζαν να πέφτουν ασταμάτητα κι οι βροντές τις ακολουθούσαν βιαστικά. Κάπου στα ανατολικά, προς την ανοιχτή θάλασσα, μια μαυριδερή στήλη είχε σηκωθεί, ένας θαλάσσιος σίφουνας, που θα στροβίλιζε ψάρια και φύκια στον αέρα και θα τα πετούσε σε λίγες ώρες πάνω από τη στεριά. Τι ειρωνεία. Απέναντι, στην πάλαι ποτέ μεγαλύτερη πόλη του κόσμου δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος πια που να θυμάται πώς και γιατί έπεφταν οι βροχές των ψαριών. Μέσα σε δέκα μόλις χρόνια, όλα είχαν βυθιστεί στην άγνοια, στη δεισιδαιμονία.

 

Αναστέναξε. Ίσως δεν ήταν καλή ιδέα να κρυφτεί εδώ. Έβλεπε προς την πόλη κι αυτό δε μπορούσε παρά να ήταν κακό. Ίσως να έπρεπε να σταθεί όρθιος κάτω από τους καταρράκτες του νερού, με τα ερείπια, μαυρισμένα λες σαν τον κώνο ενός ηφαιστείου, να ορθώνονται μπροστά του απειλητικά, να περιμένει ν’ ανοίξει η Πύλη. Ο,τιδήποτε άλλο θα ήταν καλύτερο από το να βλέπει προς την πόλη.

 

Οι αστραπές άφηναν να ξεχωρίζουν οι λεπτομέρειες της. Τους φαρδιούς δρόμους, χαραγμένους με γνώμονα από τους αρχαίους σοφούς. Τα λαμπρά κτίρια από λευκό και κόκκινο μάρμαρο. Τις στοές, όπου ανθούσαν τα καταστήματα με τα υφάσματα και τα αρώματα, με τα εκλεκτά εδέσματα και τα φίνα κρασιά, με τα αγάλματα, τα κεραμικά και τα όπλα. Και πιο πίσω, προς τους λόφους που τη χώριζαν από τον υπόλοιπο κόσμο, οι αστραπές άφηναν τον άντρα να ξεχωρίζει τις συστάδες των δέντρων στα άλση, γύρω από τους ναούς ή στις αυλές των επαύλεων, δίπλα στις κρήνες.

 

Τι μέρος, τι πόλη. Τι καταστροφή.

 

Από τα βάθη των ωκεανών είχαν ανέβει ως την ακτή οι Μέλλοντες, οι Κάτοικοι των Θαλάσσιων Αβύσσων. Χωρίς προειδοποίηση καμιά, πλοκάμια και φολιδωτά σώματα και φτερούγες από δέρμα, σαν του σελαχιού, μικρά κόκκινα μάτια και πράσινες γλώσσες, σέρνοντας πίσω τους σαπισμένα φύκια που απέπνεαν την αποφορά του βυθού και κουφάρια από φάλαινες και φώκιες. Είχαν ανέβει ως την ακτή, είναι συρθεί στις λεωφόρους, είχαν ισοπεδώσει στην τυφλή τους πορεία τις στοές των καταστημάτων, τα άλση στους λόφους, τις κρήνες και τις επαύλεις. Είχαν φάει κι είχαν πει, βρωμεροί, φρικιαστικοί γλεντοκόποι μιας γιορτής αποτρόπαιης. Κι είχαν ανέβει ως το πιο ψηλό σημείο της πόλης, εκεί όπου στεκόταν ακόμη ανέγγιχτος ο μιναρές του Μάγου, εκεί όπου ο κάτοικός του έψελνε τη μια επωδό μετά την άλλη, έως ότου να ολοκληρωθεί η επίκληση που είχε σχεδιάσει.

 

Το πρόσωπο του άντρα ήταν βρεγμένο από τη βροχή, και τα δάκρυα πάνω στα μάγουλά του δεν ξεχώριζαν. Ζούσε εκείνη τη μέρα ξανά και ξανά δέκα χρόνια τώρα. Τη μέρα των λάθος υπολογισμών. Τη μέρα της τρομερής του μοίρας. Τη μέρα της φρίκης. Γιατί όταν οι Μέλλοντες είχαν ανέβει ως την ακτή, για πρώτη φορά από τη γέννηση του κόσμου αφήνοντας το σκοτάδι του βυθού, δεν το είχαν κάνει για το μικρό εύθραυστο κορμί της μικρής σκλάβας, που περίμενε τρελή από τρόμο, δεμένη χειροπόδαρα πάνω στο Βωμό-Κάτω-Απ’-Το-Ρουμπίνι, εκεί όπου κάθε δέκα χρόνια άνοιγε μια από τις Πύλες του Χρόνου.

 

Είχαν περικυκλώσει το μιναρέ. Είχαν σταθεί γύρω του ακίνητοι, ψάλλοντας σε τόνους που το ανθρώπινο αυτί δε μπορούσε να συλλάβει. Είχαν λικνιστεί, πιωμένοι, μεθυσμένοι από το γλυκό πνεύμα του ανθρώπινου αίματος και χορτασμένοι από ανθρώπινη σάρκα. Είχαν αγγίξει ο ένας τον άλλο απαλά, με λαχτάρα, με λαγνεία. Γιατί μετά από κάθε καλό φαγοπότι έρχεται η ώρα του έρωτα. Μετά την καταστροφή της πόλης, οι Μέλλοντες είχαν ερωτοτροπήσει γύρω από το μιναρέ, ερεθισμένοι από τη δύναμη που εξέπεμπε η μαγεία, ανυπόμονοι από τις υποσχέσεις της επίκλησης. Κι ο σπόρος τους είχε πέσει σωστά, στο σημείο όπου μπορούσε να φυτρώσει και ν’ ανθίσει.

 

Το μωρό στην αγκαλιά του άντρα σάλεψε και πάλι, μια-δυο σπασμωδικές κινήσεις, κι ύστερα έμεινε ακίνητο. Εκείνος αποτόλμησε ν’ ανασηκώσει τα κουρέλια που το κάλυπταν, ήταν για μια τελευταία φορά που θα το ταΐζε, μια τελευταία. Δε μπορούσε να το ρισκάρει, να το αφήσει νηστικό, να το αφήσει στους γονείς του με άδειο στομάχι. Κανείς δε μπορούσε να ξέρει τι θα γινόταν τότε, τι θα έκαναν οι Μέλλοντες αν η Πύλη ξερνούσε ένα νηστικό παιδί.

 

Άνοιξε το πανωφόρι του, ξεκούμπωσε το πουκάμισό του, έφερε το πλάσμα πιο κοντά στο στήθος του. Τα έκανε όλα αυτά με το κεφάλι του γυρισμένο από την άλλη, δεν άντεχε να βλέπει ούτε την τερατώδη μορφή του πλάσματος ούτε τη βλάσφημη παρωδία θηλασμού. Ένιωσε το κοφτερό σα ράμφος χταποδιού στόμα να κολλάει στην αριστερή θηλή, τα γαμψά νύχια στα δάχτυλα ν’ αρπάζονται από τη σάρκα του, το καυτερό πόνο του δηλητηρίου να ρέει μέσα του. Πάντα φοβόταν ότι μια μέρα το δηλητήριο θα έφτανε στην καρδιά του και θα τον σκότωνε. Αλλά δε μπορούσε να ταΐσει αλλιώς το μωρό, έπρεπε να φάει αίμα της καρδιάς για να ζήσει.

 

Το αίμα της καρδιάς του…

 

Κι άλλες αστραπές. Όλο και πιο πολλές έπεφταν πάνω στο μιναρέ του Μάγου. Όλο και πιο πυκνές, μέχρι που άρχισαν να ενώνονται σε μια γιγάντια αστραπή, έναν κεραυνό που έκαιγε τα σωθικά του ουρανού και τράνταζε την πλάτη της γης. Μια γιγάντια στήλη, σαν τους θαλάσσιους σίφουνες, από φωτιά, λάμψη και κρότο, από θερμότητα που καίει σπινθηρίζοντας. Το κροτάλισμα του κεραυνού κόντεψε να τον κουφάνει, ο άνεμος έφερε ως τη μύτη του τη μυρωδιά της καψαλίλας. Το πλάσμα δεν έδειξε να καταλαβαίνει τι γίνεται, συνέχισε να βυζαίνει το αίμα.

 

Έβλεπε τα αποτελέσματα αυτής της κοσμικής καταιγίδας πάνω στην πόλη. Οι λίγοι άνθρωποι που είχαν ξεμείνει, με τις σάπιες βάρκες και τις μπαλωμένες τράτες ούρλιαζαν κι έτρεχαν πανικόβλητοι ν’ απομακρυνθούν. Εξαθλιωμένοι, λεροί, δεισιδαίμονες. Α, πόσο άδοξα είχε χαθεί η πόλη κι οι πολίτες της, η χώρα κι οι υπήκοοί της, η ίδια η αυτοκρατορία πόσο άδοξα είχε γκρεμιστεί από το παντοδύναμο βάθρο της…

 

Αλλά κάτι είχε αλλάξει. Ο άντρας μπορούσε σχεδόν να το νιώσει στο πετσί του, υπήρχε κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα που τον κέντριζε να δράσει. Να δράσει;

 

Κατάλαβε αμέσως. Τινάχτηκε όρθιος, λούστηκε στις στάλες της βροχής. Με το πλάσμα γαντζωμένο ακόμη στο στήθος του, διέσχισε τα λίγα μέτρα ως την ερειπωμένη πόρτα του φάρου, εκεί όπου πλέον είχε ανοίξει η Πύλη. Στάθηκε μπροστά της εκστατικός, η Πύλη, η Πύλη, η Πύλη…

 

Ένα κόκκινο φως στριφογύριζε πάνω από τα μαυρισμένα χαλάσματα. Για τρίτη φορά μέσα στην ίδια νύχτα θυμήθηκε τους θαλάσσιους σίφουνες, μόνο που ήξερε πως ετούτος εδώ σίγουρα δε θα ξερνούσε νεκρά ψάρια πάνω στο κεφάλι του. Ετούτο δεν ήταν στροβιλισμός, νερού ή αέρα, ήταν στροβιλισμός της ίδιας της πραγματικότητας, της ίδιας της υφής του κόσμου.

 

Κάτι έπεσε υγρό και παχύ πάνω στο μάγουλό του, μια στάλα διαφορετική από τις άλλες. Σήκωσε το χέρι του, αλλά το νερό της βροχής το είχε ήδη ξεβγάλει. Δεύτερη στάλα, αυτή τη φορά έπεσε στην ανάστροφή του χεριού του. Η βροχή που δυνάμωνε δε μπόρεσε να κρύψει το κόκκινο χρώμα των σταλαματιών. Τρίτη, τέταρτη κι ύστερα κι άλλες πολλές στάλες, πιο βιαστικές, πιο πυκνές κι απ’ τη βροχή, θυμωμένες, λες, μαζί της που προσπαθούσε να τις ξεβγάλει, να τις αραιώσει. Πλέον ο άντρας μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει το κόκκινο χρώμα, το χρώμα του αίματος.

 

Το πλάσμα έβγαλε ένα χαρούμενο γουργουρητό, βυζαίνοντας ακόμη. Ένιωθε άραγε τους γονείς του να το καλούν; Να πλησιάζουν;

 

Τώρα ο άντρας ήταν από την κορφή ως τα νύχια λουσμένος στο αίμα. Η μυρωδιά ήταν φρικτή, αποτρόπαια, αλλά δεν τολμούσε -κι ούτε και μπορούσε- να καθαριστεί, να το απομακρύνει από πάνω του. Ο στρόβιλος ξερνούσε αίμα σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες, όλο και πιο μακριά, όλο και με περισσότερη δύναμη. Κι ύστερα, στο αποκορύφωμα μιας τρομερής στιγμής αγωνίας, κατέρρευσε πλημμυρίζοντας τα ερείπια του φάρου και το θολωτό σπήλαιο του Βωμού στο κόκκινο παχύ υγρό.

 

Παραπάτησε από την ορμή του αιμάτινου ποταμού. Αρπάχτηκε σφιχτά από το μωρό κι εκείνο τον φιλοδώρησε με πιο σκληρή δαγκωματιά, πιο βαθιές νυχιές. Κατάφερε να ξαναβρεί την ισορροπία του, ζαλισμένος, μόνο και μόνο για ν’ ανακαλύψει ότι δεν έβλεπε καλά.

 

Είχε διπλή όραση. Μπορούσε να βλέπει το τώρα και το τότε. Γι’ αυτό και ο φύλακας του φάρου άλλαζε κάθε δέκα χρόνια, γιατί ετούτος ο στρόβιλος τον αποτρέλαινε. Αλλά ο άντρας με το παράξενο πλάσμα στην αγκαλιά ήξερε τι θα έβλεπε, ήξερε τι είχε να αντιμετωπίσει. Είχε ανταλλάξει τη γνώση αυτή με μια ολόκληρη πόλη, μια ολόκληρη αυτοκρατορία, μια ολόκληρη ζωή.

 

Έβλεπε… τα ερείπια και ταυτόχρονα το Άντρο και το φάρο ακέραια. Τη νύχτα κι ένα απόγευμα γλυκά φθινοπωρινό. Την καταιγίδα και τη νηνεμία, το παρακμασμένο λιμάνι και τα περήφανα πλοία έτοιμα να σαλπάρουν, τις ζητιάνες να τρέχουν βαστώντας τα κουρέλια τους και τις κυράδες να βολτάρουν γαλήνιες στην προκυμαία, την κατεστραμμένη πόλη και τα σκουροπράσινα δέντρα στα άλση. Το μιναρέ να καίγεται και το μιναρέ να υψώνεται στον ουρανό υπεροπτικός.

 

Άπλωσε το χέρι του στην πόρτα του φάρου, εκεί όπου στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτε και την έσπρωξε ν’ ανοίξει. Σκοτάδι τον υποδέχτηκε στη μισή του όραση, η άλλη μισή δεν άλλαξε καθόλου. Προχώρησε με περισσότερο θάρρος απ’ όσο ήξερε ότι είχε.

 

Ό,τι είχε απομείνει από το Άντρο τον καλωσόρισε χαιρέκακα. Ψυχρή πέτρα, αφύσικα κρύα. Μια μυρωδιά πραγμάτων σάπιων από τους αιώνες κι από το θαλασσινό νερό. Η μυρωδιά της Αβύσσου… Μέρος της οροφής έστεκε ακόμη, γερμένο πάνω στο στέρεο φυσικό βράχο, σαράντα πήχες ψηλά. Το Ρουμπίνι που Όριζε το αίμα των θυσιασμένων ήταν σφηνωμένο ανάμεσα στους αρμούς των ογκολίθων της οροφής, λάμποντας απόκοσμα με τον ίδιο τρόπο και Τώρα όπως και Τότε.

 

Είχε ξαναβρεθεί σε αυτό το μέρος πριν από δέκα χρόνια. Είχε ξανασταθεί εδώ που στεκόταν τώρα, στο εσωτερικό του Άντρου, μπροστά στο βράχο που υπήρχε στο κέντρο. Είχε ξανακοιτάξει το κοριτσίστικο κορμί που δεμένο πισθάγκωνα κλαψούριζε πάνω στο βράχο. Είχε ξανακούσει τις θρηνητικές κραυγές της, είχε ξανακούσει το υπόκωφο βουητό που έβγαινε από το βράχο. Έφερε τα χέρια του και τράβηξε βίαια το μωρό από το στήθος του. Δάγκωσε τα χείλη του μέχρι που τα μάτωσε, όλο το δέρμα στο σημείο που βύζαινε το πλάσμα είχε μείνει στο ραμφοειδές του στόμα, μαζί με τη θηλή. Αίμα πιτσίλισε το ύφασμα αλλά δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους υπόλοιπους υγρούς ακόμη λεκέδες αίματος που είχε προκαλέσει ο στρόβιλος της Πύλης.

 

Έχωσε το χέρι του ανάμεσα στα κουρέλια κι έπιασε το γυμνό δέρμα του μωρού. Ανατρίχιασε από αηδία, η αίσθηση ήταν όμοια με το χάδι ενός νεκροζώντανου. Το κράτησε αποφασιστικά, καταπίνοντας την αναγούλα του και πέταξε με το άλλο χέρι τα κουρέλια μακριά.

 

Ένα ουρλιαχτό έφτασε ως τ’ αυτιά του. Το κορίτσι πάνω στο βράχο τον είχε δει κι η μορφή του πλάσματος την έκανε να χάσει τα λογικά της. Αλλά ο άντρας δεν πτοήθηκε. Την πλησίασε κι άλλο, τη χαστούκισε γρυλίζοντάς της να σκάσει κι ύστερα σήκωσε το πλάσμα ψηλά κρατώντας το στο ένα χέρι, προς το σημείο όπου το Ρουμπίνι αστραφτοκοπούσε τρομακτικά.

 

Η φωνή του βγήκε βραχνή, όπως η φωνή ενός ανθρώπου που έχει χρόνια να μιλήσει. Δέκα χρόνια… Δέκα χρόνια. Πόσες θυσίες να κάνει ένας άνθρωπος, πόσα βάσανα ν’ αντέξει;

 

-Άκουσέ με, μικρή σκλάβα, άγγελε των δαιμόνων. Ετούτος είναι ο κόσμος που λέγεται Γη, ετούτη είναι η ήπειρος που λέγεται Μου, ετούτη είναι η χώρα που λέγεται Αλτάντιντ, ετούτη είναι η πόλη που λέγεται Μπερμπούνταα. Ετούτη είναι η Κόκκινη Πύλη, η Πύλη του Αίματος που, κάθε που ανοίγει, ξερνάει το αίμα των όλων όσων έχουν θυσιαστεί ποτέ. Ετούτο είναι το Άντρο του Βωμού, μισό χτισμένο, μισό σκαμμένο πάνω στο βράχο. Ετούτος είναι ο Βωμός των Θυσιών, ο Βράχος-Κάτω-Από-Το-Ρουμπίνι, ο μόνος τόπος επικοινωνίας με τους Μέλλοντες, τους Κατοίκους των Θαλάσσιων Αβύσσων. Ετούτη είναι η ζωή σου που θα θυσιαστεί για να ολοκληρωθεί η επίκληση, ετούτος είναι ο Μάγος που την έκανε για να μπορέσει να αποκτήσει τη Διπλή Όραση, την Όραση του Τότε και του Τώρα.

 

Σήκωσε τα μάτια του προς τα πάνω, στο πλάσμα που κρατούσε.

 

-Κι ετούτο, είπε κι ανατρίχιασε, ετούτο είναι το πλάσμα που έπρεπε οι Μέλλοντες να σπείρουν μέσα σου. Ετούτο το πλάσμα έπρεπε να το γεννήσεις εσύ, γιατί το δικό σου κορμί είχε δεθεί πάνω στο Βωμό των Θυσιών. Αλλά ετούτος ο Μάγος δεν υπολόγισε σωστά, μέσα στην απληστία του δε σκέφτηκε ότι οι Μέλλοντες αγαπούν τη δύναμη όσο τίποτε άλλο. Δε σκέφτηκε ότι αντί για σένα, αντί για το δικό σου μικρό, κοριτσίστικο, ανάξιο, τιποτένιο κορμί, οι Κάτοικοι των Θαλάσσιων Αβύσσων θα προτιμήσουν το δικό του για να αποθέσουν το σπόρο τους.

 

Άρχισε να τρέμει, η φωνή του έσπασε κι άλλο. Το αίμα έτρεχε από το στήθος του, μια πληγή χαίνουσα απ’ όπου ανέβλυζε το αίμα της καρδιάς του.

 

-Χάθηκε η Μπερμπούνταα. Χάθηκε η Αλτάντιντ. Χάθηκε ακόμη κι η Μου, ερήμωσε, οι άνθρωποί της ξέπεσαν. Έσβησαν από το μυαλό τους την ύπαρξή της. Και μόνο ο Μάγος έμεινε, μόνος πάνω στο μιναρέ του, να φρικιά στην ιδέα της γέννας ενός δαίμονα. Α, ναι, τώρα βλέπω. Όταν ανοίγει η Πύλη βλέπω, άλλωστε η επίκληση πέτυχε κι ας μην έχει ακόμη ψαλθεί η τελευταία επωδός. Βλέπω και δε θα τρελαθώ, όταν κάθε δέκα χρόνια ανοίγει η Πύλη και το Άντρο μπλέκεται με το φάρο, αποκαλύπτοντας την πραγματική του υπόσταση. Αλλά με τι κόστος…

 

Το κορίτσι είχε αρχίσει να χτυπιέται σπασμωδικά. Η αγωνία της την είχε αποτρελάνει, τα μάτια της είχαν γυρίσει ώσπου φαινόταν μόνο το ασπράδι, από την άκρη του στόματός της έτρεχε αφρός, έφτυνε πού και πού, αίμα και σπασμένα δόντια και κάποια στιγμή και την ίδια της τη γλώσσα. Ο άντρας, ο Μάγος, κατέβασε το πλάσμα και το ακούμπησε δίπλα της, έτσι ώστε να ακουμπάει στην κοιλιά της κι ύστερα έσκυψε ως το αυτί της με κόπο.

 

-Δέκα χρόνια… μουρμούρισε. Μου πήρε δύο χρόνια να φτάσω στο μοναστήρι των Μελλόντων, να πω με νοήματα μόνο στους διεστραμμένους καλογέρους του την ιστορία μου. Δεν είχα καταλάβει ακόμη τίποτε, ήμουν σίγουρος ότι κάτι είχε πάει στραβά αλλά δεν ήξερα τι. Γιατί δεν είχα προλάβει να τελειώσω την επίκληση και άλλη λέξη από το στόμα μου δεν έπρεπε να βγει, παρ’ εκτός κι αν ήταν στ’ αυτάκι σου, άγγελε των δαιμόνων, ή για να πω την τελευταία επωδό. Κι οι καλόγεροι μού είπαν ότι αυτό είναι μέσα μου, ότι μεγαλώνει κι ότι μια μέρα, σα γυναίκα θα το φέρω στον κόσμο. Γιατί κανείς δεν το ήξερε τότε μικρέ μου άγγελε, αλλά οι Μέλλοντες κυοφορούνται έξι χρόνια από τον ξενιστή τους πριν έρθουν στον κόσμο…

 

Πετάρισε τα μάτια του προσπαθώντας να σπρώξει πάλι στη λήθη τις αναμνήσεις του μαρτυρίου.

 

-Κι έμεινα με τους καλόγερους ώσπου γεννήθηκε ετούτο το τέρας… Ω, καμιά γυναίκα δεν έχει ζήσει ποτέ τέτοια φρικαλέα γέννα, καμιά τους ποτέ δε θα μάθει πώς είναι να σε τρώει από μέσα ετούτος ο δαίμονας, ετούτο το βλάσφημο βρέφος που το τρέφω με το αίμα της καρδιάς μου. Κι όταν δυνάμωσα λίγο, πήρα πάλι το δρόμο ως εδώ, να ολοκληρώσω την υποχρέωσή μου στους γονιούς του, να το στείλω πάλι πίσω, μέσα από την Πύλη του Χρόνου, μέσα από σένα άγγελέ μου, πίσω στους γονιούς του…

 

Το μωρό χτύπησε θυμωμένο το κορμί του κοριτσιού με ένα από τα μέλη του. Γύρισε το κεφάλι και προσπάθησε να φτάσει με τα υπόλοιπά του μέλη το ματωμένο στήθος του Μάγου, αλλά ο άντρας απομακρύνθηκε γοργά.

 

-Ώρα να τελειώνει ετούτη η επίκληση, είπε σταθερά. Εγώ κι εσύ, μικρέ άγγελε, ήμασταν οι θετοί γονείς ετούτου του μωρού. Ώρα σαν καλοί άνθρωποι να το γυρίσουμε πίσω, στους πραγματικούς του γονείς. Γατί αν δεν επιστρέψει τότε Εκείνοι θα βγουν από τις Αβύσσους κι αυτό θα είναι το τέλος του κόσμου, όχι της Μπερμπούνταα, όχι της Αλτάντιντ, όχι της Μου, αλλά του κόσμου ολόκληρου, της Γης και του Ήλιου και των Αστεριών… Εγώ το γέννησα, μικρέ μου άγγελε. Εσύ θα το παραδώσεις.

 

Και με αυτά τα λόγια, ειπωμένα στο αυτάκι του αγγέλου των δαιμόνων, πήρε να μουρμουρίζει την τελευταία επωδό.

 

 

 

 

Link to comment
Share on other sites

Ανεβάζω κι εγώ κι ελπίζω να διαβάζεται και να βγάζει νόημα. Καταραμένες λίγες λέξεις....

Το τραγούδι της Φλόγας

 

 

Δυο αστραπές νωρίτερα πίστευε ακόμα ότι αυτά τα μουντά συντρίμμια από σπασμένη πέτρα, ήταν ο τόπος που αναζητούσε, το τέλος της οδυνηρής του διαδρομής.

 

Στο φως της νέας αστραπής συνειδητοποιούσε πως τα απομεινάρια που ορθώνονταν παγερά και αδιάφορα μπροστά του, ήταν μονάχα τα ερείπια ενός φάρου.

 

Οι ριπές του ανέμου τον σάρωναν παγερές και γέμιζαν τα ρουθούνια του με κόκκους παρασυρμένους από το φτενό χώμα και με την αλμύρα της ταραγμένης θάλασσας.

 

Δυο αστραπές νωρίτερα πίστευε ακόμα πως υπήρχε ελπίδα.

 

Ο χρόνος του τελείωνε. Το δεμένο βαρκάκι του ήδη κλυδωνιζόταν, ο δρόμος της επιστροφής έκλεινε γοργά από τη νύχτα που κουβαλούσε μέσα της την καταιγίδα.

 

Το φορτίο στην πλάτη του ήταν ελαφρύ, σπαταλημένο στην απεγνωσμένη πορεία που τον είχε φέρει εδώ, σε μια χαμηλή βραχονησίδα, απέναντι από τη μίζερη προκυμαία, ενός παρακμασμένου λιμανιού, στις εσχατιές μιας άλλοτε λαμπρής αυτοκρατορίας.

Το ζωντανό φορτίο του, ανασάλεψε σπασμωδικά στην αγκαλιά του.

 

 

 

«Θα τα καταφέρω, θα τα καταφέρουμε,» ψιθύρισε στον εαυτό του, να πάρει κουράγιο απ’ την φωνή του.

 

 

 

«Σ’ αυτό το σημείο, να σου παρουσιάσουμε και την αυτής μεγαλειότητα, την πριγκίπισσα Ναλντίρα. Καθήκον σου είναι να την πας μέχρι το Νησί των Ψιθύρων, όπου θα μυηθεί στα μυστήρια της Φλόγας.»

 

 

 

Η Ναλντίρα είχε κάνει την εμφάνισή της, σαγηνευτική μέσα στα πέπλα που τύλιγαν το κορμί της. Τα μαύρα σαν κάρβουνα μάτια της σπινθήριζαν εύθυμα, παιχνιδιάρικα. Ο Λέιρ είχε αναρωτηθεί αν η πριγκίπισσα γνώριζε τι σήμαινε αυτό που θα συνέβαινε για την ίδια. Ο ίδιος ήταν Φύλακας της Φλόγας και των ιερειών της, προστάτης των μυστικών των τεσσάρων ανέμων, των τριών ωκεανών, των δύο βουνών και της μίας φωτιάς. Είχε δει πολλές φορές την τελετή της μύησης, αλλά καμία απ’ τις υποψήφιες ιέρειες δεν ήταν τόσο νεαρή όσο η Ναλντίρα. Είχε σμίξει τα φρύδια του, αλλά δεν είχε κάνει ερωτήσεις. Δουλειά του ήταν να φροντίζει ώστε οι ιέρειες να πάνε σώες και ασφαλείς στο Νησί των Ψιθύρων. Το τι τους συνέβαινε εκεί, αφορούσε τις ίδιες και τα Στοιχεία, όχι αυτόν.

 

 

 

«Θ’ ακολουθήσουμε την χαράδρα μέσα απ’ τα Δίδυμα Βουνά. Το ταξίδι μας θα διαρκέσει μέρες, μέχρι να φτάσουμε στις όχθες του Ωκεανού. Μετά, θα ταξιδέψουμε με βάρκα μέχρι το Νησί των Ψιθύρων, ανάμεσα απ’ τους τέσσερις ανέμους. Εκεί βρίσκεται η Φλόγα.»

 

 

 

«Και πόσο θα διαρκέσει το ταξίδι μας στην θάλασσα;» είχε ρωτήσει με την βελούδινη φωνή της η Ναλντίρα.

 

 

 

«Μερικές μέρες μόνο, αλλά θα είναι δύσκολο ταξίδι.»

 

 

 

Η πριγκίπισσα είχε χαμογελάσει και δεν είχε κάνει άλλες ερωτήσεις. Για κείνη την ημέρα τουλάχιστον.

 

 

 

Ο Λέιρ είχε συνηθίσει σε διαφορετικές υποψήφιες ιέρειες. Συνήθως ήταν βλοσυρές και λιγομίλητες, νιώθοντας ήδη στους ώμους τους το βάρος της δοκιμασίας. Όχι όμως και η Ναλντίρα. Εκείνη απολάμβανε κάθε μέρα ταξιδιού, μαγευόταν από κάθε τοπίο που περνούσαν. Έβγαζε την λύρα της τα βράδια κι οι μελωδίες της σκορπίζονταν παντού τριγύρω, συνοδευόμενες απ’ την υπέροχη φωνή της. Μέρα με τη μέρα που περνούσε, το ήρεμο βήμα της και το τραγουδιστό της γέλιο μαλάκωναν την σκληροτράχηλη καρδιά του Φύλακα. Συχνά έπιανε τον εαυτό του να χαμογελάει κοιτώντας την δεκαπεντάχρονη πριγκίπισσα να χαϊδεύει τα δέντρα και τα λουλούδια και να σιγοτραγουδά. Το τέταρτο βράδυ, αφού είχαν φάει το λιτό τους δείπνο, ο Λέιρ ήταν εκείνος που ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει.

 

 

 

«Υψηλοτάτη, γνωρίζετε τι θα συμβεί στο Νησί των Ψιθύρων;» είχε αποτολμήσει δειλά. Η καρδιά του έλιωνε στην σκέψη πως αυτό το τόσο νεαρό κι εύθυμο πλάσμα θα περνούσε αυτές τις δοκιμασίες, πηγαίνοντας στην Φλόγα σαν πρόβατο στην σφαγή. Όμως η Ναλντίρα τον είχε εκπλήξει με την απάντησή της.

 

 

 

«Θα επιθυμούσα να με φώναζες με τ’ όνομά μου,» του είχε απαντήσει κοιτώντας τον γλυκά. «Δεν είμαι πια πριγκίπισσα στην Σαρ’ελ’Ελντέν, αλλά μόνο μια υποψήφια ιέρεια, σε τίποτα διαφορετική απ’ όλες αυτές που έχεις συνοδεύσει στο Νησί των Ψιθύρων.» Περίμενε για λίγο, μέχρι που ο Λέιρ χαμογέλασε, αποδεχόμενος την επιθυμία της. «Ας δούμε τώρα, αν μου τα ‘χουν πει σωστά:» είχε συνεχίσει παιχνιδιάρικα. «το ταξίδι μέχρι το Νησί είναι η πρώτη δοκιμασία. Αν δεν φτάσω ποτέ, θα σημαίνει πως τα Στοιχεία τα ίδια έκριναν πως είμαι ανίκανη να γίνω ιέρεια. Αν φτάσω, ξεκινά η δεύτερη δοκιμασία: θα πρέπει το σώμα μου να εξαγνιστεί απ’ τα στοιχεία. Θα περάσω μια ημέρα κλεισμένη σ’ ένα κουτί κάτω απ’ την γη, μία ακόμα στην κορυφή του βουνού χωρίς ρούχα, θα περάσω μετά μια ώρα κάτω απ’ το νερό και τελευταία θα περπατήσω το μονοπάτι της φωτιάς, ανάμεσα απ’ τις φλόγες. Αν επιζήσω κι απ’ την δεύτερη δοκιμασία, θα περάσω την τελευταία, στην οποία θα πρέπει να μου αφαιρεθούν τα μάτια, η γλώσσα και τ’ αυτιά και τα χέρια, έτσι ώστε να μπορώ ν’ αφοσιώσω, χωρίς καμία αίσθηση πια, την δύναμη της ψυχής μου στην Φλόγα. Λοιπόν, Λέιρ; Μου τα είπαν σωστά ή παρέλειψαν κάποια λεπτομέρεια;»

 

 

 

Είχε μείνει άναυδος μπροστά στην ηρεμία με την οποία τα είχε πει. Χαμογελούσε και χάιδευε τις χορδές της λύρας της.

 

 

 

«Θα σε προσβάλω αν σε ρωτήσω γιατί θέλεις να το κάνεις αυτό;»

 

 

 

Για λίγη ώρα δεν είχε απαντήσει, μόνο συνέχιζε να παίζει απαλή μουσική, το βλέμμα της να πλανάται κάπου που ο Λέιρ δεν μπορούσε ν’ ακολουθήσει. Μετά σταμάτησε και γύρισε τα μαύρα μάτια της πάνω του.

 

 

"Γνωρίζεις τι ακριβώς κάνει η Φλόγα;" τον ρώτησε, κοιτώντας τον λοξά, αλλά χωρίς να χάνει το παιχνίδισμα απ' τα μάτια της. Ο Λέιρ την κοίταξε προβληματισμένος, μην καταλαβαίνοντας ακριβώς την ερώτηση. Η Ναλντίρα χαμογέλασε και άφησε κάτω την λύρα της, πλησιάζοντας το πρόσωπό της στην μικρή φωτιά που είχαν ανάψει. Μέσα απ' τις φλόγες, τα μαύρα της μάτια έλαμψαν.<br style=""> <br style="">

 

"Γνωρίζεις γιατί η Φλόγα χρειάζεται ιέρειες, γιατί πρέπει να περνάμε απ' όλες αυτές τις δοκιμασίες, να θυσιάζουμε όλες μας τις αισθήσεις; Τι συμβαίνει στον κόσμο όταν το κάνουμε αυτό;"<br style=""> <br style="">

 

Ο Φύλακας ένευσε αρνητικά. Τόσα χρόνια πήγαινε γυναίκες στο Νησί των Ψιθύρων, έβλεπε τις ιέρειες γύρω απ' την Φλόγα και του φαινόταν πως απλώς την κοιτούσαν μέσα απ' τις άδειες κόχες των ματιών τους. Με κάποιον τρόπο, παρά τους ανέμους, η Φλόγα δεν έσβηνε ποτέ, αλλά πέρα απ' αυτό -που υποψιαζόταν πως ήταν έργο των γυναικών- δεν έβλεπε να κάνουν κάτι άλλο.<br style=""> <br style="">

 

"Η Φλόγα είναι πάνω απ' όλα τα στοιχεία. Όταν νιώθεις κάτι πολύ έντονα, λες πως σε καίει. Το μεγαλύτερο βάλσαμο κι ο πιο δυνατός πόνος είναι η φλόγα. Μέσα απ' τον πόνο αυτό και μέσα απ' αυτό το συναίσθημα, ζεις. Όχι κυριολεκτικά, καθώς η καρδιά σου χτυπάει και χωρίς την Φλόγα, αλλά ουσιαστικά. Εμείς, όλες αυτές οι γυναίκες που έχουν χαρίσει τις δικές τους αισθήσεις στην Φλόγα κι όλες αυτές που πρόκειται να το κάνουν, την θρέφουν. Την κρατούν ζωντανή μέσα απ' την θυσία, έτσι ώστε όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι να μπορούν να νιώθουν, να ερωτεύονται, να επιθυμούν, να πονούν. Το νερό γαληνεύει, ο άνεμος παρασύρει κι η γη προστατεύει, αλλά η φωτιά δίνει σ' όλα αυτά ουσία και νόημα."<br style=""> <br style="">

 

Ο Λέιρ έμεινε σκεφτικός για λίγη ώρα, ν' αναλογίζεται αυτά που άκουσε. Μετά από λίγο ένευσε καταφατικά πως είχε καταλάβει.<br style=""> <br style="">

 

"Όμως... γιατί εσύ; Εσύ είσαι γεμάτη αισθήσεις και ζωή, γιατί τα θυσιάζεις όλα αυτά, Ναλντίρα; Έχω συνοδεύσει πολλές υποψήφιες ιέρειες στο Νησί, αλλά όλες έμοιαζαν παραιτημένες από κάθε ζωή, από κάθε ευχαρίστηση κι ελπίδα. Εσύ, όμως, είσαι τόσο νέα, όμορφη, κόρη πρίγκιπα, με τα πάντα στην διάθεσή σου. Γιατί διάλεξες να δοκιμαστείς; Μην μου πεις πως εξαναγκάστηκες, δεν θα το πιστέψω! Έχω δει γυναίκες να πηγαίνουν από υποχρέωση και να κοιτούν γύρω τους σαν άγρια ζώα, ελπίζοντας περισσότερο να πεθάνουν στην διαδρομή, παρά να φτάσουν μέχρι την τελική δοκιμασία. Εσύ δείχνεις να το απολαμβάνεις σχεδόν."<br style=""> <br style="">

 

Η Ναλντίρα άφησε το γέλιο της να κυλήσει γάργαρα. Ο Φύλακας ένιωσε πληγωμένος απ' την αντίδρασή της κι έγειρε πίσω, σκαλίζοντας αδιάφορα την φωτιά. Πήρε ένα μήλο απ' τις προμήθειές τους και το δάγκωσε, μασουλώντας νευρικά. Η Ναλντίρα ξανάπιασε την λύρα της κι άρχισε πάλι να παίζει μουσική. Δεν μίλησαν άλλο εκείνη τη νύχτα. Ο Λέιρ μετάνιωνε που της είχε πιάσει την κουβέντα, που είχε αφήσει να παρασυρθεί απ' τα νιάτα και την ομορφιά της τόσο ώστε να λυπάται για την θυσία της. Στο κάτω κάτω, αυτός ήταν Φύλακας, δουλειά του ήταν να την πάει στο Νησί των Ψιθύρων και τίποτε άλλο. Το τι θα συνέβαινε μετά, γιατί είχε φτάσει μέχρι εκεί, δεν τον αφορούσε, δεν έπρεπε να τον αφορά.<br style=""> <br style="">

 

Η επόμενη μέρα τον βρήκε να περπατά βλοσυρός και σιωπηλός δίπλα της, ενώ εκείνη τραγουδούσε, γελούσε και παραμέριζε με χάρη τα κλαδιά που την εμπόδιζαν στο βήμα της. Σιγά σιγά, όσο την κοιτούσε, ένιωσε την καρδιά του να μαλακώνει. Δεν είχε νόημα να της κακιώνει που δεν του ανοιγόταν. Σε λίγες μέρες ή θα πέθαινε στις δοκιμασίες, ή θα κατέληγε μια ακόμα ιέρεια, αγέλαστη κι ανέκφραστη σαν όλες τις άλλες, με τις αισθήσεις της χαρισμένες στην Φλόγα και στους ανθρώπους. Αν μη τι άλλο, ήταν τουλάχιστον πιο ευχάριστη συντροφιά απ' όλες όσες είχε συνοδεύσει μέχρι τώρα. Όμως δεν μπορούσε να εξηγήσει το αγκάθι που ένιωθε να τον τρυπάει στην σκέψη και μόνο αυτών που θα περνούσε, κι ας τα ήξερε η ίδια κι ας τα είχε διαλέξει. Έπρεπε να μάθει γιατί, μια μικρή φλογίτσα είχε αρχίσει να καίει τα σωθικά του, τον έτσουζε και τον μαύριζε. Το βράδυ, όταν έστησαν και πάλι την μικρή τους κατασκήνωση, έκατσε πιο κοντά της, πιο αποφασισμένος, αλλά και πάλι, δίσταζε να την ρωτήσει. Πέρασε ώρα στην σιωπή του και την απαλή μουσική της, μέχρι που κατάφερε να ψιθυρίσει:<br style=""> <br style="">

 

"Κι όμως, θέλω να μάθω, Ναλντίρα. Γιατί, γιατί θέλεις να το κάνεις αυτό;"<br style=""> <br style="">

 

Η πριγκίπισσα γύρισε και τον κοίταξε σιωπηλή. Το βλέμμα της ήταν τέτοιο που δεν μπορούσε να το διαβάσει καθόλου και πια δεν έμοιαζε με μια δεκαπεντάχρονη κοπέλα. Έμοιαζε πολύ μεγαλύτερη, περισσότερο γυναίκα και λιγότερο κορίτσι. Με αργές κινήσεις άφησε κάτω την λύρα της κι άπλωσε τα δάχτυλά της στο πρόσωπό του. Ο Λέιρ τα 'χασε, αλλά δεν μπορούσε να κινηθεί, το βλέμμα της και μόνο τον είχε ακινητοποιήσει. Σαν έξω απ' τον εαυτό του ένιωθε το χάδι της στο τραχύ απ' τα γένια μάγουλο. Ένιωθε τα δροσερά της δάχτυλα σαν χάδι απ' τον άνεμο κι έκλεισε τα μάτια του, μην τολμώντας ούτε να μιλήσει, ούτε να σαλέψει. Το δεύτερο χέρι της ακούμπησε το άλλο του μάγουλο και το πρόσωπό του βρέθηκε παγιδευμένο ανάμεσα στα ευγενικά, μικρά της δάχτυλα. Το φιλί που ήρθε, τον βρήκε απροετοίμαστο, τον έκαψε σαν λάβα. Η Ναλντίρα είχε κολλήσει το στόμα της στο δικό του, μην αφήνοντάς τον να πάρει ανάσα, βυθίζοντάς τον όλο και περισσότερο στο ηφαίστειο που έμοιαζε να γίνεται ολόκληρος. Χωρίς να έχει καμία αίσθηση του εαυτού του, βρέθηκε ξαπλωμένος στο χώμα, με την πριγκίπισσα πάνω του, να κάνει έρωτα μαζί του χωρίς να έχει ξεκολλήσει ούτε για μια στιγμή το σώμα της απ' το δικό του. Χαμένος, ένιωθε ν' αγκαλιάζεται ολόκληρη η ψυχή του απ' το νεαρό της κορμί. Όταν ήρθε το τέλος, τον παρέσυρε σ' ωκεανούς, ένιωθε να κλυδωνίζεται σαν βάρκα στα κύματα, να κολυμπάει σ' απύθμενα νερά.

 

 

 

Πέρασε ώρα μέχρι να επανέλθει στο σώμα του και ν' ανοίξει τα μάτια του, με την καρδιά του να έχει επανέλθει στους κανονικούς της χτύπους. Η Ναλντίρα καθόταν, όπως και πριν, δίπλα στη φωτιά, με την λύρα στα χέρια της, παίζοντας την απαλή μουσική της κι ο Λέιρ αναρωτήθηκε αν όντως είχε συμβεί αυτό ή το είχε ονειρευτεί. Δεν τολμούσε να ρωτήσει τίποτα, δεν ήξερε αν φοβόταν περισσότερο μια θετική ή μια αρνητική απάντηση. Τι θα σήμαινε αν όντως η πριγκίπισσα είχε κάνει έρωτα μαζί του; Και τι θα σήμαινε αν είχε ονειρευτεί κάτι τέτοιο; Απ’ τα βλέμματά της δεν μπορούσε να βγάλει νόημα. Τον κοιτούσε όπως πάντα, χαμογελαστά και παιχνιδιάρικα. Ο Φύλακας ευχήθηκε να μην φαινόταν το κοκκίνισμά του μέσα στο σκοτάδι κι αποτραβήχτηκε στην μοναξιά και την σιωπή του.

 

 

 

Η επόμενη μέρα τους βρήκε να πλησιάζουν τις ακτές του ωκεανού. Η Ναλντίρα σταμάτησε να περπατά και χαμογέλασε, ανασαίνοντας την θαλασσινή αύρα. Ο Λέιρ συνέχιζε να την κοιτάει, με την προηγούμενη νύχτα να μην έχει ξεκολλήσει στιγμή απ’ το μυαλό του. Δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί αν η πριγκίπισσα ήταν μάγισσα, αλλά μέσα του απόδιωξε την σκέψη. Η όποια λίγη μαγεία υπήρχε στον κόσμο, ανήκε στα Στοιχεία και τις ιέρειες της Φλόγας κι η Ναλντίρα δεν είχε μυηθεί. Ακόμα. Ξαφνικά, αυτή η σκέψη τον χτύπησε σαν σφυρί. Σε λίγη ώρα θα παραδίνονταν στα κύματα, μέχρι που θα τους έβρισκαν οι άνεμοι και θα τους πήγαιναν μέσα απ’ τις καταιγίδες τους στο Νησί των Ψιθύρων. Από κείνη την στιγμή και μετά, η Ναλντίρα θα του ήταν πια ξένη, για πάντα. Θα την έβλεπε εκείνος, αλλαγμένη απ’ την μύηση, κάθε φορά που θα πήγαινε μια καινούργια υποψήφια ιέρεια στο Νησί κι αυτό αν είχε καταφέρει να επιβιώσει απ’ τις δοκιμασίες, αλλά εκείνη δεν θα τον έβλεπε ποτέ πια. Θα περνούσε μια ζωή ν’ αναρωτιέται, χωρίς ποτέ να λάβει απάντηση, αν όντως εκείνη η νύχτα είχε συμβεί. Θα περνούσε μια ζωή, το ένιωθε μέσα του να τον σφίγγει σαν τανάλια, παραδομένος σε μια ανάμνηση που δεν θα ‘ξερε καν αν ήταν αληθινή.

 

 

 

Η πριγκίπισσα ξανάρχισε να περπατάει, όμως ο Λέιρ έπιασε το χέρι της και την σταμάτησε.

 

 

 

«Μια στιγμή, στάσου. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι,» της είπε, χωρίς να κοκκινίσει. Εκείνη απλά τον κοίταξε χαμογελαστή.

 

 

 

«Χθες το βράδυ σε ρώτησα πάλι γιατί θέλεις να γίνεις ιέρεια της Φλόγας κι εσύ σήκωσες το χέρι σου και χάιδεψες το μάγουλό μου. Τι συνέβη μετά, Ναλντίρα;»

 

 

 

Η φωνή του εκλιπαρούσε. Η κοπέλα χαμογέλασε γλυκά.

 

 

 

«Μετά σου απάντησα. Δεν θυμάσαι;»

 

 

 

«Η μνήμη κι η φαντασία παίζουν παράξενα παιχνίδια. Δεν ξέρω τι απ’ αυτά που θυμάμαι είναι αλήθεια.»

 

 

 

«Αλήθεια είναι πάντα αυτό που νιώθεις. Ίσως να περίμενες μια διαφορετική απάντηση και χθες και σήμερα στις ερωτήσεις σου, όμως αυτή είναι η μοναδική απάντηση που έχω, Λέιρ.»

 

 

 

Τον άφησε και συνέχισε να προχωράει προς την θάλασσα. Εκείνος κατάπιε τις ερωτήσεις του που δεν θα έπαιρναν ποτέ ικανοποιητική απάντηση και την ακολούθησε. Σιωπηλοί, μπήκαν στην βάρκα και ξεκίνησαν το ταξίδι τους στην θάλασσα.

 

 

 

Έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός. Δεν άντεχε να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του, αλλά ήξερε πως είχαν χαθεί. Η Ναλντίρα καταλάβαινε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, όμως δεν έλεγε λέξη. Η βάρκα τους ήταν χαμένη μέσα στον ωκεανό, χωρίς κανένα σημάδι στεριάς ολόγυρά τους. Ο Λέιρ ήξερε πως έπρεπε ήδη να ‘χαν μπει στην περιοχή των ανέμων, εκεί που η θάλασσα ήταν πάντα φουρτουνιασμένη και σήμαινε πως θα έφταναν σιγά σιγά στο Νησί, όμως έβλεπε παντού ήρεμα και καταγάλανα νερά. Κοίταξε το σακίδιό του, τις λιγοστές προμήθειες που τους είχαν απομείνει. Έβγαζαν με το ζόρι μια μέρα, το νερό ήταν ελάχιστο. Έπρεπε να βρει τον προσανατολισμό του και μάλιστα γρήγορα.

 

 

 

«Έχουμε χαθεί,» τόλμησε να της πει όταν άρχισε να σουρουπώνει. Εκείνη απλά ένευσε κι έβγαλε την λύρα της.

 

 

 

«Θα βρεις τον δρόμο, σου έχω εμπιστοσύνη,» του είπε γλυκά. «Όταν φτάσουμε κι έρθει η ώρα να χωριστούμε, θέλω να κρατήσεις την λύρα μου. Να θυμάσαι τη Ναλντίρα που σου έδειξε γιατί χρειαζόμαστε τις ιέρειες της Φλόγας.»

 

 

 

Πέρασαν όμως δυο μέρες κι ακόμα δεν είχαν μπει στα ταραγμένα νερά. Ο Λέιρ ήταν σκληροτράχηλος άντρας, μαθημένος σε πολλές δυσκολίες, όμως η Ναλντίρα κατέπεσε. Όταν τελείωνε η τρίτη μέρα, έχασε τις αισθήσεις της κι έπεσε σε λήθαργο. Μουρμούριζε διαρκώς για την Φλόγα και μέσα στα παραμιλητά της παρακαλούσε να φτάσει στο Νησί. Ο Φύλακας ανησύχησε σοβαρά. Την πήρε στα χέρια του και κάλυψε το κεφάλι της με το σώμα του, να μην την βασανίζει άλλο ο ήλιος που τρεις μέρες την έκαιγε. Το όμορφο πρόσωπό της είχε κοκκινίσει κι έκαιγε στο άγγιγμα. Ο Λέιρ θέλησε να καταραστεί την μοίρα του, που τόσο απλόχερα έκανε την κρυφή του επιθυμία πραγματικότητα: η Ναλντίρα δεν θα γινόταν ιέρεια, δεν θα θυσίαζε τον εαυτό της στην Φλόγα. Θα πέθαινε και μαζί της θα πέθαινε κι εκείνος μέσα στην θάλασσα. Ένα κομμάτι του εαυτού του θέλησε να παραιτηθεί, να προτιμήσει αυτή την τύχη απ’ τον αγώνα, όμως εκείνη την στιγμή, κρατώντας το ένα χέρι της στο δικό του, κατάλαβε επιτέλους γιατί είχε επιλέξει η πριγκίπισσα την μοίρα της ιέρειας. Τότε πείσμωσε και προσευχήθηκε μ’ όλη του την δύναμη στα Στοιχεία να του ανοίξουν τον δρόμο προς το νησί. Η θάλασσα ταράχτηκε ξαφνικά και τα κουπιά κόντεψαν να του φύγουν. Μέσα απ’ τα κύματα, αναδύθηκε μια μορφή, χωρίς ύλη και υπόσταση, αλλά παρούσα.

 

 

 

«Ώστε άλλαξες την επιθυμία σου για την δική της, Φύλακα; Επιλέγεις να την παραδώσεις στην Φλόγα;» ακούστηκε μια φωνή, περισσότερο από μέσα του, παρά απ’ την μορφή.

 

 

 

«Επιλέγω να υπάρχει, για να μπορεί να χαρίσει σ’ όλους αυτό που επιθύμησα να υπάρξει μόνο για μένα,» απάντησε εκείνος, με όσο κουράγιο του είχε απομείνει.

 

 

 

«Κι αν σου χάριζα τώρα, τούτη την στιγμή, την επιλογή να σωθείς κι εσύ κι εκείνη, ν’ αφήσεις το καθήκον του Φύλακα και να μην γίνει ποτέ ιέρεια, τι θα επέλεγες, Λέιρ; Ο αγώνας είναι πάντα πιο εύκολος όταν μόνος αντίπαλος είναι ο θάνατος, αλλά αν είχες γι αντίπαλο την ζωή, τι θα επέλεγες;»

 

 

 

Ο Λέιρ κοίταξε το πρόσωπο της Ναλντίρα, χαμένο στον πυρετό, βασανισμένο απ’ τον λήθαργο. Τα μάτια του έτσουξαν, καταλαβαίνοντας πως τελικά, δική του θα ήταν η δοκιμασία των Στοιχείων. Θυμήθηκε τη νύχτα που είχε κάνει έρωτα μαζί του, που του είχε δείξει με τον μόνο τρόπο που μπορούσε τι σήμαινε να ζει, όχι μόνο να υπάρχει, αλλά να ζει πραγματικά, να νιώθει με όλες του τις αισθήσεις. Έσπασε μπροστά στην μορφή και λύθηκε σε λυγμούς, τρέμοντας σύγκορμος.

 

 

 

«Μη με βασανίζεις, σε παρακαλώ,» ψέλλισε. «Μην μου προσφέρεις αυτό που δεν αντέχω να έχω.»

 

 

 

«Θα μπεις τώρα στα ταραγμένα νερά,» απάντησε η μορφή, αδυσώπητη κι ανελέητη. «Κι αν η καρδιά σου είναι δυνατή, θα φτάσεις στο νησί. Δεν δέχτηκες το δώρο μου, γι αυτό κι η τιμωρία σου θα είναι να ζήσεις γνωρίζοντας πως πρόδωσες κι απέτυχες.»

 

 

 

Ο Λέιρ πείσμωσε κι έπιασε με μανία τα κουπιά της βάρκας. Η νύχτα κι η καταιγίδα ήρθαν μαζί και μαζί τους ήρθε η μνήμη. Κάθε στιγμή τον πήγαινε μπροστά στον χώρο και πίσω στον χρόνο, στην κάθε στιγμή που είχε περάσει μαζί της. Η ψυχή του, που είχε τρεμουλιάσει στην ελπίδα πως είχε φτάσει επιτέλους στο Νησί των Ψιθύρων, βυθίστηκε στην απελπισία. Τα Στοιχεία τον περιγελούσαν, του έδειχναν πόσο αδύναμη ήταν η καρδιά του. Τα δάκρυά του μπλέκονταν με τις σταγόνες της βροχής και τα ουρλιαχτά του με την βοή της θάλασσας, ενώ η Ναλντίρα έτρεμε στην αγκαλιά του. Για μια στιγμή, όλα γαλήνεψαν μέσα του. Σταμάτησε ν’ ακούει και να βλέπει ό,τι υπήρχε κι η καρδιά του γέμισε απ’ το τραγούδι της. Κράτησε μια στιγμή, μόνο μια στιγμή, αλλά ήταν αρκετή για να τον βγάλει απ’ την απελπισία. Ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει. Κοίταξε την αναίσθητη μορφή της κι άφησε ένα ανάλαφρο φιλί στα χείλη της.

 

 

 

«Σου δίνω πίσω αυτό που απλόχερα μου χάρισες. Στο δίνω γιατί δεν είναι δικό μου να το κρατήσω, ανήκει σε όλους. Παίρνω μαζί μου μόνο τη μουσική σου, αγαπημένη μου Ναλντίρα,» ψιθύρισε και σηκώθηκε όρθιος μέσα στην βάρκα. Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα και γέλασε δυνατά στα Στοιχεία που τον παρακολουθούσαν. Μετά, πήδηξε μέσα στα φουρτουνιασμένα νερά κι άφησε τον εαυτό του να βυθιστεί αργά, με το τραγούδι της στ’ αυτιά του. Για μια στιγμή, μόνο για μία, του φάνηκε πως η χαμογελαστή μορφή της κρατούσε το χέρι του, πριν ο θάνατος τον αγκαλιάσει.

 

 

 

Τα κύματα απίθωσαν ευγενικά την βάρκα στις όχθες του Νησιού. Από μέσα βγήκε ένα παιδί που κρατούσε μια λύρα στα χέρια του. Οι ιέρειες το αποδέχτηκαν, σαν δώρο απ’ τα Στοιχεία κι ας μην άκουγαν ποτέ τις μουσικές του. Μόνο η Φλόγα τις άκουγε και στον ήχο τους έτρεμε, με κάθε ρίγος δικό της να σκορπά παντού φωτιά.

 

 

Link to comment
Share on other sites

Παιδιά χίλια συγνώμη, με πήρε ο ύπνος... Αποχωρώ, ή μάλλον έχω χάσει ήδη, οπότε δεν αποχωρώ, απλά έχασα βάση των κανονισμών :(

 

Μπορείτε να ξεκινήσετε να διαβάζετε Λουθ και Ναρού, δε θα υπάρξει τρίτη ιστορία.

Θα τις διαβάσω κι εγώ και θα ψηφίσω σύντομα.

 

 

Καλή μας ανάγνωση και καλά σχολιάκια για τις κοπέλες :)

Link to comment
Share on other sites

Λοιπόν, η εμπειρία με άφησε κατάπληκτη. Κοινώς, I am thrilled!

Όταν έγραφα την εισαγωγή, είχα κι εγώ στο μυαλό μου έστω και αμυδρά μια ιστορία, αλλά είναι εντυπωσιακό τo πόσο διαφορετικές ήταν οι συνέχειες της Sonya και της Naroualis, και από τη δική μου ιδέα και μεταξύ τους.

 

Θα ψηφίσω και θα σχολιάσω αργότερα, μετά από ένα δεύτερο διάβασμα.

Προς το παρόν, δηλώνω ενθουσιασμένη. :clap:

Link to comment
Share on other sites

Κι εμένα, αρκετά, γιατί κι εγώ είχα γράψει εντελώς διαφορετικό :)

 

Ψήφισα, αλλά μάλλον θα κάνουμε σχολιάκια όταν τελειώσει? (γιατί δε βλέπω και τους άλλους 3 πριν από μένα να έχουν μιλήσει)

Link to comment
Share on other sites

Δεν έχω διαβάσει καμία κυρία ακόμα. Μέχρι πότε ψηφίζουμε;

 

Υ.Γ. Κιάρα $#&%*($%$_)^&Υ!!! Γιατί μας κουτσούρεψες ένα τόσο ενδιαφέρον Write-off;

Link to comment
Share on other sites

Μέχρι πότε ψηφίζουμε;

 

 

 

Θεωρητικά είναι μια εβδομάδα από τη στιγμή που "κλείνει" η συγγραφή.

Τελειώσαμε Πέμπτη 17 βράδυ. Υποθέτω πάμε μέχρι Πέμπτη 24 βράδυ ή κάπου εκεί γύρω περίπου.

Edited by Tiessa
Link to comment
Share on other sites

Σ' αυτό το σημείο να παρατηρήσω δύο πράγματα:

 

α) βλέπω πέντε ψήφους, αλλά κανένα σχόλιο. Σχολιάστε μας, σας παρακαλούμε... :Ρ

β) Κιάρα, είχες γράψει κάτι το οποίο ήταν ΕΝΤΕΛΩΣ διαφορετικό απ' αυτό που έγραψα εγώ και ΔΕΝ ανέβηκε; :Ο Τα καλύτερα χάνουμε....

Link to comment
Share on other sites

Ξεκινώ με της Ευθυμίας:

Μια συνεχής εντυπωσιακή εικόνα της καταιγίδας. Πολύ δυνατός ο

θηλασμός και φυσικά η ανδρική εγκυμοσύνη.

Νομίζω ότι πηγαίνεις το

"Άμορφος" του Πυθαρίωνα

ένα γενναίο βήμα προς τα εμπρός. Γενικά δυνατές εικόνες και από την πόλη και την εισβολή. Εξαιρετικό το εύρημα της διπλής όρασης. Ομως οι ελάχιστοι διάλογοι αναγκαστικά ρίχνουν τη ζωτικότητα. Και στο τέλος ένιωσα να μου έλειψε η πλοκή. Η ιστορία είναι

μόνοδρόμος.

Εντυπωσιακός βέβαια, αλλά

μονόδρομος.

Πανάξια του αναγνωστικού χρόνου της πάντως!

 

Υ.Γ.:

[...] Πλέον ο άντρας μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει το κόκκινο χρώμα, το χρώμα του αίματος. [...]

Δεν νομίζω να έχει υπάρξει στον χώρο του ελληνικού φανταστικού θέμα διαγωνισμού με μεγαλύτερη (συνειδητή ή μη) επιρροή τα τελευταία χρόνια! Τα, έστω και καθυστερημένα συγχαρητήριά μου σ' εκείνη την επιτροπή! (4ο ΦΕΦΕ, Μαστοράκης, Παπαδόπουλος, Χρυσός-mistseeker, "Κι ετσι εγκατέλειψε τη Γη το κόκκινο χρώμα".)

Edited by mman
Link to comment
Share on other sites

Συνεχίζω (λάθος! τελειώνω, Κιάρα!:fish:)με την Sonya:

Η ιδέα δεν είναι πρωτότυπη. Να ένα πρόχειρο παράδειγμα -κι αυτός έχει κλέψει την Λε Γκέν. Αλλά έχουμε μια όμορφη ερωτική σκηνή που προκύπτει πολύ ομαλά και, εκμεταλλευόμενη το ωραίο εύρημα της

ασάφειας της μνημής και της πραγματικότητας,

γίνεται κλειδί για όλη την εξέλιξη. Στα πολύ συν η εσωτερική μάχη του Φύλακα και φυσικά το τέλος. Προσωπικά, αυτά τα δύο, μαζί με μερικές ιδιαίτερα εύστοχες ατάκες της Πριγκήπισσας είναι αυτά που έκλεψαν την ψήφο μου. Κοινώς, έφαγα το παραμύθι με το ρομάντζο. Πάντως θα ήθελα να ταυτιστώ περισσότερο και με τους δυο τους, αν και φυσικά αναγνωρίζω ότι η έκταση ήταν πολύ περιορισμένη. Σίγουρα πολύ ικανοποιητική δουλειά και εδώ!

 

Ευχαριστώ πολύ κορίτσια κυρίες άρπυιες!

 

Υ.Γ.: Και για όποιον δεν το κατάλαβε την -απολύτως- Λαξευτές εισαγωγή την έγραψε η Tiessa...:lol:

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #45 (Naroualis vs Sonya)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share


×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..